ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστόδουλου Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15161/16, 18/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:30 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15161/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -v-
- Χριστόδουλου Χριστοδούλου
- Μιχάλη Ζολώτα
- Mihail Andrei Fole
- Αθηνάς Χριστοδούλου
- Ανδρέα Κιζουρίδη
- A.C. Christodoulou Consultants Ltd
- Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών, πρώην Marfin Financial Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών
- Focus Maritime Corp Κατηγορούμενοι Ημερομηνία : 18 Σεπτεμβρίου, 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαγαπίου με κα Α. Ματθαίου Για Κατηγορούμενους 1 και 6: κ. Σ. Αγγελίδης με κα Ν. Αγρότου Για Κατηγορούμενο 2: κ. Ε. Ευσταθίου, κ. Χ. Τριανταφυλλίδης και κ. Αιμιλιανίδης για αυτόν εμφανίζεται ο κ. Λ. Ψυχάκης Για Κατηγορούμενους 3 και 8: κ. Ε. Ευσταθίου και κ. Αιμιλιανίδης για αυτόν εμφανίζεται ο κ. Λ. Ψυχάκης Για Κατηγορούμενη 7: κ. Α. Χαβιαράς με κ. Ν. Θρασυβούλου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ) Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 6, 7 και 8 αντιμετωπίζουν αριθμό κατηγοριών που αφορούν συναλλαγές με αντιπροσώπους οι οποίες δηλώνουν διαφθορά, δεκασμό δημόσιου λειτουργού, ενεργό δωροδοκία, ενεργό δωροδοκία οικείων δημόσιων υπαλλήλων, δωροληψία από οικείους δημόσιους αξιωματούχους, κατάχρηση εξουσίας, κατάχρηση εμπιστοσύνης καθώς και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες: (α) που αφορούν συναλλαγές με αντιπροσώπους οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 4, 5 και 6 του περί Προλήψεως της Διαφθοράς Νόμου, Κεφ.161 (κατηγορίες 1, 3 και 5) (β) δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση των άρθρων 100(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 6, 8, 10 και 11) (γ) δωροληψίας από οικείους δημόσιους υπαλλήλους, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 4
(3)του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς Ν.23(ΙΙΙ)/2000και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 15, 16, 17 και 18) (δ) κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 19 και 20) (ε) κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση των άρθρων 133 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 21 και 22) και (στ) νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/07(κατηγορίες 23 και 24). Η Κατηγορούμενη εταιρεία 6 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/07(κατηγορίες 23 και 24). Η Κατηγορούμενη 7 εταιρεία αντιμετωπίζει: (α) κατηγορίες που αφορούν συναλλαγές με αντιπροσώπους οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 4, 5 και 6 του περί Προλήψεως της Διαφθοράς Νόμου, Κεφ.161 (κατηγορίες 2 και 4) (β) δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατά παράβαση των άρθρων 100(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 7 και 9) και (γ) ενεργού δωροδοκίας οικείων δημόσιων υπαλλήλων, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 4
(2)του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς Ν.23(ΙΙΙ)/2000και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 12, 13 και 14). Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 8 αντιμετωπίζουν κατηγορίες συνέργειας με τον Κατηγορούμενο 1 στα προαναφερθέντα αδικήματα. Προδικαστικές Ενστάσεις Προτού απαντήσουν στις κατηγορίες που τους αφορούν οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 προέβαλαν μέσω του συνηγόρου τους την ειδική απολογία του άρθρου 69
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι έχουν προηγουμένως καταδικασθεί βάσει των ίδιων ή άρρηκτα συνδεδεμένων γεγονότων καθώς επίσης και ότι η παρούσα ποινική υπόθεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) λόγω της συμπεριφοράς της Κατηγορούσας Αρχής στον τρόπο προώθησης των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 8 μέσω των δικών τους συνηγόρων ήγειραν προδικαστική ένσταση που αφορά θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, υιοθετώντας εν πολλοίς την αγόρευση του συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 6. Προδικαστικές ενστάσεις ήγειρε και ο συνήγορος της Κατηγορούμενης 7 εταιρείας. Εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση λόγω του ότι η Κατηγορούμενη 7 είναι ελληνική εταιρεία και συνιστά νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στην Ελλάδα, χωρίς οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο και ότι αν ήταν φυσικό πρόσωπο δεν θα εκτελείτο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον της. Παράλληλα υιοθέτησε την αγόρευση των υπόλοιπων συνηγόρων στην έκταση που αφορούσε τον ισχυρισμό για κατάχρηση της διαδικασίας. Στα πλαίσια προώθησης των εισηγήσεων τους οι συνήγοροι, με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, έθεσαν ενώπιον μας τα ακόλουθα έγγραφα: (α) το κατηγορητήριο της Υπ. Αρ. 793/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α (β) την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερ. 27/10/2014 στην υπό αναφορά ποινική υπόθεση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Β και (γ) την ανακριτική κατάθεση που είχε ληφθεί από τον Κατηγορούμενο 1 στις 30/08/2013, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Γ. Οι αγορεύσεις και εισηγήσεις τόσο από πλευράς Κατηγορουμένων όσο και από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής δύνανται να συνοψιστούν ως ακολούθως: Αγόρευση κ. Αγγελίδη για Κατηγορούμενους 1 και 6 Ο κ. Αγγελίδης εστίασε το αίτημά του για απαλλαγή του Κατηγορούμενου 1 και της Κατηγορούμενης 6 εταιρείας σε δυο άξονες, ήτοι στο δόγμα autrefois convict καθώς και στην κατάχρηση της διαδικασίας η οποία εκπηγάζει από την συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής. Η εισήγησή του ότι τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα autrefois convict βασίστηκε στο Άρθρο 12 του Συντάγματος και στο άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου καθώς επίσης και στο Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αναγνώρισε την αρχή ότι για να τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα autrefois convict θα πρέπει ένας κατηγορούμενος να αντιμετωπίζει το ίδιο αδίκημα, στην μεταγενέστερη διαδικασία, με αυτό που είχε καταδικαστεί στην προηγηθείσα σύμφωνα με τη γενική αρχή της Conelly v. D.P.P.
(1964)A.C. 1257, πλην όμως εισηγήθηκε ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Η προσέγγιση στο συγκεκριμένο θέμα, υποστήριξε, έχει γίνει πιο φιλελεύθερη έτσι ώστε ακόμη και αν δεν αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ακριβώς το ίδιο αδίκημα αν τα γεγονότα που αφορούν την πρώτη υπόθεση που είχε αντιμετωπίσει είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την δεύτερη, τότε ισχύει το δόγμα. Στήριξε την εισήγησή του με παραπομπή στην απόφαση R v. Beedie [1998] Q.B. 356, το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2017, παρα. D. 1220 μέχρι 1235 καθώς επίσης και στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις υποθέσεις Grande Stevens v. Italy App. No 18640/10 ημερ. 04/03/2014, Sergey Zolotukhin v. Russia App. No 14939/03 ημερ. 10/02/2009, παρά 80 μέχρι 83 στις οποίες το Ε.Δ.Α.Δ. επεσήμανε ότι η χρήση της λέξης «αδίκημα» στο Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια περιοριστική προσέγγιση γιατί η Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα θα πρέπει να ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο που να διασφαλίζονται πρακτικά και αποτελεσματικά τα δικαιώματα που κατοχυρώνει. Εισηγείται, ο κ. Αγγελίδης, ότι με βάση την Connelly v. D.P.P. (ανωτέρω) όπως έχει ερμηνευθεί στην R. v. Beedie (ανωτέρω) θα πρέπει να κριθεί ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας υπό την έννοια ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 έχουν ήδη καταδικαστεί και δεν μπορούν να δικάζονται ξανά για άλλα αδικήματα τα οποία πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα ή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και τα οποία (αδικήματα) μπορούσαν και έπρεπε να συμπεριληφθούν στην πρώτη διαδικασία. Παρέπεμψε στα συγγράμματα Archbold Criminal Pleadings, Evidence and Practice 2017, παρά.4-183 και Blackstone's Criminal Practice 2017, παρα.D.1220-1235 στα οποία αφού διαπιστώνεται η διαφορά προσέγγισης στις ομιλίες στην Connelly (ανωτέρω) σε σχέση με την εμβέλεια του δόγματος του autrefois, διατυπώνεται η θέση, με αναφορά στην υπόθεση R. v. Beedie (ανωτέρω), ότι η 3η και 4η αρχή που διατύπωσε ο Lord Morris αφορούν, ή καλύτερα, εμπίπτουν στην αρχή της κατάχρησης και όχι στην αρχή του δεδικασμένου (autrefois). Όσον αφορά την εφαρμογή των αρχών στα γεγονότα εισηγήθηκε ότι οι κατηγορίες 8 μέχρι 13 στο Τεκμήριο Α, οι οποίες αφορούν τους Κατηγορούμενους 1 και 6 στην παρούσα διαδικασία, σχετίζονται με καταχώρηση ψευδούς δήλωσης, κατά παράβαση του άρθρου 49
(1)(α) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου που αφορούσε την παράλειψη καταχώρησης, ως εισοδήματος της Κατηγορούμενης 6, του ποσού του €1.000,000 που είχε εισπραχθεί από την εταιρεία FOCUS για σκοπούς απόδοσης φόρου εισοδήματος. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες, ήταν ο ισχυρισμός του, προέκυψαν από ταυτόσημα γεγονότα ή και βασίζονται σε ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 στο κατηγορητήριο ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο Γ), υποδεικνύοντας πως είχε προειδοποιηθεί ότι διερευνούντο αδικήματα που αφορούσαν συνωμοσία και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Παράλληλα εισηγείται ότι υπάρχει και μια άλλη πτυχή στην υπόθεση που αφορά τη φορολόγηση από την Κυπριακή Δημοκρατία του συγκεκριμένου ποσού του €1.000,000, το οποίο είχε θεωρηθεί ως εισόδημα και για το οποίο οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 είχαν κληθεί να καταβάλουν φόρο εισοδήματος ύψους €127.000, τον οποίο εν τέλει είχαν πληρώσει μαζί με τους τόκους και τις επιβαρύνσεις. Αυτή η συμπεριφορά της Δημοκρατίας, ενώ, δηλαδή κατηγόρησε τους Κατηγορούμενους 1 και 6 για αδικήματα κατά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, εκλαμβάνοντας το ποσό του €1 εκ. ως εισόδημα της Κατηγορούμενης 6, την εμποδίζει να προωθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τη θέση ότι ήταν προϊόν δωροδοκίας και δεκασμού του Κατηγορούμενου
- Στηριζόμενος σε αγγλική νομολογία υποστήριξε ότι η προώθηση της παρούσας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, διπλό κίνδυνο, issue estoppel ή και παραβίαση των αρχών του autrefois convict. Αγόρευση κ. Ευσταθίου για Κατηγορούμενους 2, 3 και 8 Ο κ. Ευσταθίου, σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 8 υιοθέτησε τα όσα είχαν αναφερθεί από τον κ. Αγγελίδη σε σχέση με την κατάχρηση διαδικασίας. Υποστήριξε ότι θεμέλιο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι που εκπροσωπεί συνιστά το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 1 είχε λάβει νόμιμα το ποσό του €1.000,
- Προώθησε τη θέση ότι αν το ποσό, που κατ ισχυρισμό έλαβε ο Κατηγορούμενος 1, είναι νόμιμο τότε το υπόβαθρο πάνω στο οποίο έχουν βασιστεί οι κατηγορίες εναντίον των δικών του πελατών έχει καταρριφθεί. Αναφέρθηκε στην ερμηνεία που αποδίδεται, στο άρθρο 5 του Ν.118(Ι)/02, στον όρο «εισόδημα» και ισχυρίστηκε ότι με βάση τη συγκεκριμένη ερμηνεία δεν μπορεί η πηγή του εισοδήματος να προέρχεται από τη διάπραξη αδικήματος όταν φορολογείται αλλά προκύπτει από την άσκηση του ατομικού δικαιώματος της άσκησης επιχειρήσεως το οποίο είναι νόμιμο και προστατεύεται από το Σύνταγμα. Εισηγήθηκε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είχε επιλέξει να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο 1 με βάση το Τεκμήριο Α, με συνοπτική διαδικασία και αποτέλεσμα ήταν η φυλάκισή του. Δεν μπορεί να επανέρχεται, ο Γενικός Εισαγγελέας, για τα ίδια γεγονότα, μετά τη φορολόγηση του συγκεκριμένου ποσού και την καταβολή και των τόκων και να ισχυρίζεται ότι η αξιόποινη πράξη είναι διαφορετική από την ψευδή δήλωση εισοδήματος. Κατέληξε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιούνται οι διαδικασίες του Δικαστηρίου ως θεραπεία αμελειών του Γενικού Εισαγγελέα ή για εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων. Αγόρευση κ. Χαβιαρά για Κατηγορούμενη 7 εταιρεία Ο κ. Χαβιαράς, υιοθέτησε τα όσα είχαν λεχθεί από τον κ. Αγγελίδη σε σχέση με την κατάχρηση της διαδικασίας αναφορικά με τη μεταχείριση του συγκεκριμένου ποσού. Το δεύτερο σκέλος της εισήγησής του αφορούσε την έλλειψη δικαιοδοσίας του Κακουργιοδικείου να δικάσει την Κατηγορούμενη 7 εταιρεία λόγω του ότι συνιστά νομικό πρόσωπο το οποίο είναι εγγεγραμμένο στην Ελλάδα, χωρίς οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στη Κύπρο. Με αναφορά στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 7 υποστήριξε πρώτον, ότι φέρεται να ενεργούσε μέσω του αποβιώσαντα Βγενόπουλου, ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος, οπόταν δεν μπορεί να δικάζεται για τις ενέργειες φυσικού προσώπου το οποίο δεν κατηγορείται. Παράλληλα εισηγήθηκε ότι αν ήταν φυσικό πρόσωπο, η Κατηγορούμενη 7, δεν θα εκδιδόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία γιατί τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται έχουν τελεστεί εν μέρει στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από την απόφαση που έχει εκδοθεί από τις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές σε σχέση με την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. που αφορούσε τον Κυριάκο Μάγειρα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο Δ, την απόφαση του Συμβουλίου Εφετών σε σχέση με τον Κυριάκο Μάγειρα. Το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του αφορούσε το γεγονός ότι στη κατηγορία 1 δεν προσδιορίζεται που εδρεύει η Κατηγορούμενη 7 ενώ σε όλες τις κατηγορίες δεν εντοπίζεται ο τόπος τέλεσης του αδικήματος, δηλαδή που συμφωνήθηκε η καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, οπόταν ελλείπει δικαιοδοσία του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60ενώ δεν υπάρχει ισχυρισμός πρόκλησης βλάβης ή ζημιάς όπως προβλέπεται από το άρθρο 5
(1)(ε)(νιι). Παρέπεμψε στην αγγλική απόφαση The Queen v. Jameson and Others [1896] 2 QB 425 και στην R v. Rogers and others
(2014)EWCA Crim.
- Όσον αφορά τις λοιπές κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 7, κατηγορίες 2, 4, 6, 7, 8, 9, 12, 13,14, 15, 16 και 17 υποστήριξε ότι όλες παραπέμπουν στην κατηγορία
- Η δε κατηγορία 3 τοποθετεί τις πράξεις του Κατηγορούμενου 1 στην Αθήνα και στην Κύπρο οπόταν, ήταν η εισήγησή του, εφαρμόζεται το σκεπτικό της απόφασης Αναφορικά με τον Θεοφάνη Λώλο Πολ. Αιτ.93/17 ημερ. 04/07/
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, κα Παπαγαπίου, απαντώντας υποστήριξε ότι το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας έχει εξεταστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ αυτών η Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 στην οποία τέθηκαν και οι κατευθυντήριες αρχές. Παρέπεμψε επίσης στην αγγλική απόφαση Hui Chi- Ming v. The Queen [1992] 1 AC 34. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Αγγελίδης δεν έχει καταδείξει ή και εξειδικεύσει ποια είναι τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα γεγονότα της Υπ. Αρ. 793/14 ως είχε καθήκον να πράξει, ενόψει του ότι το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτητής σε μια τέτοιου είδους αίτηση, αλλά περιορίστηκε σε παραπομπή στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων Α, Β και Γ. Εισηγήθηκε ότι αντιπαραβάλλοντας τα δυο κατηγορητήρια διαπιστώνεται ότι όχι μόνο στην όψη τους αλλά και στην ουσία τους αφορούν διαφορετικά επίδικα ζητήματα, για τα οποία ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει. Αναγνώρισε τις αρχές των αποφάσεων Conelly v. D.P.P. (ανωτέρω) και R. v. Beedie (ανωτέρω), στις οποίες είχε κάνει αναφορά ο κ. Αγγελίδης και υποστήριξε ότι η αρχή ότι θα πρέπει να τεθούν στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα που πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα δεν είναι άκαμπτη, με αναφορά στην παράγραφο 1360 της Conelly v. D.P.P.. Προς επίρρωση των θέσεων της παρέπεμψε επίσης στην R. v. Gore
(2009)EWCA Crim.1424 στην οποία οι κατηγορούμενοι είχαν αντιμετωπίσει αρχικά κατηγορία δημόσιας ανησυχίας και τους είχε επιβληθεί πρόστιμο και για τα ίδια γεγονότα την επόμενη μέρα είχαν διωχθεί για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αποφασίζοντας το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας, που είχε τεθεί από τους κατηγορούμενους, το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση ή αντικανονικότητα ή εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διώκονταν εάν προέκυπταν πιο σοβαρές επιπτώσεις από την συμπεριφορά τους στην βάση νέας μαρτυρίας. Σε σχέση με τα γεγονότα υποστήριξε ότι κατά την ανάκριση του Κατηγορούμενου 1 του είχαν τεθεί ερωτήσεις πλην όμως ο Κατηγορούμενος 1 δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το πώς είχε αποκομίσει το συγκεκριμένο ποσό και η διερεύνηση συνεχιζόταν και η μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στο να κατηγορηθεί, για τα υπό εκδίκαση αδικήματα, είχε προκύψει το
- Κατά το χρόνο καταχώρισης της Υπ. Αρ. 793/14 δεν υπήρχε μαρτυρία για διαφθορά και νομιμοποίηση παράνομων εσόδων. Οπόταν, σύμφωνα και με την R. v. Gore (ανωτέρω) το παράπονο του Κατηγορούμενου 1 είναι αβάσιμο αφού με την καταχώριση του παρόντος κατηγορητηρίου εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον με την απονομή δικαιοσύνης. Διαχώρισε το σκεπτικό των αποφάσεων Stevens v. Italy (ανωτέρω) και Sergey Zolotukhin v. Russia (ανωτέρω) αναφέροντας ότι ούτε τα γεγονότα αλλά ούτε τα επίδικα θέματα είναι τα ίδια στις δυο υποθέσεις που έχουν καταχωριστεί εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 6, για να καταλήξει ότι δεν απέδειξαν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η καταχώριση της υπό κρίση υπόθεσης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Αναφορικά με τη θέση του κ. Χαβιαρά, ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία σε σχέση με την Κατηγορούμενη 7, υποστήριξε ότι η κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου διαφαίνεται από την καταγραφή στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ότι αυτά έχουν διαπραχθεί στην Λευκωσία και στην Αθήνα και επειδή πρόκειται περί νομικού προσώπου και όχι φυσικού δεν μπορεί να παραλληλιστεί με την παράδοση φυσικού προσώπου δυνάμει Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Αυτό που κληθήκαμε να πράξουμε στην παρούσα είναι, έχοντας υπ΄ όψιν αφενός την απόφαση στην Υπ. Αρ. 793/14 Ε. Δ. Λευκωσίας και αφετέρου το ενώπιον μας κατηγορητήριο, να εξετάσουμε και δεχθούμε ότι το κεντρικό θέμα ή τα ουσιώδη γεγονότα και στις δύο διαδικασίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και στην περίπτωση που συμφωνήσουμε ότι όντως υφίσταται τέτοια σύνδεση να αναστείλουμε ή διακόψουμε την παρούσα ποινική διαδικασία, λόγω κατάχρησης. Επίσης κληθήκαμε να αποφασίσουμε την αντίφαση του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο ποσό φέρεται να έχει νομιμοποιηθεί από την καταβολή του φόρου, οπόταν δεν μπορεί να εγείρεται θέμα παρανομίας στην προέλευσή του γιατί αν θεωρηθεί ως παράνομα ληφθέν δεν θα μπορούσε να φορολογηθεί. Θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε στα γεγονότα, όπως αυτά είχαν παρουσιαστεί, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ως διαφαίνονται από το Τεκμήριο Β: Μετά την έναρξη της ποινικής διερεύνησης, τον Αύγουστο 2013 και την κλήση του Χριστόδουλου Χριστοδούλου, Κατηγορούμενου 1 να εμφανιστεί ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής, ο Κατηγορούμενος 1 και η εταιρεία A.C. Christodoulou Consultants Ltd, Κατηγορούμενη 6, με δική τους πρωτοβουλία είχαν ενημερώσει το Τμήμα Φόρου Εισοδήματος για την παράλειψή τους να καταχωρήσουν το ποσό του €1,000,000 στα εισοδήματα της Κατηγορούμενης 6 για το έτος
- Ακολούθως υπόβαλαν αναθεωρημένες φορολογικές δηλώσεις, εκφράζοντας την επιθυμία τους για καταβολή του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, πριν από την εμφάνιση του Κατηγορούμενου 1 ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής. Δήλωσαν, έτσι, ότι στις 27/07/2007 η εταιρεία Focus Maritime Corp., Κατηγορούμενη 8, είχε καταβάλει, από δικό της λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα, σε λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία A.C. Christodoulou Consultants Ltd, στην Ελληνική Τράπεζα, το χρηματικό ποσό του €1,000,
- Το συγκεκριμένο εισόδημα δεν είχε δηλωθεί ως εισόδημα της συγκεκριμένης εταιρείας στην δήλωση εισοδήματος που είχε υποβληθεί για το φορολογικό έτος 2007, η οποία είχε συμπληρωθεί και υποβληθεί από τον Κατηγορούμενο
- Δεν είχαν επίσης δηλωθεί οι εισπρακτέοι τόκοι από το συγκεκριμένο εισόδημα. Συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 είχαν αντιμετωπίσει τις κατηγορίες των ψευδών δηλώσεων, με καθορισμένο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων τα έτη 2008-2010, κατά παράβαση του άρθρου 49
(1)(α) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου 1978 (βλ. κατηγορίες 8-13 του Τεκμηρίου Α) για τις οποίες είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1 ποινή άμεσης φυλάκισης 5 μηνών και στην Κατηγορούμενη 6 συνολικό πρόστιμο ύψους €13,
- Στο κατηγορητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, κατηγορούνται για συναλλαγές οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά, για δεκασμό δημόσιου λειτουργού, για δωροληψία, για κατάχρηση εξουσίας και κατάχρηση εμπιστοσύνης, ο Κατηγορούμενος 1 και για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και οι δυο Κατηγορούμενοι (1 και 6), με καθορισμένο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων το έτος
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως είναι πολύ καλά γνωστό, το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ή είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει στη μεταγενέστερη υπόθεση (βλ. Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 και Τασούλας Κονέ ν. Χαράλαμπου Φλουρή κ.ά. Ποιν. Έφ. 209/2013, ημερ. 05/03/2015). Όπως υποδεικνύεται στην πιο πάνω νομολογία, για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα, τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το Νόμο (βλ. επίσης Criminal Procedure in Cyprus σελ. 92 και 93 και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 2015 παρα. 4-221). Στη δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του συγγράμματος Ποινική Δικονομία στην Κύπρο αναφέρεται πως η δυνατότητα προβολής των ειδικών απαντήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, έχει ως αντικείμενο την κωδικοποίηση του κοινοδικαίου στο θέμα αυτό (βλ. Σύγγραμμα Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση, σελ. 157). Ανάλογη αυστηρή προσέγγιση στην εφαρμογή του δόγματος autrefois ακολούθησαν και τα Αγγλικά Δικαστήρια. Στην υπόθεση Conelly v. Director of Public Prosecutor (ανωτέρω), ο Lord Devlin, υποδεικνύει ότι για να τύχει εφαρμογής ο Κανόνας απαιτείται να είναι το ίδιο αδίκημα, τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Ειδικότερα στις σελίδες 1339-1340, έθεσε το θέμα ως ακολούθως: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been put in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word offence embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Για την εφαρμογή το δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη αδίκημα περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα όσον αφορά τα γεγονότα και το νόμο». Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στις υποθέσεις Beedie (ανωτέρω) και Dwyer v. R.
(2012)EWCA
- Το ίδιο θέμα απασχόλησε το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia, Appl. No 14939/03, ημερ. 10/02/09, σχετική παραπομπή έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 6, η οποία αφορούσε την εφαρμογή του Άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 12.2 του Συντάγματος. Στη συγκεκριμένη απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. υιοθετεί πλέον μια σύγχρονη και ενιαία ερμηνευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα σε σχέση με το πότε το αδίκημα για το οποίο κάποιος διώκεται θεωρείται ότι είναι το ίδιο με αυτό για το οποίο ήδη καταδικάσθηκε ή αθωώθηκα, το Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη των ακόλουθων διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων στη νομολογία του (βλ. παρ. 71-77 της απόφασης): Η πρώτη προσέγγιση εστιάζει στην ίδια συμπεριφορά (same conduct) εκ μέρους του Κατηγορούμενου ανεξάρτητα από τη νομική της κατηγοριοποίηση, με άλλα λόγια το νομικό της χαρακτηρισμό. Έτσι κρίθηκε ότι υπήρχε παραβίαση του Άρθρου 4 όταν δύο αποφάσεις είχαν βασιστεί στην ίδια συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι παρόλο που η εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είναι η ίδια, εάν αποτελεί ξεχωριστά αδικήματα, αυτά μπορεί να εκδικαστούν σε ξεχωριστές διαδικασίες. Έτσι κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε παραβίαση του Άρθρου 4 το γεγονός ότι εκδικάστηκαν από διαφορετικά Δικαστήρια ξεχωριστά αδικήματα αν και ήταν όλα μέρος της ίδιας εγκληματικής πράξης. Η τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των δύο αδικημάτων. Έτσι κρίθηκε ότι παρά το ότι μπορεί να γίνει δίωξη για ξεχωριστά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από την ίδια εγκληματική πράξη πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσο τα αδικήματα αυτά είχαν τα ίδια ουσιώδη στοιχεία, οπόταν και υπάρχει παραβίαση του Άρθρου
- Η ύπαρξη των διαφορετικών αυτών προσεγγίσεων κρίθηκε στην ίδια απόφαση ότι διακινδυνεύει τη νομική βεβαιότητα, πράγμα ασύμβατο με ένα θεμελιώδες δικαίωμα όπως αυτό του Άρθρου 4
(1)(βλ. παρ. 78) γι' αυτό και το Ε.Δ.Α.Δ. προχώρησε στην υιοθέτηση μιας εναρμοσμένης προσέγγισης για το θέμα (βλ. παρ. 71-83). Συγκεκριμένα αφού επανέλαβε ότι η Σύμβαση αποτελεί μια ζωντανή πράξη η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των συνθηκών της σημερινής εποχής και να εφαρμόζεται με τρόπο που να καθιστά τα δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και απατηλά κατέληξε ότι η προσέγγιση, η οποία δίδει έμφαση στο νομικό χαρακτηρισμό των αδικημάτων, είναι πολύ περιοριστική των δικαιωμάτων του ατόμου και διακινδυνεύει να υποβιβάσει την εγγύηση που παρέχει το Άρθρο 4 παρά να την καταστήσει πρακτική και αποτελεσματική ως απαιτείται από τη Σύμβαση. Έτσι κατέληξε ότι το Άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαγορεύει τη δίωξη ή τη δίκη για ένα δεύτερο «αδίκημα» στο μέτρο που προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια (βλ. παρ. 80-82). Για να κριθεί το κατά πόσο τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια, συνεχίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η προηγούμενη απόφαση και η λίστα με τις κατηγορίες στην νέα υπόθεση, τα οποία περιέχουν συνήθως γεγονότα τόσο για το προηγούμενο όσο και για το παρόν αδίκημα, είναι ένα κατάλληλο σημείο έναρξης. Η εξέταση αυτή πρέπει να εστιάσει στα γεγονότα εκείνα τα οποία συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που εμπλέκουν τον ίδιο Κατηγορούμενο και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα χρονικά και τοπικά, η ύπαρξη των οποίων πρέπει να καταδεικνύεται με σκοπό την εξασφάλιση μίας καταδίκης ή έγερσης ποινικής δίωξης (βλ. παρ. 83-84). Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε αργότερα στις υποθέσεις Ruotsalainen v. Finland, Appl. No 13079/03, ημερ. 16/06/09 και Maresti v. Croatia, Appl. No 55759/07, ημερ. 25/06/09. Είναι φανερό πως στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής το δόγμα autrefois convict, εφόσον τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν στο παρόν κατηγορητήριο δεν είναι τα ίδια, ούτε καν προσομοιάζουν με τα αδικήματα της προηγηθείσας υπόθεσης στην οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 καταδικάστηκαν σε φυλάκιση και χρηματική ποινή, ως έχει προαναφερθεί. Αρκεί να υποδείξουμε ότι τα αδικήματα στα οποία καταδικάστηκαν στην προηγηθείσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι 1 και 6, αφορούσαν ψευδείς δηλώσεις κατά παράβαση του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, ενώ στην παρούσα είναι αντιμέτωποι με αδικήματα που σχετίζονται, ανάμεσα σε άλλα, με διαφθορά, δωροληψία, κατάχρηση εξουσίας και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 6, 7 και 8 υποστηρίζουν ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεσης συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών. Η εξουσία των Δικαστηρίων για περιστολή των καταχρηστικών διαδικασιών είναι καλά εδραιωμένη στο δικαϊκό μας σύστημα. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα (ανωτέρω) και σε σωρεία άλλων αποφάσεων που ακολούθησαν, έχει επεξηγηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, για τούτο και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί ανάλογα με τη μορφή της κατάχρησης (βλ. Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015 κ.ά.). Στην υπόθεση Εμπεδοκλή (πιο πάνω), υποδείχθηκε πως «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Σπύρου ν. Ξενή (πιο πάνω) αφού υιοθετείται η πιο πάνω αναφορά της υπόθεσης Εμπεδοκλή, γίνεται επίκληση σχετικής αναφοράς της υπόθεσης Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 AC 34 P.C. σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα. Αναφέρεται σχετικά: «Στη Hui Chi-Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding".» Ανάλογη προσέγγιση ακολουθείται και από τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπως προκύπτει από τα συγγράμματα και τη νομολογία στην οποία μας έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι. Από την αναφερθείσα νομολογία συνάγεται πως η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας, όταν τα γεγονότα της μεταγενέστερης υπόθεσης είναι τα ίδια ή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα γεγονότα της προηγηθείσας υπόθεσης, συνιστά προέκταση του δόγματος autrefois convict (βλ. Archbold Criminal Pleadings Evidence & Practice 2017 παρα. 4-183, Blackstone's Criminal Practice 2017, παρα. D.1220-1235, Conelly v. D.P.P. (ανωτέρω), R. v. Beedie (ανωτέρω), Hui Chi-Ming v. The Queen - ανωτέρω - R. v. Gore (ανωτέρω). Από τη θεώρηση, πάντως, της πιο πάνω νομολογίας (Κυπριακής και Αγγλικής) προκύπτει πως η εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Έλληνας ν. Δημοκρατίας και Hui Chi-Ming v. R. (ανωτέρω), Lawrance v. Lord Norreys and Others [1890] 15 App. Cas. 210, Walpole v. Partridge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385 κ.α.). Στην υπόθεση Connelly (ανωτέρω) ο Lord Morris διατύπωσε τις αρχές που κατά την άποψη του αφορούν την ειδική απολογία του autrefois acquit. Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές συμπεριλαμβάνονται και αυτές βάσει των οποίων δύναται να γίνει επίκληση του δόγματος autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταδικασθεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου ή αν η νέα κατηγορία είναι στην πραγματικότητα η ίδια με την παλαιότερη ή είναι κατ΄ ουσίαν η ίδια με αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ή διαφορετικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί. Συγκεκριμένα στη σελίδα 1305 αναφέρει, μεταξύ άλλων: "....In my view, both principle and authority establish:
(1)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he has previously been acquitted or convicted;
(2)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he could on some previous indictment have been convicted;
(3)that the same rule applies if the crime in respect of which he is being charged is in effect the same, or is substantially the same, as either the principal or a different crime in respect of which he has been acquitted or could have been convicted or has been convicted;
(4)that one test as to whether the rule applies is whether the evidence which is necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty;... " Ο ίδιος Δικαστής στη σελ. 1311 της απόφασης ανέφερε : "My Lords, the authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of an earlier indictment." Ωστόσο στην Connelly (ανωτέρω) οι άλλοι Λόρδοι θεώρησαν ότι οι αρχές
(3)και
(4), όπως διατυπώθηκαν από τον Lord Morris, δεν ενέπιπταν στην αρχή του autrefois ώστε να συνιστούν απόλυτο κώλυμα για να συνεχιστεί η δεύτερη διαδικασία, αλλά ότι σχετίζονται με μια ευρύτερη, διακριτή και ξεχωριστή, διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποτρέπει την κατάχρηση της διαδικασίας του. Το ζήτημα εξετάζεται και στην μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2015 όπου, αφού διαπιστώνεται η διαφορά προσέγγισης στα λεχθέντα στην Connelly (ανωτέρω) σε σχέση με την εμβέλεια του δόγματος του autrefois, διατυπώνεται η θέση, με αναφορά στην υπόθεση R. v. Beedie (ανωτέρω), ότι η 3η και 4η αρχή που διατύπωσε ο Lord Morris αφορούν ή καλύτερα, εμπίπτουν στην αρχή της κατάχρησης και όχι στην αρχή του δεδικασμένου (autrefois). Παραθέτουμε τη σχετική περικοπή από το σύγγραμμα του Archbold 2015, παρά 4-183: "The third principle identified by Lord Morris suggested that the doctrine of autrefois extends to situations where the crime charged is in effect the same or substantially the same as one in respect of which the person charged has previously been acquitted or convicted, or in respect of which he could on some previous indictment have been convicted. The fourth principle set out the test of whether the evidence necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty. However, others of their Lordships took the view that the situations encompassed by these two principles fell not within the doctrine of autrefois, which gives the accused an absolute right to relief, but relate to the wider, distinct and separate, discretionary power of the court to prevent abuse of its process (see Lord Devlin at pp. 1340 and 1358 and Lord Pearce at p. 1364). In R. v. Beedie [1997] 2 Cr.App.R. 167, the Court of Appeal confirmed that the third and fourth principles identified by Lord Morris relate to the doctrine of abuse of process and not to the doctrine of autrefois (see further ante, § 4-88)." Στο ίδιο σύγγραμμα κάτω από τον τίτλο "Situations akin to autrefois" επεξηγείται πάλι η Connelly (ανωτέρω) ως απόφαση η οποία έχει υιοθετήσει την αρχή που διατυπώθηκε από τον Λόρδο Cockburn CJ στην παλιά Αγγλική απόφαση R v. Elrington
(1861)1B. & S. 688, με βάση την οποία κανένας δεν πρέπει να τιμωρείται δύο φορές για αδίκημα το οποίο προκύπτει από το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο πλαίσιο γεγονότων και ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την καθιερωμένη αρχή ότι δεν θα πρέπει να υφίσταται ανακολουθία στις δίκες για αδικήματα σε μια κλίμακα αυξανόμενης βαρύτητας. Τονίζεται δε ότι ο κανόνας αυτός δεν αποτελεί μέρος του δόγματος του autrefois και ότι θα πρέπει, στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, να οδηγεί στην άσκηση της ευρύτερης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασίες οι οποίες συνιστούν κατάχρηση. Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ βάσει της γενικής αρχής θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο πλαίσιο γεγονότων, δεν συνιστά κατ' ανάγκη κατάχρηση της διαδικασίας το γεγονός ότι ένα άτομο διώκεται για αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στην προηγούμενη διαδικασία. Είναι σημαντικό να εξετασθεί η φύση της δεύτερης διαδικασίας. Παραθέτουμε αυτούσια δύο σχετικά αποσπάσματα από την υπόθεση Connelly (ανωτέρω) όπου αρχικά, στη σελίδα 1347 ο Lord Devlin αναφέρει: "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictments Act, 1915, Schedule I, rule 3, which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first. " Και στη σελίδα 1360: "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular case, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Αναφορά στις πιο πάνω υποθέσεις έγινε στην υπόθεση Regina v. Gore (ανωτέρω). Στην υπόθεση εκείνη είχε επιβληθεί στους κατηγορούμενους εξώδικο πρόστιμο (fixed penalty notice) για δημόσια ανησυχία. Την επόμενη μέρα, κατόπιν εξέτασης από την αστυνομία του οπτικομαρτυρικού υλικού, αποφασίστηκε ότι η έκδοση εξώδικου προστίμου δεν ήταν υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενο μέτρο. Κατόπιν τούτου οι κατηγορούμενοι διώχθηκαν για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης τέθηκε από την Υπεράσπιση αίτημα για αναστολή του κατηγορητηρίου στη βάση των αρχών της κατάχρησης της διαδικασίας για το λόγο ότι η δίωξη αφορούσε την ίδια ακριβώς συμπεριφορά για την οποία είχε εκδοθεί το εξώδικο πρόστιμο και ότι με την πληρωμή αυτού η πιθανότητα καταδίκης τους για αδίκημα βίας δεν θα προέκυπτε. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε και αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε αθέμιτη κλιμάκωση κατηγοριών («improper escalation of charge») από πλευράς βαρύτητας, ούτε εύλογη πεποίθηση ή προσδοκία ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα διώκονταν αν πιο σοβαρές συνέπειες προέκυπταν από τη συμπεριφορά τους στη βάση μαρτυρίας που ήλθε στο φως μετά την έκδοση του εξώδικου προστίμου. Το Αγγλικό Εφετείο χαρακτηριστικά επισήμανε ότι στην πραγματικότητα κατά το επίδικο βράδυ οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να ευγνωμονούσαν την τύχη τους για το ότι ενώ είχαν εμπλακεί σε πράξεις σοβαρής βίας βασικά «την είχαν γλυτώσει» και τόνισε με εμφαντικό τρόπο ότι δεν αποτελεί κατάχρηση εάν αντιμετώπιζαν στη συνέχεια τη δικαιοσύνη. Η σχετική περικοπή στη σελ. 2459 έχει ως ακολούθως: "There was here no improper escalation of charge, nor any departure from any reasonable expectation that either appellant would not be prosecuted, if any more serious consequences of their conduct, and evidence justifying prosecution for an offence of violence came to light after the issue of the notice. The reality is that on the night in question the defendants must have been thanking their lucky stars that they got away with the serious violence they had perpetrated. It was not an abuse of process for justice to catch up with them." Στην ουσία η πιο πάνω υπόθεση αποδεικνύει το αυτονόητο, ότι δηλαδή κάθε περίπτωση εξετάζεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών. Και ότι αποτελεί θέμα πραγματικό το κατά πόσο μια μεταγενέστερη ποινική διαδικασία είναι άδικη και καταπιεστική για τον κατηγορούμενο βλ. επίσης Dwyer v. Regina (ανωτέρω). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, όπως συνάγονται μέσα από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, είναι συνοπτικά τα ακόλουθα: i. Στις 27/07/2007, η Εταιρεία Focus Maritime Corp. (Κατηγορούμενη 8) κατέβαλε στην Κατηγορούμενη 6 το ποσό τους ενός εκ. ευρώ (€1.000.000). ii. Στις φορολογικές δηλώσεις της Κατηγορούμενης 6, τις οποίες υπέβαλε ο Κατηγορούμενος 1, για τα έτη 2007, 2008 και 2009 απέκρυψε το πιο πάνω εισόδημα. Οι φορολογικές δηλώσεις υποβλήθηκαν τα έτη 2008, 2009 και 2010, αντίστοιχα (βλ. κατηγορίες 8, 9 και 10 του Τεκμηρίου Α και Τεκμήριο Β). iii. Τον Αύγουστο 2013 και ενώ είχε αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία σε σχέση με την καταβολή του πιο πάνω ποσού από την Focus, οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 υπέβαλαν νέες ανανεωμένες φορολογικές δηλώσεις για τα έτη 2007, 2008 και 2009, στις οποίες περιέλαβαν ως εισόδημα της Κατηγορούμενης 6 εταιρείας για το έτος 2007 το ποσό του €1 εκ. Δήλωσαν, επίσης τα ανάλογα εισοδήματα από εισπρακτέους τόκους για τα έτη 2008 και 2009, συνυπολογίζοντας το ποσό του €1 εκ. που είχαν αποκρύψει στις αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις που είχαν υποβάλει τα έτη 2009 και 2010, αντίστοιχα. Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 φρόντισαν και κατέβαλαν στο κράτος τους οφειλόμενους φόρους, όπως προέκυψαν από τις αναθεωρημένες φορολογικές δηλώσεις (βλ. σελ. 5 του Τεκμηρίου Β). iv. Στις 21/03/2014 κατεχωρήθη από το Γενικό Εισαγγελέα εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 4, 5 και 6 το κατηγορητήριο Τεκμήριο Α. Σε κάποιο στάδιο οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 παραδέχθηκαν τις κατηγορίες 8-11 και ακολούθως ο Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε την υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 4 και 5 καθώς και τις κατηγορίες 1-7 που αντιμετώπιζαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 6. Στις 27/10/2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αφού άκουσε τα γεγονότα επέβαλε στον Κατηγορούμενο 1 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 και 2 μηνών ενώ στην Κατηγορούμενη 6 χρηματικές ποινές για το συνολικό ποσό των €13.500. v. Στις 30/08/2013 είχε ληφθεί ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο Γ) στα πλαίσια διερεύνησης της πιο πάνω υπόθεσης. Στον Κατηγορούμενο 1 υποβλήθηκαν 170 ερωτήσεις στις οποίες, για τους λόγους που εξήγησε στην πρώτη ερώτηση (σελ. 3 του Τεκμηρίου Γ), άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Υποδεικνύεται ότι, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο Γ, η Αστυνομία διερευνούσε, κατ' εκείνο το στάδιο αδικήματα:
(1)συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος και
(2)αδικήματα κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, τα οποία είχαν διαπραχθεί τα έτη 2007-
- vi. Όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Γ, η Αστυνομία δεν αποδεχόταν τη θέση των Κατηγορούμενων 1 και 6 ότι το ποσό του €1 εκ. που είχε εμβασθεί τον Ιούλιο του έτους 2007 από την Focus σε τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 6, αποτελούσε νόμιμο εισόδημα. Τούτο συνάγεται εύλογα από το σύνολο των ερωτήσεων και ιδιαίτερα από την ερώτηση 137 η οποία έχει ως ακολούθως: «Ερώτηση: Σου υποβάλλω ότι ο λόγος για τον οποίο παρέλειψες να δηλώσεις το ποσό του €1.000.000 ευρώ στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ήταν διότι δεν αφορούσε οποιαδήποτε παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στην εταιρεία FOCUS αλλά ποσό το οποίο αποκτήθηκε από παράνομες δραστηριότητες οι οποίες έγιναν από εσένα ή την κόρη σου ή και τους δύο σας και χρησιμοποιήσατε τον λογαριασμό της εταιρείας A. C. Christodoulou Consultants Ltd, ως μέσο (όχημα) για να νομιμοποιήσετε το προϊόν του παράνομου εγκλήματος. Τι έχεις να πεις; Απάντηση: Δεν έχω να πω τίποτε» vii. Συνάγεται περαιτέρω - από το περιεχόμενο των ερωτήσεων και των εγγράφων που υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο 1, τα οποία είναι επισυνημμένα στο Τεκμήριο Γ - ότι η θέση της Αστυνομίας ήταν πως ο Κατηγορούμενος 1, που είχε διατελέσει Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, είχε «ιδιαίτερη» σχέση με τον Βγενόπουλο και «βοήθησε» στη διεκπεραίωση «επιλήψιμων συναλλαγών» της Λαϊκής Τράπεζας με την Τράπεζα HSBC (βλ. ερωτήσεις 142-148 του Τεκμηρίου Γ). Συνάγεται επίσης πως από τη μαρτυρία που είχε στα χέρια της η Αστυνομία ή/και από την πληροφόρηση που είχε στη διάθεση της, δεν άσκησε ορθά τα καθήκοντα του ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας ή/και δεν προέβη στην ορθή και ενδεδειγμένη έρευνα, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι επιδιώξεις του Βγενόπουλου δια λογαριασμό της Marfin Financial Group σε σχέση με αύξηση του Κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας (βλ. ερωτήσεις 147-168 του Τεκμηρίου Γ). Στην τελευταία μάλιστα ερώτηση του τίθεται ευθέως η θέση της αστυνομίας, ως ακολούθως: «168 Ερώτηση: Σου υποβάλλω ότι, για προσωπικούς λόγους, είχες προαποφασίσει ότι θα ενέκρινες την αίτηση της Λαϊκής Τράπεζας άσχετα με το αποτέλεσμα της έρευνας, το οποίο όπως φαίνεται χωρίς να έχεις ενώπιον σου ανέφερες ότι ενδείκνυται η έγκριση της αίτησης». Οι προσωπικοί λόγοι δεν εξειδικεύονται αλλά εύλογα συνάγεται από το Τεκμήριο Γ πως δεν ήταν άσχετοι με την καταβολή από τη FOCUS προς την Κατηγορούμενη 6 του υπό αναφοράν €1 εκ. viii. Είναι παραδεκτό ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 με το παρόν κατηγορητήριο σχετίζονται με την καταβολή από τη FOCUS προς την Κατηγορούμενη 6 του €1 εκ. Είναι επίσης παραδεκτό ότι πρόκειται για το ίδιο ποσό για το οποίο κατηγορήθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 στην ποινική υπόθεση Τεκμήριο Α και τους επιβλήθηκαν οι ποινές που αναφέρθηκαν με το Τεκμήριο Β. ix. Σημειώνεται τέλος ότι: - το κατηγορητήριο στην υπόθεση 793/2014 (Τεκμήριο Α) καταχωρίστηκε στις 21/03/2014 και η απόφαση για την ποινή απαγγέλθηκε στις 27/10/2014 (Τεκμήριο Β) - το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης κατεχωρήθη στις 04/04/
- Υποδεικνύεται βέβαια πως η υπόθεση είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο στις 30/09/
- Για λόγους που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα διαδικασία, η διαδικασία της παραπομπής των Κατηγορουμένων στο Κακουργιοδικείο καθυστέρησε. Η απόφαση για την παραπομπή εκδόθηκε μόλις στις 22/03/2017 και οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 04/04/2017, ημέρα που καταχωρίστηκε το παρόν κατηγορητήριο. Είναι με αυτά τα δεδομένα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο συνιστά κατάχρηση η προώθηση της παρούσας υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή. Έχοντας αναλύσει τα πιο πάνω στοιχεία απομένει να εξεταστεί κατά πόσον αυτή είναι κατάλληλη περίπτωση για να διαταχθεί αναστολή. Με βάση τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου είναι προφανές πως τα γεγονότα της υπόθεσης δεν περιορίζονται στα γεγονότα που περιλαμβάνονται στο Κατηγορητήριο της υπόθεσης 793/2014 (Τεκμήριο Α). Η Κατηγορούσα Αρχή έχοντας εξετάσει το συγκεντρωθέν μαρτυρικό υλικό, το οποίο συμπληρώθηκε το έτος 2015, όπως αναφέρθηκε από την κα Παπαγαπίου, κατέληξε ότι δικαιολογείτο η δίωξη για τα αδικήματα που καταγράφονται στο κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο. Υποδεικνύεται ότι από πλευράς γεγονότων καλύπτουν ευρύτερο φάσμα αδικοπραξιών, με την εμπλοκή και συνέργεια και άλλων (φυσικών και νομικών προσώπων) στην όλη υπόθεση. Η οποία πλέον δεν μπορεί να συσχετιστεί με την προγενέστερη υπόθεση που αφορούσε τη διάπραξη αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 6, κατά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι η μεταφορά του ποσού του €1 εκ. από τη FOCUS σε λογαριασμό της Κατηγορούμενης 6, τον Ιούλιο του έτους 2007, αποτελεί την κοινή συνισταμένη των δύο υποθέσεων. Πρόκειται όμως για δυο εντελώς διαφορετικές υποθέσεις, τόσο από απόψεως σοβαρότητας αδικημάτων, όσο και των γενικότερων περιστάσεων που τις περιβάλλουν. Δεν θα μπορούσε να λεχθεί πως όταν η Κατηγορούσα Αρχή προωθούσε την υπόθεση με τα φορολογικά αδικήματα εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 6, είχε στη διάθεσή της το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Είναι φανερό από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί νωρίτερα, ότι η υπόθεση 793/2014, προωθήθηκε στη βάση των αναθεωρημένων φορολογικών δηλώσεων που υπέβαλαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 6 το έτος
- Μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης εκείνης, προέκυψε, ως έχει αναφερθεί, πρόσθετη μαρτυρία με βάση την οποία, ο Γενικός Εισαγγελέας έκρινε ότι στοιχειοθετούνται τα σοβαρά αδικήματα διαφθοράς με την εμπλοκή και των υπόλοιπων Κατηγορουμένων και έτσι αποφάσισε να καταχωρήσει το παρόν κατηγορητήριο. Δεν βλέπουμε να υπάρχει τίποτε το μεμπτό σε σχέση με την προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Δεν θα μπορούσε δε να υποστηριχθεί βάσιμα από τους Κατηγορούμενους 1 και 6, ότι είχαν την προσδοκία πως δεν θα αντιμετώπιζαν τα σοβαρότερα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου, στην περίπτωση που προέκυπτε μαρτυρία για την προώθηση τέτοιων κατηγοριών εναντίον τους (βλ. Regina v. Gore - πιο πάνω). Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θεωρούμε ότι η συνέχιση της υπόθεσης ενδέχεται να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Κατηγορουμένων 1, 2, 3, 6, 7 και 8, οι οποίοι μπορούν να προβάλουν τις υπερασπίσεις τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγουμε ότι η εισήγηση των Κατηγορουμένων για κατάχρηση της διαδικασίας δεν είναι βάσιμη. Διαζευκτικά ο κ. Αγγελίδης είχε εισηγηθεί ότι εφαρμόζεται η αρχή «issue estoppel». Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του αυτή αφού το συγκεκριμένο δόγμα αφορά το δίκαιο των συμβάσεων και μόνο. Στο σύγγραμμα Spencer Bower and Handley Res Judicata, παρά. 8.38, σελ. 123 διαβάζονται τα ακόλουθα: «Issue estopples are not recognized in criminal cases DPP v. Humphrys [1997] AC para.14.04, Maxwell v. IRC NZLR 687.» Όσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης 7 ότι το Κακουργιοδικείο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση γιατί η Κατηγορούμενη 7 συνιστά νομική οντότητα εγγεγραμμένη στην Ελλάδα, αυτή δεν υποστηρίζεται νομικά αφού είναι υπόλογη για πράξεις της που διενεργήθηκαν εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με την κατηγορία 1, οι κατ' ισχυρισμό αξιόποινες πράξεις διενεργήθηκαν στη Λευκωσία. Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει το οποιοδήποτε αδίκημα έχει διαπραχθεί εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας από οποιαδήποτε οντότητα, είτε είναι φυσικό είτε νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στην αλλοδαπή. Ο κ. Χαβιαράς επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 7 φέρεται να ενεργούσε μέσω του κ. Μάγειρα για τον οποίο είχε εκδοθεί Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, πλην όμως οι Ελληνικές Αρχές είχαν αρνηθεί να το εκτελέσουν γιατί κατά το ελληνικό δίκαιο τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί εν μέρει στην Ελλάδα. Κατέληξε ότι αν η Κατηγορούμενη 7 ήταν φυσικό πρόσωπο οι Ελληνικές αρχές θα εφάρμοζαν την ίδια αρχή και δεν θα την παρέδιδαν. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι θεωρητικός και ανυπόστατος. Δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί μια εταιρεία με ένα φυσικό πρόσωπο αφού συνιστά ξεχωριστή νομική οντότητα ακόμα και από τους μετόχους της. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να εγερθεί ζήτημα παραβίασης του Κανόνα της Ειδικότητας σε σχέση με νομικό πρόσωπο, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στην Απόφαση-Πλαίσιο σε σχέση με την παράδοση Εκζητουμένων (φυσικών) προσώπων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται και οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 6, 7 και 8 καλούνται να απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο