Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Χρύσανθου Ανδρέου κ.α., Υποθ. αρ.: 8961/17, 17/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:37 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 8961/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.
- Χρύσανθου Ανδρέου
- Ana Maria Nita Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Οκτωβρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι στη δεύτερη κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 6 κιλών και 375,9 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε επίσης την τρίτη κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής της προαναφερόμενης ποσότητας με σκοπό την προμήθεια καθώς επίσης και την τέταρτη κατηγορία για το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 14 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Σημειώνεται πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν και την πρώτη κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της κατοχής της προαναφερόμενης ποσότητας των 6 κιλών και 375,9 γρ. με σκοπό την προμήθεια, η οποία (κατηγορία) ανεστάλη. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τα ακόλουθα: Στις 28.5.17 λήφθηκε πληροφορία στην Υ.ΚΑ.Ν. ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τις οποίες απέκρυπτε στην οικία του στη Λακατάμεια και σε διαμέρισμα το οποίο είχε ενοικιάσει για να συγκατοικήσει με την Κατηγορουμένη 2, στην περιοχή Αγ. Ομολογητών στη Λευκωσία. Στη βάση αυτής της πληροφορίας, στις 29.5.17 εκδόθηκαν εντάλματα έρευνας και για τις δύο οικίες. Στις 29.5.17 και ώρα 10:00 μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας έθεσαν την οικία του Κατηγορουμένου 1 στη Λακατάμεια υπό παρακολούθηση. Περί τις 16:45 o Κατηγορούμενος 1 θεάθηκε να περιφέρεται στην αυλή της οικίας, οπότε ο Αστ. 1519 Α. Αντρέου τον προσέγγισε και αφού του αποκάλυψε την ιδιότητα του, τον πληροφόρησε ότι υπήρχε ένταλμα έρευνας της οικίας του. Κατά την έρευνα δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το ύποπτο πέραν μιας κόλλας στην οποία αναγράφονταν τρεις αριθμοί τηλεφώνων, για τους οποίους ο Κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε και δεν έδωσε απάντηση. Ακολούθως ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 να ακολουθήσει τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. στο διαμέρισμα του στους Αγ. Ομολογητές και αυτός συμφώνησε και παρέδωσε μια δέσμη κλειδιών στον Αστ. 1519 λέγοντας του «φίλε μου έτα και τα κλειδιά του διαμερίσματος». Κατά την έναρξη της έρευνας ο Κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρχε οτιδήποτε το παράνομο εντός του διαμερίσματος και αυτός οδήγησε τον Αστ. 1519 σε ένα από τα υπνοδωμάτια, πήρε το κλειδί το οποίο βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι και ξεκλείδωσε με αυτό το ερμάρι εντός του οποίου υπήρχαν γυναικεία ρούχα. Εκεί υπήρχε μια ταξιδιωτική βαλίτσα εντός της οποίας, όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος 1, βρίσκονταν 7 κιλά κάνναβης. Ο Αστ. 1519 πράγματι εντόπισε εντός της βαλίτσας επτά νάιλον συσκευασίες οι οποίες περιείχαν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Αμέσως πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο 1 για το αδίκημα που διέπραττε, του επέστησε την προσοχή στον Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «τούτα έχω φίλε μου, εν κάνναβη». Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και κατά τη σύλληψη του απάντησε «εντάξει». Κατά την έρευνα εντοπίστηκε σε ντουλάπι της κουζίνας μια ζυγαριά ακριβείας μάρκας Primo πάνω στην οποία υπήρχαν ίχνη ξηρής φυτικής ύλης και στον πάγκο της κουζίνας ένας μεταλλικός αλεστήρας και πάλι με ίχνη ξηρής φυτικής ύλης. Κατόπιν επίστησης ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «εν δικά μου ρε φίλε». Σε τραπεζάκι στο σαλόνι εντοπίστηκε ένας κόπτης και μια κολλητική ταινία. Ερωτηθείς, ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι ήταν δικά του και ότι τα είχε χρησιμοποιήσει για να ανοίξει με τον κόπτη τη μια από τις επτά συσκευασίες για να πάρει λίγη ποσότητα ναρκωτικών και ότι μετά την έκλεισε ξανά με την κολλητική ταινία. Όλα τα τεκμήρια συσκευάστηκαν καταλλήλως, σφραγίστηκαν και μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας για να σταλούν για επιστημονικές εξετάσεις. Στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. κλήθηκε και η Κατηγορουμένη
- Την ίδια μέρα λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις και από τους δύο Κατηγορούμενους. Οι Κατηγορούμενοι διατηρούν δεσμό και ο Κατηγορούμενος 1 ενοικίασε το επίδικο διαμέρισμα με σκοπό να συγκατοικήσουν εκεί, περί τις αρχές Μαΐου του
- Επισκέφθηκαν αρκετές φορές μαζί το διαμέρισμα αλλά μέχρι τη σύλληψη τους είχαν διανυκτερεύσει εκεί μόνο ένα βράδυ. Στις 26.5.17 ο Κατηγορούμενος 1, χρησιμοποιώντας το όχημα του πατέρα της Κατηγορουμένης 2, μετέβη σε συγκεκριμένο σημείο στη Λεμεσό, το οποίο δεν αποκάλυψε στην Αστυνομία, και αγόρασε από κάποιο άτομο, το οποίο επίσης αρνήθηκε να κατονομάσει, την επίδικη ποσότητα κάνναβης. Συγκεκριμένα παρέλαβε επτά συσκευασίες οι οποίες περιείχαν περίπου ένα κιλό κάνναβης η καθεμιά. Αφού παρέλαβε τα ναρκωτικά, τα τοποθέτησε στη βαλίτσα και τα έκρυψε στο ντουλάπι, όπου και εντοπίστηκαν. Κατά την παραλαβή των ναρκωτικών, ο Κατηγορούμενος 1 έστειλε γραπτό μήνυμα στην Κατηγορουμένη 2 «7kg». Η Κατηγορουμένη 2 κατάλαβε πως ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του επτά κιλά ναρκωτικών και του απάντησε γραπτώς με μήνυμα «ορκίστου» όποτε και ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «ναι». Στις 27.5.17 ο Κατηγορούμενος 1 μετέβη με την Κατηγορουμένη 2 στο διαμέρισμα όπου ο πρώτος άνοιξε το ντουλάπι και πήρε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά. Η Κατηγορουμένη 2 γνώριζε πως η βαλίτσα περιείχε ναρκωτικές ουσίες. Ο Κατηγορούμενος 1 άνοιξε μια εκ των επτά συσκευασιών με τον κόπτη ο οποίος ανευρέθηκε στο διαμέρισμα και αφού πήρε ποσότητα περί τα 28 γρ., τη ζύγιζε και, με τη βοήθεια της Κατηγορουμένης 2, έκλεισε ξανά τη συσκευασία με την κολλητική ταινία η οποία επίσης είχε εντοπιστεί στο διαμέρισμα. Ακολούθως έφυγαν από εκεί. Ο Κατηγορούμενος 1 πήρε τη συγκεκριμένη ποσότητα για να την πουλήσει σε πρόσωπα με τα οποία είχε από προηγουμένως συνεννοηθεί, αρνούμενος να τα κατονομάσει στην Αστυνομία. Προμήθευσε τα 14 γρ. στις 27.5.17 σε ένα πρόσωπο και κατά τη διαδρομή προς πώληση και των υπόλοιπων 14 γρ., ισχυρίστηκε ότι είδε ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας το οποίος θεώρησε πως τον ακολουθούσε και γι΄ αυτό φοβήθηκε και πέταξε τα 14 γρ. σε χωράφι στον Στρόβολο. Ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι θα πουλούσε ολόκληρη την ποσότητα η οποία ανευρέθηκε στο διαμέρισμα λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε επειδή ήταν άνεργος. Ερωτηθείς για τη ζυγαριά, ανέφερε πως θα τη χρησιμοποιούσε για να ζυγίζει τα ναρκωτικά που θα πουλούσε, ενώ ανέφερε πως ο αλεστήρας είναι δικός του και παλαιότερα ετοίμαζε και πουλούσε «ψιλές» με χόρτο χωρίς να κατονομάσει τους αγοραστές. Ο Κατηγορούμενος 1 συνελήφθη για τα αδικήματα που διέπραξε και κατόπιν επίστησης απάντησε «τίποτε εν έχω να πω». Κατά τη σύλληψη της η Κατηγορουμένη 2 απάντησε «γιατί με συλλαμβάνετε εμένα;». Λήφθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα και δείγματα γενετικού υλικού και από τους δύο Κατηγορούμενους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων του Κρατικού Χημείου τα ναρκωτικά στις επτά συσκευασίες μέσα στη βαλίτσα ήταν συνολικού βάρους 6 κιλών και 375,9 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Τα αποτελέσματα του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής κατέδειξαν τον εντοπισμό του γενετικού υλικού του Κατηγορουμένου 1 στη βαλίτσα εντός της οποίας υπήρχαν τα ναρκωτικά και του γενετικού υλικού της Κατηγορουμένης 2 σε μια από τις συσκευασίες και στην κολλητική ταινία η οποία είχε εντοπιστεί στο διαμέρισμα. Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος των Κατηγορουμένων εστιάστηκε τόσο στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, αποδίδοντας σαφώς πολύ πιο μειωμένο ρόλο στην Κατηγορουμένη 2, όσο και στις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων καθώς επίσης και σε άλλους μετριαστικούς παράγοντες. Ο συνήγορος αναγνώρισε την σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι και την ανάγκη αντιμετώπισης τους με ποινές φυλάκισης, πλην όμως κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή ποινής και εισηγήθηκε πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή της ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στην Κατηγορουμένη
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικά είναι δεδομένη και αντανακλάται πρωτίστως στις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Ειδικότερα για το αδίκημα της απλής κατοχής ναρκωτικών τάξεως Β προβλέπεται ως μέγιστη ποινή φυλάκισης 8 ετών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο, ενώ για τα σοβαρότερα αδικήματα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και την προμήθεια ναρκωτικών τάξεως Β προβλέπεται ως μέγιστη η ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο. To Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα η οποία απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, ειδικότερα ενόψει των πολύ σοβαρών συνεπειών της χρήσης αυτών, κυρίως από νεαρά άτομα. Αυτή η διαπίστωση, σε συνδυασμό με την έξαρση η οποία δυστυχώς παρατηρείται σε τέτοιας φύσης αδικήματα, επιβάλλει την ανάγκη αντιμετώπισης τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, στα πλαίσια της προσπάθειας των Δικαστηρίων προς καταπολέμηση της διασποράς των ναρκωτικών και προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, αποδίδοντας περιορισμένη βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αριστείδου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32 αντικατοπτρίζει με ακρίβεια την ανησυχητική εξάπλωση των ναρκωτικών και την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών: «Πιστεύουμε ότι κοινοτυπούμε και επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, επισημαίνοντας πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξουδετερώνει βέβαια το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής, το οποίο όμως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα έρχεται σε δεύτερη μοίρα.» Όπως επισημάνθηκε στις υποθέσεις Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 και Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής. Στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας τότε η ποινή αναπόφευκτα καθίσταται πιο αυστηρή. Σχετική είναι και η υπόθεση Τρύφωνος v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Berne v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών για κατοχή 5.023,27 κιλών ρητίνης κάνναβης και 2.043,3 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, μετά από ακρόαση. Η ίδια ποινή επιβλήθηκε πρωτόδικα και επικυρώθηκε στην Τουμάζου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 63 για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 8.957,7 κιλών φυτικής κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Στη Μαυρικίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 6.341,3376 κιλών κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, ενώ στη Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 448, σε έγγαμο πατέρα 4 παιδιών εκ των οποίων το ένα είχε νοητική υστέρηση, το άλλο έπασχε από λεμφοειδή μεταστατικό καρκίνο, η δε σύζυγος του κατέστη ανίκανη για εργασία λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου, επιβλήθηκε πρωτόδικα, μετά από παραδοχή του, στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β 5,786.7157 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, ποινή φυλάκισης 11 ετών η οποία μειώθηκε κατ΄ έφεση σε ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην Παναγιώτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478 η ποινή των 14 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα μειώθηκε από το Εφετείο σε 12 έτη. Στην εν λόγω υπόθεση ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 6.453,34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Το Εφετείο μείωσε την ποινή καθότι έκρινε πως οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, και ειδικότερα τα ψυχολογικά του προβλήματα, θα μπορούσαν να είχαν προσμετρήσει περισσότερο στη σκέψη του Κακουργιοδικείου. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Ευρυπίδου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 187/13, ημ. 22.5.14, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής 2.818,77 κιλών φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας σχεδόν 26 ετών, από διαλυμένη οικογένεια, με πολλές οικονομικές δυσκολίες και αντιμετώπιζε ανέκαθεν σωρεία ψυχολογικών προβλημάτων που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη του σχολείου αρχικά και στην απαλλαγή του από μικρό μέρος της στρατιωτικής του θητείας αργότερα. Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κουλουμή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 119/14, ημ. 8.4.15, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 5 ετών στον εφεσείοντα ο οποίος είχε τον περιορισμένο ρόλο του μεταφορέα 2.373,8γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη επικυρώθηκε από το Εφετείο, παρόλο που αναγνώρισε ότι αυτή θα μπορούσε να ήταν επιεικέστερη. Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Προεστού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/16, ημ. 22.5.17, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 4 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 2.7,500 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή, ήταν 43 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, εργάτης στον Δήμο Στροβόλου, νυμφευμένος με τρεις κόρες η μια εκ των οποίων αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Τέλος, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην επίσης πρόσφατη υπόθεση Πόλεος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 141/16 ημ. 2.6.17, στην οποία επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών για κατοχή κάνναβης συνολικού βάρους 1.922,1601γρ. και 4 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 1.908,425γρ. στον εφεσείοντα ο οποίος παραδέχθηκε, μεταμελήθηκε και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Βεβαίως είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης διαφαίνεται πρωτίστως από τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών που αφορά, ήτοι 6 κιλά και 375,9 γρ. κάνναβης, και εντείνεται από το γεγονός πως ολόκληρη αυτή η ποσότητα προορίζετο προς διοχέτευση στην αγορά. Τα γεγονότα αποκαλύπτουν ένα οργανωμένο και πλήρες σχέδιο δράσης του Κατηγορουμένου 1, στα πλαίσια του οποίου αυτός παρέλαβε την επίδικη ποσότητα από τη Λεμεσό, τη φύλαξε στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λευκωσία και από την επομένη κιόλας μέρα, με τη χρήση ζυγαριάς και άλλων αντικειμένων, συσκεύασε δύο μικρές ποσότητες, των 14 γρ. η καθεμιά, με σκοπό την πώληση τους. Ο Κατηγορούμενος 1 πώλησε την πρώτη συσκευασία πλην όμως η πώληση της δεύτερης ναυάγησε λόγω της παρουσίας της Αστυνομίας. Είναι πράγματι ευτύχημα το γεγονός πως η παρουσία και επέμβαση της Αστυνομίας είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό της υπόλοιπης ποσότητας και κυρίως τον αποκλεισμό της διασποράς της σε χρήστες. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης αλλά πως όλες οι προαναφερόμενες ενέργειες γίνοντο από αυτόν κατ΄ εντολή και με οδηγίες άλλου προσώπου. Οφείλουμε όμως να τονίσουμε πως η συμμετοχή του ήταν ιδιαίτερα σημαντική εφόσον αυτός ανέλαβε εξ ολοκλήρου τον χειρισμό των ναρκωτικών μέχρι και τη διάθεση τους και εκτελούσε όλες τις οδηγίες αναφορικά με την παραλαβή, φύλαξη, συσκευασία και πώληση των ναρκωτικών. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466: «Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να ερμηνευτεί ότι σε οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών δεν πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές, παρ' όλον ότι η διαφορά δεν είναι πάντοτε και ευδιάκριτη.» Δυστυχώς η ύπαρξη και προθυμία ατόμων, όπως ο Κατηγορούμενος 1, προς εκτέλεση τέτοιων οδηγιών δίνει και το έναυσμα στους πρωταγωνιστές και έμπορες της κάθε επιχείρησης εμπορίας ναρκωτικών να χρησιμοποιούν τέτοια άτομα για τον παράνομο αυτό σκοπό χωρίς οι ίδιοι να αποκαλύπτονται με οποιονδήποτε τρόπο. Όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, η κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου 1 και η κακή οικονομική του κατάσταση τον κατέστησαν ευάλωτο στο δέλεαρ του όποιου οικονομικού οφέλους θα αποκόμιζε από αυτή του τη δράση, αψηφώντας παντελώς τη ζημιά που η παράνομη αυτή δραστηριότητα θα επέφερε στους αγοραστές και χρήστες των ναρκωτικών. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541, στην οποία λέχθηκε πως «Κατ΄ ουσίαν, η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δε διαφέρει. Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο. Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος». Όπως ορθώς επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης, οι οικονομικές δυσκολίες του Κατηγορουμένου 1 δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για να καταφύγει σε αυτή την σοβαρή παράνομη δραστηριότητα. Εάν δεχόμασταν πως άτομα που βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση και γενικώς σε οποιασδήποτε μορφής δύσκολη θέση μπορούν να προσφεύγουν σε εγκληματικές δραστηριότητες για να αποκομίζουν όφελος, αυτό θα συνιστούσε ρήγμα στην κοινωνία και καταστρατήγηση του ρόλου του Δικαστηρίου στη διατήρηση της νομιμότητας. Σχετικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Φάντης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
- Με δεδομένο τον ρόλο του Κατηγορουμένου 1 στην υπόθεση, είναι πρόδηλο πως η συμμετοχή της Κατηγορουμένης 2 είναι μικρότερη, εφόσον αυτή εμπλέκεται μόνο στην απλή κατοχή της επίδικης ποσότητας. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, δεχόμαστε πως η ανάμειξη της Κατηγορουμένης 2 προέκυψε ως εξής. Την ημέρα που ο Κατηγορούμενος 1 μετέβη στη Λεμεσό για να παραλάβει τα ναρκωτικά, είχε αναφέρει στην Κατηγορουμένη 2 πως πήγαινε στη Λεμεσό για μια δουλειά χωρίς να της δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Όταν αυτός καθυστερούσε να επιστρέψει, η Κατηγορουμένη 2 ήθελε να μάθει τι δουλειά είχε στη Λεμεσό και μετά από επίμονα τηλεφωνήματα και έντονες συζητήσεις και αφού του ανέφερε πως τον υποπτευόταν πως αυτός βρισκόταν με άλλη κοπέλα, ο Κατηγορούμενος 1 αναγκάστηκε να της αποκαλύψει τον λόγο για τον οποίο πήγε στη Λεμεσό, εξ ου και της απέστειλε το μήνυμα πως πήγε για να παραλάβει 7 κιλά. Τότε η Κατηγορουμένη 2 πληροφορήθηκε και συνάμα αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε μεταβεί για να παραλάβει 7 κιλά ναρκωτικών. O δεσμός της Κατηγορουμένης 2 με τον Κατηγορούμενο 1 και η επικείμενη μελλοντική συμβίωση τους περιόρισε την όποια αντίδραση της στην αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1, παρόλο που αυτό δεν δύναται να αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την ανοχή, πόσω μάλλον για τη συμμετοχή, σε παράνομη δραστηριότητα. Μας προκαλεί έκπληξη πως κατ΄ εκείνο το στάδιο, η αντίδραση της Κατηγορουμένης 2, με την αποστολή του μηνύματος «ορκίστου», δεν ήταν ούτε καν η οποιαδήποτε αντίρρηση ή απαξία, ούτε ακόμα η τήρηση μιας παντελώς αμέτοχης και ουδέτερης στάσης, αλλά αντιθέτως η επικρότηση και κατά κάποιον τρόπο ο θαυμασμός της όσον αφορά το μέγεθος της ποσότητας. Δεχόμαστε επίσης τη θέση της Υπεράσπισης πως ακολούθως ο Κατηγορούμενος 1 μόνος μετέφερε την επίδικη ποσότητα στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και την τοποθέτησε στο ντουλάπι και πως αυτός μόνο κρατούσε κλειδιά του διαμερίσματος, ενώ η Κατηγορουμένη 2 είχε μεταβεί εκεί αρκετές φορές. Κατά τις 27.5.17 οι Κατηγορούμενοι μετέβησαν στο διαμέρισμα για να πάρει η Κατηγορουμένη 2 κάποια προσωπικά της αντικείμενα τα οποία χρειαζόταν για τη βραδινή τους έξοδο, και εκεί ο Κατηγορούμενος 1 άνοιξε τη μια συσκευασία στην παρουσία της Κατηγορουμένης 2 και με τη βοήθεια της συσκεύασε τις δύο ποσότητες των 14 γρ. και κόλλησε ξανά τη συσκευασία του κιλού με την κολλητική ταινία. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 1 οδήγησε την Κατηγορουμένη 2 σε μια φίλη της με την οποία θα έβγαιναν το βράδυ και αυτός αποχώρησε, προφανώς για να υλοποιήσει τις δύο πωλήσεις που είχε προγραμματίσει για εκείνη τη μέρα, πετυχαίνοντας μόνο τη μία. Τα πιο πάνω δεδομένα συνηγορούν υπέρ της εισήγησης της Υπεράσπισης πως η ανάμειξη της Κατηγορουμένης 2 είναι απότοκο και συνέπεια της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο 1, παρόλο που οφείλουμε να σημειώσουμε πως αυτή δεν παρέμεινε απλώς ανενεργή και θεατής αλλά προσέφερε πιο θετική και ουσιαστική συμμετοχή, έστω και αρκετά περιορισμένη, στην όλη εγκληματική δραστηριότητα. Με δεδομένο πως ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε κατηγορίες για αδικήματα σχετιζόμενα με εμπορία ναρκωτικών και τα οποία επιφέρουν πολύ σοβαρότερες ποινές εν συγκρίσει με το αδίκημα για το οποίο παραδέχθηκε ενοχή η Κατηγορουμένη 2, θεωρούμε ότι δεν τίθεται θέμα ισότητας. Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε πως όσον αφορά το αδίκημα της κατοχής ο ρόλος των δύο Κατηγορουμένων είναι σαφώς διαφορετικός εφόσον ο Κατηγορούμενος 1 είχε τον πλήρη έλεγχο της ποσότητας από την παραλαβή μέχρι και την πώληση της, ενώ η Κατηγορουμένη 2 είχε πολύ πιο περιορισμένο ρόλο σε σχέση με την επίδικη ποσότητα και την όποια επαφή της με αυτή, στοιχείο το οποίο δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των δύο Κατηγορουμένων και την σαφώς πιο επιεική αντιμετώπιση της Κατηγορουμένης
- Σχετικά με το θέμα αυτό στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67 υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251: «Η ισότητα ενώπιον της Δικαιοσύνης καθιερώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Ο πυρήνας του δικαιώματος για ίση μεταχείριση από το Δικαστήριο συνίσταται στην υποχρέωση των δικαστικών αρχών να μεταχειρίζονται με ομοιόμορφο τρόπο όλους που βρίσκονται στην ίδια ουσιαστικά θέση. Το δικαίωμα επεκτείνεται, όπως αντιλαμβανόμαστε, στην εφαρμογή των αρχών του άρθρου 28.1 του Συντάγματος, και στο συσχετισμό των διαφορών στην τιμωρία συγκατηγορουμένων με την ουσιαστική ανομοιογένεια στην εγκληματική τους ευθύνη για το αδίκημα και το ποινικό τους μητρώο.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Κουφού ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 95 και Πίτσιλλος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 346. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις, διαφοροποίηση της ποινής μεταξύ συγκατηγορουμένων προσώπων επιτρέπεται αν τα περιστατικά της υπόθεσης και η εικόνα η οποία αναδύεται με βάση τα γεγονότα για την εγκληματική συμπεριφορά αλλά και οι προσωπικές τους περιστάσεις τη δικαιολογούν. Οι διαφορετικοί ρόλοι μεταξύ δραστών αποτελούν, μεταξύ άλλων, παράγοντες που νομιμοποιούν τη διαφορετική μεταχείριση. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο πως παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε ως ελαφρυντικό παράγοντα το λευκό ποινικό μητρώο και των δύο Κατηγορουμένων. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν τη συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία η οποία περιορίζεται στην παράδοση των κλειδιών του διαμερίσματος και στην υπόδειξη της επίδικης ποσότητας, παρόλο που επισημαίνουμε πως η έρευνα και ο εντοπισμός των ναρκωτικών ήταν κάτι το προβλεπτό και αναπόφευκτο για τον ίδιο. Σημειώνουμε πως ο Κατηγορούμενος 1 δεν έδωσε οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με άλλα άτομα τα οποία εμπλέκονται στην όλη υπόθεση. Λαμβάνουμε υπόψιν και τη συνεργασία της Κατηγορουμένης 2 με την Αστυνομία, η οποία συνίστατο, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης, στην αποκάλυψη προς την Αστυνομία των όσων γνωρίζει για την υπόθεση. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου 1 τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου για τη διάπραξη των αδικημάτων. Παρόλο που η Κατηγορουμένη 2 είχε αρχικώς δηλώσει μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες, αμέσως με την αναστολή των υπόλοιπων κατηγοριών εναντίον της αυτή προέβη σε παραδοχή στη δεύτερη κατηγορία, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, και έτσι θεωρούμε και τη δική της παραδοχή ως άμεση. Σημειώνουμε ακόμα πως και οι δύο Κατηγορούμενοι συνδέθηκαν επιστημονικά με αντικείμενα που έχουν σχέση με τα επίδικα ναρκωτικά. Η άμεση παραδοχή είναι στοιχείο έμπρακτης ένδειξης μεταμέλειας και πρέπει να αμείβεται με την ανάλογη έκπτωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» Τέλος, λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων, όπως αυτές περιέχονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης και στα συνημμένα σε αυτή έγγραφα. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, αυτός γεννήθηκε στη Λευκωσία και είναι 26 ετών. Προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Η μητέρα του, 45 ετών, κατάγεται από την Κερύνεια και εργάζεται ως πωλήτρια. Ο πατέρας του, 50 ετών, κατάγεται από το Μόρφου, εργαζόταν ως οικοδόμος και το τελευταίο χρονικό διάστημα λόγω οικονομικών δυσκολιών μετέβη στην Αγγλία για σκοπούς εργασίας. Πριν από τρία έτη οι γονείς του πήραν διαζύγιο. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι το δεύτερο σε σειρά παιδί της οικογένειας. Η μεγαλύτερη του αδελφή είναι 29 ετών, έγγαμη και διαμένει με την οικογένεια της ενώ ο μικρότερος αδελφός του είναι 16 ετών, μαθητής και διαμένει με τη μητέρα του. Οι σχέσεις του Κατηγορουμένου 1 με την οικογένεια του είναι ικανοποιητικές ενώ με τον πατέρα του διατηρεί αραιή επικοινωνία. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι απόφοιτος Συστήματος Μαθητείας στον κλάδο μηχανικών αυτοκινήτων. Πήρε απαλλαγή από τη στρατιωτική του θητεία λόγω προβλημάτων υγείας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με Ιατρική Έκθεση ημ. 2.10.17 της Δρος Γιολάντας Χρίστου, Νευρολόγου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ο Κατηγορούμενος 1 παρακολουθείται από το 2013 λόγω εστιακών επιληπτικών κρίσεων με δευτερογενή γενίκευση. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση, τα συμπτώματα ξεκίνησαν σε ηλικία 15 ετών με επεισόδια ναυτίας και εμετού και οδήγησαν σε απώλεια συνείδησης με τονικοκλωνικούς σπασμούς. Οι εξετάσεις κατέδειξαν φλοιώδη/υποφλοιώδη βλάβη δεξιά, κροταφικά ενδεικτικά αρτηριοφλεβώδης δυσπλασίας επί φλοιικής δυσπλασίας. Παρουσιάζει περίπου 2-3 επεισόδια ανά τετράμηνο ενώ λαμβάνει θεραπεία με αντιεληπτικά φάρμακα. Εκτιμάται επίσης πως η κατάσταση του ασθενούς δυνατό να επιδεινωθεί σε περίπτωση συναισθηματικού ή σωματικού στρες. Λόγω αυτού του προβλήματος υγείας ο Κατηγορούμενος 1 έχει κριθεί ανίκανος για εργασία, όπως επιμαρτυρεί Έκθεση Ολοκληρωμένου Πορίσματος Αξιολόγησης Αναπηρίας ημ. 2.6.15 του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και λαμβάνει επίδομα. Από την ηλικία των 17 ετών είναι χρήστης κάνναβης, όμως δηλώνει την προθυμία και ετοιμότητα του για απεξάρτηση του. Εδώ σημειώνουμε πως η όποια απεξάρτηση του Κατηγορουμένου 1 αναμφίβολα αποτελεί θετικό στοιχείο το οποίο πάντοτε επικροτείται από το Δικαστήριο (βλ. Χριστοφίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463), πλην όμως στην υπό κρίση περίπτωση θεωρούμε πως αυτή αποκτά περιορισμένη βαρύτητα εφόσον ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι απλός χρήστης αλλά εμπλέκεται στα αδικήματα κατοχής με σκοπό την προμήθεια, και μάλιστα μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, καθώς επίσης και εμπορίας. Όπως ανέφερε ο συνήγορος του, παρά τα προβλήματα του ο Κατηγορούμενος 1 ήταν πάντα δίπλα στη μητέρα του την οποία στήριζε και τα τελευταία έτη συνήψε δεσμό με την Κατηγορουμένη 2, με την οποία προτίθετο να συμβιώσει στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε πως η κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου 1 έχει επιδεινωθεί κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές και πως προ ολίγων ημερών αυτός είχε τέσσερις επιληπτικές κρίσεις οι οποίες αντιμετωπίστηκαν από συγκρατούμενους του εφόσον οι Αρχές των Φυλακών δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του για μεταφορά στον Ιατρό των Φυλακών. Επί τούτου θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό πως ο εγκλεισμός οποιουδήποτε στις Φυλακές είναι μια δυσάρεστη εξέλιξη γι΄ αυτόν, πλην όμως, σύμφωνα και με την ιατρική μαρτυρία, η κατάσταση του Κατηγορουμένου 1 φαίνεται για όλα αυτά τα χρόνια να αντιμετωπίζεται επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή, όπως και αντιμετωπίστηκε δεόντως στο προαναφερθέν περιστατικό. Περιττεύει βεβαίως να τονίσουμε το καθήκον των Αρχών των Κεντρικών Φυλακών για περίθαλψη και φροντίδα σε όποιον κρατούμενο αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας και επί του προκειμένου δεν μας έχει λεχθεί ότι έχει γίνει οποιοδήποτε παράπονο ή καταγγελία. Η Κατηγορουμένη 2 είναι 20 ετών, γεννήθηκε στη Ρουμανία και έχει μια αδελφή, έγγαμη η οποία διαμένει με τον σύζυγο και το παιδί τους στην Αγγλία. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν μικρή και σε ηλικία 12 ετών, η ίδια μετακόμισε στην Κύπρο με τον πατέρα της, 49 ετών, οικοδόμο. Η μητέρα της διαμένει και εργάζεται ως υπάλληλος σε βανζινάδικο στη Ρουμανία. Οι σχέσεις μεταξύ όλων των μελών της οικογένειας είναι πολύ καλές. Παρά τις δυσκολίες στην προσαρμογή και στη γλώσσα, η Κατηγορουμένη 2 φοίτησε στο Δημοτικό και μετά στο Γυμνάσιο Αγλαντζιάς και ακολούθως ολοκλήρωσε τη φοίτηση της στο Σύστημα Μαθητείας στον κλάδο κομμωτικής. Έκτοτε εργάζεται σταθερά ως κομμώτρια. Ενώ η Κατηγορουμένη 2 είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης, αυτή κατάφερε, μέσω διαβημάτων του δικηγόρου της και με την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, να παρακαθίσει τις εξετάσεις της με επιτυχία. Έτσι είναι τώρα κάτοχος του Πιστοποιητικού Συμπλήρωσης Κεντρικού Κορμού Μαθητείας με άριστα. Σύμφωνα με Ιατρικά Πιστοποιητικά Κρατικού Νοσοκομείου της Ρουμανίας, κατά τον Απρίλιο μέχρι και τον Μάιο του 2011 η Κατηγορουμένη 2 εισήχθη στο Νοσοκομείο με φλεγμονή στην αριστερή πλευρίτιδα θώρακος και αναιμία. Τα τελευταία έτη ο πατέρας της αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα υπεβλήθη σε εγχείρηση κοίλης στη δεξιά πλευρά και βρίσκεται σε αναμονή για εγχείρηση και στην αριστερή πλευρά. Η Κατηγορουμένη 2 βρισκόταν δίπλα στον πατέρα της εφόσον είναι και η μόνη που διέμενε μαζί του στην Κύπρο. Συνεκτιμούμε τις προσωπικές συνθήκες και των δύο Κατηγορουμένων, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά ανωτέρω, με γνώμονα τη νομική αρχή η οποία έχει διατυπωθεί στις υποθέσεις Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211 και Παναγιώτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478 πως, παρά την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται οι υποθέσεις ναρκωτικών και παρά τη διαχρονική νομολογιακή αναφορά ότι οι προσωπικές συνθήκες σε αυτού του είδους τις υποθέσεις έχουν μειωμένη αξία, δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι στην ουσία δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψιν, εξουδετερώνοντας έτσι την ενασχόληση του Δικαστηρίου με τη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν και το γεγονός πως και οι δύο Κατηγορούμενοι επιδεικνύουν καλή διαγωγή στις Κεντρικές Φυλακές. Όπως έχει λεχθεί από τον συνήγορο τους, από την πρώτη μέρα της κράτησης τους εργάζονται και ο μεν Κατηγορούμενος 1 παρακολουθεί τάξεις ζωγραφικής και χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ η Κατηγορουμένη 2 πέρασε τις εξετάσεις της και βοηθά στην καθαριότητα του χώρου των Φυλακών. Σχετική είναι η υπόθεση Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 233/13, ημ. 22.4.15. Τέλος, θεωρούμε πως όσον αφορά και τους δύο Κατηγορούμενους συντρέχει ο παράγοντας του νεαρού της ηλικίας και ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(α) του περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν.29/77, καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά. Συνεκτιμώντας αφενός την σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αυτών και τον ρόλο του καθενός και αφετέρου όλες τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις των Κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με όλους τους παράγοντες που έχουμε αναπτύξει πιο πάνω, μη παραγνωρίζοντας την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή και για τους δύο Κατηγορούμενους είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες για τον καθένα θα αντανακλούνται στην έκταση της ποινής ενώ, λόγω της περιορισμένης συμμετοχής της Κατηγορουμένης 2 στο αδίκημα της κατοχής, δικαιολογείται σαφώς επιεικέστερη μεταχείριση. Ως εκ τούτου στους Κατηγορούμενους επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 2 στην Κατηγορούμενη 2 ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Στην κατηγορία 2 στον Κατηγορούμενο 1 κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως μην επιβληθεί ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται σε αυτά της τρίτης κατηγορίας. Στην κατηγορία 3 στον Κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην κατηγορία 4 στον Κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Οι ποινές φυλάκισης για τον Κατηγορούμενο 1 να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της επιβληθείσας ποινής στην Κατηγορουμένη 2, επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της άμεσης έκτισης της, ως ήταν και η εισήγηση της Υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Η υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Τα ίδια λέχθηκαν επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημ. 17.10.
- Στην παρούσα υπόθεση οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος καταδεικνύουν τα ακόλουθα. Η γνώση της Κατηγορουμένης 2 για την επίδικη ποσότητα επήλθε αφού ο Κατηγορούμενος 1 είχε ήδη μεταβεί μόνος στη Λεμεσό με σκοπό την παραλαβή τους και χωρίς να ενημερώσει περί τούτου την ίδια. Λόγω της σχέσης τους και της επιμονής της Κατηγορουμένης 2 να μάθει τον σκοπό μετάβασης του στη Λεμεσό και τον λόγο καθυστέρησης της επιστροφής του, τελικώς ο Κατηγορούμενος 1 της αποκάλυψε τη φύση της εργασίας του εκεί. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 1 μετέφερε και φύλαξε τα ναρκωτικά σε χώρο ο οποίος προορίζετο για τη συμβίωση τους, πλην όμως ακόμα οι Κατηγορούμενοι δεν διέμεναν εκεί και μόνο ο Κατηγορούμενος 1 είχε τα κλειδιά αυτού. Η μετάβαση τους στο διαμέρισμα στις 27.5.17 έγινε αφενός για να πάρει προσωπικά της αντικείμενα η Κατηγορουμένη 2 και αφετέρου για να ετοιμάσει τις δύο δόσεις τις οποίες είχε προγραμματίσει προς πώληση ο Κατηγορούμενος
- Όντως η Κατηγορουμένη 2 βοήθησε τον Κατηγορούμενο 1 στη συσκευασία αυτών πλην όμως δεν είχε οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη εφόσον αυτή ακολούθως μετέβη στο σπίτι φίλης της εν αναμονή του Κατηγορουμένου 1 για την έξοδο τους. Χωρίς να δικαιολογούμε ή επικροτούμε με οποιονδήποτε τρόπο τη στάση της Κατηγορουμένης 2, όταν πληροφορήθηκε και γνώριζε για την αξιόποινη και παράνομη δραστηριότητα του συντρόφου της, και ανεξαρτήτως της σχέσης τους, θεωρούμε πως οι πιο πάνω συνθήκες αποκαλύπτουν ένα συμπτωματικό τρόπο αποκάλυψης και απόκτησης γνώσης από την ίδια αυτής της δράσης του Κατηγορουμένου 1 και συνακόλουθα ένα αρκετά περιορισμένο ρόλο στη μετέπειτα διαδικασία αναφορικά με την επίδικη ποσότητα. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης 2, όπως αυτές αναλύονται εκτενώς ανωτέρω. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν πως πρόκειται για άτομο πολύ νεαρής ηλικίας, ήτοι 20 ετών, η οποία ήρθε από μικρή ηλικία και διέμενε στην Κύπρο μόνο με τον πατέρα της και παρά τις δυσκολίες προσαρμογής, προβλήματα υγείας της ίδιας και του πατέρα της, κατάφερε να ολοκληρώσει με επιτυχία και αποκτήσει Πιστοποιητικό στην Κομμωτική με την οποία ασχολείται. Είναι άξιο θαυμασμού πως η ίδια διάβασε και πέρασε με άριστα τις εξετάσεις της ενόσω βρισκόταν υπόδικος στις Φυλακές. Δεν μας διαφεύγει η άμεση παραδοχή της στη δεύτερη κατηγορία ως ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας της και το γεγονός πως κατά την τετράμηνη κράτηση της αυτή έδειξε την αποφασιστικότητα να συνεχίσει τη μόρφωση της με την ελπίδα ένταξης της στην κοινωνία και συνέχισης μιας νομοταγούς ζωής. Θεωρούμε πως οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης 2 είναι τέτοιες που, στο σύνολο τους, δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί και πως δικαιούται της ευκαιρίας να καταδείξει εμπράκτως πως όντως έχει πλήρως αντιληφθεί την σοβαρότητα του αδικήματος, έχει μεταμεληθεί και δύναται να είναι ένα νομοταγές μέλος της Κυπριακής Κοινωνίας. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην Κατηγορουμένη 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Η έκτιση της ποινής του Κατηγορουμένου 1 θα αρχίζει από τις 29.5.17 που αυτός τελεί υπό κράτηση. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, αυτά κατάσχονται και να καταστραφούν πλην των κινητών τηλεφώνων τα οποία να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο