← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ κ.α., Αρ. Υπ.: 18820/16, 22/9/2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ κ.α., Αρ. Υπ.: 18820/16, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:31 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 18820/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.

  1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
  3. ΑΔΩΝΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ
  4. ΜΑΡΙΟΣ ΜΕΛΗ Κατηγορούμενοι 22 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Λ. Χ"Αθανασίου (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Όλγα Σοφοκλέους) Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Πικής (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Ο. Νικήτα) και Σ. Αγγελίδης (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Κάρνος) Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Καλλένος Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Α. Αγρότη Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο Μετά την παραδοχή του Κατηγορουμένου 4 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι τις κατηγορίες 11, 12 και 13, του Κατηγορουμένου 1 στις κατηγορίες 6 και 7, του Κατηγορουμένου 2 στις κατηγορίες 8 και 9 και του Κατηγορουμένου 3 στην κατηγορία 10, προς εκδίκαση παρέμειναν οι κατηγορίες 1, 2 και 3 και στο εδώλιο οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και
  5. Ο Κατηγορούμενος 4 αναμένει την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ακρόασης για να του επιβληθεί ποινή σε σχέση με τις κατηγορίες που έχει παραδεχθεί. Στην 1η κατηγορία οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κατηγορούνται ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Μαΐου 2016 και 2 Ιουνίου 2016, μεταξύ τους και με άλλο πρόσωπο, συνωμότησαν, να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να κατέχουν κάνναβη συνολικού βάρους 8.007 κιλών. Στην 2η κατηγορία οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κατηγορούνται ότι στις 2.6.2016, στη Λευκωσία, κατείχαν κάνναβη συνολικού βάρους 8.007 κιλών ενώ στην 3η κατηγορία, κατηγορούνται ότι κατείχαν την εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών, με σκοπό να την προμηθεύσουν σε άλλο πρόσωπο. Όλες οι κατηγορίες εδράζονται σε σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
  6. Η προσαχθείσα μαρτυρία Προς απόδειξη των προαναφερθεισών κατηγοριών, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων - σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια και παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο 71) - κρίθηκε επαρκής για κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία. Μετά την εξέλιξη αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής ενώ ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Περαιτέρω, προς υπεράσπιση του, ο Κατηγορούμενος 1, κάλεσε δύο μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων υιοθετήθηκε και από τους άλλους δύο Κατηγορούμενους. Οι κληθέντες μάρτυρες από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ήταν όλοι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ και αναφέρθηκαν - αναλόγως της αντίληψης, συμμετοχής και ανάμειξης του καθενός - στην αστυνομική επιχείρηση που έλαβε χώρα στις 2.6.2016 και οδήγησε, μεταξύ άλλων, στην ανεύρεση των 8.007 κιλών κάνναβης και τελικώς στη σύλληψη των Κατηγορουμένων. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.1 - Χρυσόστομος Χρυσοστόμου (Αστ. 2710), αφού υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) κατέθεσε, χωρίς ένσταση, πολλά από τα τεκμήρια της υπόθεσης (Τεκμήρια 1-60). Μεταξύ των τεκμηρίων αυτών ήταν η σακούλα, οι συσκευασίες και τα επίδικα ναρκωτικά (Τεκμήρια 1-9(α)). Στο Έγγραφο Α αναφέρεται σε λεπτομέρειες της αστυνομικής επιχείρησης αφού έλαβε και ο ίδιος μέρος σ' αυτή. Μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 2.6.2016 και ώρα 19:30, επιβαίνοντας σε υπηρεσιακό όχημα μαζί με τους Αστ.3006 και Αστ.1704 (Μ.Κ.5), με τελικό σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας στην πατρική οικία του Κατηγορουμένου 1, η οποία βρίσκεται στην οδό Ολύμπου 7 στον Άγιο Δομέτιο, μετέβησαν σε παραπλήσια περιοχή και ανέμεναν. Περί ώρα 20:20 πληροφορήθηκε ότι είχε καταφθάσει στην οικία το όχημα με αρ.εγγ. KWL 736 μάρκας BMW X5 και έλαβαν οδηγίες για ανακοπή του. Έτσι μετέβησαν αμέσως στο σημείο. Όταν αφίχθησαν είδε τους Κατηγορουμένους 1 και 3 να βρίσκονται ήδη στην αυλή της οικίας και τον Κατηγορούμενο 2 στο πεζοδρόμιο έξω από την οικία, με σκοπό να εισέλθει και αυτός στην αυλή. Ο ίδιος, μαζί με τον Αστ. 1704, πλησίασαν τον Κατηγορούμενο 2 και αφού τον ρώτησαν πρώτα το όνομα του, τον ρώτησαν αν έχει οτιδήποτε το παράνομο στην κατοχή του και αυτός απάντησε αρνητικά. Άλλοι 3 αστυνομικοί, οι Α/Αστ. 696 (Μ.Κ.2) Αστ. 3308 (Μ.Κ.3) και Αστ. 2103, πλησίασαν τους Κατηγορουμένους 1 και
  7. Στην αυλή της οικίας, αριστερά της εισόδου, υπήρχε στο έδαφος μια πλαστική πράσινη σακούλα (Τεκμήριο 1), εντός της οποίας υπήρχαν 8 συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη (Τεκμήρια 2(α)-9(α)). Ο Α/Αστ. 696 (Μ.Κ.2) υπέδειξε το Τεκμήριο 1 στους Κατηγορουμένους 1-3, τους επέστησε την προσοχή τους στον Νόμο και αυτοί απάντησαν "εν ηξέρουμε τωρά ήρταμε δαμέ". Οι συσκευασίες των ναρκωτικών στην παρουσία των Κατηγορουμένων, φωτογραφήθηκαν, σφραγίστηκαν και οι σφραγισθείσες συσκευασίες, υπεγράφησαν από τους Κατηγορούμενους. Στο σημείο αυτό ανοίγουμε μια παρένθεση για να επισημάνουμε, ότι, έγινε παραδεκτό από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων, ότι, η σακούλα, οι συσκευασίες και τα ναρκωτικά στα οποία αναφέρθηκε τόσο αυτός ο μάρτυρας όσο και οι επόμενοι, είναι αυτά που τελικώς κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Είναι για αυτόν τον λόγο που στις αναφορές μας, υπάρχει απευθείας ταύτιση των ανευρεθέντων και παραληφθέντων με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Ομοίως δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση της ταυτότητας των Κατηγορουμένων. Για τον ίδιο επομένως λόγο, στις αναφορές μας, ταυτίζουμε απευθείας τα αναφερθέντα από τους μάρτυρες πρόσωπα, με τους Κατηγορουμένους. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1, κ. Αγγελίδη, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είδε το BMW να καταφθάνει στην οικία η ώρα 20:20, αλλά το πληροφορήθηκε. Άρα, δεν είδε και ποιοι επέβαιναν σ' αυτό, πού καθόταν ο καθένας και με ποια σειρά κατέβηκαν. Το πληροφορήθηκε από τον Αστ. 1974 (Μ.Κ.6) της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, ο οποίος εκτελούσε χρέη παρατηρητή. Σε ποιο σημείο ακριβώς βρισκόταν ο παρατηρητής δεν γνωρίζει. Όταν κατέφθασε στην οικία το όχημα στο οποίο επέβαινε ο ίδιος, ήταν ήδη εκεί οι Α/Αστ. 696 (Μ.Κ.2), Αστ. 3308 (Μ.Κ.3) και Αστ. 2103, οι οποίοι κατέφθασαν με άλλο όχημα, κάποια δευτερόλεπτα προηγουμένως. Παρών ήταν και ο παρατηρητής. Σε σχέση με τη σακούλα (Τεκμήριο 1) διευκρίνισε ότι, η ώρα 21:17, που αναφέρεται στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο 50) ως "ώρα ανεύρεσης", δεν είναι η ώρα εντοπισμού της σακούλας αλλά η ώρα παραλαβής και σφράγισης. Ο εντοπισμός της σακούλας έγινε νωρίτερα. Πρώτα εντοπίστηκε η σακούλα και μετά έγιναν οι όποιες άλλες ενέργειες. Από λάθος γράφτηκε στο Τεκμήριο 50 η ώρα της σφράγισης αντί η ώρα εντοπισμού. Τέλος ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε, ότι, η ώρα 20:20, ήταν νύχτα. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2, επέμενε στον ισχυρισμό, ότι, είδε τον εν λόγω Κατηγορούμενο να κάνει κίνηση προς την οικία, παρά την υπενθύμιση του συνηγόρου, ότι, ήδη τη στιγμή εκείνη βρισκόντουσαν στο μέρος άλλοι αστυνομικοί, οι οποίοι μάλιστα είχαν προσεγγίσει τους Κατηγορουμένους 1 και
  8. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι τη στιγμή που είδε τον Κατηγορούμενο 2, ήταν ακριβώς έξω από το κάγκελο της κύριας εισόδου της οικίας. Στις ίδιες περίπου γραμμές κινήθηκε και η μαρτυρία του Μ.Κ.2 - Ανδρέα Κοντεμενιώτη (Α/Αστ. 696), ο οποίος επίσης υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Δηλαδή, επιβεβαίωσε τη μετάβαση του στην πατρική οικία του Κατηγορούμενου 1 για σκοπούς εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, συνοδευόμενος από τους Αστ. 3308 (Μ.Κ.3) και Αστ.
  9. Στο άλλο υπηρεσιακό όχημα που κατέφθασε ήταν οι Αστ. 2710 (Μ.Κ.1), Αστ. 3006 και Αστ. 1704 (Μ.Κ.5), ενώ παρών στη σκηνή ήταν και ο παρατηρητής Αστ. 1974 (Μ.Κ.6). Επικεφαλής της όλης επιχείρησης ήταν ο Α/Αστ.
  10. Το BMW κατέφθασε και στάθμευσε στο μέρος στις 20:
  11. Όταν έφτασε ο ίδιος, είδε τους Κατηγορούμενους 1 και 3 να βρίσκονταν εντός της αυλής και τον Κατηγορούμενο 2 να στέκεται στο πεζοδρόμιο. Πλησίασε τους Κατηγορουμένους 1 και 3 και αφού τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τους πληροφόρησε για τον σκοπό της εκεί παρουσίας της αστυνομίας. Ακολούθως, επέδειξε το ένταλμα έρευνας στον Κατηγορούμενο 1 και τον ρώτησε αν έχει οτιδήποτε το παράνομο, λαμβάνοντας αρνητική απάντηση. Στο σημείο όπου στέκονταν οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 εντός της αυλής, υπήρχε στο έδαφος, μια πράσινη πλαστική σακούλα εντός της οποίας υπήρχαν 8 συσκευασίες με κάνναβη. Κατόπιν, ο παρατηρητής τον ενημέρωσε ότι τη σακούλα την κρατούσε ο Κατηγορούμενος 3 (επιβάτης στο πίσω κάθισμα) όταν κατέβηκε από το όχημα. Στη συνέχεια σφράγισε με τη βοήθεια του Αστ. 2710 (Μ.Κ.1) τα τεκμήρια και κάλεσε τους Κατηγορούμενους να τα υπογράψουν. Ακολούθησε έρευνα τόσο εκεί, στην πατρική οικία του Κατηγορουμένου 1, όσο και σε άλλη του οικία στην Αραδίππου. Στην εν λόγω πατρική οικία του Κατηγορουμένου 1, βρέθηκαν ναρκωτικά στην κουζίνα και στο σέντε, τα οποία α Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι ήταν δικά του (Τεκμήρια 13α και β). Ωστόσο μετά την ανεύρεση της πρώτης ποσότητας στην κουζίνα, η οποία ήταν μικρή, ο Κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε αν υπήρχαν και αλλού ναρκωτικά και απάντησε αρνητικά. Όταν όμως στη συνέχεια ανευρέθηκε η μεγάλη ποσότητα στο σέντε, ο Κατηγορούμενος 1 αγχώθηκε και η συμπεριφορά του άλλαξε. Στην οικία του στην Αραδίππου, δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το παράνομο. Σε σχέση με τη σακούλα (Τεκμήριο 1) και την αναγραφείσα ώρα 21:17 στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο 50), ανέφερε, ότι, πρόκειται για την ώρα σφράγισης και όχι την ώρα ανεύρεσης όπως εσφαλμένα αναγράφεται. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 αρνήθηκε υποβολή ότι η σακούλα εντοπίστηκε μετά την έρευνα της οικίας, τη σωματική έρευνα του Κατηγορουμένου 1 και την έρευνα στο BMW. Επέμενε ότι η σακούλα εντοπίστηκε αμέσως. Επί του ιδίου σημείου επανέλαβε ότι η αναγραφείσα ώρα 21:17 είναι η ώρα σφράγισης και όχι η ώρα εντοπισμού της σακούλας. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2 διευκρίνισε ότι δεν είχε οπτική επαφή και δεν είδε την άφιξη του BMW στο μέρος. Τον Κατηγορούμενο 2 τον είδε να στέκεται στο πεζοδρόμιο, έξω από το κάγκελο της οικίας και λίγο δεξιά. Ο λόγος που τον έβαλαν και αυτόν να υπογράψει τα τεκμήρια, είναι διότι τον είδε ο παρατηρητής να κατεβαίνει από το όχημα μαζί με τους άλλους δυο Κατηγορούμενους. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του Κατηγορουμένου 3, επέμενε ότι ο εν λόγω Κατηγορούμενος στεκόταν πιο μέσα από τον Κατηγορούμενο 1, προς το βάθος της αυλής δηλαδή και όχι στην πλευρά που ήταν το κάγκελο της εισόδου. Εκεί στεκόταν ο Κατηγορούμενος
  12. Και οι δύο πάντως στέκονταν πάνω από τη σακούλα με τα ναρκωτικά. Ο Μ.Κ.3, Γιώργος Χατζησάββας (Αστ. 3308) υιοθετώντας δύο γραπτές δηλώσεις (Έγγραφα Γ και Γ1) επιβεβαίωσε και τη δική του συμμετοχή στην αστυνομική επιχείρηση. Είναι το πρόσωπο που έβγαλε τις φωτογραφίες στη σκηνή, οι οποίες δέθηκαν σε βιβλιάριο και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  13. Εξήγησε τη σειρά λήψης των φωτογραφιών με αναφορά στους διακριτικούς αριθμούς που αναγράφονται στο πίσω μέρος των φωτογραφιών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, βάσει της αρίθμησης αυτής, προκύπτει, ότι, πρώτα εντοπίστηκε η σακούλα με τα ναρκωτικά (Τεκμήριο 1) (απεικόνιση στις φωτογραφίες 7, 8 και 9 του Τεκμηρίου 51) και ύστερα έγιναν οι έρευνες στην οικία και στο BMW. Απ' εκεί και πέρα η μαρτυρία του, κατά την κυρίως εξέταση, κινήθηκε στις ίδιες γραμμές όπως και των προηγούμενων μαρτύρων. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1, επέμενε, παρά την υποβολή του αντιθέτου, ότι, ο Κατηγορούμενος 1 και ο Κατηγορούμενος 3 στέκονταν ακριβώς πάνω από το Τεκμήριο 1, στο σημείο που είχαν αναφέρει και οι προηγούμενοι μάρτυρες. Δεν είδε βέβαια κάποιο από τους δύο να κρατά στο χέρι τη σακούλα. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2, διευκρίνισε ότι η φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 51 δείχνει την αρχή της οδού Ολύμπου, από την οποία εισήλθε τόσο το BMW όσο και το υπηρεσιακό όχημα στο οποίο επέβαινε, για να φτάσουν στην οικία. Οπτική επαφή με το ΒΜW πριν φτάσει στην οικία δεν είχε πάντως. Περαιτέρω, επανέλαβε, παρά την υποβολή του αντιθέτου, ότι, το πρώτο τεκμήριο που εντόπισαν και φωτογράφισε - και τούτο αμέσως μετά την είσοδο τους στην αυλή - ήταν η σακούλα (Τεκμήριο 1). Τέλος, σε ερώτηση της συνηγόρου του Κατηγορουμένου 3 επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος αυτός στεκόταν ακριβώς πάνω από το Τεκμήριο
  14. Υπέδειξε μάλιστα το ακριβές αυτό σημείο επί της φωτογραφίας 9 του Τεκμηρίου
  15. Ο Μ.Κ.4, Δαμιανός Χατζηχριστοφή (Αστ. 209) υιοθετώντας γραπτή δήλωση (Έγγραφο Δ) αναφέρθηκε σε έρευνα στην οικία και ενέργειες που αφορούσαν τον Κατηγορούμενο 4, καταθέτοντας και σχετικά τεκμήρια. Στην αμέσως επόμενη δικάσιμο όμως, ο Κατηγορούμενος 4 παραδέχθηκε κατηγορίες που προστέθηκαν στο κατηγορητήριο από την Κατηγορούσα Αρχή και κάποιες υφιστάμενες κατηγορίες εναντίον του, διακόπηκαν. Έτσι, ο Κατηγορούμενος 4 δεν είχε περαιτέρω συμμετοχή στην ακρόαση, κάτι που εκ των πραγμάτων, καθιστά τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 άσχετη με τα εναπομείναντα επίδικα θέματα. Προς επίρρωση τούτου, είναι και η αναφορά του μάρτυρα ότι ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στην προαναφερθείσα αστυνομική επιχείρηση στην πατρική οικία του Κατηγορουμένου
  16. Συνεπώς, πέραν της εδώ διαπίστωσης, ότι, τον θεωρούμε αξιόπιστο δε θα υπάρξει άλλη αναφορά στη μαρτυρία του. Άλλος ένας από τους αστυνομικούς που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση της 2ας Ιουνίου 2016 ήταν ο Μ.Κ.5 - Γρηγόρης Γρηγορίου (Αστ. 1704). Αυτός, υιοθέτησε 4 γραπτές δηλώσεις (Έγγραφα Δ.1-4) στις οποίες, εξιστορεί τις δικές τους επιτόπιες διαπιστώσεις. Οι διαπιστώσεις αυτές - και σε σχέση με το που βρισκόταν ο κάθε Κατηγορούμενος - ταυτίζονται με εκείνες των προηγούμενων μαρτύρων. Ερωτηθείς ειδικά σε σχέση με την ώρα σφράγισης της σακούλας και του περιεχομένου της, ο μάρτυρας υπέδειξε επί της φωτογραφίας 10 του Τεκμηρίου 51, το ρολόι του Μ.Κ.2 τη στιγμή της φωτογράφισης μιας εκ των συσκευασιών που βρισκόταν εντός της σακούλας, να δείχνει 9:17μμ. Αμέσως μετά ακολούθησε η σφράγιση ανέφερε. Τη λεπτομέρεια αυτή του την επισήμανε ο ίδιος ο Μ.Κ.
  17. Ο μάρτυρας αυτός ορίστηκε ανακριτής της υπόθεσης και έτσι η ανάμειξη του επεκτάθηκε και σε μετέπειτα ενέργειες στα πλαίσια διερεύνησης της όλης υπόθεσης. Ανάμεσα στις ενέργειες του ήταν η σύλληψη του Κατηγορουμένου 2 στις 2.6.2016 και περί ώρα 23:48 στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Αφού εξήγησε τους λόγους σύλληψης και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος 2 του απάντησε "τι να πω". Περί ώρα 23:52 συνέλαβε και τον Κατηγορούμενο 1 και αυτός του απάντησε "ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο". Το ίδιο απάντησε και ο Κατηγορούμενος 3 κατόπιν που τον συνέλαβε και αυτόν η ώρα 23:
  18. Τα εντάλματα σύλληψης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 72(α)-(γ) και ο όρκος επί του οποίου στηρίζονταν ως Τεκμήριο 72(δ). Ανέκρινε προφορικά και τους τρεις Κατηγορούμενους και όλοι αρνήθηκαν ανάμειξη με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στη σακούλα στην αυλή της πατρικής οικίας του Κατηγορουμένου
  19. Περαιτέρω έλαβε ανακριτές καταθέσεις από τους 3 Κατηγορούμενους (Τεκμήρια 77(α),(β) και (γ)) και στις ερωτήσεις που τους έγιναν όλοι έδωσαν τη στερεότυπη απάντηση "ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο". Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1, διευκρίνισε ότι ο επικεφαλής της επιχείρησης Α/Αστ. 3031 κατέφθασε στο μέρος μόνος του, με δικό του ξεχωριστό υπηρεσιακό όχημα. Ήταν ήδη στην αυλή, όταν έφτασε στο μέρος ο μάρτυρας. Σε σχέση με τη σακούλα, αρνήθηκε και αυτός τη θέση ότι ανευρέθηκε η ώρα 21:17, λέγοντας ότι ανευρέθηκε ευθύς μόλις έφτασαν στο μέρος στις 20:20 ή 20:
  20. Δέχτηκε και αυτός ότι δεν είδε κανένα από τους Κατηγορούμενους να κρατούν τη σακούλα με τα ναρκωτικά. Σε ερωτήσεις του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 2 επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν στο πεζοδρόμιο ακριβώς έξω από το κάγκελο της οικίας, δεχόμενος όμως, ότι, ο ίδιος δεν ξέρει αν είχε ή όχι σχέση με την ανευρεθείσα στη σακούλα, ποσότητα ναρκωτικών. Τέλος στην αντεξέταση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3, υπέδειξε και πάλι τη θέση όπου στεκόταν ο Κατηγορούμενος 3 όταν εισήλθε στην αυλή της οικίας η αστυνομία. Πρόκειται για το σημείο όπου τοποθετήθηκε από την αστυνομία καρτελίτσα με τον αριθμό 1 όπως φαίνεται στη φωτογραφία 7 του Τεκμηρίου
  21. Ως Μ.Κ.6 κατάθεσε ο παρατηρητής Μάριος Γιάννου (Αστ. 1974) ο οποίος επίσης υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Ε). Στη δήλωση αναφέρει ότι μετέβηκε στο μέρος περί ώρα 19:30 μαζί με άλλα μέλη της ομάδας του με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας της οικίας και των οχημάτων του Κατηγορουμένου
  22. Τα οχήματα απουσίαζαν και τοποθετήθηκε παρατηρητής με σκοπό τον έλεγχο της οικίας. Περί ώρα 20:18 εντόπισε το BMW με αρ. εγγραφής KWL 736 να κινείται στην οδό Κενταύρου, να στρίβει δεξιά στην οδό Ολύμπου και τελικώς να σταθμεύει έξω από την οικία. Ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον υπεύθυνο του και αμέσως δόθηκε "έφοδος". Μέχρι να φτάσουν στο μέρος οι άλλοι, είδε τρία πρόσωπα να αποβιβάζονται από το όχημα και πρόσεξε ότι ο επιβάτης στο πίσω κάθισμα κρατούσε ένα μεγάλο και γεμάτο σακούλι (Τεκμήριο 1). Οδηγός του οχήματος όπως έμαθε αργότερα, ήταν ο Κατηγορούμενος 1, συνοδηγός ο Κατηγορούμενος 2 και επιβάτης στο πίσω κάθισμα, ο Κατηγορούμενος
  23. Όλοι οι επιβαίνοντες, κατευθύνθηκαν προς την οικία. Με την άφιξη των άλλων μελών της ΥΚΑΝ, τα τρία πρόσωπα ξαφνιάστηκαν. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 είχαν προλάβει να εισέλθουν στην αυλή και ο Κατηγορούμενος 3 άφησε το σακούλι που κρατούσε κοντά στην είσοδο. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν πρόλαβε να εισέλθει στην αυλή και βρισκόταν ακόμα στο πεζοδρόμιο. Μέχρι να πάει στο μέρος, ο Μ.Κ.2 είχε ήδη ανοίξει το σακούλι (Τεκμήριο 1) και ο μάρτυρας, τον ενημέρωσε, ότι, το σακούλι αυτό, το κρατούσε ο Κατηγορούμενος
  24. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που του τέθηκαν διευκρίνισε ότι πολλές φορές και στο παρελθόν είχε τοποθετηθεί παρατηρητής και μάλιστα έτυχε εκπαίδευσης στο συγκεκριμένο αντικείμενο τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Στις φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν, εξήγησε, ότι, δεν φαίνεται καθαρά το ακριβές σημείο όπου στεκόταν, αλλά ανέφερε, ότι, το σημείο αυτό ήταν απέναντι από την οικία, όπου είχε σταθμεύσει το BMW. Υπήρχε ικανοποιητικό φως, διευκρίνισε. Ήταν περίπου τη στιγμή που σουρουπώνει αλλά υπήρχε αρκετός φωτισμός. Θυμάται μάλιστα ότι διέκρινε ότι το όχημα ήταν μάρκας BMW τύπου X5 (αυτό που τον ενδιέφερε δηλαδή) από τη στιγμή που έστριψε στην οδό Ολύμπου ενώ όταν στάθμευσε απέναντι του, διέκρινε και τους αρ. εγγραφής του. Μόλις σταμάτησε το όχημα, έδωσε το σύνθημα να γίνει και η έφοδος. Μέχρι να έρθουν οι άλλοι, δεν μετακινήθηκε από τη θέση του. Πρώτος κατέβηκε ο Κατηγορούμενος 1 και κατευθύνθηκε προς την οικία. Έπειτα ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος όμως χασμουριόταν και τεντωνόταν. Έπειτα, από το κάθισμα που βρίσκεται πίσω από τη θέση του οδηγού, κατέβηκε ο Κατηγορούμενος 3, κρατώντας το σακούλι. Κάνοντας 1-2 βήματα προς το κάγκελο είδε τη φιγούρα του καθαρά από τη μέση και πάνω. Μόλις μπήκε και ο Κατηγορούμενος 3 στην αυλή κατέφθασαν και από τις δύο κατευθύνσεις οι συνάδελφοι του. Εκείνη τη στιγμή - για κλάσματα δευτερολέπτου έως και ένα δευτερόλεπτο - έχασε οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο 3 και όταν τον είδε ξανά, δεν κρατούσε το σακούλι. Ήταν όμως στην αυλή σχεδόν μπροστά του. Μετά από λίγο ο ίδιος αποχώρησε από το μέρος. Κατά την αντεξέταση από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1, δέχτηκε ότι δεν είδε την χαρακτηριστική κίνηση να πέφτει το σακούλι από το χέρι του Κατηγορουμένου
  25. Τον είδε όμως να εισέρχεται στην αυλή κρατώντας το σακούλι, να μην μετακινείται καθόλου από τη θέση του και έπειτα το σακούλι να βρίσκεται στο έδαφος, ακριβώς μπροστά του. Το σημείο όπου βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 3, το επέδειξε επί της φωτογραφίας 7 του Τεκμηρίου 51, δεξιά από το σημείο όπου φαίνεται η καρτέλα με τον αριθμό
  26. Δίπλα και δεξιά του (πιο μέσα) στεκόταν και ο Κατηγορούμενος
  27. Το σημείο όπου στεκόταν ο ίδιος, ήταν απέναντι αλλά λίγο αριστερά από την οικία. Η οικία δηλαδή ήταν λοξώς δεξιά του. Απέναντι από την οικία υπάρχουν δύο σπίτια και μετά ένα γκαράζ. Στεκόταν εκεί. Δεν περιφερόταν πάνω-κάτω, αλλά μπορούσε να κάμει κίνηση. Βρισκόταν σε απόσταση περίπου 20μ από την οικία. Όταν κατέβηκε ο Κατηγορούμενος 3 από το όχημα τον έβλεπε από τη μέση και πάνω αλλά διέκρινε ότι κρατούσε κάτι. Με την κίνηση του προς τα εμπρός (προς το κάγκελο της οικίας δηλαδή) είδε όλο του το σώμα και διαπίστωσε ότι αυτό που κρατούσε, ήταν ένα μεγάλο και γεμάτο σακούλι. Το κρατούσε μπροστά του. Έστω και αν υπήρχε σταθμευμένο άλλο όχημα μπροστά από το BMW (πράγμα που δεν θυμάται), δεν του έφρασσε την οπτική επαφή με την είσοδο της οικίας. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν σκοτάδι και άρα δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ήταν ποιος, λέγοντας ότι δεν ήταν σκοτάδι και υπήρχε ικανοποιητικό φως. Είδε τους αρ. εγγραφής του οχήματος και είναι σίγουρος από ποια θέση του οχήματος κατέβηκε ο κάθε Κατηγορούμενος. Το όχημα δεν είχε αναμμένα τα φώτα του. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2 επανέλαβε ότι είχε καθαρή οπτική επαφή με την είσοδο της οικίας και δεν τον εμπόδιζε τίποτε. Σε υποβολές που του έγιναν, επανέλαβε ότι το BMW δεν είχε αναμμένα τα φώτα του όταν κατέφθασε στο μέρος και ότι ο φωτισμός ήταν πέρα για πέρα ικανοποιητικός. Ομοίως, επέμενε ότι είδε τους Κατηγορούμενους να κατεβαίνουν από το όχημα από τις συγκεκριμένες θέσεις που είχε αναφέρει και προηγουμένως. Σε σχέση ειδικά με τον Κατηγορούμενο 2, διευκρίνισε, ότι, είχε κατεύθυνση προς την οικία όταν ανακόπηκε από τους συναδέλφους του. Δεν στεκόταν απλώς έξω από το όχημα. Τέλος σε υποβολή της συνηγόρου του Κατηγορουμένου 3, επανέλαβε για μια ακόμα μια φορά ότι είδε τον Κατηγορούμενο 3 να κατεβαίνει από το όχημα, κρατώντας το σακούλι. Προς συμπλήρωση του μαρτυρικού υλικού κατατέθηκαν ως προαναφέραμε και παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο 71). Τα γεγονότα αυτά, για σκοπούς πληρότητας και καλύτερης κατανόησης των μετέπειτα συμπερασμάτων μας, τα παραθέτουμε στο σημείο αυτό αυτούσια. «Γίνεται παραδεκτό ότι τα κατατεθέντα τεκμήρια λήφθηκαν, διακινήθηκαν, φυλάχθηκαν και κατατέθηκαν στο δικαστήριο με την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας κατά τρόπο που να μην έχει διασπαστεί η αλυσίδα διακίνησης τους. Η μόνη επέμβαση που έχει γίνει σε αυτά αφορά την απολύτως αναγκαία για τη διενέργεια των επιστημονικών εξετάσεων διαδικασία από το Κρατικό Χημείο, το Ινστιτούτο Γενετικής και την Υπηρεσία Εγκληματολογικών ερευνών για σκοπούς δακτυλοσκοπικού ελέγχου. ΜΚ2 επί του κατηγορητηρίου Αστ/2407 Μ.Στυλιανού Στις 2.6.2016 και ώρα 21:30 μετέβηκε στην οδό Ολύμπου στον Άγιο Δομέτιο, δηλαδή στην οδό που βρίσκεται η επίδικη οικία. Την ίδια μέρα και ώρα 22:00 πήρε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 3 για έρευνα του οχήματος του KMS159 το οποίο ήταν σταθμευμένο στην πιο πάνω οδό. Η έρευνα έγινε στην παρουσία του Κατηγορούμενου 3 μεταξύ των ωρών 22:05-22:40 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε παράνομο. Στις 3.6.16 και ώρα 01:00 πήρε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2 για έρευνα στο σπίτι του στην οδό Ιάσωνος 19, Συνοικισμός Τσιακιλερού, Λάρνακα. Η έρευνα έγινε μεταξύ των ωρών 01:45-02:10 με τη βοήθεια των αστυνομικών Αστ.3308 και Αστ.3019 στην παρουσία του Κατηγορουμένου
  28. Κατά την έρευνα και η ώρα 01:50 βρήκε στην αποθήκη που βρισκόταν στην πίσω αυλή της οικίας του Κατηγορουμένου 2 το τεκμήριο
  29. Αμέσως το υπέδειξε στον Κατηγορούμενο 2, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα της παράνομης καλλιέργειας φυτού κάνναβης και της παράνομης κατοχής, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και εκείνος απάντησε: «Εφύτεψα ένα φυτό και εννά μου το πιάσετε τζιαι τούτο τωρά». Ακολούθως τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «εντάξει». Το παρέλαβε ως τεκμήριο. Η έρευνα τελείωσε η ώρα 02:10 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο παράπονο. Στην συνέχεια το μετέφερε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας όπου το σφράγισε στην παρουσία του Κατηγορούμενου 2 και το παρέδωσε η ώρα 02:40 στον Αστ.
  30. ΜΚ3 επί του κατηγορητηρίου Αστ/9 Ανδρέας Πηλαβάκης Στις 3.6.2016 και ώρα 01:00 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας έλαβε τα αποτυπώματα του Κατηγορούμενου 1, τεκμήριο 23 και το παρέδωσε στον Αστ.2710 την ίδια μέρα και ώρα 01:
  31. Στις 3.6.2016 και ώρα 03:00 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας έλαβε συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 3 για έρευνα της κατοικίας του στην οδό Σμύρνης
  32. Περί η ώρα 03:10 έφτασε με τον Α/3807 Γ.Ιωάννου της ΥΚΑΝ Λευκωσίας στην εν λόγω οικία και αμέσως αρχίσανε έρευνα στο υπνοδωμάτιο του. Η ώρα 03:17 βρήκε σε συρτάρι του κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι το τεκμήριο 27 εντός του οποίου υπήρχαν 0,42 γραμμάρια κάνναβης. Αφού παρέλαβε το τεκμήριο, του το υπέδειξε του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και εκείνος απάντησε «εν δικά μου εν πολλά παλιά». Τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο και εκείνος απάντησε «εν δικά μου». Ακολούθως τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και εκείνος απάντησε «εντάξει». Η έρευνα ολοκληρώθηκε η ώρα 03:45 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο παράνομο. Με το πέρας της έρευνας μετέφερε τον Κατηγορούμενο 3 στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβητού μαζί με τον Α/
  33. Το ανευρεθέν τεκμήριο το είχε στην κατοχή του και το μετέφερε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας όπου η ώρα 04:20 το παρέδωσε στον Α/
  34. ΜΚ4 επί του κατηγορητηρίου Αστ. I.Ιωάννου 3807 Στις 3.6.2016 και μεταξύ των ωρών 01:50 και 02:10 μαζί με τον Αστ.2103 ερεύνησε κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης την οικία και τα υποστατικά του Κατηγορούμενου 3 στην Λάρνακα, στην οδό Απολλοδώρου 3 Νίκη -Φρόσω Court Διαμέρισμα
  35. Κατά τη διάρκεια της έρευνας σε αυτήν την οικία δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε παράνομο , Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 03:10-03:45 μαζί με τον Α/Αστ.9 ερεύνησε την κατοικία που διέμενε ο Κατηγορούμενος 3 στην οδό Σμύρνης 65 στον Αρχάγγελο. Κατά την έρευνα η ώρα 03:17 ο Α/Αστ.9 εντόπισε σε συρτάρι κομοδίνου δίπλα από το κρεβάτι του το τεκμήριο 27 (αντικείμενο 10ης κατηγορίας) ΜΚ6 επί του κατηγορητηρίου 'Αλεξ Μουρατιάν Υπηρετεί στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Δ του Αρχηγείου Αστυνομίας και κύρια καθήκοντα του είναι η επίβλεψη και η συντήρηση των Συστημάτων Αυτόματης Αναγνώρισης Πινακίδων Εγγραφής. Την 6.6.2016 κατόπιν οδηγιών της Αξιωματικού του Κλάδου Τηλεπικοινωνιών Υπαστυνόμου Χ.Νικολάου προέβηκε σε έλεγχο των δεδομένων του συστήματος Αυτόματης Αναγνώρισης Πινακίδων Εγγραφής που είναι εγκατεστημένα στα οδοφράγματα Αγίου Δομετίου, Αστρομερίτη και Λιμνήτη, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Στην συνέχεια, προέβηκε σε ανάκτηση των δεδομένων από το Σύστημα Αυτόματης Αναγνώρισης Πινακίδων Εγγραφής για το όχημα με αριθμό εγγραφής KWL 736 για τις 2.6.
  36. Η ανάκτηση δεδομένων έγινε από ηλεκτρονικό υπολογιστή (τερματικό) του συστήματος Αυτόματης αναγνώρισης Πινακίδων Εγγραφής που βρίσκεται εγκατεστημένο στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας. Όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τερματικά του συστήματος Αυτόματης Αναγνώρισης Πινακίδων Εγγραφής βρίσκονται σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση. Όλα τα δεδομένα (εικόνες και αρχεία) που ανακτήθηκαν από το σύστημα Αυτόματης Αναγνώρισης Πινακίδων Εγγραφής, εκτυπώθηκαν και παραδόθηκαν στις 7.6.2016 και ώρα 10:00 στο Αστ.2710 της ΥΚΑΝ Λευκωσίας. ΜΚ7 επί του κατηγορητηρίου Βάσω Στρίμπλει Στις 3.6.2016 και ώρα 09:45 η Βάσω Στρίμπλει του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής και Νευρολογίας Κύπρου παρέλαβε σφραγισμένα τα τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 13 , 20, 21 και
  37. Στις 7.6.2016 και ώρα 09:55 η Βάσω Στρίμπλει παρέδωσε στον Αστ.2710 τα τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 13 , 20, 21 και
  38. ΜΚ8 επί του κατηγορητηρίου Μάριος Καριόλου Μέσα στο τεκμήριο 13 υπήρχαν 3 νάιλον σακούλια. Επί του τεκμηρίου 13 έγιναν 12 δειγματοληψίες από το ΕΔΙΓ και δόθηκαν οι αριθμοί 2712-13.1-13.
  39. Στο τεκμήριο 22 δόθηκαν οι αριθμοί 2712-16.1 και 2712-16.
  40. Από το επίχρισμα που λήφθηκε και από την περιοχή του κόμπου και από τα χερούλια της τσάντας που περιείχε τα 3 νάιλον σακούλια δηλαδή του τεκμηρίου 13 απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε στα προαναφερθέντα σημεία. Από το επίχρισμα που λήφθηκε και από την εξωτερική πλευρά της τσάντας που περιείχε τα 3 νάιλον σακούλια δηλαδή του τεκμηρίου 13 απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε στο προαναφερθέν σημείο. ΚΡΑΤΙΚΟ ΧΗΜΕΙΟ-ΜΚ10 επί του κατηγορητηρίου Μαρία Αυξεντίου και ΜΚ 9 επί του κατηγορητηρίου Χρίστος Κουντουρής Στις 7.6.2016 ο Αστ.1704 Γρηγόρης Γρηγορίου παρέδωσε στον Χρ. Κουντούρη του Κρατικού Χημείου τα κάτωθι τεκμήρια του Δικαστηρίου. • το Τεκ 2: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1001,1 γραμμαρίων (τεκ 2α) • το Τεκ 3: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1000,3 γραμμαρίων(τεκ 3α) • το Τεκ 4: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1002,1 γραμμαρίων(τεκ 4α) • το Τεκ 5: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1000,7 γραμμαρίων(τεκ 5α) • το Τεκ 6: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 995,4 γραμμαρίων(τεκ 6α) • το Τεκ 7: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1002,7 γραμμαρίων(τεκ 7α) • το Τεκ 8: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1003,2 γραμμαρίων (τεκ 8α) • το Τεκ 9: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 1001,5 γραμμαρίων (τεκ 9α) • το Τεκ 10: περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 0,14 γραμμαρίων (τεκ 10α) • το Τεκ 11: Μέσα στο εν λόγω τεκμήριο υπήρχαν 2 πλαστικά σακούλια. Σε αυτά δόθηκαν οι αριθμοί Γενικού Χημείου 1524/F/16-1 και 1524/F/16-
  41. To 1524/F/16-1 ήταν ένα πλαστικό σακούλι δεμένο κόμπο στο οποίο υπήρχε και δεύτερο πλαστικό διαφανές πλαστικό σακούλι δεμένο κόμπο στο οποίο υπήρχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 27,46 γραμμαρίων. Στο πλαστικό σακούλι 1524/F/16-2 που ήταν επίσης δεμένο κόμπο υπήρχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης 13,44 γραμμαρίων. • το Τεκ 12 : Το τεκμήριο αυτό αποτελείτο από δύο ζυγαριές ακριβείας στις οποίες βρέθηκαν ίχνη κάνναβης • το Τεκ 13: Μέσα στο πλαστικό διαφανές κουτί με μώβ καπάκι που είναι το τεκμήριο 13 υπήρχαν 2 σακούλες από σουπερμάρκετ. Στην μια εκ των δύο σακουλών η οποία περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης 494,9 γραμμαρίων δόθηκε ο αριθμός Κρατικού Χημείου 1526/F/16-
  42. Στην δεύτερη σακούλα δόθηκε ο αριθμός Γ.Κ.Χ 1526/F/16-
  43. Μέσα σε αυτήν υπήρχαν 3 νάιλον διαφανή σακουλάκια δεμένα κόμπο στα οποία δόθηκαν οι αριθμοί Γενικού Κρατικού Χημείου 1526/F/16-2-1, 1526/F/16-2-2 και 1526/F/16-2-3 αντίστοιχα. Εντός του 1526/F/16-2-1 υπήρχαν 56,6 γραμμάρια κάνναβης, στο 1526/F/16-2-2 υπήρχαν 54,4 γραμμάρια κάνναβης και στο 1526/F/16-2-3 υπήρχαν 16,8 γραμμάρια κάνναβης. • το Τεκ 26 που είναι φυτό κάνναβης με ρίζωμα ύψους 67 εκατοστών. • το Τεκ 27 εντός του οποίου υπήρχαν δύο τεμάχια άσπρου χαρτιού στα οποία δόθηκαν οι αριθμοί Κρατικού Χημείου 1528/F/16-1-1 και 1528/F/16-1 -2 μέσα στα οποία υπήρχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης 0,32 και 0,10 γραμμαρίων αντίστοιχα. Τα προαναφερθέντα τεκμήρια ο Χρ. Κουντούρης τα παρέλαβε σφραγισμένα τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του αυθημερόν δηλαδή στο Δωμάτιο Ασφαλείας του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας, χωρίς να παραβιαστεί η σφράγιση τους ή να γίνει η οποιαδήποτε επέμβαση. Στις 8.6.2016 τα παρέδωσε στην Μαρία Αυξεντίου . Η Μαρία Αυξεντίου μετά το πέρας της ανάλυσης τα παρέδωσε στον Χρίστο Κουντούρη στις 10.6.2016 ο οποίος και τα τοποθέτησε στο Δωμάτιο Ασφαλείας του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας. Στις 10.6.2016 και ώρα 12:15 ο Αστ. 1704 Γρηγόρης Γρηγορίου παρέλαβε από τον Χρίστο Κουντούρη τα προαναφερθέντα τεκμήρια. ΜΚ16 επί του κατηγορητηρίου 1167 Μ.Παπά Η Αστ.1167 Μ. Παπά μετέβηκε στις 22.6.2016 στα γραφεία της ΑΤΗΚ στη Λάρνακα όπου παρέλαβε από τον Ανδρέα Δημητρίου το τεκμήριο
  44. Στην συνέχεια την ίδια μέρα και περί ώρα 17:00 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας παρέδωσε το εν λόγω τεκμήριο στον Αστ.
  45. ΜΚ17 επί του κατηγορητηρίου Λογ.794 Θ.Κυριάκου Στις 4.7.2016 και περί ώρα 11:45 μετέβηκε στην εταιρία ΜΤΝ όπου παρέλαβε από τον Γιάννη Κοφτερό το τεκμήριο 30.Ακολούθως στις 8.7.2016 και περί ώρα 10:30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας παρέδωσε το εν λόγω τεκμήριο στον Αστ.
  46. ΜΚ18 επί του κατηγορητηρίου Αστυφύλακας 3116 Μ. Φυλακτού Στις 10 Ιουνίου 2016 και ώρα 12:40 παρέλαβε από τον Αστυνομικό 1704 Γρηγόρη Γρηγορίου στο Εργαστήριο Διερεύνησης Σκηνής και Εμφάνισης Αποτυπωμάτων της ΥΠΕΓΕ τα τεκμήρια 1,2,3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και
  47. Επί του τεκμηρίου 1 έθεσε τα αρχικά ΜΦ1, επί του τεκμηρίου 2 έθεσε τα αρχικά ΜΦ2-4, επί του τεκμηρίου 3 τα αρχικά ΜΦ5-6 , επί του τεκμηρίου 4 τα αρχικά ΜΦ 7-8, επί του τεκμηρίου 5 τα αρχικά ΜΦ9-10, επί του τεκμηρίου 6 τα αρχικά ΜΦ11, επί του τεκμηρίου 7 τα αρχικά ΜΦ12-13, επί του τεκμηρίου 8 τα αρχικά ΜΦ14-15, επί του τεκμηρίου 9 τα αρχικά ΜΦ16-17 και επί του τεκμηρίου 13 τα αρχικά μφ19-
  48. Σκοπός της εξέτασης των προαναφερθέντων τεκμηρίων ή εύρεση αποτυπωμάτων. Επί του τεκμηρίου 1 βρέθηκαν 16 αποτυπώματα. Επί του τεκμηρίου 13 και συγκεκριμένα πάνω στο καπάκι του πλαστικού δοχείου, χρώματος μωβ, βρέθηκαν 2 αποτυπώματα. Στα 16 αποτυπώματα που βρέθηκαν στο τεκμήριο 1 έδωσε τα διακριτικά ΜΦ1.Α- ΜΦ1.Π, ενώ στα δύο αποτυπώματα που βρέθηκαν επί του τεκμηρίου 13 έδωσε τα διακριτικά ΜΦ18Α και ΜΦ18Β. ΜΚ19 επί του κατηγορητηρίου Υπαστυνόμου Χρ. Τρισελιώτης Στις 3 Ιουνίου 2016 και ώρα 09:10 παραλήφθηκαν από τον Αστ.2710 στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠΕΓΕ τα τεκμήρια 23, 24 και 25 του Δικαστηρίου. Στις 25.7.2016 και ώρα 08:45 παραλήφθηκε από τον 3116 στο Εργαστήρι Δακτυλοσκοπίας της ΥΠΕΓΕ ένας ψηφιακός δίσκος με διακριτικό MASTER1 ο οποίος περιέχει φωτογραφίες των αποτυπωμάτων που ανιχνεύτηκαν από τον Αστ.3116 Μ. Φυλακτού επί του τεκμηρίου 1 τα οποία έφεραν τα διακριτικά ΜΦ1.Α έως ΜΦ1.Π και τα αποτυπώματα επί του τεκμηρίου 13 με διακριτικά ΜΦ18Α, ΜΦ18Β. Επίσης παραλήφθηκαν 18 φωτογραφίες στις οποίες φαίνονται τα πιο πάνω αποτυπώματα. Κατά τον χρόνο έκδοσης της έκθεσης του Υπαστυνόμου Χρ. Τρισελιώτη ήτοι 29 Ιουλίου 2016 τα αποτυπώματα με διακριτικά ΜΦ1.Α, ΜΦ1.Β, ΜΦ1.Γ, ΜΦ1.Δ, ΜΦ1.Ε, ΜΦ1.Ζ, ΜΦ1.Η, ΜΦ1.Θ, ΜΦ1.Ι, ΜΦ1.Κ, ΜΦ1.Λ, ΜΦ1.Μ, ΜΦ1.Ν, ΜΦ1.Ξ, ΜΦ1.0, ΜΦ1.Π, διαπιστώθηκε ότι δεν ανήκαν στους Κατηγορουμένους 1, 2, και 3 και αρχειοθετήθηκαν για μελλοντική αναφορά ενώ τα αποτυπώματα με διακριτικά ΜΦ1.18Α, ΜΦ18Β διαπιστώθηκε ότι ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  49. ΜΚ 21 επί του κατηγορητηρίου Αστ.1486 Γιώργος Χειμωνή Το τεκμήριο 32 (δακτυλικά αποτυπώματα) Μάριου Μελή παραλήφθηκε στις 29.8.2016 και περί η ώρα 14:20 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Μάριου Μελή και οδηγιών του Λοχία 1877 από τον Αστ.1486 Γ. Χειμωνή. Επί του τεκμηρίου υπέγραψε ο Μάριος Μελή. Την ίδια μέρα και ώρα 14:25 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας ο Αστ.1486 Γ. Χειμωνή παρέδωσε το τεκμήριο 32 στον Α/209 για δακτυλοσκοπικές εξετάσεις. Ο Αστ.209 μετέφερε το τεκμήριο 32 στις 29.8.2016 και ώρα 14:53 στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠΕΓΕ και το παρέδωσε στον Υπαστυνόμο Ν. Νικολάου. Το τεκμήριο 32 ο Υπαστυνόμος Ν. Νικολάου το παρέδωσε την 1.2.2017 και ώρα 12:20 στον Αστ.209 και ο 209 την ίδια μέρα το παρέδωσε στην Αστ.4779 υπεύθυνη αποθήκης. ΜΚ 22 επί του κατηγορητηρίου Υπαστυνόμος Ν.Νικολάου Στις 29.8.2016 και ώρα 14:53 παρέλαβε στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠΕΓΕ από τον Αστ. 209 Δαμιανό Χατζηχριστοφή, το τεκμήριο
  50. Συγκρίνοντας τα αποτυπώματα που Κατηγορούμενου 4, και τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στο τεκμήριο 1 διεπίστωσε ότι από τα 16 αποτυπώματα που βρέθηκαν επί του τεκμηρίου 1, τα 15 από αυτά, ανήκαν στον 4° Κατηγορούμενο.» Ως προαναφέραμε, μετά την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής ενώ ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση με το εξής περιεχόμενο: "Ονομάζομαι Παναγιώτης Προκοπίου και είμαι ο 2ος Κατηγορούμενος στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης θέλω να αναφέρω τα εξής: Εγώ και ο 1ος Κατηγορούμενος (Γιώργος Σοφιανός) είμαστε φίλοι πάνω από δέκα χρόνια και συναντιόμαστε αρκετά τακτικά τόσο με τον ίδιο όσο και με την οικογένεια του. Την 1η Ιουνίου το βράδυ μίλησα μαζί με τον Γιώργο και είπαμε ότι θα βρισκόμασταν την επόμενη μέρα για φαγητό. Την επόμενη μέρα δηλαδή στις 2/6/2016 μιλήσαμε πάλι και κανονίσαμε και πήγαμε για φαγητό σε ψαροταβέρνα στην Λάρνακα, εγώ, ο Γιώργος και η οικογένεια του. Ενώ είμασταν στο εστιατόριο συνεννοηθήκαμε να πάμε στα κατεχόμενα για να παίξουμε καζίνο. Οπότε με την αποχώρηση μου από την ψαροταβέρνα πήγα και άφησα το αυτοκίνητο μου έξω από το σπίτι του Γιώργου και ξεκινήσαμε μαζί για την Λευκωσία με σκοπό να περάσουμε από την πατρική του κατοικία του Γιώργου στην οποία διέμενε ο μέχρι πρόσφατα ο παραπληγικός αδελφός του για να πάρουμε και τον 3° Κατηγορούμενο (Άδωνη Ζαχαριάδη), με τον οποίο είχε συνεννοηθεί ο Γιώργος να αφήσει το αυτοκίνητο του εκεί καθώς είναι σχετικά κοντά από το οδόφραγμα και να πάμε μαζί στο Καζίνο. Φτάσαμε στην Λευκωσία περίπου κατά τις 15:00 πήραμε τον Άδωνη και ξεκινήσαμε για το Καζίνο στην Κερύνεια. Εκεί μείναμε για περίπου 2½-3 ώρες και ακολούθως τους ζήτησα να φύγουμε γιατί δεν αισθανόμουν καλά, ένιωθα κομμένος και αισθανόμουν περίεργα σαν να είχα ανεβάσει πυρετό. Στην διαδρομή πριν προλάβουμε να βγούμε από την Κερύνεια είχα ήδη κλείσει τα μάτια μου και κοιμήθηκα πάνω στην καρέκλα του συνοδηγού μέχρι που επιστρέψαμε στην Λευκωσία στο πατρικό του Γιώργου για να αφήσουμε τον Άδωνη ο οποίος είχε αφήσει το αυτοκίνητο του εκεί. Όταν φτάσαμε ο Γιώργος μου είπε να περιμένω πέντε λεπτά γιατί θα κατέβαινε για να πάει στην τουαλέτα οπότε και εγώ κατέβηκα από το αυτοκίνητο για να πάρω λίγο αέρα καθώς εξακολουθούσα να μην αισθάνομαι καλά. Όταν κατέβηκα από το αυτοκίνητο τεντώθηκα και πήγα στο πεζοδρόμιο από την δεξιά πλευρά της κατοικίας όπως την έβλεπα εγώ. Δεν πλησίασα καθόλου την είσοδο της κατοικίας καθώς δεν είχα κανένα λόγο να εισέλθω εντός αυτής και την στιγμή που έγινε η έφοδος από την Αστυνομία εγώ βρισκόμουν σε απόσταση περίπου τριών μέτρων από την είσοδο, ήμουν δηλαδή στο μέσο μεταξύ της εισόδου και του τέλους των κάγκελων της κατοικίας. Θέλω να πω ότι δεν αντιλήφθηκα να υπήρχε εντός του αυτοκίνητου η σακούλα που εντοπίστηκε από την αστυνομία, τουλάχιστον όταν πηγαίναμε στο Καζίνο καθώς και όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να επιστρέψουμε. Σε κάθε περίπτωση θέλω να δηλώσω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι δεν έχω καμία ανάμειξη με την εν λόγω σακούλα ναρκωτικών και να αναφέρω ότι είτε αποδειχθεί ότι η εν λόγω σακούλα κατέβηκε από το αυτοκίνητο το οποίο επέβαινα είτε όχι εγώ ούτε γνώριζα ούτε αντιλήφθηκα την ύπαρξη της. Θέλω επίσης να αναφέρω ότι όταν έφτασε εκεί η αστυνομία τους ανέφερα ότι δεν ένιωθα πολύ καλά και όταν μας πήραν στο τμήμα μου έδωσαν Panadol ενώ την μεθεπόμενη ημέρα επειδή η κατάσταση μου δεν βελτιωνόταν και είχα συνέχεια πυρετό με πήραν στις πρώτες βοήθειες όπου κρατήθηκα κάποιες ώρες. Εκεί μου τοποθετήθηκε ορός για να κατέβει ο πυρετός μου και μου έδωσαν και κάποια φάρμακα." Αναφορικά με το τελευταίο αυτό θέμα, έγινε παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν άρρωστος και ότι, δυο μέρες μετά τη σύλληψη του, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. H M.Y.1 που κλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου 1, ήταν η λειτουργός του τμήματος μετεωρολογικής υπηρεσίας, Σοφία Λουκά. Η μάρτυρας, έδωσε μαρτυρία (γενικά) σε σχέση με τις συνθήκες φωτισμού στις 2.6.2016 και 13.6.2017, καταθέτοντας και σχετικές εκθέσεις (Τεκμήρια 79Α και 79Β, αντίστοιχα). Με αναφορά στις εκθέσεις της, εξήγησε, ότι, οι συνθήκες φωτισμού η ώρα 20:18 στις 2.6.2016 αντιστοιχούσαν με τις συνθήκες φωτισμού η ώρα 20:23 στις 13.6.2017, δεδομένου ότι επικρατούσαν οι ίδιες καιρικές συνθήκες και οι ίδιοι μετεωρολογικοί παράμετροι. Η διαφορά στις συνθήκες φωτισμού μεταξύ της ώρας 20:23 και 20:24 είναι πολύ μικρή. "Απειροελάχιστη" είναι η λέξη που τέθηκε στη μάρτυρα από τον συνήγορο, με την οποία η μάρτυρας συμφώνησε. Στις 2.6.2016 ο ήλιος έδυσε στις 19:56 και στις 13.6.2016 η ώρα 20:
  51. Μετά τη δύση του ηλίου ακολουθεί το πολιτικό λυκόφως που διαρκεί 25-30 λεπτά, κατά το οποίο υπάρχει φυσικός φωτισμός ο οποίος όμως εξασθενεί βαθμιαία. Κατά το πολιτικό λυκόφως μπορούν να εκτελεστούν οι συνήθεις εργασίες. Ακολουθεί το ναυτικό λυκόφως που διαρκεί άλλα 25-30 λεπτά, κατά το οποίο μπορούν να διακριθούν οι γενικές φιγούρες αντικειμένων αλλά χωρίς λεπτομέρειες. Τέλος ακολουθεί το αστρονομικό λυκόφως κατά το οποίο επέρχεται το πλήρες σκότος. Σε σχετική ερώτηση και χωρίς να μπορεί να το συσχετίσει με απόσταση, ανέφερε ότι είναι δυνατόν προς το τέλος του πολιτικού λυκόφωτος, να ισχύει αυτό που ισχύει κατά το ναυτικό λυκόφως, δηλαδή κάποιος να μην μπορεί να διακρίνει λεπτομέρειες. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν κάποιος, στις 2.6.2016 η ώρα 20:18, από απόσταση 5-10 μέτρων, μπορούσε να δει ή να μη δει μια κατάσταση πραγμάτων. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, διευκρίνισε, όπως οι μετεωρολογικές συνθήκες, ο φωτισμός του δρόμου και αν υπήρχε ή όχι φεγγάρι. Ο Μ.Υ.2 Γεώργιος Φιλίππου κλήθηκε στα πλαίσια μιας προσπάθειας "αναπαράστασης σκηνής" με απώτερο σκοπό την κατάρριψη των λεγομένων του Μ.Κ.
  52. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δόθηκε μετά την υποβολή ένστασης της Κατηγορούσας Αρχής, ότι, τέτοια μαρτυρία δεν θα έπρεπε να επιτραπεί κατ' εφαρμογή του κανόνα ότι δεν επιτρέπεται η προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας (rebutting evidence) σε θέματα δευτερευούσης σημασίας (collateral issues). Το Δικαστήριο μας, δε θεώρησε το ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας και επέτρεψε έτσι την προσαγωγή της εν λόγω μαρτυρίας (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 29.6.2017). Ο μάρτυρας λοιπόν, πολύπειρος κινηματογραφιστής/ φωτογράφος, τα προσόντα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν - κατόπιν παράκλησης του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 - επισκέφθηκε συνολικά τρεις φορές τη σκηνή. Η τρίτη ήταν στις 13.6.2017 και τότε έγινε ολοκληρωμένη κινηματογράφηση με τη χρήση δυο κινηματογραφικών μηχανών και την ταυτόχρονη και συνεχή καταγραφή των ωρών λήψης. Η πρώτη κάμερα στήθηκε στο σημείο όπου βρισκόταν ο παρατηρητής (Μ.Κ.6) και η δεύτερη μέσα στην αυλή της πατρικής οικίας του Κατηγορουμένου
  53. Το προϊόν της κινηματογράφησης, το κατέγραψε σε ψηφιακό δίσκο (dvd), το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 80 και διαρκούσης της μαρτυρίας του, προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με παράλληλες επεξηγηματικές/περιγραφικές αναφορές του μάρτυρα. Το κινητό τηλέφωνο που συνεχώς επιδεικνυόταν στο φακό - προς επαλήθευση της ώρας λήψης - ανήκει στον ευπαίδευτο συνήγορο κ. Πική. Για σκοπούς της αναπαράστασης χρησιμοποιήθηκε το BMW X5 του Κατηγορουμένου 1 - το οποίο μεταφέρθηκε στο μέρος με πλατφόρμα και τοποθετήθηκε στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 51 - το όχημα του Κατηγορουμένου 3 επίσης στο ίδιο σημείο, μπροστά από το BMW - μια σακούλα όμοια με το Τεκμήριο 1, με περιεχόμενο βάρους 9.9 κιλά και ένας ηθοποιός ομοίου αναστήματος με τον Κατηγορούμενο 2 (παραδεκτό γεγονός). Μια αρχική αναφορά του μάρτυρα ήταν ότι η φωτομέτρηση της κάμερας είναι περίπου η ίδια με αυτό που βλέπει και το γυμνό μάτι. Απ' εκεί και πέρα, ταυτοχρόνως της προβολής του dvd (Τεκμήριο 80), περίγραφε με τη συνδρομή του ευπαιδεύτου συνηγόρου, τα κινηματογραφηθέντα. Δηλαδή στις 20:18.41 διακρίνεται καθαρά ο ηθοποιός να εξέρχεται του οχήματος κρατώντας το σακούλι. Στις 20:18.56 διακρίνεται καθαρά να ξανά εισέρχεται στο όχημα. Στις 20:24.12 ξανά εξέρχεται του οχήματος, κρατώντας το σακούλι και μπαίνει στην αυλή, αλλά αυτή τη φορά διακρίνεται με δυσκολία απλά η φιγούρα του, χωρίς να διακρίνονται λεπτομέρειες λόγω ανεπαρκούς φωτισμού. Περαιτέρω, βλέποντας τα όσα κατέγραψε η κάμερα η ώρα 20:23, ανέφερε, ότι, δεν μπορούσε κάποιος από το σημείο όπου ήταν στημένη η πρώτη κάμερα να δει είτε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του Κατηγορουμένου 3 είτε του BMW (λόγω ανεπαρκούς φωτισμού). Βλέποντας τη λήψη η ώρα 20:24 με μετακίνηση της κάμερας 1½ μέτρο πιο δεξιά, για κάλυψη του ενδεχομένου ο παρατηρητής να μετακινήθηκε και να κρύφτηκε στο σημείο αυτό όπου υπάρχουν φύλλα, ανέφερε, ότι και πάλι δεν θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει λεπτομέρειες. Κατατέθηκε και προβλήθηκε και δεύτερο dvd (Τεκμήριο 81) από κινηματογράφηση που έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο, απλά, προς επιβεβαίωση κάποιων αποστάσεων, κυρίως της απόσταση των 20 μέτρων που ανέφερε ότι στεκόταν περίπου, ο Μ.Κ.
  54. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε για τη φωτομέτρηση, ότι, δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το γυμνό μάτι. Η φωτομέτρηση σου λέει πόσο διάφραγμα να βάλεις στην κάμερα, δηλαδή εκείνος ο φωτισμός είναι σωστός. Από την άλλη, αν είναι απέναντι και κτυπά ο ήλιος στο γυμνό μάτι, δεν μπορεί να γίνει φωτομέτρηση. Η κάμερα φωτομετρά και καταγράφει ακριβώς. Το μάτι όταν περάσει μπροστά ένα αυτοκίνητο, κλείνει το διάφραγμα και δεν βλέπει καθαρά τι υπάρχει από πίσω από το αυτοκίνητο. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι το BMW μεταφέρθηκε με πλατφόρμα και τοποθετήθηκε στο σημείο. Δεν οδηγήθηκε και να σταθμεύσει στο σημείο. Τα φώτα του ήταν πάντως σβηστά. Με ταυτόχρονη και πάλι προβολή του Τεκμηρίου 80, ο μάρτυρας, κατόπιν ερώτησης, αν η ώρα 20:23 θα φαινόταν εάν έβγαινε κάποιος από το αυτοκίνητο αποκρίθηκε "Ε, εντάξει". Συμπλήρωσε λέγοντας, η φιγούρα θα φαινόταν, το πρόσωπο λίγο δύσκολο να καταλάβεις και αν κρατούσε κάτι θα φαινόταν εάν το κρατούσε ψηλά. Αν περνούσε κάποιο όχημα από το δρόμο εκείνη τη στιγμή με αναμμένα τα φώτα, θα υπήρχε ακόμα καλύτερη ορατότητα, ανέφερε. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι αν ο κάποιος στον οποίο αναφέρθηκε προηγουμένως, κρατούσε αυτό το κάτι χαμηλά, δεν θα φαινόταν λόγω του οχήματος. Για τη φωτομέτρηση ανέφερε ότι είναι ό,τι βλέπει το μάτι ακριβώς. Αγορεύσεις συνηγόρων Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων και η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υιοθέτησαν και κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες πραγματεύονται με ικανότητα και ενδελέχεια τη δοθείσα μαρτυρία, τα επίμαχα ζητήματα που ανακύπτουν καθώς επίσης και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Τις αγορεύσεις αυτές τις έχουμε διεξέλθει με κάθε προσοχή. Πέραν των γραπτών αγορεύσεων, οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν και προφορικά, προβαίνοντας σε διευκρινήσεις και επισημάνσεις σε σχέση με τα κύρια σημεία της υπόθεσης τους. Πιο συγκεκριμένα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων - ο καθένας με τη σειρά και τον τρόπο του - έδωσαν μεγάλη έμφαση στη μαρτυρία του παρατηρητή (Μ.Κ.6) συναρτώντας τη με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 και πολύ περισσότερο του Μ.Υ.
  55. Είναι η θέση των συνηγόρων, ότι ο Μ.Κ.6 είναι αναξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο αφού από τη μαρτυρία αναπαράστασης που δόθηκε από τον Μ.Υ.2 προκύπτει, ότι, τη στιγμή άφιξης του BMW στην οδό Ολύμπου 7 (ήτοι μεταξύ 20:18 και λίγο πριν τις 20:20) ήταν αδύνατο για τον Μ.Κ.6 να κάμει τις διαπιστώσεις, τις οποίες έκαμε, λόγω ανεπαρκούς φωτισμού. Συγκεκριμένα ήταν αδύνατο να δει τους αριθμούς εγγραφής του BMW ως επίσης και τον Κατηγορούμενο 3, να κατεβαίνει, δήθεν, από το πίσω κάθισμα του οχήματος, κρατώντας μάλιστα τη σακούλα (Τεκμήριο 1). Πέραν του ανεπαρκούς φωτισμού, μια τέτοια διαπίστωση ήταν αδύνατη ένεκα και του ύψους του BMW (πρόκειται για υψηλό όχημα τύπου Jeep), των "φιμέ τζαμιών" του οχήματος αλλά και της παρουσίας του οχήματος του Κατηγορουμένου 3, το οποίο ήταν σταθμευμένο ακριβώς μπροστά από το BMW. Με εξουδετερωμένη τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, συνέχισαν οι συνήγοροι, δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με την άφιξη των Κατηγορουμένων στο μέρος. Παραμένει μόνο η μαρτυρία των λοιπών αστυνομικών - την οποία επίσης αμφισβήτησαν, υποδεικνύοντας διάφορες ανακολουθίες και αντιφάσεις (όπως τις χαρακτήρισαν) - σε σχέση με την παρουσία των Κατηγορουμένων στο μέρος την ώρα της αστυνομικής εφόδου. Αυτή η (περιστατική) μαρτυρία, κατά τους συνηγόρους, δεν επαρκεί για στήριξη καταδίκης των Κατηγορουμένων. Μνεία, έγινε και στο γεγονός ότι δεν ανευρέθηκε γενετικό υλικό ή δακτυλικά αποτυπώματα σε οποιονδήποτε από τα τεκμήρια που σχετίζονται με τις υπό εκδίκαση κατηγορίες 1-
  56. Ιδιαίτερη έμφαση για τη μη σύνδεση του με την υπόθεση, δόθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος, τη στιγμή εφόδου της αστυνομίας δεν είχε εισέλθει στην αυλή της οικίας. Αντίθετα, στεκόταν αμέριμνος (ποκνιαζόμενος) στο πεζοδρόμιο έξω από το όχημα. Επί τούτου, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει και την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου 2, σύμφωνα με την οποία δεν είχε καμία σχέση ή γνώση για την όποια ύπαρξη ναρκωτικών και η εκεί παρουσία του ήταν εντελώς συγκυριακή και άσχετη με τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία υποστήριξε, ότι, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας είναι αξιόπιστοι. Οι όποιες ανακολουθίες επισήμανε, είναι επουσιώδεις και δικαιολογούνται από τον γρήγορο τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Σε σχέση ειδικά με τον Μ.Κ.6, ανέφερε, ότι, δεν πρόκειται για κάποιο άσχετο άτομο αλλά για άτομο που είναι η δουλεία του να εκτελεί χρέη παρατηρητή. Η λεγόμενη αναπαράσταση, κατά τη συνήγορο, έγινε υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες και ουδόλως καταρρίπτει τη μαρτυρία του M.K.6, ούτε και προσφέρεται για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Κάλεσε έτσι το Δικαστήριο, δεχόμενο στην ολότητα της τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, να προχωρήσει σε καταδίκη όλων των Κατηγορουμένων. Σε σχέση ειδικά με τον Κατηγορούμενο 2, απέκλεισε το ενδεχόμενο να μη γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών, αφού η μυρωδιά η οποία αναδυόταν από τη σακούλα - για την οποία μίλησε και ο Μ.Κ.2 - το έκανε εμφανές σε όλους τους επιβαίνοντες στο BMW ότι υπήρχαν εντός αυτής, ναρκωτικά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ερχόμαστε τώρα στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στο πλαίσιο αυτό παρακολουθήσαμε με κάθε προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Εξετάσαμε επισταμένα κάθε πτυχή της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων, τόσο ατομικά όσο και σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία. Έπειτα αντλώντας καθοδήγηση από τις γνωστές, καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης, προχωρήσαμε σε αποτίμηση της αξιοπιστίας τους. Σε σχέση με τους αστυνομικούς (Μ.Κ.1, 2, 3 και 5) καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι όλοι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και κρίνονται κατ' επέκταση ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Η μαρτυρία τους είναι συγκλίνουσα και πλαισιώνει η μία την άλλη. Ήταν σταθεροί και πειστικοί στη μαρτυρία τους, απαντώντας με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν. Δεν εντοπίσαμε ρωγμές που να σχετίζονται είτε με ουσιαστικές αντιφάσεις είτε με αδικαιολόγητες ανακολουθίες. Η μαρτυρία τους δεν ήταν βέβαια ταυτόσημη επί όλων των λεπτομερειών που ανέφεραν. Ούτε όμως και θα αναμενόταν κάτι τέτοιο ένεκα του διαφορετικού ρόλου του καθενός. Του διαφορετικού οπτικού πεδίου του καθενός και βεβαίως του αστραπιαίου τρόπου με τον οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα και αναφερόμαστε βεβαίως στη στιγμή εφόδου της αστυνομίας στην πατρική κατοικία του Κατηγορουμένου
  57. Τα σημεία στα οποία στάθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων για να πλήξουν την αξιοπιστία τους είναι είτε επουσιώδη είτε εντελώς ανύπαρκτα. Για παράδειγμα, αναδείχθηκε σε μείζον ζήτημα το γεγονός ότι στον κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο 50) αναγράφεται "21:17" ως ώρα ανεύρεσης της σακούλας (Τεκμήριο 1) και ότι δήθεν αυτή είναι η ώρα εντοπισμού της. Είναι προφανές, ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσαν οι πλείστοι μάρτυρες και ότι στην πραγματικότητα η σακούλα - μαζί βέβαια με τα ναρκωτικά που ήταν μέσα - εντοπίστηκε ευθύς μόλις εισήλθαν στην αυλή της κατοικίας, οι αστυνομικοί, δηλαδή πριν τις 20:
  58. Η ώρα 21:17 ήταν η στιγμή σφράγισης της σακούλας ως τεκμήριο, γεγονός που συγκυριακά καταφαίνεται και στη φωτογραφία 10 του Τεκμηρίου 51, όπου απεικονίζεται το ρολόι του Μ.Κ.2 που ασχολείτο με το εγχείρημα αυτό, να δείχνει ακριβώς 9:
  59. Συνεπώς το θέμα αυτό είναι ανύπαρκτο και η ανάδειξη του, μάλλον κατέδειξε την απουσία στέρεας βάσης αμφισβήτησης των λεγομένων των μαρτύρων κατηγορίας παρά να πρόσφερε πεδίο για πλήξη της αξιοπιστίας τους. Ένα άλλο θέμα το οποίο ανέδειξαν οι συνήγοροι Υπεράσπισης, είναι ότι ο Μ.Κ.1 είπε ότι η ώρα 20:20 ήταν νύχτα. Είναι γεγονός ότι η αναφορά αυτή έγινε από τον μάρτυρα, αλλά έγινε ακροθιγώς και χωρίς να του ζητηθεί να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ήταν μια μονολεκτική και γενικόλογη αναφορά που ιδωμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της μαρτυρίας, ουδόλως καταρρίπτει τη συντριπτική και απόλυτα λεπτομερή μαρτυρία περί της ύπαρξης ικανοποιητικού φωτισμού την ώρα άφιξης του BMW στο μέρος, περί ώρα 20:
  60. Η ουσία της μαρτυρίας των Μ.Κ.1, 2, 3 και 5 είναι ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 βρέθηκαν να στέκονται εντός της αυλής, ακριβώς πάνω από τη σακούλα με τα ναρκωτικά και ο Κατηγορούμενος 2, λίγα μέτρα πάρα πέρα. Ήταν μεν στο πεζοδρόμιο, έξω από το κάγκελο της αυλής, αλλά έδειχνε να έχει πρόθεση να εισέλθει και αυτός στην αυλή (ιδιαιτέρως κατηγορηματικοί επί του σημείου αυτού ήταν οι Μ.Κ.1 και 6). Το κατά πόσο ο κάθε Κατηγορούμενος στεκόταν μερικά εκατοστά πιο δεξιά ή πιο αριστερά, πιο μπροστά ή πιο πίσω, δεν έχει σημασία και βεβαίως θα ήταν και αφύσικο, ίσως και ύποπτο, αν υπήρχε στα λεγόμενα των μαρτύρων, απόλυτη ταύτιση επί του ζητήματος αυτού. Ερχόμαστε τώρα στον Μ.Κ.6, η μαρτυρία του οποίου, ως προαναφέραμε, αμφισβητήθηκε έντονα. Πάρα ταύτα, θα πρέπει να υποδείξουμε, ότι, ο μάρτυρας αυτός μας δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση και δεν έχουμε αμφιβολία ότι η μαρτυρία του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έδωσε πειστικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις και εξηγήσεις σε όσες ερωτήσεις του τέθηκαν, χωρίς αμφιταλαντεύσεις ή αντιφάσεις και χωρίς σε κανένα σημείο να μας δημιουργήσει υποψία ότι η μαρτυρία του δυνατόν να ήταν χαλκευμένη. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι τη στιγμή που το BMW εισήλθε στην οδό Ολύμπου από την οδό Κενταύρου περί ώρα 20:18, υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός και ότι ο μάρτυρας, από το σημείο όπου στεκόταν και παρατηρούσε, το είδε δια γυμνού οφθαλμού. Με τον ίδιο τρόπο το είδε να σταθμεύει έξω από την πατρική οικία του Κατηγορουμένου 1 - διακρίνοντας, στο σημείο εκείνο και τους αριθμούς εγγραφής του. Έπειτα είδε να αποβιβάζονται απ' αυτό, οι τρεις Κατηγορούμενοι. Ο Κατηγορούμενος 1 από τη θέση του οδηγού, ο Κατηγορούμενος 2 από τη θέση του συνοδηγού και ο Κατηγορούμενος 3 από το πίσω κάθισμα, κρατώντας τη σακούλα (Τεκμήριο 1). Τη στιγμή εκείνη, βρισκόταν απέναντι και διαγωνίως από την οικία, σε κοντινή απόσταση (20 μέτρα ίσως και λιγότερα) και τίποτε δεν έφρασσε ουσιαστικά, το οπτικό του πεδίο. Ούτε και οι συνθήκες φωτισμού τον εμπόδισαν καθοιονδήποτε τρόπο να δει τα όσα είδε. Αντίθετη μαρτυρία, σε πραγματικό επίπεδο, δεν υπάρχει. Υπάρχει απλά η προσπάθεια διαφορετικής θεώρησης που καταβλήθηκε από την Υπεράσπιση, δια της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, η οποία όμως, όπως θα σχολιάσουμε στη συνέχεια, δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε, πρακτικό και θετικό για την υπόθεση των Κατηγορουμένων, αντίκτυπο. Η προσπάθεια αυτή, ως τελικώς διαφάνηκε, ήταν και κάπως παράδοξη, υπό την έννοια, ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης, δεν αμφισβητήθηκε η παρουσία οποιουδήποτε Κατηγορουμένου στη σκηνή του συμβάντος. Δεν αμφισβητήθηκε η ανεύρεση της σακούλας στο σημείο όπου ανευρέθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ότι εντός αυτής υπήρχαν τα επίδικα ναρκωτικά. Ούτε και προβλήθηκε θέση, ότι, οι Κατηγορούμενοι, κατέφθασαν στο μέρος, σε άλλο χρόνο ή με άλλο τρόπο, εκτός από το BMW. Αντίθετα, ο Κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη του δήλωση (χωρίς βέβαια να είναι αυτή η πηγή των συμπερασμάτων μας) παραδέχεται, ότι, οι Κατηγορούμενοι αφίχθηκαν στη σκηνή με τον τρόπο που ανέφερε ο Μ.Κ.
  61. Για την παρουσία της σακούλας στο όχημα δηλώνει απλά άγνοια. Εκείνο το οποίο αμφισβητεί είναι τη γνώση και γενικά την εν γένει ανάμειξη του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου ενός αδικήματος είναι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και επί τούτου θα πρέπει να προσαγάγει αξιόπιστη μαρτυρία απόδειξης και όχι η Υπεράσπιση, να προσαγάγει μαρτυρία κατάρριψης. Μια ορθόδοξη όμως προβληθείσα υπεράσπιση, θα πρέπει να έχει υπόβαθρο και να χαρακτηρίζεται από λογική και συνοχή, στοιχεία που ελλείπουν στην προκειμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του αντίθετη εκδοχή, ούτε καν από τον Κατηγορούμενο
  62. Οι θέσεις που προβάλει στην ανώμοτη του δήλωση - τις οποίες θα εξετάσουμε στη συνέχεια - δεν αποτελούν υπόβαθρο διαζευκτικής πιθανότητας (βλ. Εφραιμίδου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 134/2013, ημερ. 2.5.2014). Όπως και να 'χει επαναλαμβάνουμε ότι ο Μ.Κ.6 μας δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση και αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία του. Ερχόμαστε τώρα στους μάρτυρες υπεράσπισης. Για τη Μ.Υ.1, η μαρτυρία της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, σχηματίσαμε καλή εντύπωση και αποδεχόμαστε έτσι τη μαρτυρία της. Η μαρτυρία της ωστόσο, αν είναι κάτι που ενισχύει, είναι τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  63. Η μάρτυρας ανέφερε ότι στις 2.6.2016, ο ήλιος έδυσε στις 19:
  64. Μετά τη δύση του ηλίου ακολουθεί το πολιτικό λυκόφως που διαρκεί 25-30 λεπτά, κατά το οποίο υπάρχει φυσικός φωτισμός (ο οποίος εξασθενεί βαθμιαία) και μπορούν να εκτελεστούν οι συνήθεις εργασίες. Με βάση λοιπόν αυτή τη μαρτυρία, στις 2.6.2016 μέχρι τις 20:21 (το νωρίτερο) ή 20:26 (το αργότερο) επικρατούσαν συνθήκες πολιτικού λυκόφωτος. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις πάντως, είναι σίγουρο, ότι, στις 20:18 που ο M.K.6 είδε το ΒΜW να εισέρχεται στην οδό Ολύμπου, υπήρχε πολιτικό λυκόφως και ο μάρτυρας θα μπορούσε έτσι, άνετα, να δει τα όσα είδε. Στη χειρότερη περίπτωση το πολιτικό λυκόφως διήρκησε για αλλά 3 λεπτά και στην καλύτερη για αλλά 8 λεπτά - χρόνος διόλου ευκαταφρόνητος, ιδωμένος στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Αυτή είναι η μαρτυρία ενώπιον μας. Συνεπώς η ερώτηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 και η μετέπειτα απάντηση της μάρτυρος, ότι, προς το τέλος του λυκόφωτος είναι δυνατόν να επικρατούν συνθήκες ναυτικού λυκόφωτος (όπου διακρίνονται μόνο φιγούρες, χωρίς λεπτομέρειες) είναι μόνο δυνητική και όχι πραγματική και με υπόβαθρο τα όσα ανέλυσε ενώπιον μας η μάρτυρας. Σε σχέση τώρα με τον Μ.Υ.2, η πρώτη μας παρατήρηση είναι ότι η προσπάθεια της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1 για προπαρασκευή και εκτέλεση της ούτω καλούμενης «αναπαράστασης» ήταν ομολογουμένως φιλότιμη. Ωστόσο, χωρίς να αμφισβητούμε ποσώς την αξιοπιστία του Μ.Υ.2, ο οποίος, ως διαφάνηκε, ήταν ένας καλός και έμπειρος κινηματογραφιστής, δεν είναι δυνατό να έχει το ποθητό αποτέλεσμα για τους Κατηγορούμενους. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 σε καμία περίπτωση δεν καταρρίπτει την αξιόπιστη - για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως - μαρτυρία του Μ.Κ.
  65. Κατ' αρχάς οι πραγματικές συνθήκες και οι συνθήκες αναπαράστασης δεν είναι όμοιες. Συγκεκριμένα στην αναπαράσταση, το BMW μεταφέρθηκε στη σκηνή με πλατφόρμα και τοποθετήθηκε έξω από την οικία ενώ στην πραγματικότητα, οδηγήθηκε στο μέρος και στάθμευσε έξω από την οικία. Ελλείπει δηλαδή η όποια αναπαράσταση της εισόδου του BMW από την οδό Κενταύρου στην οδό Ολύμπου, η διέλευση του κατά μήκος της οδού Ολύμπου και τελικώς η στάθμευση του έξω από την οικία. Η ενέργεια αυτή - υπό όμοιες συνθήκες - ήταν καθόλα σημαντική να αναπαραχθεί αφού ήταν η πρώτη και ουσιαστικότερη διαπίστωση του Μ.Κ.6 που οδήγησε σε όλες τις υπόλοιπες. Δεν είναι αποδεκτό συνεπώς, να παραλήφθηκε το κομμάτι αυτό και η αναπαράσταση να ξεκίνησε από κατοπινό σημείο. Ομοίως, στην αναπαράσταση κατεβαίνει μόνο ένα πρόσωπο, κρατώντας σακούλα ενώ στην πραγματικότητα κατέβηκαν τρία πρόσωπα, εκ των οποίων, το ένα κρατούσε σακούλα. Όσο σημαντική ήταν η διαπίστωση του Μ.Κ.6 να δει τον Κατηγορούμενο 3 να κατεβαίνει από το όχημα, κρατώντας τη σακούλα, άλλο τόσο ήταν η διαπίστωση του να δει τους άλλους δύο Κατηγορούμενους να κατεβαίνουν από το όχημα, γεγονός το οποίο παραλήφθηκε εντελώς από την αναπαράσταση. Όταν επιχειρείται η αναπαράσταση κάποιου συμβάντος, η αναπαράσταση θα πρέπει να είναι ολοκληρωμένη και να καλύπτει όλα τα συναρτημένα και συνεκτικά στοιχεία του συμβάντος - είτε ενδιαφέρουν την πλευρά που το επιχειρεί είτε δεν ενδιαφέρουν - για να μπορεί έτσι και το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη και ολοκληρωμένη άποψη. Δεν νοείται κάποια στοιχεία να αποσυνδέονται και να παραλείπονται. Ακόμα και το σημείο απ' όπου έγινε η κινηματογράφηση δεν μπορεί να ταυτιστεί. Ναι, μεν έγινε συμφώνως της γενικής περιγραφής του Μ.Κ.6, αλλά αυτή η περιγραφή δεν ήταν απόλυτα προσδιοριστική. Ούτε και το σημείο όπου στεκόταν απεικονίζεται σε οποιαδήποτε φωτογραφία του Τεκμηρίου
  66. Συνεπώς, δεδομένης και της δυνατότητας μετακίνησης του Μ.Κ.6 - και παρά τη φιλότιμη προσπάθεια να καλυφθεί και αυτό το ενδεχόμενο με τη κινηματογράφηση - δεν είναι δυνατό η αναπαραγωγή και επ' αυτού, να θεωρηθεί ταυτόσημη. Απ' εκεί και πέρα υπάρχει και η αστάθμητη παράμετρος της φωτομέτρησης. Επί τούτου, θα πρέπει να πούμε, ότι, υπήρξε κάποια αμφιταλάντευση από τον μάρτυρα, αφού αρχικά ανέφερε ότι είναι περίπου το ίδιο με αυτό που βλέπει το γυμνό μάτι. Στη συνέχεια ότι δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το γυμνό μάτι, εξηγώντας μάλιστα και το γιατί, για να καταλήξει στην επανεξέταση ότι η φωτομέτρηση είναι ό,τι βλέπει και το μάτι. Με τέτοια μαρτυρία, δεν είμαστε διατεθειμένοι να δεχτούμε ότι τα όσα κατέγραψε η κάμερα του Μ.Υ.2 στις 13.6.2017 είναι τα ίδια με τα όσα έβλεπαν τα μάτια του Μ.Κ.6 στις 2.6.
  67. Η αναφορά στις ημερομηνίες μας φέρνει και στην επόμενη μας επισήμανση. Η κινηματογράφηση έγινε ένα χρόνο και 11 ημέρες μετά τον επίδικο χρόνο. Ναι μεν έγινε προσπάθεια ταύτισης της επικρατούσας φυσικής κατάστασης φωτισμού δια της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, δεν υπάρχει όμως μαρτυρία για άλλα ζητήματα, τα οποία μπορεί να διαδραμάτισαν ρόλο. Για παράδειγμα, το κατά πόσο εκπεμπόταν φως από διπλανή ή παραπλήσια οικία ή από άλλο όχημα που δυνατό να ήλαυνε κατά μήκος της οδού Ολύμπου τη δεδομένη στιγμή. Ακόμα και η ώρα της αναπαράστασης της αποβίβασης δεν ταυτίστηκε. Η αποβίβαση σύμφωνα με τον Μ.Κ.6 έγινε γύρω στις 20:18 στις 2.6.2016, η οποία σύμφωνα με τη M.Y.1, από πλευράς φωτισμού, αντιστοιχούσε στις 20:23 της 13.6.
  68. Η κινηματογράφηση αυτής της σκηνής όμως έγινε στις 20:
  69. Ναι μεν η Μ.Υ.1, δέχτηκε τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1, ότι, η διαφορά είναι "απειροελάχιστη", στην πράξη όμως, το Δικαστήριο, αφού προβλήθηκε η σκηνή και στις 20:23 και στις 20:24 διαπίστωσε ότι υπήρχε διαφορά στη δυνατότητα διάκρισης λεπτομερειών. Η διαπίστωση μας είναι συμβατή και με τη βραχεία διάρκεια της κάθε περιόδου λυκόφωτος (25 με 30 λεπτά), όπου εκ των πραγμάτων, το κάθε λεπτό έχει τη σημασία του. Στην υπόθεση Σταυρινού v. Δημοκρατίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 706 έγινε παρακολούθηση από τον αστυφύλακα Ξ. Κόμπο (Μ.Κ.3) ενός σπιτιού απ' όπου διακινήθηκαν ναρκωτικά. Η παρακολούθηση έγινε από απόσταση 20 μέτρων από απέναντι χωράφι κατά τρόπο που ο αστυφύλακας δεν ήταν ορατός από τον δρόμο, αλλά διατηρούσε οπτική επαφή με την πρόσοψη της οικίας. Με σκοπό να αντικρουσθεί η μαρτυρία του Κόμπου και να καταδειχθεί, ότι, δεν μπορούσε να έχει οπτική επαφή όπως ισχυρίστηκε, η Υπεράσπιση, ένα χρόνο μετά το συμβάν, επισκέφθηκε τη σκηνή και με δικό της φωτογράφο, έβγαλε διάφορες φωτογραφίες της σκηνής, τις οποίες παρουσίασε στη δική ως μαρτυρία "αναπαράστασης σκηνής". Σχολιάζοντας τη μαρτυρία αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελ.724-725 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής: «Στην ουσία εκείνο που επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση μέσω του φωτογράφου ήταν να γίνει αναπαράσταση ή καλύτερα ανασυγκρότηση («reconstruction») της σκηνής. Η μέθοδος της αναπαράστασης ή της ανασυγκρότησης δεν αντίκειται σε οποιοδήποτε κανόνα δικαίου, η δε μαρτυρία μπορεί να ληφθεί υπόψη εφόσον δεν παρατηρείται οτιδήποτε στη σχετική διαδικασία που να αποβαίνει επιζήμιο προς τα συμφέροντα του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία που προσάγεται υπό τύπο ανασυγκρότησης ή αναπαράστασης, όπως εδώ η λήψη φωτογραφιών που απεικονίζουν τη σκηνή, είναι πρωτογενής μαρτυρία και δύναται να αξιολογηθεί ανάλογα, η δε μαρτυρία που δίνεται από τον εμπειρογνώμονα είναι αποδεκτή με την προϋπόθεση πάντοτε βεβαίως ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν υποκαθίσταται σε ό,τι αφορά τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν από τις θέσεις που προβάλλει ο εμπειρογνώμονας....Εδώ, βεβαίως, η αναπαράσταση έγινε εκ μέρους του εφεσείοντος και με την προτροπή του συνηγόρου υπεράσπισης ώστε να παρουσιαστεί μαρτυρία προς υποβοήθηση της θέσης του. Η πραγματικότητα όμως παραμένει, όπως ορθά εντοπίστηκε από το Κακουργιοδικείο έστω χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, ότι η φωτογράφηση από τον Λουκαΐδη έγινε ένα ολόκληρο χρόνο μετά, στον δε χώρο εκτός από τα δύο εμπορευματοκιβώτια για τα οποία δεν υπήρχε μαρτυρία κατά πόσο είχαν μετακινηθεί σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο προηγουμένως, τοποθετήθηκε εκ των υστέρων, ένα, κατ' ισχυρισμόν πανομοιότυπο όχημα μ' αυτό του εφεσείοντος, το οποίο ως ανέφερε η Συμιλλίδου, Μ.Υ. 1, είχε "πωληθεί" [μάλλον η λέξη που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί είναι "τοποθετηθεί"], σε θέση που μπορεί να ήταν ή να μην ήταν η ίδια, όπως την ημέρα του επεισοδίου. Παρατηρείται επίσης από τις φωτογραφίες ότι αυτές λήφθηκαν από γωνίες που υποδείχθηκαν από τον συνήγορο του εφεσείοντος (εμπλοκή που, υποδεικνύεται, δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιθυμητή, για ευνόητους δεοντολογικούς λόγους, να γίνεται από συλλειτουργό της δικαιοσύνης), και ήταν επομένως εκ προοιμίου υποδειχθείσες για να δείχνουν ή να μην δείχνουν ορισμένα σημεία. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε αυτή η φωτογράφηση που έγινε ένα ολόκληρο χρόνο μετά, να υποκαθιστούσε τη ζωντανή παρατήρηση που έγινε από τον Κόμπο και τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την αστυνομία εκείνη την ημέρα. Επρόκειτο για μαρτυρία που είχε τον χαρακτήρα της αυτοεξυπηρετικής δήλωσης και δεν ήταν σε καμιά περίπτωση η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. (R. v. Quinn, R. v. Bloom [1962] 2 Q.B. 245). Μάλιστα, έγινε δεκτό από τον Λουκαΐδη κατά τη μαρτυρία, αντιπαραβάλλοντας τη φωτογραφία 25 του Τεκμ. «2», με τις φωτογραφίες 4, 9 και 10 του Τεκμ. «43», ότι αυτές λήφθηκαν από διαφορετική απόσταση και διαφορετικά σημεία (σελ. 188 και 213 των πρακτικών). Από τη στιγμή που έγινε δεκτή ως ειλικρινής και αντικειμενική η παρατήρηση της σκηνής από τον Κόμπο, οι φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση όντως πολύ λίγη αποδεικτική αξία είχαν και ορθά απορρίφθησαν από το Κακουργιοδικείο.» Στην ίδια απόφαση (σελ.720) αναφέρονται τα εξής: "Ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104." Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους - χωρίς επαναλαμβάνουμε να θεωρούμε τον Μ.Υ.2 αναξιόπιστο μάρτυρα - κρίνουμε ότι η μαρτυρία του δεν έχει αποδεικτική αξία και ουδόλως καταρρίπτει ή θέτει υπό αμφιβολία την καθόλα αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.
  1. Ερχόμαστε τώρα στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου
  2. Η φύση και αξία τέτοιων δηλώσεων έχει εξεταστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505 και Α.Δ. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.06.2016). Από τη θεώρηση της πιο πάνω νομολογίας προκύπτει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία. Έχει περισσότερο πειστική παρά αποδεικτική αξία. Η αξία της είναι περιορισμένη αφού ο Κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε αντεξέταση. Το Δικαστήριο οφείλει να την εξετάσει, έχοντας κατά νου ότι η δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη κάποιου γεγονότος. Από την άλλη, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια δήλωση χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία και ισχύ. Για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς τη βαρύτητα που μπορεί να της προσδώσει, οφείλει να την εξετάσει με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, έχοντας ιδιαίτερα υπόψη τα στοιχεία μαρτυρίας που δεν τελούν υπό αμφισβήτηση (βλ. επίσης Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πειστική, μπορεί να δει τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι. Όταν όμως κρίνει ότι δεν είναι πειστική, το θέμα τελειώνει εκεί. Οι θέσεις που προβάλλει στην ανώμοτη του δήλωση ο Κατηγορούμενος 2 - στον βαθμό που επιχειρεί να εκφράσει άγνοια και να αποστασιοποιηθεί από τη διακίνηση των ναρκωτικών - χαρακτηρίζοντας την παρουσία του στο μέρος ως συγκυριακή, δεν είναι καθόλου πειστικές. Με άλλα λόγια δεν μας πείθει, ότι, τη στιγμή εφόδου της αστυνομίας στην πατρική οικία του Κατηγορουμένου 1 - όλως τυχαίως - ο Κατηγορούμενος 1 κατέβηκε διότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα, ο Κατηγορούμενος 3 κατέβηκε για να πάρει το αυτοκίνητο του που ήταν σταθμευμένο εκεί και ο ίδιος - μη αισθανόμενος καλά - κατέβηκε απλά για να πάρει αέρα και να τεντωθεί. Θυμίζουμε στο σημείο αυτό, ότι, ο Κατηγορούμενος 3 κατέβηκε κρατώντας τη σακούλα με τα ναρκωτικά και τη στιγμή που ανακόπηκε από την αστυνομία, δεν ήταν σε διαδικασία παραλαβής αυτοκινήτου αλλά αντίθετα βρισκόταν εντός της αυλής της οικίας, όπως βέβαια και η σακούλα με τα ναρκωτικά. Περαιτέρω, υπενθυμίζουμε, ότι, όταν ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη από τον Μ.Κ.5 στις 2.6.2016 και περί ώρα 23:48 (λίγες ώρες δηλαδή μετά το συμβάν) και αφού του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, το μόνο που ανέφερε ήταν «τι να πω» (βλ. Τεκμήριο 72(β)). Ομοίως δεν μας πείθει, ότι σε ένα κλειστό και μικρό μέρος, όπως είναι ο εσωτερικός χώρος ενός οχήματος, στο οποίο μάλιστα ήταν συνοδηγός, δεν αντιλήφθηκε, όχι το περιεχόμενο, αλλά την εν γένει παρουσία της σακούλας (Τεκμήριο 1). Η σακούλα είναι πολύ μεγάλη και απέκτησε ακόμα μεγαλύτερο όγκο από το γεγονός ότι ήταν φορτωμένη με 8 και πλέον κιλά, ναρκωτικά. Συμπεράσματα Τα συμπεράσματα τα οποία εξάγουμε είναι ανάλογα των όσων αναφύονται από τα λεγόμενα των αξιόπιστων μαρτύρων, χωρίς να χρειάζεται να τα καταγράψουμε εκ νέου. Θα παραθέσουμε όμως τα ουσιώδη σημεία. Βρίσκουμε λοιπόν ότι στις 2.6.2016 ο Μ.Κ.6, με σκοπό τον έλεγχο της πατρικής οικίας του Κατηγορουμένου 1, η οποία βρίσκεται στην οδό Ολύμπου 7 στον Άγιο Δομέτιο, τοποθετήθηκε παρατηρητής σε σημείο απέναντι από την εν λόγω οικία, όπως το περιέγραψε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Σκοπός ήταν η εκτέλεση εντάλματος έρευνας της οικίας και των οχημάτων του Κατηγορουμένου
  1. Περί ώρα 20:18 είδε όχημα τύπου ΒΜW Χ5 (του ιδίου τύπου δηλαδή με ένα από τα οχήματα, υποκείμενα σε έρευνα), εισερχόμενο από την οδό Κενταύρου, να στρίβει στην οδό Ολύμπου και κατόπιν να προχωρά και να σταθμεύει έξω από την υπό παρακολούθηση οικία. Στο σημείο αυτό, είδε ότι οι αρ. εγγ. του ήταν KWL 736 (ένα από τα ύποπτα οχήματα) και ενημέρωσε έτσι τηλεφωνικώς τον υπεύθυνο του. Αμέσως δόθηκε σήμα για "έφοδο" από τους άλλους αστυνομικούς - μέλη της ΥΚΑΝ που ανέμεναν σε περιπολικά οχήματα σε σημεία παραπλήσια της οικίας. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν και οι Μ.Κ.1, 2, 3 και
  2. Μέχρι να φτάσουν στο μέρος οι άλλοι αστυνομικοί, ο Μ.Κ.6, είδε τρία πρόσωπα να αποβιβάζονται από το όχημα και πρόσεξε ότι ο επιβάτης στο πίσω κάθισμα, κρατούσε ένα μεγάλο και γεμάτο σακούλι (Τεκμήριο 1). Στο σακούλι αυτό, ως διαφάνηκε στη συνέχεια, υπήρχαν 8 συσκευασίες εντός των οποίων υπήρχαν τα ναρκωτικά, αντικείμενο των κατηγοριών 2 και 3, δηλαδή 8.007 κιλά κάνναβης (Τεκμήρια 2(α) -9(α)). Οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος 1, συνοδηγός ο Κατηγορούμενος 2 και επιβάτης στο πίσω κάθισμα, ο Κατηγορούμενος
  3. Όλοι οι επιβαίνοντες κατευθύνθηκαν προς την οικία. Με την άφιξη των άλλων μελών της ΥΚΑΝ, τα τρία πρόσωπα ξαφνιάστηκαν. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 είχαν προλάβει να εισέλθουν στην αυλή και ο Κατηγορούμενος 3 άφησε το σακούλι που κρατούσε εντός της αυλής και κοντά στην είσοδο (βλ. φωτ. 7, 8, 9 του Τεκμηρίου 51). Τη στιγμή εφόδου της αστυνομίας, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στέκονταν στην αυλή της οικίας, ακριβώς πάνω από το σακούλι με τα ναρκωτικά (Τεκμήριο 1) και ο Κατηγορούμενος 2 επί του πεζοδρομίου, έξω από την κύρια είσοδο της οικίας. Δεν είχε προλάβει να εισέλθει εντός της αυλής αλλά είχε κατεύθυνση και προφανή σκοπό να το πράξει, πράγμα που αντιλήφθηκαν οι αστυνομικοί και ιδιαιτέρως οι Μ.Κ.1 και
  4. Ο Μ.Κ.1, επισημαίνεται, ήταν ένας από τους αστυνομικούς που πλησίασε τον Κατηγορούμενο 2 (ο άλλος ήταν ο Μ.Κ.3). Επισημαίνεται περαιτέρω ότι από την έρευνα που έγινε στην εν λόγω οικία, βρέθηκαν και άλλα ναρκωτικά στην κουζίνα και στο σέντε, συνολικού βάρους 663,74 γραμμάρια - Τεκμήρια 13α και β (αντικείμενο των κατηγοριών 6 και 7). Ερωτηθείς σχετικά, ο Κατηγορούμενος 1, παραδέχθηκε ότι τα ναρκωτικά αυτά είναι δικά του. Νομική Πτυχή & Κατάληξη Υπό εξέταση υπενθυμίζουμε είναι οι κατηγορίες 1-
  5. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, η 2η το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και η 3η το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Σε σχέση με την 1η κατηγορία, η πρώτη μας επισήμανση, είναι πως είναι ανεπιθύμητο γενικά, να περιλαμβάνονται σε κατηγορητήριο τόσο κατηγορίες για τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όσο και κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Με βάση μάλιστα αγγλική οδηγία πρακτικής (Practice Direction (criminal:consolidated)
(2002)3 All. E.R. 904, par.34) η οποία υιοθετήθηκε και σε δική μας Νομολογία (βλ. Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2.Α.Α.Δ 22), σε περίπτωση τέτοιας συμπερίληψης, το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Κατηγορούσα Αρχή να τη δικαιολογήσει και σε περίπτωση μη δικαιολόγησης, να της ζητήσει να επιλέξει ποια κατηγορία θα προωθήσει. Αυτή η πρακτική φαίνεται να έχει ατονήσει αφού πλέον, πολύ συχνά, στο ίδιο κατηγορητήριο, συνωστίζονται κατηγορίες τόσο για τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων όσο και για συνωμοσία για διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων. Αναμφίβολα, κατηγορία συνωμοσίας που δεν προσθέτει οτιδήποτε στην κατηγορία του γενεσιουργού αδικήματος δεν έχει θέση στο κατηγορητήριο (βλ. Jones [1974] 59 Cr. App. R.120). Ωστόσο μια τέτοια συμπερίληψη δεν επιφέρει ακυρότητα. Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας Κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος. Με το ίδιο σκεπτικό όμως, η διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων από συγκατηγορούμενους δεν αποδεικνύει εξ αυτού και μόνο, τη μεταξύ τους συνωμοσία, για διάπραξη των αδικημάτων. Εκτός από την ύπαρξη της συμφωνίας, η συνωμοσία εμπεριέχει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea). Ως εκ τούτου η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη, καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 663). Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές πως δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με την προπαρασκευή και σχεδιασμό διάπραξης των γενεσιουργών αδικημάτων, πόσο μάλλον μαρτυρία σε σχέση με τη συνομολόγηση εκ των προτέρων συμφωνίας - υπό την πιο πάνω έννοια - μεταξύ των Κατηγορουμένων 1-3 και άλλου προσώπου. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε σε σχέση με τις προηγηθείσες κινήσεις, πράξεις και τα διαμειφθέντα των Κατηγορουμένων, προ της διάπραξης των γενεσιουργών αδικημάτων, έτσι ώστε να δικαιολογείται καταδίκη για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Η συνύπαρξη τους στο BMW και η μετέπειτα πράξεις και κινήσεις τους - από μόνες τους - δεν αποδεικνύουν εκ των προτέρων συνωμοσία. Συνεπώς αυτή η κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί. Έτσι και αλλιώς, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, αυτή η κατηγορία δεν προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση. Ερχόμαστε τώρα στην 2η και 3η κατηγορία. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας έχει δύο συστατικά στοιχεία, πρώτον, ότι η επίμαχη ουσία είναι απαγορευμένο φάρμακο τάξεως Β και η ανευρεθείσα ποσότητα είναι αυτή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο - γεγονός που δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση σε καμία στιγμή και επί τούτου ήδη έχουμε εξαγάγει σχετικό συμπέρασμα και δεύτερον ότι, οι Κατηγορούμενοι κατείχαν αυτή την ουσία. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας έχει και επιπλέον τρίτο συστατικό στοιχείο ήτοι, ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Το συστατικό αυτό δύναται να αποδειχθεί είτε με απευθείας μαρτυρία είτε με την ενεργοποίηση του τεκμηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 30A του Ν.29/77 βάσει του οποίου, σε περίπτωση που η ανευρεθείσα ποσότητα καννάβεως υπερβαίνει τα 30 γρ. τεκμαίρεται ότι ο Κατηγορούμενος την κατείχε με σκοπό να την προμηθεύσει σε τρίτο άτομο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Όταν διαπιστώνεται ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε ναρκωτικά πέραν της καθορισθείσας ποσότητας, δέον να καταδείξει, σε επίπεδο πιθανολόγησης, εύλογη αμφιβολία πως δεν τα κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο (βλ Hurbanek κ.α v. Αστυνομία
(2007)2 Α.Α.Δ. 524. Στην παρούσα υπόθεση καμία αμφισβήτηση περί τούτου δεν υπήρξε, οπόταν θεωρούμε ότι ενεργοποιήθηκε το τεκμήριο και παρέμεινε αλώβητο μέχρι τέλους. Απομένει το δεύτερο συστατικό στοιχείο, το οποίο, ενόψει και της ιδιαιτερότητας του, χρήζει ενδελεχούς σχολιασμού και εξέτασης. Κατοχή υφίσταται όταν τα ναρκωτικά ευρίσκονται (α) υπό τη φυσική φύλαξη του Κατηγορούμενου ή (β) υπό τον έλεγχο του (βλ. DPP v. Brooks [1974] 2 All E.R. 840, A.C. 862, P.C.). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του τα ναρκωτικά ή ακόμη όταν τα φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του. Η έννοια του ελέγχου είναι ευρύτερη. Όταν υφίσταται έλεγχος του αντικειμένου στοιχειοθετείται η κατοχή (βλ. άρθρο 2
(3)των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων 29/77, αντίστοιχο του άρθρου 37
(3)του Misuse of Drugs Act 1971 της Αγγλίας). Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου αποκλειστική ή από κοινού με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος αποκρύβει ναρκωτικό στο ντουλάπι της κουζίνας, στην αυλή ή στο σέντε του σπιτιού του, έχει τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή του. Αν τα ναρκωτικά φυλάσσονται σε ιδιωτικό χώρο όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του, τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Ενίοτε όμως, ναρκωτικά κρύβονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους ώστε ο κάτοχος να μη διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθούν ανά πάσα στιγμή στην κατοχή του. Εφόσον όμως τα ναρκωτικά - εν γνώσει του - βρίσκονται στο συγκεκριμένο σημείο και δύναται να επισκέπτεται τον χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου προσώπου, φτάνει ο Κατηγορούμενος να διατηρεί τον έλεγχο τους (βλ. Χριστάκης Ιωάννου "Τίτος" v. Δημοκρατίας,
(2000)2. Α.Α.Δ. 409, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Τέλος κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέχει ναρκωτικά χωρίς καν να έρθει ποτέ σε επαφή μαζί τους, φτάνει να καταδειχθεί ότι έχει τον έλεγχο της όλης κατάστασης (Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Απορρέει από τα πιο πάνω ότι συναρτώμενο με το στοιχείο της κατοχής, είναι το πνευματικό στοιχείο της γνώσης. Στην υπόθεση Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, 666, τονίζεται πως "δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής, απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής για στοιχειοθέτηση της, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει πάντοτε ο κατήγορος." Σε άλλο μέρος της ίδιας απόφασης (σελ. 669) συμπληρώνεται ότι "..Σε καμία περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του Κατηγορουμένου." Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 και Πολυδώρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492). Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία, δεν θα πρέπει να παραμένει καμία αμφιβολία. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295 το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του Κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του». Με άλλα λόγια ισχύει η γενικότερη αρχή που αφορά περιστατική μαρτυρία βάσει της οποίας για να υπάρξει καταδίκη θα πρέπει το προκύπτον αποτέλεσμα να είναι ασυμβίβαστο με κάθε βάση πλην της ενοχής του Κατηγορουμένου (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.75, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης της περιστατικής μαρτυρίας. Όπως έχει πλειστάκις υποδειχθεί, δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από τα σκόρπια μέρη, τα οποία μπορεί από μόνα τους να μην είναι αρκετά για καταδίκη, αλλά το σωρευτικό τους αποτέλεσμα να αποκτά τέτοια συνοχή που να την καθιστά αναπόφευκτη. Θα πρέπει, βεβαίως, η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του Κατηγορουμένου να είναι άμεση και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλο λογικό συμπέρασμα, εκτός από το ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με τους Κατηγορουμένους 1 και 3, μπορεί τα ναρκωτικά (οριακά) να μην βρέθηκαν επάνω τους τη στιγμή εφόδου της αστυνομίας, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι είχαν τη φυσική τους φύλαξη, βρέθηκαν όμως, κυριολεκτικά, μέσα στα πόδια τους. Δηλαδή, αμφότεροι, στέκονταν πάνω από τη σακούλα, η οποία, αμέσως προηγουμένως, είχε αφεθεί στο έδαφος, εντός της αυλής της πατρικής οικίας του Κατηγορουμένου
  1. Συνεπώς η κατοχή αναφύεται από το διαζευκτικό στοιχείο του ελέγχου. Αν προσθέσουμε το γεγονός, ότι η σακούλα ήταν εντός του οχήματος με το οποίο είχαν αμέσως πριν αφιχθεί όλοι οι Κατηγορούμενοι, ότι, ο Κατηγορούμενος 3 θεάθηκε να κατεβάζει αυτός τη σακούλα από το όχημα και ότι η εν λόγω κατοικία ήταν η πατρική κατοικία του Κατηγορουμένου 1, όπου φύλασσε, κατά δική του ομολογία και άλλα ναρκωτικά, αποδεικνύεται αναμφίβολα και το πνευματικό στοιχείο της γνώσης, με το οποίο συντελείται η διάπραξη των αδικημάτων από μέρους των Κατηγορουμένων 1 και
  2. Τα πράγματα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 είναι κάπως πιο σύνθετα υπό την έννοια ότι η μαρτυρία εναντίον του είναι αμιγώς περιστατική. Συναποτελείται (α) από το γεγονός ότι επέβαινε στο όχημα - και μάλιστα ως συνοδηγός - με το οποίο μεταφέρθηκαν τα ναρκωτικά στο μέρος (β) η συσκευασία των ναρκωτικών δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Αντίθετα ήταν πολύ μεγάλη. Πρόκειται υπενθυμίζουμε, για μια μεγάλη σακούλα εντός της οποίας υπήρχαν άλλες 8 συσκευασίες, περιέχουσες συνολικά 8 και πλέον κιλά ναρκωτικά (γ) κατέβηκε από το όχημα ταυτόχρονα με τους άλλους Κατηγορούμενους και κατευθυνόταν προς την είσοδο της κατοικίας, άσχετα αν δεν είχε προλάβει να μπει και βρισκόταν ακόμα στο πεζοδρόμιο έξω από το κάγκελο της εισόδου, τη στιγμή που ανακόπηκε από την αστυνομία. Τούτο, φρονούμε, αποτελεί μια συγκυρία δευτερολέπτων και τίποτε πέραν αυτού και (δ) η εν γένει παρουσία του στο μέρος, χωρίς οποιαδήποτε πειστική εξήγηση που να την δικαιολογεί. Επ' αυτού να υπενθυμίσουμε ότι το μόνο που ανέφερε κατά τη σύλληψη του, λίγες ώρες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, ήταν «τι να πω». Ως εκ τούτων συνάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι η δράση των Κατηγορουμένων ήταν κοινή και πως ο Κατηγορούμενος 2 είχε επίσης κατοχή αλλά και γνώση της κατοχής, συμπράττοντας έτσι με τους Κατηγορούμενους 1 και 3 στη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και
  3. Ενόψει λοιπόν όλων των πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην 1η κατηγορία και κρίνονται ένοχοι στην 2η και 3η κατηγορία. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.