← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Σάββα Ζαρβού κ.α., Υποθ. αρ.: 739/17, 18/10/2017

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Σάββα Ζαρβού κ.α., Υποθ. αρ.: 739/17, 18/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:38 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 739/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.

  1. Σάββα Ζαρβού
  2. Παρασκευούλας Στυλιανού Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Οκτωβρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Η. Χρίστου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Σπύρου για Ηλίας Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου και αναστολής κάποιων κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε παραδοχή σε συνολικά 32 κατηγορίες, και συγκεκριμένα 30 για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου (κατηγορίες 31 και 35-63), μια για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 64) και μια για το αδίκημα των ψευδών λογαριασμών (κατηγορία 32) ενώ η Κατηγορουμένη 2 δήλωσε επίσης παραδοχή στην κατηγορία
  3. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος 1 εργαζόταν στην εταιρεία CNP Ασφαλιστική Λτδ από το 1999 μέχρι και τις 6.2.17 όταν υπέβαλε την παραίτηση του. Από την πρόσληψη του μέχρι και τον Μάιο του 2015 ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο Διευθυντής του Λογιστηρίου της εν λόγω εταιρείας, και έκτοτε, λόγω διαχωρισμού καθηκόντων, ορίστηκε Διευθυντής Πιστωτικού Ελέγχου και Ποιότητας. Η Κατηγορουμένη 2 ήταν υπάλληλος στην ίδια εταιρεία και εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένης του Λογιστηρίου και Οικονομικών Εκθέσεων μέχρι και τις 13.2.
  4. Οι Κατηγορούμενοι διατηρούσαν ερωτικό δεσμό μεταξύ τους από το
  5. Η παραπονούμενη εταιρεία CNP Ασφαλιστική Λτδ είναι ασφαλιστική εταιρεία και εργοδότρια των Κατηγορουμένων. Ο Κατηγορούμενος 1, σε 30 διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 5.8.13 και 31.1.17, συμπεριλαμβανομένων, ενώ κατείχε τις πιο πάνω θέσεις, δίδοντας οδηγίες σε υφιστάμενα του πρόσωπα έκλεψε και οικειοποιήθηκε το συνολικό χρηματικό ποσό των €642.294,
  6. Το συνολικό ποσό της κλοπής από τον Κατηγορούμενο 1 ανήκε στην εν λόγω εταιρεία και αποτελούσε οφειλές της εταιρείας προς πελάτες και συνεργάτες της, όπως θα εξηγηθεί αναλυτικά κατωτέρω. Το εκάστοτε οφειλόμενο χρηματικό ποσό παρουσιαζόταν στο λογιστικό σύστημα της εταιρείας ως υπόλοιπο σε λογιστικό λογαριασμό που διατηρείτο για κάθε πελάτη και συνεργάτη ξεχωριστά. Συγκεκριμένα, ενεργώντας με αυτό τον τρόπο ο Κατηγορούμενος 1 έκλεψε τα ακόλουθα ποσά: 1) Στις 5.8.13 ποσό €733,78 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αρ. 1311001769101, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη της εταιρείας Ronny Christofer (κατηγορία 35). 2) Στις 29.8.13 ποσό €9.769,54 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό του, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των συνεργατών της εταιρείας BMS Harris & Dixon Insurance Broker (κατηγορία 36). 3) Στις 2.9.13 ποσό €9.271,74 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό του, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των προαναφερόμενων συνεργατών της εταιρείας (κατηγορία 37). 4) Στις 16.9.13 ποσό €9.413,85 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό του, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των προαναφερόμενων συνεργατών της εταιρείας (κατηγορία 38). 5) Στις 17.9.13 ποσό €9.566 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό του, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των προαναφερόμενων συνεργατών της εταιρείας (κατηγορία 39). 6) Στις 18.9.13 ποσό €53.664,98 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αρ. 0134121002630, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των προαναφερόμενων συνεργατών της εταιρείας (κατηγορία 40). 7) Στις 23.9.13 ποσό €62.575,77 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2 με αρ. 0134121008588, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των προαναφερόμενων συνεργατών της εταιρείας (κατηγορία 31). 8) Στις 24.9.13 ποσό €62.568,41 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αρ. 0100808081011, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των προαναφερόμενων συνεργατών της εταιρείας (κατηγορία 41). 9) Στις 29.1.14 ποσό €195.000 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό του, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των συνεργατών της εταιρείας Swiss Reinsurance Company (κατηγορία 42). 10) Στις 31.1.14 ποσό €196.925,24 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό του, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των προαναφερόμενων συνεργατών της εταιρείας (κατηγορία 43). 11) Στις 18.5.15 ποσό €1.368,70 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της τότε εν διαστάσει συζύγου, Ρένας Ζαρβού, με αρ. IBAN CY14002001950000357015545297, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Unigrowth Investments Public Ltd (κατηγορία 44). 12) Στις 18.5.15 ποσό €1.307,14 το οποίο κατόπιν οδηγιών του μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό του με αρ. IBAN CY32002001950000357009625742, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Drosoneri Farm Ltd (κατηγορία 45). 13) Στις 18.5.15 ποσό €1.072 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY71005001310001311001769101, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Ph. & A. House Care Ltd (κατηγορία 46). 14) Στις 27.5.15 ποσό €1.287,14 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών, μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY32002001950000357009625742, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας C.P.B Public Co Ltd & Earthenstatue (κατηγορία 47). 15) Στις 8.6.15 ποσό €1.872,20 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών, μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY71005001310001311001769101, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας C.P.B Public Co Ltd & Laprinom (κατηγορία 48). 16) Στις 8.6.15 ποσό €886,13 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας, Zheved Aleksey και Zhevet Marina (κατηγορία 49). 17) Στις 13.8.15 ποσό €1.364,22 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη της εν λόγω εταιρείας Eskidjian Salpy Weiderud (κατηγορία 50). 18) Στις 28.12.15 ποσό €978,94 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας La Lenia Jewellery Ltd (κατηγορία 51). 19) Στις 26.4.16 ποσό €5.075,85 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY71005001310001311001769101, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Ptinek Ltd (κατηγορία 52). 20) Στις 17.6.16 ποσό €1.176,50 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Lynnepan Finance Ltd (κατηγορία 53). 21) Στις 17.6.16 ποσό €496,12 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας High Energie Womens Accessories Ltd (κατηγορία 54). 22) Στις 2.8.16 ποσό €1.587,98 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY32002001950000357009625742, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Veniera Shoes Ltd (κατηγορία 55). 23) Στις 2.8.16 ποσό €1.503,69 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη της εταιρείας Γιαννάκη Παπαδούρη (κατηγορία 56). 24) Στις 2.8.16 ποσό €1.257,40 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών, μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY71005001310001311001769101, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη της εταιρείας Ανδρέα Ιωάννου (κατηγορία 57). 25) Στις 29.8.16 ποσό €932,88 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών, μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας C.B Country Bakers Ltd (κατηγορία 58). 26) Στις 31.8.16 ποσό €860 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY49002001950000357016782969, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Quemark Ltd (κατηγορία 59). 27) Στις 7.10.16 ποσό €2.389,58 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό της πελάτιδος της εταιρείας Marina Kiryushina (κατηγορία 60). 28) Στις 10.10.16 ποσό €1.424,80 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας SPS Super Studio Ltd (κατηγορία 61). 29) Στις 5.12.16 ποσό €385,70 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY71005001310001311001769101, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας Geopan Electronics Ltd (κατηγορία 62). 30) Στις 31.1.17 ποσό €5.578,25 το οποίο κατόπιν δικών του οδηγιών μεταφέρθηκε στον δικό του τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY32002001950000357009625742, αντί να μεταφερθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των πελατών της εταιρείας, BOC Plc Co Ltd & MPM Eurocar & MPM Akinita (κατηγορία 63). Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, μεταξύ των ημερομηνιών 5.8.13 και 31.1.17 συμπεριλαμβανομένων, ο Κατηγορούμενος 1 απέκτησε το συνολικό ποσό των €642.294,53 ενώ γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου ως περιγράφεται ανωτέρω (κατηγορία 64). Στις 2.2.17 η Νίκη Πανουργία, Μ.Κ.2 επί του κατηγορητηρίου, Λειτουργός του Λογιστηρίου της CNP Ασφαλιστικής Λτδ και υφιστάμενη του Κατηγορουμένου 1, μετά από υποψίες που της δημιουργήθηκαν προέβη σε έλεγχο προηγούμενων συναλλαγών που έγιναν από την υπάλληλο του Λογιστηρίου Μαρία Δημητρίου, Μ.Κ.10 επί του κατηγορητηρίου. Κατά τον εν λόγω έλεγχο, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος 1, στις 30.1.17, έδωσε οδηγίες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τη Μ.Κ.10 όπως τα χρήματα που βρίσκονταν στο χρεωστικό λογαριασμό της BOC Plc Co Ltd & MPM Eurocar & MPM Akinita, ήτοι το ποσό των €5.578,25 (κατηγορία 63) μεταφερθούν στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN CY
  7. Μετά από έλεγχο που διενήργησε η ίδια, διαπίστωσε ότι ο πιο πάνω τραπεζικός λογαριασμός ανήκε στον Kατηγορούμενο 1 και ως εκ τούτου ενημέρωσε την Οικονομική Διευθύντρια της εταιρείας, Βασιλική Μιχαήλ, Μ.Κ.3 επί του κατηγορητηρίου. Στη συνέχεια, η κα Μιχαήλ διενήργησε λογιστικό έλεγχο στο σύστημα της εταιρείας για να διαπιστώσει κατά πόσο κάτι τέτοιο είχε επαναληφθεί και στο παρελθόν. Στις 6.2.17, ο Διευθύνων Σύμβουλος της CNP Ασφαλιστικής Λτδ, Χριστόδουλος Φειδία, κάλεσε τον Κατηγορούμενο 1 στο γραφείο του όπου τον ενημέρωσε για τον εντοπισμό παράνομων μεταφορών χρημάτων στον προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό, ενώ στη συνέχεια του ζήτησε να υπογράψει επιστολή παραίτησης, γεγονός το οποίο ο τελευταίος αποδέχθηκε. Παράλληλα η CNP Ασφαλιστική Λτδ, ανέθεσε σε ανεξάρτητο Ελεγκτικό Οίκο, ήτοι τη Deloitte, τη διενέργεια λογιστικού και λογισμικού ελέγχου ούτως ώστε να διαπιστωθεί το ακριβές μέγεθος της κλοπής, ποια πρόσωπα ήταν οι αποδέκτες των εν λόγω χρηματικών ποσών καθώς επίσης και ποια πρόσωπα επενέβησαν στα αρχεία του λογιστικού συστήματος της εταιρείας. Από τον εν λόγω έλεγχο εντοπίστηκε το σύνολο των κλοπών που διαπράχθηκαν από τον Kατηγορούμενο 1 ως περιγράφονται αναλυτικά ανωτέρω. Επιπρόσθετα διαπιστώθηκε ότι η Kατηγορουμένη 2, χρησιμοποιώντας τον δικό της κωδικό χρήστη (User ID), τόσο στις 6.2.17, όσο και στις 9.2.17 εισήλθε στο λογιστικό σύστημα της εταιρείας και με σκοπό την καταδολίευση, προέβη σε παραποίηση των δεδομένων της λογιστικής εφαρμογής SUN Accounts που ανήκει στην εταιρεία CNP Ασφαλιστική Λτδ. Συγκεκριμένα προέβη σε παραποίηση 9 διαφορετικών καταχωρήσεων, δηλαδή παραποίησε τα ψηφία των αριθμών των τραπεζικών λογαριασμών και αριθμών IBAN που ανήκαν τόσο στην ίδια, όσο και στον Κατηγορούμενο 1 ούτως ώστε να μην αποκαλύπτεται ότι στους εν λόγω τραπεζικούς λογαριασμούς είχε μεταφερθεί παράνομα το συνολικό ποσό των €608.755,53, περιουσία της CNP Ασφαλιστικής Λτδ. Οι ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες της Κατηγορούμενης 2 έγιναν κατόπιν συμβουλής του Κατηγορουμένου
  8. Στις 17.2.17 συνελήφθη η Κατηγορουμένη 2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού πληροφορήθηκε τους λόγους της σύλληψης της και της επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, απάντησε «Βρήκα τα λεφτά κατάθεση στο λογαριασμό μου, αλλά μου τα χρωστούσε ο κ. Σάββας Ζαρβός». Λίγο αργότερα την ίδια μέρα συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος αφού πληροφορήθηκε τους λόγους της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, απάντησε «Όταν θα μιλήσω με τον δικηγόρο μου θα σας απαντήσω σχετικά με τη σύλληψη». Στις 20.2.17 εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης των τραπεζικών δεδομένων των δύο Κατηγορουμένων από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Από τα αποτελέσματα διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1, μεταξύ των ημερομηνιών 5.2.14 - 19.2.14 συμπεριλαμβανομένων, κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2 το συνολικό ποσό των €100.000, το οποίο αποτελεί μέρος των €642.294,
  9. Στις 23.2.17 ο Κατηγορούμενος 1 παρέδωσε στην Αστυνομία έντυπο τριών σελίδων υπό τον τίτλο «Θεληματική Κατάθεση», αφού προηγουμένως την υπέγραψε, στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι έδιδε οδηγίες σε υφιστάμενα του πρόσωπα όπως προβούν σε εγγραφές για τη διενέργεια εμβασμάτων χρημάτων σε δικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς, αποκρύβοντας τους ότι αυτός ήταν ο δικαιούχος των εν λόγω λογαριασμών. Για το χρηματικό ποσό των €62.575,77 το οποίο μεταφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2, ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι αυτός έδωσε οδηγίες σε υφιστάμενο του να προβεί στην εν λόγω μεταφορά -χρημάτων για να την αποπληρώσει εν μέρει για χρήματα που της χρωστούσε, ήτοι ποσό περίπου €35,000, και τα υπόλοιπα ως δώρο. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 12:30 - 13:40 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη 2 η οποία δεν απάντησε σε οποιαδήποτε ερώτηση, ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής. Στις 2.3.17 και μεταξύ των ωρών 16:45 - 17:45 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο
  10. Ερωτηθείς σε σχέση με το επιπρόσθετο χρηματικό ποσό των €100.000 που κατέθεσε στον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2, αυτός ανέφερε ότι ήταν μέρος του ποσού των €642.294,53 το οποίο κλάπηκε από την CNP ασφαλιστική Λτδ, και της τα έδωσε ως δώρο. Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στα ψυχολογικά προβλήματα του Κατηγορουμένου 1 τα οποία οφείλονται στα σκληρά βασανιστήρια που υπέστη κατά την αιχμαλωσία του από τους Τούρκους κατόπιν της εισβολής του 1974, και τα οποία του μείωσαν τον αυτοέλεγχο στην αποφυγή των παρανόμων επίδικων πράξεων του. Αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, στις συνέπειες από την αξιόποινη αυτή συμπεριφορά του και σε άλλους ελαφρυντικούς παράγοντες, καλώντας το Δικαστήριο να τον κρίνει με κάθε δυνατή επιείκεια και να μην του επιβάλει εξοντωτική ποινή. Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης 2, στη δική του αγόρευση, εστιάστηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης
  11. Παρέθεσε επίσης διάφορους ελαφρυντικούς παράγοντες και εισηγήθηκε πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή, όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Λεβέντης v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.16. Τα αδικήματα της κλοπής υπό υπαλλήλου και της νομιμοποίησης εσόδων είναι τα σοβαρότερα της παρούσας υπόθεσης και επισύρουν ποινή φυλάκισης 14 ετών. Ειδικότερα, το άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που αφορά το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου προβλέπει ποινή φυλάκισης 14 ετών και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δυνάμει του άρθρου 4
(1)του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188(Ι)/07προβλέπει ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 313(α) του Κεφ. 154 που αφορά το αδίκημα των ψευδών λογαριασμών επιφέρει ποινή φυλάκισης 7 ετών. Χαρακτηριστικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου είναι ουσιαστικά η κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης η οποία ενυπάρχει και εξυπακούεται από άτομα που βρίσκονται σε τέτοια θέση λόγω της επαγγελματικής ή άλλης ιδιότητας τους σε σχέση με τρίτους - εργοδότες τους. Στο σύγγραμμα Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η Έκδοση (Sentencing Revisited)
(2007), σελ. 139, αφενός τονίζεται αυτό το στοιχείο και αφετέρου καταδεικνύεται η σοβαρότητα τέτοιας φύσης αδικημάτων και οι σοβαρές οικονομικές συνέπειες που επιφέρουν. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «High standards of fidelity are expected of employees in the public and private sectors of society in the discharge of their duties and of persons acting in a fiduciary capacity, such as agents or trustees .. The decisions of the Supreme Court in this area indicate that a serious view is invariably taken of offences belonging to this categοry, owing to their repercussions on the standards of public administration on the one hand and the economy on the other.» Αρχικά το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου επέφερε ποινή φυλάκισης 7 ετών, η οποία σταδιακά αυξήθηκε σε 10 έτη με τον τροποιητικό Ν.43(Ι)/00και τελικώς σε 14 έτη με τον τροποποιητικό Ν.84(Ι)/12. Αυτή η σταδιακή αύξηση καταδεικνύει τη διαπίστωση του Νομοθέτη πως διαχρονικά οι παλαιότερες ποινές δεν ήταν ικανές να καταστείλουν τέτοια φύσης αδικήματα, τα οποία σταδιακά παρουσιάζουν αυξητική τάση, καθιστώντας την ανάγκη αυστηρότερης ποινής για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και την πάταξη τέτοιων φαινομένων. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων κλοπή υπό υπαλλήλου και εκεί λέχθηκαν τα εξής: «Το Κακουργιοδικείο με αναφορά στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 ορθά διέκρινε την παρούσα υπόθεση από την Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252 που επικαλέστηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντα, επαναλαμβάνοντας την επισήμανση που έγινε στην Ανδρονίκου ότι η Κολοκασίδης δεν έχει θέσει άκαμπτους κανόνες και ότι δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι εκδικάστηκε πριν από 16 χρόνια όταν ενδεχομένως τα εγκλήματα αυτής της φύσης να ήταν ολιγότερα. Όπως ορθά επισημαίνεται, η πολυπλοκότητα των συναλλαγών και οι συνθήκες της σύγχρονης κοινωνίας επέβαλαν έκτοτε όχι μόνο την ανάγκη αύξησης της ποινής από επτά σε δέκα χρόνια στα αδικήματα κλοπής (βλ. τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο Αρ. 43(Ι)/2000) αλλά και την εισαγωγή διά νόμου από το 1996 νέων μεθόδων ανίχνευσης των διαφόρων μεθόδων συγκάλυψης των εσόδων από εγκληματικές ενέργειες. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε επίσης ότι στην Κολοκασίδης (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος είχε αποζημιώσει πλήρως τον παραπονούμενο.» Έτσι, η αμέσως κατωτέρω παραπομπή σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως της εκάστοτε μέγιστης προβλεπόμενης ποινής. Στην υπόθεση Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 ο εφεσείων, υπάλληλος της ΣΠΕ Πολεμιδιών, εξέδωσε επτά επιταγές συνολικού ύψους Λ.Κ.36.000 πληρωτέες σε τρίτους, προς εξόφληση οφειλών του που προέκυψαν κυρίως από τη λειτουργία πρακτορείου στοιχημάτων το οποίο είχε δημιουργήσει πρόσφατα. Οι επιταγές πληρώθηκαν κατά την παρουσίαση τους σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, στάληκαν στο κατάστημα της ΣΠΕ για χρέωση του λογαριασμού και ο εφεσείων τις χρέωσε σε λογαριασμό πελατών της ΣΠΕ. Ο εν λόγω λογαριασμός είχε ανοιχθεί κατά το τέλος Αυγούστου 1997 και με την αρχική ανάληψη ποσού Λ.Κ.2.500, δεν διατηρούσε δυνατότητα για πρόσθετη χρέωση. Λίγους μήνες μετά που διαπιστώθηκε η παράνομη δραστηριότητα του, ο εφεσείων εξόφλησε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό με μεταβίβαση στη ΣΠΕ ισάξιων περιουσιακών του στοιχείων. Ο εφεσείων ήταν 31 ετών, οικογενειάρχης, πατέρας τριών μικρών παιδιών και λόγω της διάπραξης των αδικημάτων απολύθηκε από τη θέση του με καταστροφικές πλέον συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένεια του. Λήφθηκε επίσης υπόψιν και ο μεγάλος χρόνος εκκρεμότητας της υπόθεσης και το Εφετείο κατέληξε ότι τα υπέρ του εφεσείοντος υποτιμήθηκαν και ότι η επιβληθείσα ποινή των 2 ½ ετών ήταν υπερβολική και μειώθηκε στους 18 μήνες. Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως σε εκείνη την υπόθεση ο συνήγορος Υπεράσπισης έκανε αναφορά στις κατευθυντήριες γραμμές που ίσχυαν στην Αγγλία, χωρίς όμως το Εφετείο να τοποθετηθεί κατά πόσο αυτές αποτελούν χρήσιμη καθοδήγηση ή όχι. Στην Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519, ο εφεσείων καταδικάστηκε, μεταξύ άλλων, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών για κλοπή υπό υπαλλήλου, 3 ετών για απόπειρα κλοπής υπό υπαλλήλου, 5 ετών για πλαστογραφία επιταγών και για κυκλοφορία τους, 3 ετών για ψευδή καταχώρηση σε βιβλίο και 5 ετών για συγκάλυψη. Ο εφεσείων διέπραξε τα πιο πάνω αδικήματα ενώ ήταν γραμματέας της ΣΠΕ Πολεμίου στα πλαίσια μιας σχεδιασμένης εγκληματικής δραστηριότητας διάρκειας 2 ετών, από το 2001 μέχρι και το 2003, και προκάλεσε μεγάλη οικονομική ζημιά στους εργοδότες του. Συγκεκριμένα, από τον καταρτισμό και την είσπραξη επιταγών έκλεψε το ποσό των Λ.Κ.82.625 και από άλλα αδικήματα που λήφθηκαν υπόψιν τα οποία αφορούσαν κατά κύριο λόγο στον καταρτισμό εικονικών δανείων, ποσό πέραν των Λ.Κ.100.
  1. Στο τέλος ο εφεσείων συνεργάστηκε με την Αστυνομία και επέστρεψε ποσό της τάξης των Λ.Κ.25.
  2. Το Εφετείο επικυρώνοντας τις ποινές ανέφερε τα εξής: «Δεν μπορούσε ο εφεσείων να αναμένει ιδιαίτερη επιείκεια επειδή από τη μεγάλων διαστάσεων εγκληματική του δράση, ενώ καρπώθηκε ευθέως δεκάδες χιλιάδες λιρών, φρόντιζε να επωφελούνται και άλλοι, εν πολλοίς συνδεδεμένοι με αυτόν και σε πολλές περιπτώσεις για τις ανάγκες δραστηριοτήτων στις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ήταν αναμεμειγμένος. Ακόμα, όπως εξηγείται, και προς εξόφληση τεράστιου λογαριασμού που ο εφεσείων δημιούργησε διασκεδάζοντας σε νυχτερινό κέντρο. Αλλά και στο ζήτημα της καθυστέρησης της εκδίκασης της υπόθεσης η απόφαση του Κακουργιοδικείου ήταν ισορροπημένη. Συνυπολόγισε υπέρ του εφεσείοντα το γεγονός πως παρήλθαν περίπου τρία χρόνια από την εξιχνίαση αν και, με βάση τα δεδομένα όπως τα καταγράφει στην απόφασή του, ήταν κυρίως για λόγο που αφορούσε στον εφεσείοντα που αφιερώθηκε το μεγαλύτερο διάστημα.» Στην υπόθεση Στυλιανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, ο εφεσείων ήταν ο γραμματέας στη ΣΠΕ Πάνω Πλατρών. Στις 28.4.04 η Επιτροπή της ΣΠΕ ειδοποιήθηκε από τα γραφεία του Συνεργατισμού ότι η ρευστότητα της ΣΠΕ είχε μειωθεί αρκετά σε σύντομο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να γίνει σχετικός έλεγχος ο οποίος κατέδειξε ότι δίνονταν δάνεια σε πελάτες χωρίς αίτηση και χωρίς έγκριση από την Επιτροπή, ενώ η ορθή διαδικασία προέβλεπε ακριβώς το αντίθετο, εφόσον ήταν αναγκαία η προηγούμενη εξέταση της φερεγγυότητας του αιτητή και η εξασφάλιση εγγυητών ή υποθηκών πριν την έγκριση της δανειοδότησης. Στις 3.5.04 ο εφεσείων παραιτήθηκε οικειοθελώς. Κατά τη διάρκεια εργοδότησης του, ήταν ο μόνος ο οποίος είχε ουσιαστική πρόσβαση στα γραφεία της ΣΠΕ και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Κατά τον χρόνο παραίτησης του εφεσείοντος το συνολικό έλλειμα στο ταμείο της ΣΠΕ ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.
  1. 992,
  2. Παρατηρήθηκε επίσης ότι σε δέκα διαφορετικές περιπτώσεις παραχωρήθηκαν από τον εφεσείοντα σε διάφορα άτομα, χωρίς έγκριση και χωρίς υπογραφή συμφωνιών δανείου, εννέα τρεχούμενοι λογαριασμοί και ένα μεσοπρόθεσμο δάνειο, συνολικού ύψους Λ.Κ.111.353,
  3. Ο εφεσείων αντιμετώπισε 13 κατηγορίες ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η πρώτη αφορούσε την κλοπή του ποσού των Λ.Κ.56.993 από γραμματέα και υπηρέτη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Κεφ.154, κατά την περίοδο 1.1.03 - 3.5.04, η δε δεύτερη την παράλειψη καταχώρησης ουσιωδών στοιχείων σε βιβλία, έγγραφα ή λογαριασμούς με σκοπό την καταδολίευση κατά παράβαση του άρθρου 313(γ) του ιδίου Κώδικα. Οι κατηγορίες 3-12 αφορούσαν τον καταρτισμό διαφόρων εγγράφων προς διάφορα πρόσωπα και για διαφορετικά ποσά άνευ εξουσίας, ενώ η 13η κατηγορία σχετιζόταν με αδίκημα συγκάλυψης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Νόμου 61(Ι)/96, επί τω ότι ο εφεσείων απέκτησε και κατείχε το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.56.993, γνωρίζοντας ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το πρωτόδικο Δικαστήριο μόνο σε τρεις κατηγορίες, κατόπιν ακρόασης και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών στην 1η και στην 13η κατηγορία και 18 μηνών φυλάκισης στη 2η κατηγορία. Ασκήθηκε έφεση τόσο κατά της καταδίκης όσο και κατά της ποινής. Η έφεση κατά της ποινής στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε δεόντως τα ψυχολογικά προβλήματα του εφεσείοντος και δεν στάθμισε ορθά τους παράγοντες για να αναστείλει την ποινή φυλάκισης. Η έφεση κατά της καταδίκης και κατά της ποινής απορρίφθηκε. Το ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με την έφεση κατά της ποινής είναι διαφωτιστικό: «Όπως υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά σε εκτενή νομολογία, τα αδικήματα της φύσης αυτής είναι ιδιαιτέρως σοβαρά επειδή σχετίζονται με την κατάχρηση της εμπιστοσύνης που εναποθέτει ένας εργοδότης σε εργοδοτούμενο πρόσωπο. Γι' αυτό και προνοούνται ποινές φυλάκισης μέχρι 10 έτη, 7 έτη και 14 έτη στις αντίστοιχες τρεις κατηγορίες στις οποίες καταδικάστηκε ο εφεσείων. Έχοντας διεξέλθει με προσοχή το σκεπτικό της ποινής, διακρίνεται μια ισορροπημένη και δίκαιη αντιμετώπιση του εφεσείοντος, οι δε ποινές που έχουν επιβληθεί επικυρώνονται ως ορθές, έχοντας υπόψη το ανώτατο όριο που προνοείται σε κάθε μια από τις κατηγορίες αλλά και τις προσωπικές συνθήκες αυτού περιλαμβανομένων και των ψυχολογικών προβλημάτων του, όπως αποκρυσταλλώθηκαν στη σχετική έκθεση η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Φανερώνεται ότι το Δικαστήριο αποφασίζοντας για το ύψος της ποινής έλαβε υπόψη, όχι μόνο λεκτικά, αλλά και ουσιαστικά, τις προσωπικές συνθήκες και τα ψυχολογικά προβλήματα του εφεσείοντος, έχοντας ταυτόχρονα επίγνωση και του γεγονότος ότι η ποινή που θα επιβαλλόταν απείχε κατά τρία σχεδόν έτη από την εγκληματική συμπεριφορά του. Ως προς το στοιχείο της καθυστέρησης, υιοθετούνται εν προκειμένω τα όσα λέχθηκαν για τη δυσκολία ανίχνευσης αυτού του είδους των εγκληματικών πράξεων που έχουν σχέση με οικονομικές συναλλαγές, στην απόφαση στις ποινικές εφέσεις Ανδρονίκου κ.ά. (πιο πάνω). Έχει γίνει αναφορά στη μαρτυρία ιδιαίτερα του Νικολάου αλλά και του Π΄΄Αχιλλέως ως προς το χρονοβόρο της συμπλήρωσης των στοιχείων που παρέλειψε εντελώς ο εφεσείων να συμπληρώσει κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, αλλά και ως προς τον έλεγχο που χρειάστηκε να γίνει από την ελεγκτική υπηρεσία του Συνεργατισμού. Σε αυτού του είδους τις υποθέσεις η τυχόν χρονική καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης θα πρέπει να αντικρύζεται με ελαστικότητα και υπό το πρίσμα των εγγενών δυσκολιών της. Άλλωστε, όπως και εδώ, η καθυστέρηση προσμέτρησε υπέρ του εφεσείοντος με την επιβολή σε αυτόν ποινών που ήταν μάλλον επιεικείς. Ορθά επίσης επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές και ορθά δεν ανεστάλησαν.» Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ένοχος σε 90 κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου. Ο εφεσείων εργαζόταν ως λογιστής σε εταιρεία και είχε υπεξαιρέσει ποσό €604.572, το οποίο δεν επέστρεψε. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Ως μετριαστικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψιν, μεταξύ άλλων, η δεινή οικονομική του κατάσταση η οποία τον είχε αναγκάσει να προσφύγει στις πράξεις με τις οποίες καταχράστηκε το πιο πάνω ποσό ένεκα του ότι είχε συνάψει πολλά χρέη από δάνεια που εξασφάλισε για την ανέγερση της οικίας του και για την αντιμετώπιση των εκ γενετής προβλημάτων υγείας του παιδιού του. Όπως μάλιστα είχε αναφερθεί, λόγω της αδυναμίας του εφεσείοντος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του η σύζυγος του, εν αγνοία του, είχε καταφύγει σε δανεισμό από τοκογλύφο, ενέργεια η οποία επέφερε αλυσιδωτές αυξήσεις των χρεών καθώς και αφόρητες πιέσεις για εξόφληση τους. Σημειώνεται πως το Εφετείο επιδοκίμασε την προσέγγιση του Κακουργιοδικείου να αναφερθεί στους διάφορους παράγοντες που προσδιόρισε το Αγγλικό Εφετείο στις υποθέσεις R. v. Barrick
(1985)7 Cr. App. R. (S) 142 και R. v. Clark
(1988)2 Cr. App. R. (S) 96 επισημαίνοντας πως αυτοί δυνητικά λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις. Αυτοί οι παράγοντες, όπως διαμορφώθηκαν στην Clark (ανωτέρω), είναι: «Ιn the light of all these considerations, we make the following suggestions. We stress that they are by way of guidelines only and that many factors other than the amount involved may affect sentence. . Pleas of guilty will attract an appropriate discount. Where the sums involved are exceptionally large, and not stolen on a single occasion, or the dishonesty is directed at more than one victim or group of victims, consecutive sentences may be called for.» Στην υπόθεση Αδάμου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 494, ποινή φυλάκισης 6 ετών η οποία επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής σε 49 κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου και αφορούσε κλοπή καλωδίων αξίας €973.983,40 κρίθηκε κατ΄ έφεση ως η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ποινή. Μεταξύ των παραγόντων που προσμέτρησαν ως ελαφρυντικοί ήταν η άμεση παραδοχή του εφεσείοντος τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του συνθήκες περιλαμβανομένης και της κατάστασης της υγείας του. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.113, στην οποία η γραμματέας της ΣΠΕ μαζί με τον εφεσείοντα έκλεψαν το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.453.
  1. Επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης η μεγαλύτερη των οποίων ήταν 6 έτη στην κατηγορία της παροχής βοήθειας προς τη γραμματέα προς διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Κεφ.
  2. Ο εφεσείων διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη της κλοπής και καρπώθηκε ποσό Λ.Κ.402.
  3. Στη γραμματέα επιβλήθηκε μικρότερη ποινή - 3 έτη φυλάκιση στο αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου - αφού διαφάνηκε ότι η ίδια, η οποία δεν άσκησε έφεση, δεν καρπώθηκε οποιοδήποτε ποσό και απώλεσε και την εργασία της. Συγκεκριμένα η γραμματέας είχε πάρει ποσό Λ.Κ.51.000, δηλαδή 10% του συνολικού ποσού, ως η μεταξύ της ίδιας και του εφεσείοντος συμφωνία, ποσό, όμως, που τελικά επέστρεψε. Η έφεση που ο εφεσείων άσκησε τόσο κατά της καταδίκης όσο και κατά της ποινής απερρίφθη. Στην υπόθεση Καλλή v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 238/12, ημ. 10.9.14, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου. Ο εφεσείων είχε προσληφθεί στη ΣΠΕ Αγίου Αμβροσίου. Αφού είχε διοριστεί γραμματέας, είχε τον πλήρη έλεγχο του ηλεκτρονικού συστήματος του πιστωτικού ιδρύματος, και υπό την ιδιότητα του αυτή στις 19.3.08 προέβη σε δύο περιπτώσεις σε κλοπή ποσού €24.000 και €10.038,28 αντίστοιχα. Τα χρήματα αυτά ήταν περιουσία του εργοδότη του, ΣΠΕ Αγίου Αμβροσίου, και ο εφεσείων μετά από ασφυκτική πίεση του Διευθυντή της κατηγορουμένης 2, τα μετέφερε ηλεκτρονικά σε λογαριασμό της κατηγορουμένης 2 που διατηρούσε επίσης στη ΣΠΕ μέσω εικονικού τρεχούμενου λογαριασμού που ο ίδιος δημιούργησε. Ασκήθηκε έφεση κατά της ποινής φυλάκισης των 16 μηνών για τον λόγο πως ήταν έκδηλα υπερβολική και πως η έκτιση έπρεπε να είχε ανασταλεί. Το Εφετείο επικύρωσε την ποινή τονίζοντας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα σε όλους τους σχετικούς ελαφρυντικούς παράγοντες, τονίζοντας πως «το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπέδειξε ότι αδικήματα της φύσης αυτής είναι ιδιαίτερα σοβαρά καθ' ότι αφορούν κατάχρηση εμπιστοσύνης από το πρόσωπο στο οποίο την εναποθέτει ο εργοδότης και αναμένει ότι ανάλογα θα ανταποκριθεί και αυτό. Αυτός είναι και ο λόγος που ώθησε το νομοθέτη να ορίσει τις ψηλές ποινές για τη διάπραξη των αδικημάτων της φύσης αυτής». Σημειώνεται πως όλες οι πιο πάνω υποθέσεις αφορούσαν αδικήματα τα οποία είχαν διαπραχθεί πριν την τελευταία αύξηση της ποινής σε 14 έτη φυλάκιση. Όσον αφορά το αδίκημα των ψευδών λογαριασμών, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η παλαιότερη υπόθεση Χ΄΄Λουκά v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 294, στην οποία επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών σε 14 κατηγορίες για ψευδείς λογαριασμούς και κλοπής υπό υπαλλήλου. Σημειώνουμε πως η έφεση ασκήθηκε και επιτράπηκε αναφορικά με ποινές οι οποίες είχαν επιβληθεί σε άλλα αδικήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 1 κατείχε αρκετά ψηλή και διευθυντική θέση στην εργοδότρια εταιρεία του, κάτι το οποίο δείχνει την εκτίμηση της εταιρείας προς τον επαγγελματισμό και στο πρόσωπο του και την εμπιστοσύνη της προς την εκτέλεση των καθηκόντων του με πιστό και έντιμο τρόπο. Είναι γεγονός πως ο Κατηγορούμενος 1 αρχικώς επέδειξε τέτοια αναμενόμενη και πρέπουσα συμπεριφορά πλην όμως, κατά το έτος 2013 καταχράστηκε την ιδιότητα του και την εμπιστοσύνη της εταιρείας προς αυτόν και ξεκίνησε την εγκληματική του δραστηριότητα αποσπώντας χρήματα από την εταιρεία, γνωρίζοντας πως αυτά ήταν περιουσία της εταιρείας και αποτελούσαν οφειλές και προορίζονταν για πελάτες και συνεργάτες αυτής. Αυτή η δραστηριότητα του μάλιστα διήρκησε για μεγάλη χρονική περίοδο, ήτοι σχεδόν 3 ½ έτη, και χρησιμοποιώντας, εν αγνοία τους, υπαλλήλους της εταιρείας για να εκτελούν τις εντολές του για μεταβίβαση των ποσών. Ακόμα η όλη δράση του αποκαλύπτει πως τα χρήματα, προϊόν κλοπής, κατέληγαν σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς του ιδίου καθώς επίσης και της τότε εν διαστάσει συζύγου του και της Κατηγορουμένης 2, με την οποία τότε διατηρούσε δεσμό. Είναι δε αξιοσημείωτο πως χρησιμοποίησε μέρος του προϊόντος της κλοπής για να ξεπληρώσει χρέος του προς την Κατηγορουμένη 2, ενώ μέρος αυτού, αν και ανέφερε στην κατάθεση του ότι της το πρόσφερε ως δώρο, ουσιαστικά της ζήτησε να το κρατά για λογαριασμό του. Το δε προϊόν της κλοπής ανέρχεται στο σημαντικό ποσό των €642.294,
  1. Η πιο πάνω περιγραφόμενη συμπεριφορά αναμφίβολα καταδεικνύει μια οργανωμένη, επαναλαμβανομένη και μακράς διάρκειας εγκληματική δράση από ένα υψηλά ιστάμενο εργοδοτούμενο της εταιρείας, αποσπώντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, στοιχεία τα οποία καθιστούν τη διάπραξη των αδικημάτων ιδιαίτερα σοβαρή. Εδώ σημειώνουμε πως η θέση της Υπεράσπισης ότι το εν λόγω ποσό αφορούσε χρήματα τα οποία η εταιρεία κατακρατούσε και δεν τα είχε αποδώσει ακόμα στους πελάτες ή συνεργάτες της δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία ούτε και δύναται να αποτελέσει δικαιολογία για την αξιόποινη δράση του Κατηγορουμένου
  2. Ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε πως τα εν λόγω χρήματα ήταν περιουσία της εταιρείας τα οποία η τελευταία όφειλε να αποδώσει σε τρίτα πρόσωπα και παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος 1 τα οικειοποιήθηκε. Είναι γεγονός πως εάν ο έλεγχος στην εταιρεία γινόταν ενωρίτερα, η αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1 θα αποκαλυπτόταν και έτσι δεν θα προχωρούσε στο ίδιο βάθος χρόνου. Όμως η απουσία αυτού του ελέγχου και πάλι δεν δύναται να αποτελέσει βάσιμη δικαιολογία για τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου
  3. Ως θέμα κοινής λογικής, τέτοιες ενέργειες δεν είναι αυτομάτως αντιληπτές και συνήθως γίνονται συγκεκαλυμμένα. Εν πάση δε περιπτώσει, με βάση τα τεθέντα ενώπιον μας στοιχεία, προκύπτει σαφώς πως οι υποψίες για παράτυπες και παράνομες συναλλαγές ηγέρθησαν μόλις τον Φεβρουάριο του 2017 και έκτοτε η εταιρεία προχώρησε στις απαραίτητες εσωτερικές εξετάσεις και ελέγχους, ενώ ο ολοκληρωμένος έλεγχος έγινε από ανεξάρτητο Λογιστικό Οίκο στον οποίο αποτάθηκε η εταιρεία. Αυτό το γεγονός καταδεικνύει πως ο έλεγχος δεν επρόκειτο για μια απλή διεργασία αλλά απαιτούντο οι υπηρεσίες επαγγελματιών λογιστών. Ο μοναδικός λόγος ο οποίος προβλήθηκε ότι ώθησε τον Κατηγορούμενο 1 στη διάπραξη των αδικημάτων είναι τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, στα πλαίσια αναφοράς στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1, δεν χωρεί αμφιβολία πως ο Κατηγορούμενος 1, τώρα 64 ετών, κατά το 1974 βίωσε φρικτά βασανιστήρια κατά την αιχμαλωσία του από τον Τούρκο Εισβολέα τα οποία του άφησαν σοβαρά σωματικά και ψυχολογικά κατάλοιπα. Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως μέσα από την όλη πορεία του Κατηγορουμένου 1 μέχρι και τη διάπραξη των αδικημάτων, αυτός κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Ελλάδα, να δημιουργήσει οικογένεια με σύζυγο, τρία παιδιά και δύο εγγόνια, να έχει σταθερή εργασία και να αποκτήσει περιουσία. Παρά ταύτα λαμβάνουμε υπόψιν πως τα ψυχολογικά τραύματα τα οποία κουβαλά εδώ και τόσα χρόνια τον κατέστησαν ευάλωτο και του μείωσαν τις αντιστάσεις του κατά τον επίδικο χρόνο, παρόλο που δεν μας διαφεύγει πως οι αξιόποινες ενέργειες του διήρκησαν για μια αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, «Είναι καλά θεμελιωμένο ότι τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο παραβάτης είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρηση της. Πολύ περισσότερο όταν αυτά τα προβλήματα συναρτούνται προς το ίδιο το αδίκημα που διαπράχθηκε, έτσι που να εμφανίζουν την ευθύνη του παραβάτη μειωμένη». Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 και Παναγιώτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Από το συνολικό ποσό των €642.294,53 το οποίο ο Κατηγορούμενος 1 οικειοποιήθηκε, με τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω, έχει επιστραφεί στην παραπονούμενη εταιρεία το ποσό των €162.000 το οποίο είχε καταβληθεί σε λογαριασμό της Κατηγορουμένης 2, ενώ κατακρατείται επίσης το ποσό των €55.000 το οποίο αφορά το Ταμείο Προνοίας του Κατηγορουμένου
  2. Από τα πιο πάνω δεδομένα, είναι προφανές πως, πέραν του ποσού το οποίο κατέληξε στην Κατηγορουμένη 2 και το οποίο έχει επιστραφεί, όλο το υπόλοιπο ποσό αποτέλεσε αντικείμενο οικειοποίησης και χρήσης από τον Κατηγορούμενο
  3. Τέθηκε επίσης ενώπιον μας αντίγραφο της Αγωγής 925/17 Ε.Δ. Λευκωσίας, από την παραπονούμενη εταιρεία ως ενάγουσα εναντίον των Κατηγορουμένων ως εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα, η οποία καταχωρίστηκε την 1.3.17 και στα πλαίσια αυτής εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημ. 6.3.17 για μη αποξένωση της περιουσίας των εναγομένων καθώς επίσης και διάταγμα αποκάλυψης της περιουσίας τους. Δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 περί επίδειξης πρόθεσης του τελευταίου να αποζημιώσει την εταιρεία και πως, μετά και την καταχώριση της Αγωγής, έγιναν συναντήσεις μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών προς τούτο. Οι διαβουλεύσεις μεταξύ τους δεν καρποφόρησαν με αποτέλεσμα την αποστολή εκ μέρους του δικηγόρου του Κατηγορουμένου 1 επιστολής ημ. 1.9.17 προς την εταιρεία με την οποία προσφέρει κινητή και ακίνητη περιουσία εις πλήρη αποζημίωση της, ήτοι οικία στον Πρωταρά και τον εξοπλισμό της, σκάφος και το ποσό των €50.000 σε μετρητά, συνολικής εκτιμημένης αξίας €370.
  4. Οι δικηγόροι της εταιρείας απάντησαν με επιστολή τους ημ. 13.9.17 ότι η πρόταση του Κατηγορουμένου 1 δεν γίνεται δεκτή καθότι αφενός η προσφορά του Κατηγορουμένου 1 του ποσού του Ταμείου Προνοίας δεν υλοποιήθηκε και προφανώς αποτελεί μέρος της πρότασης του και αφετέρου οι δοθείσες τιμές είναι διογκωμένες. Στην ίδια επιστολή γίνεται εισήγηση για πώληση από τον Κατηγορούμενο 1 της εν λόγω περιουσίας (με τη σύμφωνη γνώμη της εταιρείας για αποδέσμευση από το διάταγμα) και για απόδοση του τιμήματος και αποζημίωση τοις μετρητοίς της εταιρείας συμπεριλαμβανομένων των εξόδων του Λογιστικού Οίκου και των δικηγορικών εξόδων. Ο συνήγορος χαρακτήρισε την ως άνω στάση εκ μέρους της εταιρείας ως άκρως εκδικητική και εκβιαστική και εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει πως υπάρχει πλήρης αποζημίωση εκ μέρους του Κατηγορουμένου
  5. Δεν υιοθετούμε αυτή την άποψη. Δεχόμαστε πως υπήρξε προσπάθεια εκ μέρους του Κατηγορουμένου 1 προς εξεύρεση τρόπου αποζημίωσης της εταιρείας, πλην όμως η εταιρεία προβάλλει τη δική της τοποθέτηση. Η ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος ουδόλως αποκαλύπτει πως η εταιρεία κατέχει ήδη την εν λόγω περιουσία και ειδικότερα ισάξιας με το οφειλόμενο, κατά την ίδια, ποσό. Πέραν της διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών για το συνολικό οφειλόμενο ποσό στα πλαίσια της Αγωγής, σημειώνουμε πως η πρόταση του Κατηγορουμένου 1 για αποζημίωση δεν ανέρχεται στο συνολικό ποσό της κλοπής, αλλά, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού του Ταμείου Προνοίας, στο ποσό των €425.000, και εάν ληφθεί υπόψιν το επιστραφέν ποσό των €162.575,77 από την Κατηγορουμένη 2, υπολείπεται ποσό €54.718,
  6. Στρεφόμενοι στην Κατηγορουμένη 2, θεωρούμε τη δήλωση του συνηγόρου της πως αυτή δεν είχε εμπλοκή ή γνώση για την υπεξαίρεση του επίδικου ποσού από τον Κατηγορούμενο 1 εκ του περισσού, εφόσον αυτή δεν αντιμετωπίζει συναφείς κατηγορίες. Όσον δε αφορά τα ποσά τα οποία κατέληξαν στον λογαριασμό της με τις ενέργειες του Κατηγορουμένου 1, προκύπτει από τις διάφορες καταστάσεις λογαριασμών που κατατέθηκαν από τον συνήγορο της πως δεν ήταν εμφανής η προέλευση αυτών πλην των ποσών που προήλθαν από τον λογαριασμό του Κατηγορουμένου
  7. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως αυτή κράτησε τα χρήματα ως αποπληρωμή δανείου προς τον Κατηγορούμενο 1 και τα υπόλοιπα κατόπιν παράκλησης του ιδίου, λόγω της σχέσης τους και της εμπιστοσύνης που είχε σε αυτόν. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη θέση του συνηγόρου της, ο Κατηγορούμενος 1 της είχε πει πως είχε δημιουργήσει κάποιες υποχρεώσεις σε τρίτα πρόσωπα και δεν ήθελε να φαίνονταν μεγάλα ποσά στην κατοχή του και η Κατηγορουμένη 2 δέχθηκε. Θεωρούμε πως από τη στιγμή που δεν είχαν εγερθεί υποψίες στην Κατηγορουμένη 2 αναφορικά με την πηγή αυτών των χρημάτων, η ίδια σαφώς ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του Κατηγορουμένου 1, με τον οποίο, ως διαφαίνεται, διατηρούσαν μακροχρόνιο δεσμό ενώ συζούσαν κατά τα έτη 2015-
  8. Δεχόμαστε την αναντίλεκτη περιγραφή του συνηγόρου της Κατηγορουμένης 2 όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος των ψευδών λογαριασμών. Ειδικότερα, όταν στις 6.2.17, αποκαλύφθηκε και ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε εγγράφως τις αξιόποινες πράξεις του και υπέβαλε την παραίτηση του από την εταιρεία, υποχρεώθηκε να αποκαλύψει και στην Κατηγορουμένη 2 την αλήθεια και πως το συνολικό προαναφερόμενο έμβασμα στον λογαριασμό της ήταν προϊόν υπεξαίρεσης. Κατόπιν παρότρυνσης και συμβουλής του Κατηγορουμένου 1, και λόγω του δικού της φόβου, πανικού και ανησυχίας, η Κατηγορουμένη 2 προέβη στις εννέα επίδικες παραποιήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα της εταιρείας σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις, ήτοι στις 6 και στις 9.2.17, ούτως ώστε να μην εντοπιστούν εύκολα οι παράνομες μεταφορές χρημάτων και να δίδετο χρόνος στον Κατηγορούμενο 1 να επιστρέψει το ποσό. Η Κατηγορούμενη 2 πείστηκε πως με την επιστροφή των χρημάτων όλα θα ήταν εντάξει και προέβη στις αλλοιώσεις των στοιχείων των λογαριασμών, με την ελπίδα πως ο Κατηγορούμενος θα τηρούσε την υπόσχεση του για την επιστροφή του ποσού. Δεχόμαστε πως η Κατηγορουμένη 2 ενήργησε υπό το καθεστώς πανικού και φόβου. Ταυτόχρονα, όμως, δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός πως αυτή προέβη στην παραποίηση όχι μόνο κατά την πρώτη μέρα που η όλη υπόθεση βγήκε στην επιφάνεια, ήτοι στις 6.2.17, αλλά και επανέλαβε αυτή τρεις μέρες αργότερα, στις 9.2.17, και αφού είχε μεσολαβήσει κάποιος χρόνος για να αντιλαμβανόταν τη σοβαρότητα των πράξεων της. Συγκεκριμένα, συνεκτιμούμε το γεγονός πως και η Κατηγορουμένη 2 κατείχε σημαντική θέση στην εταιρεία, ως προϊσταμένη Λογιστηρίου και Οικονομικών Εκθέσεων αυτής, και αντί να επιλέξει την πιστή εκτέλεση των καθηκόντων της με γνώμονα το συμφέρον της εργοδότριας εταιρείας της, προέβη σε παραποίηση δεδομένων με στόχο τη συγκάλυψη των παράνομων ενεργειών άλλου εργοδοτούμενου της εταιρείας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός πως οι δικές της ενέργειες αποσκοπούσαν στην κάλυψη ενός πολύ μεγάλου χρηματικού ποσού, ήτοι €608.755,
  9. Η ερωτική σχέση μεταξύ τους δεν αποτελεί δικαιολογία για την παράνομη αυτή δράση της Κατηγορουμένης 2 καθότι το καθήκον της ως υπαλλήλου έναντι στον εργοδότη της και κυρίως στη μη συμμετοχή, πόσω μάλλον κάλυψη, παράνομων πράξεων εις βάρος της εταιρείας, αναμφίβολα υπερτερεί. Έτσι δεχόμαστε τη θέση του συνηγόρου της πως η Κατηγορουμένη 2 ενήργησε και υπό το καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης, υπό την έννοα μόνο πως λόγω της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο 1 ο μηχανισμός αυτοελέγχου της είχε σε κάποιο βαθμό αποδυναμωθεί - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603. Συνεκτιμούμε ακόμα πως μετά τη σύλληψη και των δύο Κατηγορουμένων, στις 17.2.17, και οι δύο παρέμειναν υπό κράτηση για συνολικά 15 μέρες, στα πλαίσια διαταγμάτων προσωποκράτησης τους. Λαμβάνουμε προς όφελος της Κατηγορουμένης 2 το γεγονός πως η ίδια δεν χρησιμοποίησε οποιοδήποτε μέρος από το έμβασμα στον λογαριασμό της, ούτε καν το ποσό που παρουσιάστηκε ως αποπληρωμή του δανείου, με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι στις 30.3.17, η ίδια να έχει επιστρέψει ολόκληρο αυτό το ποσό στην εταιρεία και την απόσυρση της Αγωγής εναντίον της ως εξωδίκως διευθετηθείσας. Αυτό το στοιχείο όμως δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλειά του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων .» Έχει κατατεθεί ενώπιον μας Δήλωση - Συγκατάθεση ημ. 24.4.17 της εταιρείας με την οποία δηλώνει πως έχει αποζημιωθεί πλήρως από την Κατηγορουμένη 2 και πως σε τυχόν αίτηση της τελευταίας προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης της, δεν φέρει ένσταση. Χωρίς να υποτιμούμε τη θέση της εταιρείας επί της αξιόποινης συμπεριφοράς της Κατηγορουμένης 2, επισημαίνουμε αφενός πως το ζήτημα αναστολής ποινικής δίωξης επαφίεται αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα και αφετέρου πως η ποινική δίωξη αφορά το γενικό δημόσιο συμφέρον και τη διατήρηση της νομιμότητας σε ένα κράτος δικαίου, το οποίο επεκτείνεται πέραν των ατομικών συμφερόντων των επηρεαζόμενων από παράνομες ενέργειες προσώπων. Από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος 1 έχει διαπράξει αδικήματα τα οποία επιφέρουν αυστηρότερες ποινές, δεν τίθεται θέμα ισότητας μεταξύ των δύο Κατηγορουμένων. Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε πως αναφορικά με το αδίκημα των ψευδών λογαριασμών, ο ρόλος των δύο Κατηγορουμένων είναι σαφώς διαφορετικός εφόσον είναι με πρωτοβουλία, οδηγίες και παρότρυνση του Κατηγορουμένου 1 που η Κατηγορουμένη 2 προέβη στις αξιόποινες ενέργειες της, στοιχείο το οποίο δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των δύο Κατηγορουμένων και την πιο επιεική αντιμετώπιση της Κατηγορουμένης 2. Σχετικά με το θέμα αυτό παραπέμπουμε στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο πως παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο και των δύο Κατηγορουμένων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Liastschenko v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 216/14, ημ. 19.3.15, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, η μεγάλη ηλικία του εφεσείοντος (64 ετών) σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του, δικαιολογούσαν κάποια περαιτέρω εξατομίκευση της ποινής, ώστε να μπορέσει να αποφυλακιστεί σε ηλικία που θα του επιτρέπει να αντιμετωπίσει διαφορετικά το υπόλοιπο της ζωής του, χωρίς βεβαίως αυτό να διαγράφει ή εξουδετερώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση η ποινή φυλάκισης μειώθηκε από 16 σε 13 έτη μεν αλλά παρέμεινε μακρά, όπως ρητώς αναγνώρισε το Εφετείο. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες λαμβάνουμε υπόψιν την άμεση παραδοχή και συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία. Θεωρούμε επίσης πως και οι δύο Κατηγορούμενοι προέβησαν σε άμεση παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον αυτή έγινε αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη νέων κατηγοριών και την αναστολή κάποιων κατηγοριών. Η άμεση παραδοχή είναι στοιχείο έμπρακτης ένδειξης μεταμέλειας και πρέπει να αμείβεται με την ανάλογη έκπτωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν τις συνέπειες της αξιόποινης συμπεριφοράς και των δύο Κατηγορουμένων, οι οποίοι οικειοθελώς υπέβαλαν την παραίτηση τους από την εταιρεία. Επί τούτου βεβαίως σημειώνουμε πως οι καταστροφικές συνέπειες στην επαγγελματική σταδιοδρομία ενός κατηγορουμένου, οι οποίες είναι το φυσιολογικό και αναμενόμενο συνεπακόλουθο της παράνομης δραστηριότητας του, λαμβάνονται μεν υπόψιν όμως δεν είναι ικανές αφ΄ εαυτών να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, όπως διαφαίνεται και από τις πιο πάνω υποθέσεις για τέτοια αδικήματα. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως λόγω της δικής του συμπεριφοράς, παραιτήθηκε και ο γιος του, Άνδρεας Ζαρβός, ο οποίος επίσης εργοδοτείτο στην εταιρεία ως υπεύθυνος του Τμήματος Επενδύσεων. Δεν μας διαφεύγει ακόμα πως λόγω της αξιόποινης συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων, αυτοί αντιμετωπίζουν και το στίγμα της κοινωνίας και είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να εξεύρουν άλλη εργασία. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων, όπως αυτές περιέχονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, στις αγορεύσεις των συνηγόρων τους και στα συνημμένα σε αυτές έγγραφα. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι 64 ετών, εκτοπισμένος από το Ριζοκάρπασο. Η σύζυγος του είναι 63 ετών, καθηγήτρια Οικονομικών σε Δημόσιο Σχολείο και έχουν τρία παιδιά, τον Γιάννη, 36 ετών, Λογιστή, έγγαμο με δύο παιδιά, τον Ανδρέα, 34 ετών, άνεργο τώρα, ανύπανδρο και τον Κωνσταντίνο, 33 ετών, Πολιτικό Μηχανικό και έγγαμο. Ο Κατηγορούμενος 1 λαμβάνει σύνταξη και η σύζυγος του μισθό, και είναι ιδιοκτήτες της οικίας στην οποία διαμένουν και της οικίας στο Παραλίμνι, ενώ κατέχουν αυτοκίνητα, κάποιες αποταμιεύσεις και έχουν και δάνεια για τα οποία πληρώνουν μηνιαίες δόσεις. Ο Κατηγορούμενος 1 προέρχεται από φτωχή γεωργική οικογένεια και από νεαρή ηλικία εργαζόταν με τους γονείς του στα χωράφια. Μετά την αποφοίτηση του από το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας το 1973, ο Κατηγορούμενος 1 μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών στον κλάδο Διοίκησης Επιχειρήσεων με ειδικότητα στη Λογιστική. Το 1974, διέκοψε τις σπουδές του και υπηρέτησε ως έφεδρος κατά τη διάρκεια της Τουρκικής Εισβολής, όταν αιχμαλωτίστηκε, μεταφέρθηκε στα Άδανα όπου εκεί υπέστη φρικτούς βασανισμούς οι οποίοι του άφησαν σοβαρά σωματικά κατάλοιπα, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στην Ιατροδικαστική Έκθεση του Δρος Πανίκκου Σταυριανού ημ. 28.9.17 και στις συνημμένες φωτογραφίες. Αφού αφέθηκε ελεύθερος στις 24.9.74, μετέβη πίσω στην Αθήνα για την συνέχιση των σπουδών του ενώ οι γονείς του είχαν παραμείνει εγκλωβισμένοι. Μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1977, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, δεν κοιμόταν τα βράδια, είχε εφιάλτες και παρακολουθείτο από ψυχολόγο στην Αθήνα. Σύμφωνα με Ιατρική Έκθεση ημ. 29.9.17 της Δρος Λουίζας Βερεσιέ, Ψυχιάτρου-Ψυχολόγου, αυτή εξέτασε τον Κατηγορούμενο 1 μεταξύ 8.9.17-13.9.
  2. Οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της καταγράφονται αναλυτικά στην Έκθεση. Συνοπτικά αναφέρουμε πως ο Κατηγορούμενος 1 πάσχει από Δυσθυμική Διαταραχή (χρόνια συναισθηματική διαταραχή) εμφανιζόμενη επί εδάφους έντονων τραυματικών-βασανιστικών εμπειριών του παρελθόντος (μετατραυματικού τύπου), συνοδευόμενα παράλληλα με το σύνδρομο του χρόνιου πόνου, κατάσταση υποβόσκουσα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Ο ίδιος δήλωσε σε αυτή πως πριν από τρία-τέσσερα έτη τα αισθήματα θλίψης, θυμού και δυσφορίας σταδιακά έγιναν πιο έντονα, με αποτέλεσμα να γίνει παρορμητικός και αντιδραστικός, να λαμβάνει γρήγορες και επιπόλαιες αποφάσεις στην εργασία του, καθώς επίσης και να εμφανιστούν προβλήματα στη σχέση του με τη σύζυγο του, χωρίς όμως σε εκείνο το στάδιο να αναζητήσει ψυχολογική στήριξη. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν την τοποθέτηση της Δρος Βερεσιέ πως στην παρούσα φάση, φυλάκιση του Κατηγορουμένου 1 πιθανό να επιβαρύνει και επηρεάσει αρνητικά την ψυχική του κατάσταση. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν και τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
  3. Όπως φαίνεται μέσα από διάφορα Ιατρικά Πιστοποιητικά τα οποία έχουν προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το 2011 και το 2014 υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις στον σπόνδυλο με οδηγίες προς αποφυγή άρσης βάρους, κοπώδους εργασίας και ορθοστασίας. Συνεκτιμούμε τη θέση στο Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 4.4.17 του Δρος Χριστόφορου Χριστοφόρου, Νευροχειρούργου στο Ιπποκράτειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, πως τυχόν τραυματισμός της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης δύναται να επιφέρει επιδείνωση της μυελοπάθειας και της κίνησης των άνω και κάτω άκρων. Πάσχει επίσης από σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση, υπερχοληστεροναιμία, στομαχικό έλκος και συμπιεστική μυελοπάθεια με διαταραχή στη βάδιση και υπερτονία των άκρων. Συνεκτιμούμε επίσης πως στο παρόν στάδιο οι σχέσεις του με τη σύζυγο του είναι αρμονικές και πως τα μέλη της οικογένειας του τον στηρίζουν με κάθε τρόπο. Η Κατηγορουμένη 2 είναι 53 ετών, ανύπανδρη. Διατηρούσε δεσμό με τον Κατηγορούμενο από το 2004 ενώ μεταξύ 2015-2017 συζούσαν στο διαμέρισμα της. Λαμβάνει ανεργιακό επίδομα, έχει ένα αυτοκίνητο, ενώ έχει δάνειο για το οποίο κάποιες αποταμιεύσεις της είναι δεσμευμένες. Διαμένει μόνη σε ιδιόκτητο διαμέρισμα το οποίο μεταβιβάστηκε στην ανιψιά της και επί του οποίου η ίδια διατηρεί επικαρπία εφ΄ όρου ζωής. Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικό-οικονομικής τάξης και έχει μια αδελφή. Αποφοίτησε από το Ανώτερο Εμπορικό Λύκειο Νεοκλέους και ακολούθησε γραμματειακές σπουδές για ένα χρόνο σε Ιδιωτικό Κολλέγιο. Από το 1998 μέχρι και το 2017 εργαζόταν ως Λογίστρια σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες. Η ίδια φροντίζει τον πατέρα της, 86 ετών, ο οποίος πάσχει από διάφορα προβλήματα υγείας λόγω παλαιού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η οικογένεια της τη στηρίζει με κάθε τρόπο, όμως η ίδια εκφράζει τη μεταμέλεια της και το αίσθημα στιγματισμού και κοινωνικού αποκλεισμού της. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αυτών και τον ρόλο του καθενός και αφετέρου όλες τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις των Κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με όλους τους παράγοντες που έχουμε αναπτύξει αναλυτικά πιο πάνω, μη παραγνωρίζοντας την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή και για τους δύο Κατηγορούμενους είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες για τον καθένα θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής ενώ, λόγω της φύσης της συμμετοχής της Κατηγορουμένης 2 στο αδίκημα των ψευδών λογαριασμών δικαιολογείται επιεικέστερη μεταχείριση. Σημειώνουμε επίσης πως λόγω του ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1 αποτελεί μια ενιαία δραστηριότητα, κρίνεται δικαιολογημένη η επιβολή συντρέχουσων ποινών φυλάκισης - βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Ειδικότερα, δίδουμε σημασία στην επίδειξη από τον Κατηγορούμενο 1 της πίστης και αφοσίωσης στην πατρίδα του με αποτέλεσμα να υποστεί φρικτό βασανισμό από τον Τούρκο Εισβολέα ο οποίος τον επηρέασε και του άφησε σωματικά και ψυχολογικά κατάλοιπα, τον πρότερο έντιμο βίο του και τη δημιουργία οικογένειας, καθώς επίσης τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Εδώ επισημαίνουμε πως η Δρ Βερεσιέ αναφέρθηκε μόνο σε πιθανότητα επιβάρυνσης της ψυχικής κατάστασης του Κατηγορουμένου 1, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε πως ο εγκλεισμός δεν είναι μια απλή και εύκολη διαδικασία για οποιονδήποτε. Αναφορικά με την Κατηγορουμένη 2, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψιν πως αυτή φροντίζει τον ηλικιωμένο πατέρα της. Ως εκ τούτου στους Κατηγορούμενους επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορουμένη 2 στην κατηγορία 32 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στον Κατηγορούμενο 1 · Στην κατηγορία 31 ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 32 ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. · Στην κατηγορία 35 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 36 ποινή φυλάκισης 3 ετών. · Στην κατηγορία 37 ποινή φυλάκισης 3 ετών. · Στην κατηγορία 38 ποινή φυλάκισης 3 ετών. · Στην κατηγορία 39 ποινή φυλάκισης 3 ετών. · Στην κατηγορία 40 ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 41 ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 42 ποινή φυλάκισης 5 ετών. · Στην κατηγορία 43 ποινή φυλάκισης 5 ετών. · Στην κατηγορία 44 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 45 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 46 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 47 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 48 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 49 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 50 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 51 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 52 ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. · Στην κατηγορία 53 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 54 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. · Στην κατηγορία 55 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 56 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 57 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 58 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 59 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 60 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 61 ποινή φυλάκισης 2 ετών. · Στην κατηγορία 62 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. · Στην κατηγορία 63 ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. · Στην κατηγορία 64 ποινή φυλάκισης 5 ετών. Οι ποινές φυλάκισης για τον Κατηγορούμενο 1 να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της επιβληθείσας ποινής στην Κατηγορουμένη 2, επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της άμεσης έκτισης της, ως ήταν και η εισήγηση της Υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Η υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Τα ίδια λέχθηκαν επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημ. 17.10.
  1. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψιν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ειδικότερα πως η Κατηγορουμένη 2 ενήργησε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 1 και υπό το καθεστώς πανικού, φόβου και συναισθηματικής φόρτισης. Ταυτόχρονα όμως θεωρούμε πως οι πράξεις της ήταν ιδιαίτερα σοβαρές εφόσον αυτές συνίστανται στην παραποίηση στοιχείων και στην παραπλάνηση του εργοδότη της σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, και εμπεριέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας, της κατάχρησης εμπιστοσύνης του εργοδότη και της συγκάλυψης μιας αρκετά σοβαρής παράνομης δραστηριότητας εις βάρος αυτού και μάλιστα για ένα πολύ μεγάλο ποσό των €608.755,
  2. Συνεκτιμούμε την άμεση παραδοχή της, την επιστροφή ολόκληρου του ποσού το οποίο κατέληξε σε δικό της λογαριασμό και την απώλεια της εργασίας της, καθώς επίσης και το λευκό ποινικό μητρώο της και την υπόσχεση της πως θα δεν θα επαναλάβει παράνομη συμπεριφορά. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης 2, όπως αυτές αναλύονται εκτενώς ανωτέρω. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν πως αυτή φροντίζει τον πατέρα της. Με βάση το σύνολο των όσων αναφέρουμε ανωτέρω, θεωρούμε πως όλες οι πιο πάνω περιστάσεις, ήτοι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης 2, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί, καθότι αυτές δεν εξαλείφουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω ακριβώς της φύσης αυτού και του μεγάλου ποσού που αυτό αφορά, όπως επεξηγείται πιο πάνω. Θεωρούμε πως τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων τα οποία χαρακτηρίζονται από ανεντιμότητα και κατάχρηση εμπιστοσύνης προς τον εργοδότη και κυρίως όταν αυτά αφορούν ιδιαίτερα μεγάλα ποσά, ενώ συνάμα θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, αυτά να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.