Αναφορικά με τον Εκζητούμενο Daniel Wichmann, Αρ. Αιτ. 13/17, 6/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 13/17 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ, Ν.133(Ι)/2004 και Αναφορικά με τον Εκζητούμενο Daniel Wichmann από τη Γερμανία _______________________________ Ημερομηνία: 6 Σεπτεμβρίου, 2017 Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα Ε. Λοϊζίδου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Για τον εκζητούμενο: κος Χρ. Μιτσίδης με κα Ε. Κυπριανού Εκζητούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κ. Daniel Wichmann (στο εξής «ο εκζητούμενος») συνελήφθη στις 1.8.17 με βάση προσωρινό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 16 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133(Ι)/04, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος»). Όπως προκύπτει από την κατάθεση του Α. Παραπάνου, Α/Αστ. 4834 ο οποίος συνέλαβε τον εκζητούμενο, ο εκζητούμενος πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του και επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο στην αγγλική γλώσσα. Επίσης, του χορηγήθηκε έντυπο με τα δικαιώματα του στα Γερμανικά. Την ημέρα της σύλληψης του, ο εκζητούμενος οδηγήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου το οποίο, αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του, όρισε την υπόθεση στις 8.8.17 εν αναμονή της αποστολής της μετάφρασης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (στο εξής «το ΕΕΣ»). Διέταξε επίσης όπως ο εκζητούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τις 8.8.17. Στις 8.8.17 ο εκζητούμενος οδηγήθηκε εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου, το δε Δικαστήριο, έχοντας πλέον λάβει το ΕΕΣ μεταφρασμένο στα αγγλικά, αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του συλληφθέντος, ότι δηλαδή είναι πράγματι το πρόσωπο στο οποίο το ΕΕΣ αφορά, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη του εντάλματος. Παρατηρώντας δε ότι, από το ΕΕΣ σε συνάρτηση με το προσωρινό ένταλμα σύλληψης και το περιεχόμενο του όρκου στη βάση του οποίου εκδόθηκε, δεν ήτο καθαρός ο σκοπός για τον οποίο το ένταλμα εκδόθηκε, δηλαδή αν εκδόθηκε για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης ή για να τεθούν όροι κράτησης του εκζητούμενου, όρισε την υπόθεση στις 16.8.17 προκειμένου να παρασχεθούν σχετικές διευκρινίσεις από τις αρχές της Λιθουανίας. Διέταξε παράλληλα την κράτηση του εκζητούμενου μέχρι τότε, κατόπιν σχετικού αιτήματος της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, στο οποίο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του, δεν έφερε ένσταση. Στις 16.8.17 ο εκζητούμενος εμφανίστηκε εκ νέου στο Δικαστήριο οπότε και ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του να διορίσει δικηγόρο της επιλογής του, τόσο στην Κύπρο (όπως είχε ήδη πράξει) όσο και στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, ως επίσης και για το δικαίωμα του να λάβει αντίγραφο του ΕΕΣ και όλων των σχετικών εγγράφων, τα οποία η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα δεσμεύτηκε να χορηγήσει στον συνήγορο του εκζητούμενου. Ενημερώθηκε επίσης για την απάντηση των αρχών της Λιθουανίας σε σχέση με τον σκοπό της έκδοσης του ΕΕΣ (η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Α), αντίγραφο της οποίας χορηγήθηκε στον συνήγορο του εκζητούμενου. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 18.8.17, διατάσσοντας παράλληλα την κράτηση του εκζητούμενου μέχρι τότε, κατόπιν σχετικού αιτήματος της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, στο οποίο ο εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του, δεν έφερε ένσταση. Κατά την εν λόγω ημερομηνία μαρτυρία προσέφερε ο κ. Προκόπης Χίντικος, Αστ. 1626 (Μ.Α.), ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ένα από τα καθήκοντα του είναι ο χειρισμός των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, εδώ και 4 χρόνια. Πριν τοποθετηθεί στο εν λόγω Υπουργείο, εργαζόταν για 13 χρόνια στο γραφείο της Interpol Λευκωσίας. Ανέφερε επίσης ότι η Κύπρος δεν έχει ακόμη προσχωρήσει στο Schengen Information System (SIS), αν και υπάρχει γραφείο, το SIRENE, το οποίο όμως, θα λειτουργήσει σε επιχειρησιακό επίπεδο όταν η Κύπρος ενταχθεί στο Schengen. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση είπε ότι το Υπουργείο, ως Κεντρική Αρχή, παρέλαβε το ΕΕΣ ημερ. 13.5.13 στις 11.8.17 (η σχετική πρωτότυπη επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Α και το ΕΕΣ στη λιθουανική γλώσσα μαζί με τη μετάφραση αυτού στα αγγλικά, ως Τεκμήριο 1Β). Άλλη σχετική αλληλογραφία που υπάρχει στον φάκελο του Υπουργείου λήφθηκε μέσω της Interpol. Ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 1.8.17 με προσωρινό ένταλμα σύλληψης. Η Interpol έλαβε το ΕΕΣ και το διαβίβασε στο Υπουργείο με επιστολή ημερ. 4.8.17. Το ΕΕΣ ως αυτό εστάλη από την Interpol προς το Υπουργείο είναι ακριβώς το ίδιο, ως ο Μ.Α. ανέφερε, με το ΕΕΣ που ελήφθη από το Υπουργείο σε πρωτότυπη μορφή. Ανέφερε επίσης ότι συνήθως δεν αποστέλλεται το πρωτότυπο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αν και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να σταλεί και το πρωτότυπο. Όσον αφορά τη λέξη «seize» που αναφέρεται στην παρ. (
- e)του ΕΕΣ, ο Μ.Α. ανέφερε ότι προέβη σε διαδικτυακή έρευνα (Τεκμήριο 3) και η εν λόγω λέξη ερμηνεύεται ως «take by force». Είπε επίσης ότι μετά τη λήψη των Τεκμηρίων 1Α και 1Β, κατόπιν συνεννόησης με τη Νομική Υπηρεσία, ζήτησε διευκρίνιση περί του τυπογραφικού λάθους που υπάρχει στην επιστολή των αρχών της Λιθουανίας ημερ. 3.8.17, και η απάντηση που λήφθηκε σχετικώς στις 17.8.17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, η αναγραφή στην αγγλική μετάφραση της επιστολής Τεκμήριο 1Α της ημερομηνίας «8.8.17» οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος. Δεν προέβη σε άλλες ενέργειες ο ίδιος σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, η δε κα Μαρία Μούντη που υπογράφει κάποια επιστολή σχετική με την υπόθεση προς τον Γενικό Εισαγγελέα είναι έκτακτη λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ασχολείται με θέματα ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης και με αιτήματα δικαστικής συνδρομής. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι το Τεκμήριο 2 εστάλη από τον ίδιο, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τη Νομική Υπηρεσία και αφού του αναφέρθηκε ότι εγέρθηκε κάποιο θέμα στο Δικαστήριο σε σχέση με την ημερομηνία της επιστολής. Το ότι επρόκειτο περί τυπογραφικού λάθους ήταν δικό του συμπέρασμα και εντύπωση. Δεν αναγνώρισε το τηλεομοιότυπο μήνυμα ημερ. 31.7.17 που στάληκε από την Interpol Vilnius (το οποίο κατατέθηκε και έγινε Τεκμήριο 4). Περαιτέρω, επέμεινε στη θέση του ότι το γραφείο SIRENE δεν βρίσκεται σε επιχειρησιακή λειτουργία, θεωρεί δε ότι η αναφορά του κ. Thomas Krusna στο Τεκμήριο 1Α σε εθνικό γραφείο SIRENE («SIRENE Cyprus National Bureau») έγινε εκ παραδρομής. Επανεξετασθείς ανέφερε ότι πέραν της αλληλογραφίας που αφορούσε στη διευκρίνιση για την ημερομηνία της επιστολής, οποιαδήποτε άλλη αλληλογραφία υποθέτει πως έγινε μέσω των εθνικών γραφείων της Interpol. Διευκρίνισε επίσης ότι η επιστολή ημερ. 11.8.17 (Έγγραφο Α), αποτελεί μήνυμα το οποίο στάληκε από την Interpol Vilnius προς το εθνικό γραφείο της Interpol Λευκωσίας. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Α., κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα εξής έγγραφα: 1. (α) Το προσωρινό ένταλμα σύλληψης μαζί με τον όρκο στη βάση του οποίου αυτό εκδόθηκε (Τεκμήριο 5Α) (β) Μονοσέλιδο έγγραφο με τίτλο «Individual Report» (Τεκμήριο 5Β) (γ) Το Παράρτημα Α του όρκου (Τεκμήριο 5Γ) (δ) Το Παράρτημα Β του όρκου (Τεκμήριο 5Δ το οποίο, σημειώνω, είναι το έγγραφο που κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Α. και έγινε Τεκμήριο 4) 2. Η επιστολή ημερ. 11.8.16 η οποία είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο στις 16.8.17 και είχε σημειωθεί 'Εγγραφο Α' (Τεκμήριο 6) 3. Αντίγραφο της ταυτότητας του εκζητούμενου (Τεκμήριο 7) 4. Αντίγραφο του διαβατηρίου του εκζητούμενου (Τεκμήριο 8) Η πλευρά του εκζητούμενου δεν προσέφερε μαρτυρία και η υπόθεση ορίστηκε στις 23.8.17 για αγορεύσεις. Ο εκζητούμενος ενέστη, μέσω του συνηγόρου του, στη συνέχιση της κράτησης του και το Δικαστήριο, αφού άκουσε τις δύο πλευρές, διέταξε τη συνέχιση της κράτησης του εκζητούμενου μέχρι τότε. Στις 23.8.17 έγιναν οι αγορεύσεις της κας Λοϊζίζου και του κ. Μιτσίδη. Ενόψει των όσων προβλήθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών μέσω των αγορεύσεων τους, το Δικαστήριο, προτού επιφυλάξει την απόφαση του, όρισε την υπόθεση στις 24.8.17, ούτως ώστε να αποφασίσει για το κατά πόσον απαιτείτο η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων από τις αρχές της Λιθουανίας, διατάζοντας τη συνέχιση της κράτησης του εκζητούμενου μέχρι τις 24.8.17. Η προσκόμιση τέτοιων στοιχείων πράγματι κρίθηκε απαραίτητη, έτσι στις 24.8.17 το Δικαστήριο ζήτησε, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 21
(2)του Νόμου, την κατεπείγουσα προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων από την αρμόδια αρχή της Λιθουανίας, δίδοντας παράλληλα προθεσμία μέχρι τις 29.8.17 για τη λήψη της απάντησης, έχοντας υπόψη και τις επιτακτικές προθεσμίες που τάσσει ο Νόμος για την περάτωση διαδικασίας της φύσεως αυτής, ορίζοντας την υπόθεση στις 30.8.
- Διέταξε παράλληλα τη συνέχιση της κράτησης του εκζητούμενου μέχρι τότε. Τα ζητηθέντα συμπληρωματικά στοιχεία στάληκαν πράγματι στις 29.8.
- Αντίγραφο της σχετικής επιστολής δόθηκε στον συνήγορο του εκζητούμενου στις 30.8.17 και κατατέθηκε εκ συμφώνου στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα (Τεκμήριο 9). Την ίδια ημέρα το Δικαστήριο, αφού άκουσε τις δύο πλευρές, επεφύλαξε την απόφαση του για τις 6.9.17, διατάσσοντας παράλληλα και τη συνέχιση της κράτησης του εκζητούμενου μέχρι τότε. Τα όσα έχουν αναφερθεί στα πλαίσια της διαδικασίας από τους συνηγόρους των δύο πλευρών είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά και λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης των εισηγήσεων των δύο πλευρών και στον βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Α., σημειώνω ότι αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν μάλλον τυπική και επικεντρώθηκε σε ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη καθώς και σε ορισμένα γεγονότα τα οποία είναι εις γνώσιν του λόγω της υπηρεσιακής του θέσης. Οι απαντήσεις του στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ήταν σαφείς, άμεσες και κατά την κρίση μου ειλικρινείς, είχαν δε συνάφεια με τη λογική. Περαιτέρω, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις της φύσης που θα δύναντο να κλονίσουν την αξιοπιστία του, τα όσα δε ανέφερε ως προς τα γεγονότα σε σχέση με τα οποία κατέθεσε δεν αντικρούστηκαν από την άλλη πλευρά και τα αποδέχομαι. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Μιτσίδη ότι η ενέργεια του Μ.Α. να αναζητήσει στο διαδίκτυο την ερμηνεία της λέξης «seize» ισοδυναμεί με προσπάθεια εξάλειψης των ελαττωμάτων του ΕΕΣ. Αντίθετα, θεωρώ ότι ήταν μία καλόπιστη ενέργεια η οποία, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να επιδράσει στο αποτέλεσμα της παρούσας αφού το κατά πόσον το ΕΕΣ είναι ελαττωματικό είναι θέμα που θα εξετασθεί από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του Νόμου και ανεξάρτητα από την αντίληψη του Μ.Α. ως προς την ερμηνεία της λέξης «seize». Σημειώνω παράλληλα ότι από τα όσα κατά τα λοιπά ανέφερε ο συνήγορος του εκζητούμενου αγορεύοντας στις 23.8.17 και που σχετίζονται με τη μαρτυρία του Μ.Α. προκύπτει ότι η αξιοπιστία του Μ.Α. δεν αμφισβητείται ουσιαστικώς, αφού ό,τι αμφισβητείται είναι η ορθότητα των ενεργειών που έγιναν σε σχέση με το ΕΕΣ, θέμα το οποίο θα κριθεί από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Οι βασικοί σκοποί του Νόμου και οι στόχοι της διαδικασίας έκδοσης και εκτέλεσης των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης συνοψίστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Shini-Mehrabzadeh Said v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. 279/15, ημερ. 17.11.15, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. MiroslawMrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του ΄Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ητοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου
- Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.» Σημαντική δε είναι η υπόμνηση στην οποία προέβη το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») στην υπόθεση C-396/11, Ciprian Vasile Radu, ημερ. 29.1.13, στις σκέψεις 35 και 36: «
- Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
- Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου, τα κράτη μέλη μπορούν να μην εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μόνο σε περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής ή ένας από τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 4α λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C‑388/08 PPU, Leymann και Pustovarov, Συλλογή 2008, σ. I‑8983 σκέψη 51, και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C‑261/09, Mantello, Συλλογή 2010, σ. I‑11477, σκέψη 37). Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου.» Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος: (α) για την άσκηση ποινικής δίωξης, ή (β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. Ο πρώτος λόγος ένστασης που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου ήγειρε σχετίζεται με το κατά πόσον το ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπό που εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 3 του Νόμου. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του κ. Μιτσίδη ότι προκειμένου να ζητηθεί η παράδοση εκζητούμενου με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ο εκζητούμενος πρέπει να είναι κατηγορούμενος («accused») και όχι απλώς ύποπτος («suspect») όπως είναι, εν προκειμένω, ο εκζητούμενος, παραπέμποντας σχετικώς σε αγγλική νομολογία. Υποστήριξε επίσης, ότι ο λόγος έκδοσης του ΕΕΣ είναι για να ληφθεί κατάθεση από τον εκζητούμενο και για να παύσουν να ισχύουν οι πρόνοιες περί παραγραφής που ισχύουν στη Λιθουανία, παραπέμποντας συναφώς στην παράγραφο «(f) Other circumstances relevant to the case (optional information):» του ΕΕΣ. Χρήσιμο είναι να γίνει αναφορά στα όσα σχετικά με το θέμα τούτο προνοούνται στην Απόφαση Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «η Απόφαση Πλαίσιο»). Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του Προοιμίου αυτής: «
(5)Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.» Συναφώς το άρθρο 1 παρ. 1 της Απόφασης Πλαισίου προβλέπει ότι: «
- Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.» Στην απόφαση του ΔΕΕ C-477/16 PPU, Ruslanas Kovalkovas, ημερ. 10.11.16, στις σκέψεις 25 και 26 διαβάζουμε τα εξής: «
- Υπενθυμίζεται εισαγωγικώς ότι η απόφαση-πλαίσιο, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αυτής, καθώς και από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5 και 7, έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως, το οποίο βασιζόταν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, με σύστημα παραδόσεως, μεταξύ δικαστικών αρχών, των καταδικασθέντων ή υπόπτων, προς εκτέλεση αποφάσεων ή άσκηση διώξεων, σύστημα το οποίο εδράζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Επομένως, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο κατατείνει, μέσω της καθιερώσεως ενός νέου, απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παραδόσεως των καταδικασθέντων ή υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί δηλαδή αυτή ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).» Και το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Eva Karina Andersson v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1092, ανέφερε ότι: «Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο Σουηδός Δημόσιος Κατήγορος που υπάγεται στο Γραφείο Οικονομικού Εγκλήματος (Economic Crimes Bureau) δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο και/ή η αρμόδια αρχή για να προβεί στην έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η εισήγηση έχει εξεταστεί και έχει απορριφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, από τη μετάφραση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην αγγλική γλώσσα (Παράρτημα 2) φαίνεται καθαρά ότι δεν είχε εκδοθεί εναντίον της εφεσείουσας προηγούμενη καταδικαστική απόφαση και ότι δεν εζητείτο η παράδοση της εφεσείουσας στις Σουηδικές Αρχές για να εκτίσει οποιαδήποτε ποινή, αλλά η παράδοση της εζητείτο ως ύποπτης για τη διάπραξη των ισχυριζόμενων ποινικών αδικημάτων με σκοπό την ποινική της δίωξη. Για τον πιο πάνω λόγο υιοθετούμε την πρωτόδικη απόφαση.» Είναι σαφές κατά τη γνώμη μου από τα πιο πάνω ότι ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνατό να εκδοθεί σε σχέση με πρόσωπο ύποπτο για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, με σκοπό την ποινική του δίωξη. Δεν μπορώ κατ' αρχάς να συμφωνήσω με τον κ. Μιτσίδη ότι ο λόγος έκδοσης του εντάλματος είναι η διακοπή της περιόδου παραγραφής του αδικήματος, ενόψει των όσων αναφέρονται στην παρ. (
- f)του ΕΕΣ στην οποία αναφέρεται ότι: «Since Daniel Wichmann had hid from the pre-trial investigation, on 03 August 2012 he was announced wanted and from that date the statute of limitations for the adoption of a judgment of conviction ceased pursuant to Article 95 paragraph 4 of the Criminal Code of the Republic of Lithuania.». Είναι φανερό, κατά τη γνώμη μου, ότι στην εν λόγω παράγραφο οι Λιθουανικές αρχές απλά ενημερώνουν τη χώρα εκτέλεσης του ΕΕΣ ότι το αδίκημα σε σχέση με το οποίο ζητείται η παράδοση του εκζητούμενου δεν έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον λιθουανικό νόμο, θέμα που συνδέεται με τη δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του εκζητούμενου, που είναι ο σκοπός έκδοσης του ΕΕΣ, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Άλλωστε, στο ίδιο το Παράρτημα της Απόφασης Πλαισίου (που αποτελεί τον τύπο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης) αναφέρεται ότι στο συγκεκριμένο σημείο (το σημείο «(
- f)Other circumstances relevant to the case (optional information)») θα μπορούσαν να αναφερθούν παρατηρήσεις, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τη διακοπή της περιόδου παραγραφής («interruption of periods of time limitation»). Το υπό εξέταση ΕΕΣ εκδόθηκε στις 13.5.13 (Τεκμήριο 1Β) από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Λιθουανίας (Prosecutor General's Office of the Republic of Lithuania), με σκοπό τη σύλληψη του εκζητούμενου κατόπιν διαταγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Trakai (Trakai region District Court), με σκοπό την παρουσίαση του εν λόγω προσώπου στο στάδιο της προδικαστικής διερεύνησης (pre-trial investigation) της ποινικής υπόθεσης αρ. 87-1-582-11, στην οποία ο εκζητούμενος θεωρείται ύποπτος για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής (theft) κατά παράβαση του άρθρου 178
(3)του Λιθουανικού Ποινικού Κώδικα. Σχετική είναι και η επιστολή ημερ. 11.8.17 που δόθηκε στο Δικαστήριο από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα στις 16.8.17 (Έγγραφο Α' η οποία ακολούθως κατατέθηκε εκ συμφώνου και έγινε Τεκμήριο 6), διαφωτιστικό απόσπασμα από την οποία παρατίθεται πιο κάτω: «Trakai District Police Unit of Vilnius County Police Headquarters carries out pre-trial investigation in criminal case No. 87-1-00582-11 in which Daniel Wichmann is suspected of criminal offence under Article 178
(3)of the Criminal Code of the Republic of Lithuania (theft of high-value property of others). In the Republic of Lithuania, criminal proceedings is defined in the Criminal Procedure Code of the Republic of Lithuania. According to this Code, there are the following stages of the proceedings: 1) pre-trial investigation; 2) judicial proceedings in the first instance court; 3) appeal procedure; 4) execution of judgments and rulings; 5) cassation procedure. The criminal case No. 87-1-00582-11 in which the European arrest warrant has been issued on Daniel Wichmann, is currently in the first stage of the proceedings which in the Criminal Procedure Code is referred to as a pre-trial investigation. In the first stage of criminal proceedings, i.e. pre-trial investigation, prosecutor and pre-trial investigation officer, while acting within the limits of assigned competences, undertake all measures provided for in the laws in order to disclose a criminal offence within the shortest possible time and prosecute the perpetrators, and properly apply a relevant law. In addition, at this stage of the proceedings, officers verify and assess all data which are relevant to the case and fulfill all preconditions for the next stage of the proceedings, i.e. hearing of the criminal case in the first instance court. In the criminal case No. 87-1-00582-11 Daniel Wichmann is a suspect. Pursuant to 3 August 2012 decision of prosecutor working in Trakai region District Prosecutor's Office of Vilnius Regional Prosecutor's Office, Daniel Wichmann was declared to be a suspect and a national search for him was announced. Also, on 23 August, 2012 Trakai region District Court passed a rulling (court order) on imposing coercive measure arrest in Daniel Wichmann. On the basis of this court rulling, the European arrest warrant has been issued and an international search has been announced.» Η παράδοση του εκζητούμενου δεν ζητείται, ως ο κ. Μιτσίδης εισηγήθηκε, προς τον σκοπό λήψης κατάθεσης από αυτόν ή για άλλο σκοπό ξένο προς τους σκοπούς του άρθρου 3 του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 1 παρ. 1 της Απόφασης Πλαισίου. Ο εκζητούμενος ήδη θεωρείται από τις αρχές της Λιθουανίας ως ύποπτος για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής και αυτό είναι σαφές τόσο από το περιεχόμενο του ΕΕΣ όσο και από την τελευταία παράγραφο του αποσπάσματος από το Τεκμήριο 6 που παρέθεσα πιο πάνω. Λεπτομέρειες για την εμπλοκή του εκζητούμενου δίδονται στο μέρος «(e) Offences» του ΕΕΣ, όπου η αρχή έκδοσης του ΕΕΣ καταλήγει πως ο εκζητούμενος «is suspected of having committed the criminal offence defined by Article 178 paragraph 3 of the Criminal Code of the Republic of Lithuania». Αναφέρεται συγκεκριμένα στο ΕΕΣ ότι ο εκζητούμενος, στις 29.7.11 στις 9:00μ.μ. περίπου, επιδιώκοντας την κατάσχεση («while pursuing the aim to seize») περιουσίας άλλου προσώπου, ενοικίασε συγκεκριμένο όχημα για τον σκοπό μεταφοράς φορτίου στη Μόσχα. Έχοντας αναχωρήσει με τον οδηγό και άλλα πρόσωπα που δεν αναγνωρίστηκαν, ο εκζητούμενος κατέσχε το όχημα, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημιά σε περιουσία ύψους 100.000 LTL. Είναι, συνεπώς, φανερό, ότι ο σκοπός έκδοσης του εντάλματος είναι η παράδοση του εκζητούμενου ως υπόπτου για το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση του 178
(3)του Λιθουανικού Ποινικού Κώδικα, προς τον σκοπό δίωξης του στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ. 87-1-582-
- Εξάλλου, ό,τι προκύπτει από την απάντηση των Λιθουανικών αρχών (Τεκμήριο 6) ως προς το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, είναι ότι το στάδιο της προδικαστικής διερεύνησης (pre-trial investigation), αποτελεί, σύμφωνα με τους νόμους της Λιθουανίας, μέρος της ποινικής διαδικασίας. Τα πιο πάνω οδηγούν σε απόρριψη της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπό που δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου. Για σκοπούς πληρότητας όμως, επισημαίνω ότι ακόμη και στην Αγγλία, όπου ο εκεί νομοθέτης αποφάσισε να διατηρήσει την απαίτηση που υπάρχει στον αγγλικό νόμο για την έκδοση φυγοδίκων (Extradiction Act 1989) όπως το πρόσωπο του οποίου ζητείται η παράδοση με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι κατηγορούμενο («accused») πρόσωπο, έχει αποφασισθεί ότι ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο είναι ύποπτο («suspect») στα πλαίσια υπόθεσης που βρίσκεται στο στάδιο της προδικαστικής διερεύνησης («pre-trial investigation») σε χώρα που εφαρμόζει το ηπειρωτικό σύστημα δικαίου, δυνατό να αποτελεί κατηγορούμενο πρόσωπο εντός της έννοιας του αγγλικού νόμου. Ο όρος «accused person» αναλύθηκε από τον Λόρδο Steyn στην υπόθεση In re Ismail [1999] 1 AC 320, στις σελ. 326-
- Το αποτέλεσμα της υπόθεσης Ismail συνοψίστηκε στην παρ. 40 της απόφασης The Government of the Republic of Albania v. Fatmir Bleta [2005] EWHC 475 (Admin) του διοικητικού δικαστηρίου, ως ακολούθως: «
- In In re Ismail [1999] 1 AC 320, the House of Lords construed the expression "accused of an extradition crime" in Section 1
(1)of the Extradition Act
- The relevance of the case is in the analysis of the approach to be adopted to the construction of statutes dealing with extradition.
- No criminal charge had been made against the defendant in Germany. He was merely a suspect and wanted for pre-trial investigations. It was held that, since the warrant of arrest stated at length the criminal conduct of which the applicant was accused and the statutory provisions under which the charges were brought and the German judge who had issued it and the public prosecutor who had applied for it had been satisfied that there was sufficient evidence to justify criminal proceedings against him, the defendant was an "accused" person for the purposes of the section and not merely a suspect.
- The principles to be applied were stated in the opinion of Lord Steyn, at pages 326 - 327, with which the other members of the Appeal Committee agreed: .....» Όπως δε περαιτέρω επεξηγείται σχετικώς στην υπόθεση Asztaslos v. Szekszard City Court, Hungary [2011] 1 All ER 1027, 1034 του Queen's Bench Division, στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου παρέπεμψε: «
- The effect of Lord Steyn's analysis, as applied to section 2
(3)(
- a)and (
- b)must be as follows: first, the phrases ".is accused.of the commission of an offence" in paragraph (a), and "for the purpose of being prosecuted" in paragraph (b), are not to be treated as terms of art. Secondly, it is a question of fact whether the surrender sought is of an accused person and for the purpose of the requested person being prosecuted. Thirdly, it would be wrong to approach the construction of the phrases "accused" etc and "for the purposes of being prosecuted" solely from the perspective of English (or Scottish or Northern Irish) criminal procedure; in particular from the point of view of the formal acts of the laying of an information or the preferring of an indictment. Fourthly, it is necessary to adopt a purposive construction of the words "accused.of the commission of an offence" and "for the purpose of being prosecuted" to accommodate the differences between legal systems. Lastly, the question of whether a person is "accused" and is to be surrendered "for the purpose of being prosecuted" will require an intense focus on the facts in each case.». Για τους πιο πάνω λόγους, η θέση του εκζητούμενου ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπό που δεν περιλαμβάνεται στους σκοπούς για τους οποίους ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δύναται να εκδοθεί, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Το άρθρο 4 του Νόμου προνοεί για το περιεχόμενο και τον τύπο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Στην προκειμένη περίπτωση, το ΕΕΣ (Τεκμήριο 1Β), το οποίο αφορά μόνο μία αξιόποινη πράξη (άρθρο 4
(2)του Νόμου, παρ. (e) του ΕΕΣ), συμπληρώθηκε στο Έντυπο Παράρτημα Α του Νόμου (βλ. και Παράρτημα της Απόφασης Πλαισίου) (άρθρο 4
(4)του Νόμου), έχει δε μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα ως επιτρέπεται με βάση το άρθρο 4
(3)του Νόμου. Περιέχει την ταυτότητα και την ιθαγένεια του εκζητουμένου (άρθρο 4
(1)(α) του Νόμου, παρ. (a) του ΕΕΣ), το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος (άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου, παρ. (i) του ΕΕΣ), μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής (άρθρο 4
(1)(γ) του Νόμου, παρ. (b) του ΕΕΣ), τη φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης (άρθρο 4
(1)(δ) του Νόμου, παρ. (e) του ΕΕΣ), το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος (άρθρο 4
(1)(στ) του Νόμου, παρ. (
- c)του ΕΕΣ) και διάφορες άλλες πληροφορίες στις παρ. (f), (
- g)και (
- h)του ΕΕΣ (άρθρο 4
(1)(ζ) του Νόμου). Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικώς από τον συνήγορο του εκζητούμενου. Αυτό το οποίο ο κ. Μιτσίδης αμφισβήτησε είναι το κατά πόσον στο ΕΕΣ περιλαμβάνεται περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, και ειδικότερα του χρόνου και του τόπου τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ως απαιτεί το άρθρο 4
(1)(ε) του Νόμου σύμφωνα με το οποίο το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη.[1] Επί των ανωτέρω παρατηρείται ότι: (α) Στο Τεκμήριο 5Δ αναφέρονται στη δεύτερη και τελευταία σελίδα τα εξής: «Summary in English: Subject is suspected of the fact that on 2011-07-29 while having the aim to acquire another's property of high value rented a vehicle Renault Premium, 1/p EOA 326 with the semi trailer belonging to the company "Scanbalt Trailer", and failed to return it, thus making a material damage to the company of 100 000 LTL (28985 Euro) in total.» «Vehicle's Form ....... Theft information Stolen on 2011-08-19» (β) Στο ΕΕΣ στην παρ. «(e) Offences:» τα περιστατικά διάπραξης του αδικήματος καθορίζονται ως εξής: «Daniel Wichmann is suspected of having committed the following: on 29 July 2011, at approximately 9:00 p.m., while pursuing the aim to seize another's property, he rented from UAB "LJ Logistika" a vehicle-tractor "Renault Premium", license plate No EOA 326, together with a semi-trailer, license plate No BP 525, owned by UAB "Scanbalt Trailer", for the purposes of carrying a cargo to Moscow. Having left together with the driver Šakiras Salimovas, Daniel Wichmann and the persons not identified in the course of the pre-trial investigation seized the vehicle-tractor "Renault Premium" license plate No EOA 326, and the semi-trailer, license plate No BP 525, together with and thus seized the vehicle-tractor with the semi-trailer owned by UAB "LJ Logistika" and inflicted the property damage in the amount of 100,000 LTL.» Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου ότι η μη αναφορά στον τόπο και η μη διευκρίνιση του χρόνου τέλεσης της αξιόποινης πράξης, καθιστά το ΕΕΣ άκυρο, παραπέμποντας στην απόφαση του Ιρλανδικού High Court The Minister for Justice and Equality v. Giuliano Gherine [2016] IEHC 501. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εν λόγω εισήγηση του κ. Μιτσίδη για τους λόγους που θα εξηγήσω. Το άρθρο 21
(2)του Νόμου (βλ. και άρθρο 15 παρ. 2 της Απόφασης Πλαισίου) παρέχει ακριβώς στο Δικαστήριο την ευχέρεια να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15 του Νόμου (υπενθυμίζω συναφώς ότι η αναγκαιότητα για αναφορά στον τόπο και τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης προνοείται στο άρθρο 4 του Νόμου), προκειμένου να είναι σε θέση να αποφασίσει για την παράδοση, διαλαμβάνοντας τα εξής: «21.
(2)Αν η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί, μέσω της Κεντρικής Αρχής, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15 του παρόντος Νόμου και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 23 του παρόντος Νόμου.» Στην υπόθεση Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 519, 525-526, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς υλοποίηση των οποίων εκδόθηκε η Απόφαση Πλαίσιο και αφού τόνισε ότι οι πρόνοιες του Νόμου θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της Απόφασης Πλαισίου, αποφάσισε τα εξής: «Το κύριο παράπονο του εφεσίβλητου είναι η «παρέμβαση» του πρωτόδικου δικαστηρίου, που «συμπλήρωσε», όπως είπε ο κ. Ευσταθίου, «την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής». Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (Άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του Άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (Άρθρο 13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο Άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα Άρθρα 4 και 13 έως 15.».» (βλ. και Παναγιώτου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 259/15, ημερ. 30.10.15, John Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 347/14, ημερ. 5.3.15, Shini-Mehrabzadeh Said v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 279/15, ημερ. 17.11.15). Συνεπώς καίτοι η μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του Νόμου θα πρέπει πράγματι να συνεπάγεται τη μη εκτέλεση του εντάλματος, προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με τη μη εκτέλεση πρέπει να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων. Η απόφαση Πηγασίου, ανωτέρω, συνάδει με τη νομολογία του ΔΕΕ επί του θέματος τούτου. Στην υπόθεση C-241/15, Niculaie Aurel Bob-Dogi, ημερ. 1.6.16, εγέρθηκε θέμα μη τήρησης του άρθρου 8
(1)(γ) της απόφασης πλαισίου (στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 4
(1)(γ) του Νόμου). Το ΔΕΕ, στις σκέψεις 64 και 65 αποφάσισε ως ακολούθως: «64. Εφόσον όμως το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου περιλαμβάνει απαίτηση νομιμότητας, η τήρηση της οποίας συνιστά προϋπόθεση για το κύρος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η μη τήρηση της απαιτήσεως αυτής πρέπει, κατ' αρχήν, να συνεπάγεται τη μη εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος συλλήψεως από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως. 65 Πάντως, πριν ληφθεί μια τέτοια απόφαση, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση στο πλαίσιο της εφαρμογής του συστήματος παραδόσεως που θεσπίζει η απόφαση-πλαίσιο, δεδομένου ότι αυτό βασίζεται στις αρχές της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η εν λόγω αρχή πρέπει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, να ζητήσει από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών που θα της παράσχουν τη δυνατότητα να εξετάσει εάν η έλλειψη ενδείξεως, στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, για την ύπαρξη εθνικού εντάλματος συλλήψεως εξηγείται είτε από το ότι δεν υφίσταται πράγματι προγενέστερο εθνικό ένταλμα συλλήψεως διαφορετικό από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είτε από το ότι υφίσταται το εν λόγω ένταλμα, αλλά δεν γίνεται μνεία του.» Συνεπώς το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης υπάρχει ασάφεια ως προς τον τόπο και τον χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων, δεν θα πρέπει να οδηγεί, δίχως άλλο, σε άρνηση εκτέλεσης αυτού, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 21
(2)του Νόμου. Η δε απόφαση Giuliano Gherine στην οποία ο συνήγορος του εκζητούμενου παρέπεμψε διακρίνεται σαφώς ως προς τα γεγονότα της από την παρούσα, αφού στην υπόθεση εκείνη ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες οι οποίες, όμως, δεν δόθηκαν από την αρχή έκδοσης του εντάλματος (βλ. παρ. 59[2] της απόφασης). Βεβαίως το γεγονός ότι πράγματι κρίθηκε πως στο ΕΕΣ δεν γινόταν πλήρης περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος οδήγησε το Δικαστήριο στην αναζήτηση συμπληρωματικών στοιχείων από τις Λιθουανικές αρχές συμφώνως των προνοιών του προαναφερθέντος άρθρου 21
(2)του Νόμου. Ειδικότερα, ζητήθηκε η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων για να διευκρινιστούν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο εκζητούμενος διέπραξε το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της κλοπής, και συγκεκριμένα: «1. Ως προς τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Δεδομένου ότι στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν αναφέρεται η ημερομηνία της κλοπής αλλά αναφέρεται μόνο ότι ο εκζητούμενος ενοικίασε το όχημα στις 29.7.11, και δεδομένου περαιτέρω ότι στο τηλεομοιότυπο μήνυμα που εστάλη προς την Interpol Κύπρου στις 31.7.17 τιτλοφορούμενο ως «Vehicle's Form» κάτω από τον τίτλο «Theft information» αναφέρεται ότι το όχημα κλάπηκε στις 19.8.11, παρακαλώ να διευκρινιστεί ο χρόνος τέλεσης της ισχυριζόμενης κλοπής. 2. Ως προς τον τόπο διάπραξης του αδικήματος. Δεδομένου ότι στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το όχημα ενοικιάστηκε για μεταφορά φορτίου στη Μόσχα, να διευκρινιστεί ο τόπος της κατ' ισχυρισμόν τέλεσης της αξιόποινης πράξης, καθώς και το πότε και πού έπρεπε να είχε επιστραφεί το ενοικιασθέν όχημα και το αν εν τέλει το όχημα εντοπίστηκε. 3. Ως προς τις περιστάσεις τέλεσης του αδικήματος. Να διευκρινιστεί σε τι συνίσταται η κλοπή (theft) του οχήματος. Δηλαδή το κατά πόσον συνίσταται στο ότι ο εκζητούμενος κατέσχε (seized) το όχημα ή στο ότι προξένησε ζημιά σε αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο γεγονός. Συναφώς, να διευκρινιστεί σε τι συνίσταται η ζημιά των 100.000 LTL (€28.985), δηλαδή κατά πόσον το εν λόγω ποσό αποτελεί την αξία του οχήματος ή αν πρόκειται για ζημιές που υπέστη το όχημα. Επίσης, δεδομένου ότι από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν είναι καθαρό αν το όχημα ανήκει στην UAB "Scanbalt Trailer" ή στην UAB "LJ Logistika", παρακαλώ να διευκρινιστεί σε ποιον ανήκει το όχημα καθώς και το κατά πόσον το εν λόγω πρόσωπο διαμένει (αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο) ή έχει το εγγεγραμμένο γραφείο του (αν πρόκειται για εταιρεία) στη Λιθουανία.» Στις 29.8.17 λήφθηκε απάντηση από τις αρχές της Λιθουανίας (Τεκμήριο 9) η οποία έχει ως εξής: «In reply to your inquiry dated 29 August 2017 .. please be advised of the following:
- a)The exact time of the crime is not known in the case. It has been established that on 19 August 2011 a notification was received about the fact that after departure from Lithuania to Moscow which took place on 29 July 2011, under unclear circumstances a truck (which transported a cargo) disappeared, - Renault Premium, the state registration plate number whereof is EOA326, with a semi-trailer the state registration plate number whereof is BP525, belonging to UAB, LJ Logistika located at Sausiu village, Lentvaris ward, Trakai district; the right of ownership to the truck belonged to UAB SCANBALT TRAILER located at Stasylu st. 21 in Vilnius.
- b)It has been established in the case that on 6 August 2011 the said truck with the cargo was left in a parking lot near Moscow, after which the truck disappeared. No more information is known. UAB SCANBALT TRAILER and UAB LJ Logistika on 27 July 2011 concluded a lease agreement No. 110527-1, according to which UAB SCANBALT TRAILER leased to UAB LJ Logistika a semi-trailer Krone, reg. No. BP525. The seized vehicles have not been returned.
- c)in this case the notion of the theft of the truck is presented as seizing of the very truck Renault Premium, state registration No. whereof is EOA326 with the semi-trailer the state registration No. whereof is BP525. The velue of the seized vehicle belonging to UAB LJ Logistika - the truck Renault Premium the state registration number whereof is EAO326 amounted to 62,875.00 LTL (approximately 18,225.00 EUR); the value of the semi-trailer the state registration number whereof is BP525 belonging to UAB SCANBALT TRAILER amounted to 37,125,05 LTL (approximately 10,760.00 EUR). Therefore, the inflicted damages amounted to 100,000.00 LTL (approximately 28,985.00 EUR). The truck Renault Premium the state registration number whereof is EOA326 belonged to UAB LJ LOGISTIKA. The semi-trailer, the state registration number whereof is BP525 belonged to UAB SCANBALT TRAILER. Thereby the said damage was inflicted upon those companies (legal entities).» Αυτό που προκύπτει ως προς τις περιστάσεις τέλεσης του ισχυριζόμενου αδικήματος από το ΕΕΣ (Τεκμήριο 1Β - παρ. (e)) και τις συμπληρωματικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν (Τεκμήριο 9), είναι το εξής. Στις 29.7.11 ο εκζητούμενος, και με σκοπό την κατάσχεση της περιουσίας άλλου, ενοικίασε από την UAB LJ Logistika ένα φορτηγό (vehicle-tractor / truck) τύπου Renault Premium με αρ. εγγραφής ΕΟΑ 326 μαζί με ένα ρυμουλκούμενο (semi-trailer) με αρ. εγγραφής ΒΡ 525 για σκοπούς μεταφοράς φορτίου στη Μόσχα. Έχοντας αναχωρήσει με τον οδηγό, ο εκζητούμενος κατέσχε το όχημα (φορτηγό και ρυμουλκούμενο). Στις 6.8.11 το φορτηγό μαζί με το φορτίο του αφέθηκε («was left») σε κάποιο χώρο στάθμευσης κοντά στη Μόσχα, και μετά το φορτηγό εξαφανίστηκε. Τα κατασχεθέντα οχήματα δεν επιστράφηκαν. Στη βάση των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι το ΕΕΣ περιέχει επαρκή περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του αδικήματος. Η ουσία της απαίτησης του άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου είναι, θεωρώ, να παρασχεθούν στον εκζητούμενο επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το αδίκημα για το οποίο ζητείται η παράδοση του, προκειμένου να μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη διαδικασία που διεξάγεται για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος. Είμαι ικανοποιημένη ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο ΕΕΣ σε συνδυασμό με τις συμπληρωματικές πληροφορίες, παρέχουν εν προκειμένω επαρκή περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του ισχυριζόμενου αδικήματος, περιλαμβανομένου του χρόνου και του τόπου τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Προς τούτο σημειώνω ότι, ως προς τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος, μέσα από τις συμπληρωματικές πληροφορίες ξεκαθαρίζεται πλέον ότι η ημερομηνία «19.8.11» που φαίνεται στο Τεκμήριο 5Δ (ανωτέρω), είναι η ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε ειδοποίηση περί του γεγονότος ότι μετά την αναχώρηση από τη Λιθουανία για τη Μόσχα, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, το όχημα μαζί με το ρυμουλκούμενο εξαφανίστηκαν. Συνεπώς δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του ΕΕΣ και των αναφερομένων στο Τεκμήριο 5Δ. Πέραν τούτου σημειώνω πως η απαίτηση στο άρθρο 4
(1)(ε) του Νόμου όπως στο ΕΕΣ περιλαμβάνεται αναφορά στον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι αφορά στον επακριβή προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης της αξιόποινης πράξης (δηλαδή, ημέρα και ώρα), κάτι το οποίο πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατο να γίνει, εξ ου και δεν είναι λίγες οι φορές που αδικήματα αναφέρεται ότι διαπράχθηκαν μεταξύ κάποιων (συγκεκριμένων) ημερομηνιών. Άλλωστε και στην απόφαση Giuliano Gherine στην οποία ο συνήγορος του εκζητούμενου παρέπεμψε, αναφέρεται ότι η αναφορά στον χρόνο διάπραξης του αδικήματος σημαίνει «the date or dates covered by the offence or the alleged offence» (βλ. παρ. 46). Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές από τα γεγονότα, ως αυτά παρατέθηκαν από τις Λιθουανικές αρχές, ότι ο χρόνος διάπραξης του ισχυριζόμενου αδικήματος είναι μεταξύ της 29.7.11 (οπότε και ενοικιάστηκε το όχημα με σκοπό την κατάσχεση του) και της 19.8.11 (οπότε και λήφθηκε η ειδοποίηση ότι το όχημα με το φορτίο του εξαφανίστηκαν). Άρρηκτα συνδεδεμένος με τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, είναι και ο τόπος στον οποίο αυτό κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε. Ως προς τον τόπο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, και πάλιν οι Λιθουανικές αρχές έχουν παράσχει επαρκείς πληροφορίες αναφέροντας ότι το όχημα ενοικιάστηκε στη Λιθουανία από την εταιρεία UAB LJ Logistika που βρίσκεται στο χωριό Sausiu στην επαρχία Trakai. Το όχημα με το φορτίο του θεάθηκαν για τελευταία φορά σε κάποιο χώρο στάθμευσης κοντά στη Μόσχα, και μετά εξαφανίστηκαν. Συνεπώς κρίση μου είναι ότι τόσο ο χρόνος όσο και ο τόπος τέλεσης του ισχυριζόμενου αδικήματος προσδιορίζονται επαρκώς και εν πάση περιπτώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια στη βάση των στοιχείων που κατέχουν οι Λιθουανικές αρχές, με αποτέλεσμα να ικανοποιείται το απαιτούμενο του άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι το επίδικο ΕΕΣ ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Νόμου. Ένα άλλο θέμα που ο συνήγορος του εκζητούμενου ήγειρε, είναι ότι το ΕΕΣ δεν διαβιβάστηκε με τον προβλεπόμενο τρόπο. Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στην Κύπρο με τηλεομοιότυπο μήνυμα ημερ. 4.8.17, όμως η συνοδευτική αυτού επιστολή φέρει ημερ. 8.8.17, οι δε διευκρινίσεις που ζητήθηκαν σε σχέση με το θέμα αυτό δεν δόθηκαν. Ανέφερε επίσης ότι το ΕΕΣ στάληκε στο SIRENE Cyprus National Bureau, ενώ, σύμφωνα με τον Μ.Α., το εν λόγω γραφείο δεν βρίσκεται σε επιχειρησιακή λειτουργία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκζητούμενος συνελήφθη με βάση προσωρινό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Νόμου, καθότι το ΕΕΣ δεν υπήρχε ενώπιον των κυπριακών αρχών κατά τον χρόνο της σύλληψης του εκζητούμενου στην αγγλική ή ελληνική γλώσσα, ως το άρθρο 4
(3)του Νόμου απαιτεί (Τεκμήρια 5Α - 5Δ). Έτσι η υπόθεση ορίστηκε στις 8.8.17 εν αναμονή της παραλαβής του ΕΕΣ. Το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 4.8.17 με τηλεομοιότυπο μήνυμα στην Interpol Λευκωσίας, η οποία με τη σειρά της το διαβίβασε στην Κεντρική Αρχή (ως η μαρτυρία του Μ.Α.). Το σχετικό τηλεομοιότυπο μήνυμα δόθηκε στο Δικαστήριο στις 8.8.17 και βρίσκεται στον δικαστικό φάκελο. Περαιτέρω, οι Λιθουανικές αρχές απέστειλαν προς την Κεντρική Αρχή τα πρωτότυπα των εγγράφων που στάληκαν στις 4.8.07, τα οποία παραλήφθηκαν στις 11.8.07 (Τεκμήρια 1Α και 1Β). Όντως στην αγγλική μετάφραση της καλυπτικής επιστολής στην οποία επισυνάφθηκε το ΕΕΣ αναφέρεται ως ημερομηνία η «08 August 2017», με τον αριθμό «08» να είναι σε χειρόγραφη μορφή. Από την άλλη, η καλυπτική επιστολή στη λιθουανική γλώσσα φέρει ημερομηνία «2017-08-03», με τον αριθμό «03» να είναι σε χειρόγραφη μορφή. Είναι επίσης παραδεκτό ότι το τηλεομοιότυπο μήνυμα με το οποίο στάληκαν οι επιστολές λήφθηκε στις 4.8.
- Το Δικαστήριο ζήτησε πράγματι διευκρίνιση ως προς το γιατί παρουσιάζεται αυτή η διάσταση στην ημερομηνία της καλυπτικής επιστολής σε συνάρτηση με την ημέρα παραλαβής της. Κατόπιν τούτου, ο Μ.Α. απευθύνθηκε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στον κ. Tomas Krusna που υπογράφει την επιστολή, ζητώντας του να διευκρινίσει αν η ημερομηνία που αναφέρεται στην αγγλική μετάφραση της επιστολής οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος («typing error»),[3] γεγονός που ο κ. Krusna επιβεβαίωσε[4] (Τεκμήριο 2). Η ενέργεια του Μ.Α. να ρωτήσει αν το σφάλμα είναι τυπογραφικό κατακρίθηκε από τον κ. Μιτσίδη ο οποίος εισηγήθηκε στην ουσία ότι η απάντηση του κ. Krusna ήταν «καθοδηγούμενη» και ότι η διευκρίνιση που ζητήθηκε από το Δικαστήριο δεν δόθηκε από τις Λιθουανικές αρχές. Αδυνατώ να συμφωνήσω με την εν λόγω εισήγηση. Ο Μ.Α. εξήγησε καταθέτοντας πως το ότι επρόκειτο περί τυπογραφικού λάθους ήτο δικό του συμπέρασμα εξ ου και διαμόρφωσε την ερώτηση με τον τρόπο που τη διαμόρφωσε, ο δε κ. Krusna εξηγεί με σαφήνεια στην απάντηση του ότι η αποστολή της εν λόγω επιστολής καταγράφηκε στο σύστημα της Λιθουανικής Εισαγγελίας (Information System of Prosecution Service) στις 3.8.17 και ότι η αναγραφή της ημερομηνίας 8.8.17 στην αγγλική μετάφραση οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος (αναφερόμενος προφανώς στην εν λόγω φράση με την κατ' αναλογία και ευρύτερη της έννοια, εφόσον ο αριθμός τέθηκε χειρογράφως και δεν είχε δακτυλογραφηθεί), εξήγηση εύλογη και σαφής. Άλλωστε τίποτε δεν εμπόδιζε τον κ. Krusna, αν η διαφορά στην ημερομηνία οφειλόταν σε οποιοδήποτε άλλο λόγο, να το είχε καταγράψει. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εν τέλει έχει σημασία, κατά την κρίση μου, είναι ότι το ΕΕΣ ως αυτό εστάλη στην Interpol στις 4.8.17 είναι ακριβώς το ίδιο με το πρωτότυπο ΕΕΣ που λήφθηκε στις 11.8.17 στο Υπουργείο (Τεκμήριο 1Β), γεγονός που ο Μ.Α. ήλεγξε, ως ανέφερε, και το οποίο (γεγονός) ουδόλως αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Περαιτέρω, το γεγονός ότι στην επιστολή της 3.8.17 ο κ. Krusna αναφέρει ότι για τη σύλληψη του εκζητούμενου έλαβε πληροφόρηση από το SIRENE Cyprus National Bureau,[5] δεν μπορεί να έχει, κρίνω, οποιοδήποτε αποτέλεσμα στην εγκυρότητα του ΕΕΣ. Ως ο Μ.Α. εξήγησε (η μαρτυρία του οποίου δεν αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και έγινε αποδεκτή), το γραφείο SIRENE στην Κύπρο υπάρχει μεν, πλην, όμως, δεν βρίσκεται σε επιχειρησιακή λειτουργία, κάτι το οποίο θα γίνει όταν η Κύπρος ενταχθεί στο Schengen Information System (SIS), και η άποψη του Μ.Α. ότι προφανώς ο κ. Krusna έσφαλε θεωρώντας ότι τέτοιο γραφείο λειτουργεί στην Κύπρο, είναι καθόλα εύλογη. Εξάλλου το γεγονός ότι η προγενέστερη της επιστολής ημερ. 3.8.17 επικοινωνία ήταν με την Interpol Λευκωσίας, προκύπτει αβίαστα από το προσωρινό ένταλμα σύλληψης (Τεκμήρια 5Α (στο οποίο περιλαμβάνεται ο όρκος στη βάση του οποίου αυτό εκδόθηκε), 5Β και 5Δ). Πέραν των ανωτέρω, επισημαίνω ότι μελέτη των άρθρων του Νόμου και της Απόφασης Πλαισίου που αφορούν στη διαβίβαση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης φανερώνει, κατά την κρίση μου, ότι τίποτα μεμπτό δεν υπήρξε στον τρόπο διαβίβασης του ΕΕΣ. Ο Νόμος δεν κάνει ειδική αναφορά στους τρόπους παραλαβής ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (βλ. άρθρο 16 του Νόμου, σε αντιδιαστολή με το άρθρο 8 του Νόμου που προνοεί ειδικά για τους τρόπους διαβίβασης εντάλματος που εκδόθηκε από Επαρχιακό Δικαστή), πλην, όμως, η αναφορά σε «παράδοση» του εντάλματος στο άρθρο 16 δεν μπορεί παρά να διαβαστεί υπό το φως των σχετικών διατάξεων της Απόφασης Πλαισίου, και ειδικότερα των άρθρων 9 και 10 αυτής. Η διαβίβαση του εντάλματος μέσω της Interpol αποτελεί αποδεκτό τρόπο διαβίβασης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4 της Απόφασης Πλαισίου: «
- Εάν δεν είναι δυνατή η χρήση του SIS, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να προσφεύγει στις υπηρεσίες της Ιντερπόλ για την διαβίβαση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
- Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με οποιοδήποτε ασφαλές μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως, υπό όρους που επιτρέπουν στο κράτος μέλος εκτέλεσης να εξακριβώσει τη γνησιότητα της διαβίβασης.» Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η διαβίβαση του ΕΕΣ δεν ήταν παράτυπη. Το ζήτημα της εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης διέπεται από το Τρίτο Μέρος του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)(α) του Νόμου: «12.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος ...» Με δεδομένο ότι το αδίκημα σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε το ΕΕΣ δεν εμπίπτει στα αδικήματα σε σχέση με τα οποία ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται χωρίς να απαιτείται έλεγχος του διττού αξιοποίνου με βάση το άρθρο 12
(2)του Νόμου (βλ. παρ. (e)(I) του ΕΕΣ), προκειμένου το ΕΕΣ να εκτελεσθεί θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι η πράξη για την οποία εκδόθηκε συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή σύμφωνα με το δίκαιο του αιτούντος κράτους και να είναι παράλληλα αξιόποινη πράξη σύμφωνα με τους Κυπριακούς νόμους (ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού), δηλαδή απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)(α) του Νόμου, ύπαρξη διττού αξιοποίνου. Στην παρούσα περίπτωση, από το περιεχόμενο του ΕΕΣ προκύπτει κατ' αρχάς ότι η πράξη για την οποία το ΕΕΣ εκδόθηκε συνιστά έγκλημα με βάση το νόμο της Λιθουανίας, το οποίο τιμωρείται με ποινή στερητικής της ελευθερίας για περίοδο μέχρι οκτώ έτη (βλ. παρ. (e) του ΕΕΣ - Κλοπή κατά παράβαση του άρθρου 178
(3)του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας της Λιθουανίας). Αυτό το οποίο ο κ. Μιτσίδης αμφισβήτησε, είναι το κατά πόσον τα γεγονότα στοιχειοθετούν αδίκημα με βάση τους Κυπριακούς νόμους. Τούτο διότι, όπως εξήγησε, παραπέμποντας στην υπόθεση R v. Pear
(1779)I Lech 212 (T.A.C.), ο εκζητούμενος ενοικίασε το όχημα, συνεπώς απέκτησε κατοχή αυτού με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Εισηγήθηκε περαιτέρω, πως τα γεγονότα ως αναφέρονται στο ΕΕΣ και στις συμπληρωματικές πληροφορίες δεν καταδεικνύουν πρόθεση οικειοποίησης του οχήματος και ότι δεν συνδέουν την εξαφάνιση του οχήματος με τον ύποπτο. Ανέφερε επίσης ότι το ένταλμα είναι ελαττωματικό επειδή ο εκζητούμενος κατηγορείται από κάποιον (την UAB LJ Logistika) για κλοπή ενός αντικειμένου, ενώ η LJ Logistika δεν είναι ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου. Είναι, τέλος η θέση του ότι εν τέλει τα περιστατικά ως αυτά εκτίθενται στο ΕΕΣ μόνο την ύπαρξη αστικής διαφοράς αποδεικνύουν. Το ζητούμενο του άρθρου 12
(1)(α) του Νόμου είναι όπως η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Συνεπώς το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσον το αδίκημα που αναφέρεται στο ένταλμα είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά το κατά πόσον η συμπεριφορά του εκζητούμενου, αν αυτή παρατηρηθεί στην Κύπρο, που είναι η χώρα από την οποία ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με τον ημεδαπό νόμο (βλ. τηρουμένων των αναλογιών, τις αποφάσεις Αναφορικά με την αίτηση του Andrei Golov
(2001)1 Α.Α.Δ. 1109, Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191, Αναφορικά με τον Gennaro Perella
(1997)1 Α.Α.Δ. 521, που αφορούσαν σε αιτήματα για έκδοση φυγοδίκων με βάση τους Νόμους 95/70 και 97/70). Περαιτέρω, ο έλεγχος του διττού αξιοποίνου θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να ελέγχεται in abstracto και όχι in concreto (βλ. σχετικώς το σύγγραμμα του Διονύσιου Μουζάκη, Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, σελ. 497-498). Αρκεί, δηλαδή, η πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα να τυποποιείται, ανεξαρτήτως του νομικού της χαρακτηρισμού, γενικά ως έγκλημα κατά τον κυπριακό Ποινικό Κώδικα ή άλλον νόμο που δημιουργεί αδίκημα, χωρίς να πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν λόγοι εξάλειψης του αξιοποίνου, πέραν βεβαίως των λόγων που η Απόφαση Πλαίσιο προκαθορίζει στα άρθρα 3 και 4 (βλ. αντίστοιχα τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου) που αποκλείουν ή μπορούν να αποκλείουν το αξιόποινο ή τη δίωξη συγκεκριμένης περίπτωσης (μεταξύ άλλων, αμνηστία, δεδικασμένο, ποινικά ανεύθυνο λόγω ηλικίας, παραγραφή κτλ). Όσον αφορά κατ' αρχάς στις θέσεις του κ. Μιτσίδη ότι από τα στοιχεία που έθεσαν οι Λιθουανικές αρχές ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύεται πρόθεση οικειοποίησης ή η διασύνδεση του εκζητούμενου με την εξαφάνιση του οχήματος, σημειώνω ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτημα για παράδοση εκζητουμένου με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δεν μπορεί να ζητήσει, πόσο μάλλον να αξιολογήσει, τη μαρτυρία την οποία η χώρα έκδοσης του εντάλματος έχει στην κατοχή της. Κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, ούτε επιτρέπεται με βάση τον Νόμο και την Απόφαση Πλαίσιο. Υπενθυμίζω δε ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποτελεί εφαρμογή στον τομέα του ποινικού δικαίου της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηριστεί ως «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας, ο μηχανισμός του οποίου βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών (έκτη και δέκατη αιτιολογική σκέψη του Προοιμίου της Απόφασης Πλαισίου). Σημαντικό είναι δε να τονιστεί ότι η ίδια αρχή ισχύει σε υποθέσεις έκδοσης φυγοδίκων και παραπέμπω στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Re Evans [1994] 3 All ER 449, 450,[6] η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Valery Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228, αλλά και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Shimkevich, Πολ. Έφ. 235/12, ημερ. 30.3.17, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Η πιο πάνω προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου εσφαλμένα παραγνωρίζει βασικές αρχές που διέπουν τη δικαστική διαδικασία και διεργασία, σε υποθέσεις της φύσεως υπό εξέταση. Σε διαδικασία όπως στην παρούσα, διάχυτη είναι η αρχή της αβροφροσύνης, καθότι αφορά διακρατικές σχέσεις και η περίπτωση έκδοσης φυγοδίκων έχει ως μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του εγκλήματος, τηρουμένων πάντοτε των εχεγγύων που παρέχουν οι συνθήκες και εσωτερική νομοθεσία. Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Γεγονότων, στα δικαιολογητικά έγγραφα που τη συνοδεύουν αλλά και ο αλλοδαπός Νόμος της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση της φύσης αυτής και δεν παρέχεται η ευχέρεια σ΄ αυτό να τα αμφισβητήσει. Η απόδειξη τους όπως και οποιαδήποτε υπεράσπιση του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν το Δικαστήριο της χώρας που αιτείται την έκδοση του (βλ. Re Victor Nicolaevich Makushin
(2012)1 Α.Α.Δ. 567 και Re Evans
(1994)1 W.L.R. 1006, Mechavor (Aρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228).» Με βάση τα πιο πάνω, το Δικαστήριο δεσμεύεται από τα γεγονότα που παραθέτουν οι Λιθουανικές αρχές, μεταξύ άλλων, από την αναφορά στο ΕΕΣ ότι ο εκζητούμενος ενοικίασε το όχημα και το ρυμουλκούμενο επιδιώκοντας την κατάσχεση τους. Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Μιτσίδη ότι κανένα στοιχείο δεν συνδέει τον εκζητούμενο με την εξαφάνιση του οχήματος αφού, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται από τις Λιθουανικές αρχές, ο εκζητούμενος είναι που ενοικίασε το όχημα με σκοπό να το κατάσχει και το όχημα στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα εξής: «255.
(1)Κλέπτει όστις, άνευ της συναινέσεως του κυρίου, δολίως και άνευ αξιώσεως δικαιώματος καλή τη πίστει γενομένης, κτάται κατοχήν και αποκομίζει ο,τιδήποτε δυνάμενον να καταστή αντικείμενον κλοπής, επί σκοπώ, κατά τον χρόνον της κτήσεως, να αποστερήση τούτου μονίμως τον κύριον. Νοείται ότι πρόσωπον δύναται να είναι ένοχον κλοπής οιουδήποτε τοιούτου πράγματος, ανεξαρτήτως του ότι κατέχει τούτο νομίμως, εάν, ων θεματοφύλαξ ή κύριος τούτου, δολίως σφετερίζηται τούτο προς χρήσιν του ιδίου ή οιουδήποτε προσώπου άλλου η του κυρίου. 2(α) Ο όρος «κτάται κατοχήν» περιλαμβάνει και το κτάσθαι κατοχήν- (i) διά τεχνάσματος∙ .... (γ) Ο όρος «κύριος» περιλαμβάνει και τον κύριον μέρους ή τον έχονταν κατοχήν ή έλεγχον ή ειδικήν ιδιοκτησίαν πράγματος δυνάμενου να καταστή αντικείμενον κλοπής.»[7] Το άρθρο 262 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «262. Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή.» Από μια απλή ανάγνωση της επιφύλαξης του άρθρου 255
(1)του Κεφ. 154 καθίσταται σαφές ότι το πρώτο σκέλος των επιχειρημάτων του κ. Μιτσίδη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Θεματοφύλακας ή πρόσωπο το οποίο κατέχει νόμιμα ένα αντικείμενο, όπως είναι ένας ενοικιαστής, δυνατό να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής εάν με δόλιο τρόπο οικειοποιείται/σφετερίζεται το αντικείμενο για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός του ιδιοκτήτη. Πέραν της πρόνοιας του νόμου, παραπομπή μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, στην οποία το Εφετείο αναφέρθηκε τόσο στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής ((α) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής), όσο και στις περιστάσεις υπό τις οποίες πρόσωπο που κατέχει νόμιμα αντικείμενο το οικειοποιείται/σφετερίζεται («fraudulent conversion»), διαπράττοντας με τον τρόπο αυτό το αδίκημα της κλοπής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σύγγραμμα Kenny's, Outlines of Criminal Law, 1952, σελ. 212 και 213 στο οποίο ο κ. Μιτσίδης παρέπεμψε, στην υπόθεση Pear υπήρξε καταδίκη για το αδίκημα «lancery by a trick»,[8] ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα, οι όποιες ανωμαλίες είχαν δημιουργηθεί με την απόφαση Pear, ξεπεράστηκαν όταν ο νομοθέτης το 1857 κατέστησε αδίκημα την οικειοποίηση του αντικειμένου από τον θεματοφύλακα αυτού.[9] Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Μιτσίδη ότι ελλείπει, στην προκειμένη περίπτωση, συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής, επειδή η μία εκ των δύο εταιρειών δεν ήταν ιδιοκτήτρια. Όπως προκύπτει από το ΕΕΣ και το Τεκμήριο 9, ο εκζητούμενος ενοικίασε το όχημα με το ρυμουλκούμενο από την εταιρεία UAB LJ Logistika. Το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΟΑ 326 ανήκε στην UAB LJ Logistika και το ρυμουλκούμενο με αρ. εγγραφής BP 525 στην UAB Scanbalt Trailer, το οποίο η τελευταία ενοικίασε στην UAB LJ Logistika στις 27.7.
- Η έννοια του «ιδιοκτήτη» που απαντάται στο άρθρο 255 του Κεφ. 154 ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου, ανωτέρω (σελ. 515) ως ακολούθως: «Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του.». Συνεπώς η UAB LJ Logistika από την οποία ο εκζητούμενος ενοικίασε το όχημα και το ρυμουλκούμενο είναι «ιδιοκτήτης» εντός της έννοιας του άρθρου 255 του Κεφ.
- Το ερώτημα είναι, συνεπώς, αν πρόσωπο το οποίο ενοικιάζει όχημα με σκοπό να το κατάσχει και πράγματι ουδέποτε το επιστρέφει, διαπράττει έγκλημα κατά τους κυπριακούς ποινικούς νόμους. Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Όσον, τέλος, αφορά στην εισήγηση του κ. Μιτσίδη ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αποκαλύπτουν παρά μόνο μία αστικής φύσης διαφορά, σημειώνω ότι αφ' ης στιγμής τα γεγονότα της υπόθεσης αποκαλύπτουν αδίκημα (τόσο σύμφωνα με τον Λιθουανικό όσο και σύμφωνα με τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα), το γεγονός ότι η διαγωγή του εκζητούμενου δυνατό να αποκαλύπτει και αστική ευθύνη αυτού (στη βάση της σύμβασης ενοικίασης ή άλλως πώς), δεν αλλοιώνει την εγκληματική φύση της συμπεριφοράς αυτής. Όπως σχετικώς ελέχθη στην υπόθεση Αναφορικά με τον Aladin Fathi El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736: «Πρέπει όμως να επισημάνουμε, αναφορικά με την εισήγηση ότι τα γεγονότα αποκαλύπτουν αστική διαφορά, ότι η διαγωγή η οποία συνιστά έγκλημα δε χάνει τον εγκληματικό της χαρακτήρα αν, συγχρόνως, εκθέτει το φυγόδικο και σε αστική ευθύνη.» Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίση μου είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιείται η απαίτηση του άρθρου 12
(1)(α) του Νόμου, αφού η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τον Κυπριακό νόμο. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου ανέφερε ότι μέσα στα πλαίσια εξέτασης του διττού αξιοποίνου θα πρέπει να εξετασθεί και το θέμα της ετεροδικίας. Όμως το γεγονός ότι αδίκημα σε σχέση με το οποίο ζητείται η παράδοση προσώπου έγινε σε κράτος άλλο από το κράτος έκδοσης του εντάλματος, αποτελεί λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης του εντάλματος, γι' αυτό και θα εξετασθεί πιο κάτω. Τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου (τα οποία τιτλοφορούνται «Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης» και «Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης»), απαριθμούν τις περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, υποχρεούται (άρθρο 13) ή δύναται (άρθρο 14) να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Στρεφόμενη στους λόγους για τους οποίους η πλευρά του εκζητούμενου υποστηρίζει ότι η εκτέλεση του επίδικου εντάλματος δεν θα πρέπει να επιτραπεί, διαπιστώνω ότι σε αυτούς ότι δεν περιέχεται κάποιος από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 13 του Νόμου. Από την εξέταση δε των όσων αναφέρονται στο άρθρο 13 σε συνάρτηση με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν συντρέχει εν πάση περιπτώσει οποιοσδήποτε λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του υπό αναφορά εντάλματος σύλληψης. Από την άλλη, αν και ο κ. Μιτσίδης ξεκαθάρισε ότι δεν εγείρει οποιοδήποτε λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης του εντάλματος, περιοριζόμενος σε ισχυρισμούς περί μη πλήρωσης των προϋποθέσεων των άρθρων 4 και 12 του Νόμου, υποστήριξε ότι εφόσον το αδίκημα διαπράχθηκε στη Ρωσία από Γερμανό υπήκοο και ζητείται η παράδοση του σε μία τρίτη χώρα, τη Λιθουανία, υφίσταται θέμα ετεροδικίας (extraterritoriality), εγείροντας, κατ' ουσίαν, ότι συντρέχει ο προαιρετικός λόγος μη εκτέλεσης που προνοείται στο άρθρο 14
(1)(στ) του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «14.-
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: ..... (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (
- i)θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (
- ii)τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας» Το πρώτο που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσον, στην προκειμένη περίπτωση, το ισχυριζόμενο αδίκημα έχει καθαρά εξωεδαφικό[10] (extraterritorial) χαρακτήρα, αν, δηλαδή, η αξιόποινη πράξη τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης του εντάλματος, δηλαδή της Λιθουανίας. Η κα Λοϊζίδου υποστήριξε ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα διαπράχθηκε στη Λιθουανία, χωρίς να αποκλείεται, ως ανέφερε, να διαπράχθηκαν αδικήματα και στη Ρωσία, ενώ ο κ. Μιτσίδης υποστήριξε ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στη Ρωσία. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με κανένα εκ των δύο συνηγόρων. Αν το αδίκημα είχε διαπραχθεί εξ ολοκλήρου στη Λιθουανία επειδή η πρόθεση της κατάσχεσης του οχήματος υπήρχε από την ώρα της ενοικίασης (ως η θέση της κας Λοϊζίδου), τότε οι Λιθουανικές αρχές δεν θα είχαν αναφέρει ότι «The exact time of the crime is not known in the case» (βλ. Τεκμήριο 9, παρ. (a)). Αντίθετα, εφόσον η ημέρα και η ώρα της ενοικίασης είναι γνωστές, οι Λιθουανικές αρχές εύκολα θα μπορούσαν να δηλώσουν αυτόν ως τον ακριβή χρόνο διάπραξης του ισχυριζόμενου αδικήματος. Από την άλλη, αν το αδίκημα είχε διαπραχθεί εξ ολοκλήρου στη Ρωσία (ως η θέση του κ. Μιτσίδη), τότε η πρόθεση για την κατάσχεση θα έπρεπε να είχε διαμορφωθεί στη Ρωσία, πλην, όμως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο ΕΕΣ ο εκζητούμενος, ήδη από την ημέρα της ενοικίασης, είχε πρόθεση να κατάσχει το όχημα («.on 29 July 2011. while pursuing the aim to seize another's property, he rented .»). Στη βάση των στοιχείων που οι Λιθουανικές αρχές διαβίβασαν, καταδεικνύεται ότι η εικόνα που έχουν από τη διερεύνηση είναι πως και η πράξη της εκμίσθωσης των οχημάτων εντάσσεται στην κατ' ισχυρισμόν εγκληματική συμπεριφορά του εκζητούμενου, δεδομένου ότι, ως διαφαίνεται από τις αναφορές τους, η κατοχή των οχημάτων εξασφαλίστηκε εξαρχής με σκοπό την κατάσχεση τους αργότερα, δηλαδή την κλοπή. Δεν υπάρχει συνεπώς αμφιβολία από τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί, πως στη βάση της διερεύνησης εμπλέκονται ως τόποι διάπραξης τόσο η Λιθουανία όσο και η Ρωσία. Υπ' αυτή την έννοια και στη βάση των όσων αναφέρουν οι Λιθουανικές αρχές δύναται, κατά τη γνώμη μου, βάσιμα να λεχθεί πως το ισχυριζόμενο αδίκημα τελέστηκε εν μέρει στη Λιθουανία και εν μέρει στη Ρωσία, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 14
(1)(στ)(ii) του Νόμου, και να μην συντρέχει, κατ΄ επέκταση, ούτε προαιρετικός λόγος μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Ακόμη, όμως, και αν η πιο πάνω κρίση μου είναι εσφαλμένη και τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 14
(1)(στ)(ii) του Νόμου, σημειώνω τα ακόλουθα. Το πιο πάνω άρθρο 14
(1)(στ)(ii) του Νόμου αντιστοιχεί στο άρθρο 4 παρ.
(7)σημείο (β)[11] της Απόφασης Πλαισίου. Ως προς την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου της Απόφασης Πλαισίου, χρήσιμη παραπομπή μπορεί να γίνει στην απόφαση του Supreme Court της Ιρλανδίας The Minister for Justice, Equality and Law Reform v. Ian Bailey [2012] IESC 16, στην οποία το εν λόγω δικαστήριο προέβη σε μία διεξοδική ανάλυση του άρθρου 4
(7)(β) της Απόφασης Πλαισίου και του θέματος της ετεροδικίας (extraterritoriality), αναλύοντας παράλληλα το s.44[12] του Ιρλανδικού European Arrest Warrant Act,
- Στην απόφαση της Chief Justice Denham, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «
- By section 44 of the Act of 2003, Ireland adapted into Irish law Article 4.7.b. of the Framework Decision, which itself had roots in the Convention on Extradition, 1957, Article
- The systems of extradition following on the Convention on Extradition, 1957 were different, separate treaties were entered into between States. Today in Europe, pursuant to the Framework Decision, there is a new system, a system of surrender of persons between judicial authorities, based on mutual trust and confidence. However, s. 44, and Article 4.7.b., have roots in the system of reciprocity that existed under the earlier regime and this informs the construction of s.
- I construe s. 44 as enabling Ireland to surrender a person in respect of an offence alleged to have been committed outside the territory of the issuing State in circumstances where the Irish State would exercise extra-territorial jurisdiction in reciprocal circumstances. Ireland would not have jurisdiction to surrender to France a citizen of the United Kingdom for a murder committed in France.[13] Applying s. 44, and the principles upon which it was founded, the appellant has established grounds to succeed on the first legal issue. The reciprocity that is required in construing s. 44 is a factual reciprocity concerning the circumstances of the offences. Offences that take place outside of the territory of a State require specification of the circumstances when that State will exercise jurisdiction. The reciprocity in this case requires Ireland to examine its law as if the circumstances of the offence were reversed. Here the circumstances are that a non-citizen of either the issuing or executing State is sought by the issuing State in respect of a murder of one of its citizens which took place outside the issuing State. The Court then must determine under Irish law if Ireland could request the surrender of a non-citizen of either Ireland or the executing State in respect of a murder of one of its citizens which took place outside Ireland. Ireland does not have jurisdiction to seek the surrender of a British citizen from France in respect of a murder of a person of any citizenship and which took place outside of Ireland. Thus, I would allow the appeal on this first issue.» Στην απόφαση του Δικαστή Fennelly αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «
- In short, I am satisfied that Article 4.7(b) applies where the offence specified in the warrant was committed outside the issuing Member State and, under its law, the executing Member State does not prosecute for the same offences. The question remains whether section 44, properly interpreted in the light of Article 4.7(b) prohibits[14] surrender in this case. .........
- While Lord Justice Scott Baker considers it to be an aspect of double-criminality, it seems to me to require something more. Article 4.7(b) does not in itself require reciprocity in the sense that each Member State must have adopted the opt-out. It is for each Member State to decide independently whether to avail of the various options, in particular Article 4.7(b). However, it is still possible to interpret the provision as implying a reciprocal application of the respective laws of the issuing and executing states. By that I mean that Article 4.7(b) envisages that prosecution of the extra-territorial offences at issue should be subject to similar conditions in each State. ............
- I believe that a sensible and fair interpretation of Article 4.7(b) demands the recognition of a principle of reciprocity. Thus, where a State exercises the option, surrender will be prohibited where the executing State does not exercise extra-territorial jurisdiction in respect of offences of the type specified in the warrant in the same circumstances. In the present case, the relevant circumstance is that the person whose surrender is sought is not an Irish citizen. Under Irish law, a person cannot be prosecuted outside the territory of the State unless he or she is an Irish citizen. .........
- My view is that, in the light of paragraph 4
(7)(b) these words can only refer to a corresponding but hypothetical offence of murder, committed outside Ireland, in which the question of Irish exercise of extra-territorial jurisdiction falls to be considered. The section relates to a hypothetical offence of murder. Thus, without doing any significant violence to the language of the section, the term, "does not," is necessarily a reference to what Irish law provides for in such a situation. Looking at it as a grammatical problem, the use of the indicative form, "does not," is equivalent to the conditional, "would not" and could, if necessary, be so read. However, that may not be necessary. Once the question is recognised as being hypothetical, the issue is whether, the crime of murder generally, when committed outside Ireland "constitute[e] an offence under the law of the State."» Στο σύγγραμμα των Blextoon και van Ballegooij, Handbook on the European Arrest Warrant το άρθρο 4 παρ. 7 της Απόφασης Πλαισίου αναφέρεται ως παράδειγμα της αρχής της αμοιβαιότητας στην Απόφαση Πλαίσιο. Συγκεκριμένα, στο Κεφ. 6, στη σελ. 74 αναφέρονται τα εξής: «Only one provision in the Framework Decision alludes to the principle of reciprocity. According to Article 4, s. 7 sub. (b), the executing judicial authority is allowed to refuse the execution of a European Arrest Warrant, whenever such a warrant envisages offences which have been committed outside the territory of the issuing Member State and the law of the executing Member State does not allow prosecution for the same offences when committed outside the territory of the executing Member State. In the corresponding situation the executing state would simply not be able to issue an arrest warrant due to a lack of jurisdiction. The provision restores the equilibrium by offering this state the possibility to restrict the scope of its performances to its own expectations in similar circumstances. This section mirrors Article 7, s. 2 of the European Convention on Extradition.» Περαιτέρω, στην πιο πάνω απόφαση Ian Bailey, (βλ απόφαση του Δικαστή Fennelly, παρ. 80 - 82) έγινε παραπομπή σε ορισμένα διαφωτιστικά για την ερμηνεία του άρθρου 4
(7)(β) της Απόφασης Πλαισίου αποσπάσματα από το σύγγραμμα των Farrell και Hanrahan, The European Arrest Warrant in Ireland, 2011, παρ. 12-14 και 12-16, σελ. 182, και παρ. 12-21, σελ. 184: «The rationale underlying Art 4.7(b) which is implemented by s 44 of the 2003 Act is quite different. Provisions of this type can be found in extradition agreements from the late 19th century onwards. Such provisions are based on the principle of reciprocity which held that one State should not be required to extradite for an offence if it could not request extradition for the same offence where the roles were reversed. The principle is directed at ensuring that an almost perfect balance of mutual obligations as between States is maintained. ......... In essence s. 44 prohibits surrender in circumstances where the State would not be entitled to prosecute the same offence on an extra-territorial basis. This necessarily requires the court to engage in a hypothetical exercise of considering whether, if the respondent committed the offence in a third country, he could be prosecuted for that offence within the State on the basis of his nationality or some other feature of the offence which gives rise to an extra-territorial jurisdiction. It is immediately obvious that such an exercise is far from straightforward and it will require the court to consider first whether or not the offence is in fact an extraterritorial one and second, on the assumption that it is, on what basis it might be hypothetically prosecuted in this jurisdiction. ............ Where it is clear that the offence in the warrant is an extraterritorial offence, the court must consider whether the offence would be amenable to prosecution on an extraterritorial basis in this jurisdiction. This, clearly, amounts to the court engaging in a hypothetical test whereby it essentially substitutes the State for the position of the requesting State in relation to the offence described in the warrant. Quite how far this translation of the different elements of the offence must go is not made entirely clear by s. 44. Presumably where the place of commission of the offence is Ireland the court must essentially ignore this fact and assume for the sake of the exercise that the place of the offence is another State. It is less clear what the position is where the requesting State has asserted extraterritorial jurisdiction on the particular basis, such as active personality (i.e. the respondent is a citizen of the requesting State and as such criminally liable for offences committed abroad). Is the court restricted to considering whether the State would exercise extraterritorial jurisdiction on the same basis or can it consider whether extraterritorial jurisdiction might be exercised on an alternative bases? The act provides little assistance in this regard. However, the underlying principle of reciprocity would seem to predicate in favour of the court being restricted to considering whether extraterritorial jurisdiction could be exercised in theory on a similar cases as opposed to on some other ground.». Συνεπώς προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο συντρέχει ο σχετικός λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του εντάλματος, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα του κατά πόσον στην υποθετική περίπτωση που αξιόποινη πράξη (αδίκημα του ιδίου τύπου) τελείτο ή διαπράττετο εκτός Κύπρου, θα επιτρεπόταν η δίωξη με βάση τον κυπριακό νόμο. Στρεφόμενη στον κυπριακό νόμο, παρατηρείται ότι σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(ε)(vii) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «5.-
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόμος που συνιστά αδίκημα, εφαρμόζονται σε όλα τα αδικήματα τα οποία διαπράχτηκαν- ... (ε) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από οποιοδήποτε πρόσωπο αν το αδίκημα- .. (vii) προκάλεσε βλάβη ή ζημία σε περιουσία ή αποστέρησε ή κατακρατεί περιουσία που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας και που ανήκει άμεσα ή έμμεσα στη Δημοκρατία ή σε πρόσωπο που έχει τη μόνιμη διαμονή του στη Δημοκρατία ή σε εταιρεία που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Δημοκρατία ή σε εμπίστευμα, που διέπεται από το κυπριακό δίκαιο, ή .......» Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στις συμπληρωματικές πληροφορίες που στάληκαν από τις αρχές της Λιθουανίας (Τεκμήριο 9, παρ. (a) και (c)) η περιουσία που κατ' ισχυρισμό κλάπηκε, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημιά στους ιδιοκτήτες της ύψους περίπου €28.985 - 100.000LTL, ανήκε σε δύο Λιθουανικές εταιρείες (την UAB LJ Logistika με έδρα το χωριό Sausiu στο Trakai και την UAB Scanbalt Trailer με έδρα το Vilnius). Είναι συνεπώς προφανές ότι υπό ανάλογες περιστάσεις, η Κύπρος δεν θα μπορούσε να ασκήσει εξωεδαφική (extraterritorial) δικαιοδοσία, αφού τούτο θα μπορούσε να το πράξει μόνο αν η περιουσία ανήκε σε εταιρεία που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς, σε περίπτωση που, παρά την κατάληξη μου για το αντίθετο, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 14
(1)(στ)(ii) του Νόμου, θα κατέληγα ότι συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, προαιρετικός λόγος μη εκτέλεσης του ΕΕΣ και το Δικαστήριο θα είχε διακριτική ευχέρεια («δύναται») να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ. Όμως, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, και λαμβάνοντας υπόψιν τις περιστάσεις τις υπόθεσης, θα ασκούσα αυτή τη διακριτική ευχέρεια υπέρ της παράδοσης του εκζητούμενου. Τούτο διότι η αξιόποινη πράξη δεν είναι ασύνδετη με το κράτος έκδοσης του ΕΕΣ, αφού στο εν λόγω κράτος μέλος είναι που ο εκζητούμενος ενοικίασε το όχημα με το ρυμουλκούμενο επιδιώκοντας να κατάσχει αυτά όπως και έπραξε αργότερα, καθώς και το γεγονός ότι τα κλαπέντα οχήματα ανήκουν σε εταιρείες εγγεγραμμένες στη Λιθουανία, οι οποίες υπέστησαν ζημιά. Τελειώνοντας, σημειώνω ότι ο συνήγορος του εκζητούμενου στα πλαίσια του περιγράμματος αγόρευσης του υποστήριξε επίσης ότι ενδεχομένως να υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας από τις Λιθουανικές αρχές, για τον λόγο ότι ο εκζητούμενος συνελήφθη στη βάση του ίδιου ΕΕΣ στη Γερμανία, και τα Γερμανικά Δικαστήρια, πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν, αρνήθηκαν την παράδοση του. Επί τούτου παρατηρώ σχετικώς ότι, αν και πράγματι τόσο στη δικάσιμο της 1.8.17 όσο και στη δικάσιμο της 23.8.17 έγινε αναφορά από τον συνήγορο του εκζητούμενου στην ύπαρξη παρόμοιας διαδικασίας στην Γερμανία στα πλαίσια της οποίας τα Γερμανικά δικαστήρια αρνήθηκαν την παράδοση του εκζητούμενου, ουδεμία μαρτυρία δόθηκε είτε από πλευράς του εκζητούμενου, είτε μέσω της αντεξέτασης του Μ.Α. που να τείνει να ρίξει φως σε αυτή την πτυχή της υπόθεσης, οι δε ακριβείς λόγοι της άρνησης των Γερμανικών δικαστηρίων (ακόμη και αν πράγματι έτσι έγινε) να παραδώσουν τον εκζητούμενο είναι άγνωστοι για το παρόν Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω ότι τυχόν άρνηση ενός κράτους να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ουδόλως εμποδίζει άλλο κράτος από του να πράξει κάτι τέτοιο, αν συντρέχουν οι λόγοι για την εκτέλεση αυτού. Εισήγηση προς τέτοια κατεύθυνση δεν υπήρξε, άλλωστε, από την πλευρά του εκζητούμενου. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του ΕΕΣ και παράδοση του εκζητούμενου στις αρχές της Λιθουανίας. Συνεπώς διατάσσω την εκτέλεση του υπό αναφορά Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση και να παραδοθεί στις αρχές της Λιθουανίας σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του Νόμου. Δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να κοινοποιήσει αμέσως στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση. .................................... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αντίστοιχα, το άρθρο 8
(1)(ε) της Απόφασης Πλαισίου προνοεί ότι: «8
(1). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία υποβάλλονται σύμφωνα με το έντυπο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα: . ε) περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου, του τόπου της τέλεσης και του βαθμού συμμετοχής του καταζητουμένου στην αξιόποινη πράξη·» [2] «
- This Court can have no confidence that the detail that was sought a year ago will be provided within a further reasonable time should another request be granted. .... The central authority has quite properly requested the information which is necessary for this Court to decide the matter. It has not been forthcoming from the issuing judicial authority or from the issuing state. In light of the persistent failures to present information in a timely fashion, the Court is of the view that it will not exercise its discretion under s. 20 of the Act of 2003 to seek this information.» [3] «I am directed to refer to your letter with reference number 14.2.-3252 (14.3-165/13) dated 03/08/2017 (in the Lithuanian language) and you are kindly requested to clarify whether the date stated in its English translation, thus 08/08/2017, is due to a typing error.» [4] «In reply to your enquiry, please be informed that document ref. No. 14.2-3252 (14.3-165/13) was registered in the Information System of Prosecution Service and sent to the Ministry of Justice and Public Order of the Republic of Cyprus on 3 August
- The date "8 August 2017" written in the English translation of this letter is a typing error.» [5] «The SIRENE Cyprus National Bureau notified that Daniel Wichmann was provisionally detained in Cyprus on 01 August 2017.» [6] «The interpretation of the law of the requesting state and possible defences to the charges were matters for the courts of the requesting state. Accordingly, the magistrate had rightly refused to consider evidence that the applicant΄s conduct did not amount to a crime in Sweden and habeas corpus had been properly refused.» [7] Στο αρχικό κείμενο του Κεφ. 154, η κλοπή ορίζεται ως εξής: «255.
(1)A person steals who, without the consent of the owner, fraudulently and without a claim of right made in good faith, takes and carries away anything capable of being stolen with intent, at the time of such taking, permanently to deprive the owner thereof. Provided that a person may be guilty of stealing any such thing notwithstanding that he has lawful possession thereof if, being a bailee or part owner thereof, he fraudulently converts the same to his own use or the use of any person other than the owner.
(2)(
- a)The expression " takes " includes obtaining the possession- (
- i)by any trick; ...... (
- c)the expression "owner" includes any part owner, or person having possession or control of, or a special property in, anything capable of being stolen.» [8] «If a man who has from the beginning the intent to misappropriate another's chattel induces that other to pass the possession of it to him under an agreement for its bailment and then proceeds to make away with it, this is lancery.» [9] «However, as we have seen, the anomalies of Pear's Case were superseded when the legislature in 1857 rendered it a felony for a bailee to misappropriate the object bailed.» [10] Σημειώνω ότι η λέξη «extraterritoriality» που φαίνεται στην παρ. (
- f)του τύπου του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στο Παράρτημα της Απόφασης Πλαίσιο, στην ελληνική μετάφραση της Απόφασης Πλαισίου αναφέρεται ως «εξωεδαφικότητα». [11] «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: .. 7. όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αφορά αξιόποινες πράξεις οι οποίες: α) κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης θεωρούνται ότι διεπράχθησαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφός του κράτους εκτέλεσης ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο· β) διεπράχθησαν εκτός του εδάφους του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης δεν επιτρέπει τη δίωξη για τα ίδια αδικήματα που διαπράττονται εκτός του εδάφους του.» [12] «A person shall not be surrendered under this Act if the offence specified in the European arrest warrant issued in respect of him or her was committed or is alleged to have been committed in a place other than the issuing state and the act or omission of which the offence consists does not, by virtue of having been committed in a place other than the State, constitute an offence under the law of the State.» [13] Σημείωση δική μου: Στην παρ. 42 της απόφασης της, η C.J. Denham προσδιορίζει ως ακολούθως τον Ιρλανδικό νόμο σε σχέση με το αδίκημα του φόνου. «42. Thus, applying the above law, Ireland could request France to surrender to Ireland an Irish citizen for an alleged murder committed in France. However, Ireland could not make a successful request to France to surrender to Ireland a citizen of the United Kingdom for the offence of an alleged murder committed in France. The act of murder in another state is not an offence which may be prosecuted in this State except where it is committed by an Irish citizen. There is no jurisdiction in Ireland to prosecute for an offence of murder committed outside the area of the application of the laws of the State, unless an ingredient in that crime is that the alleged offender was an Irish citizen.» [14] Σημείωση δική μου: Το s. 44 του Ιρλανδικού European Arrest Warrant Act, 2003, αντίθετα με το άρθρο 14
(1)(στ) του Νόμου, καθιερώνει λόγο υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος («A person shall not be surrendered.»). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο