← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Θεοχάρης Θεοχάρους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8820/17, 25/10/2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Θεοχάρης Θεοχάρους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8820/17, 25/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:44 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8820/17 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. Θεοχάρης Θεοχάρους
  2. Πολύβιος Πέτρου
  3. Ανθούλλα Χατζηπαπαχριστοδούλου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Σιαπανή. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Παπαϊωάννου με κ. Δ. Τσολακίδη. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ---------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Η παρούσα αφορά ακόμη μια υπόθεση στην οποία το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας καλείται να επιβάλει ποινή σε νεαρό πρόσωπο αλλά και στον πατέρα του για αδικήματα που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες. Ο Κατηγορούμενος 1, ηλικίας 24 ετών, κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα 808.83 γραμμάρια κοκαΐνης (2η κατηγορία) και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών σε τρίτο πρόσωπο (3η κατηγορία). Ο πατέρας του, Κατηγορούμενος 2, παραδέχθηκε την κατηγορία της κατοχής της συγκεκριμένης ποσότητας, (2η κατηγορία). Η νομική βάση των κατηγοριών παρατίθεται στο κατηγορητήριο και θεωρείται αχρείαστη η παράθεσή της. Τα γεγονότα, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους συνηγόρους Υπεράσπισης των Κατηγορούμενων 1 και 2 είναι σε συντομία τα ακόλουθα: Στις 12/05/17 μετά από τη λήψη πληροφορίας στην Υ.ΚΑ.Ν. Λευκωσίας ότι στην πατρική οικία και τα υποστατικά που διαμένει ο Κατηγορούμενος 1, στην οδό Ζακύνθου 4Α στην Λακατάμεια, αποκρύπτονταν ναρκωτικά Τάξεως Α και Β, ήτοι κοκαΐνη και κάνναβη εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας της συγκεκριμένης οικίας. Ενώ τα μέλη της ΥΚΑΝ προσέγγιζαν τη συγκεκριμένη οικία φωνάζοντας «αστυνομία» είχαν δει ένα άτομο να κλείνει τα παράθυρα δεξιά και αριστερά της εισόδου ενώ στο χτύπημα της πόρτας δεν υπήρξε ανταπόκριση παρά μόνο είχαν ακουστεί γρήγοροι βηματισμοί εντός της οικίας καθώς και ψίθυροι. Η είσοδος παραβιάστηκε και ο Κατηγορούμενος 1 είχε εντοπιστεί στο διάδρομο να κατευθύνεται προς την τουαλέτα. Όταν προσπάθησε να κλείσει την πόρτα της τουαλέτας είχε αποτραπεί από τον Α/Αστ.696 Κοντεμενιώτη. Ο Αστ.1402 είχε αντιληφθεί ότι υπήρχαν και άλλα πρόσωπα στην τουαλέτα, από την οποία είχε ακουστεί και μια γυναικεία φωνή. Στην τουαλέτα εντοπίστηκαν μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 και οι γονείς του, ο Κατηγορούμενος 2 και η σύζυγός του. Ο Κατηγορούμενος 2 βρέθηκε γονατιστός πάνω από την τουαλέτα να προσπαθεί να αδειάσει το νάιλον σακουλάκι που κρατούσε, στο οποίο υπήρχε άσπρη σκόνη όμοια με κοκαΐνη. Στην προσπάθεια του Αστ.1402 Φραγκούδη να τον απωθήσει ο Κατηγορούμενος 2 το άφησε στο πάτωμα. Στη τουαλέτα είχαν ανευρεθεί και άλλα σακουλάκια με άσπρη σκόνη όμοια με κοκαΐνη. Ερωτηθείς ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι η άσπρη σκόνη ήταν κοκαΐνη και ήταν δική του. Όταν πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που διέπραττε και επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο φώναζε και αντιστεκόταν στη σύλληψή του και για αυτό είχε χρησιμοποιηθεί η ανάλογη βία. Κατά τη σωματική του έρευνα είχαν εντοπιστεί ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA και χρηματικό ποσό €5.740 σε μετρητά. Στο υπνοδωμάτιο του Κατηγορούμενου 1, πάνω σε ένα έπιπλο, είχε εντοπιστεί νάιλον σακούλι με άσπρη σκόνη, ένα κουτί γιαουρτιού ανοικτό μέσα στο οποίο υπήρχε άσπρη ουσία και μια ζυγαριά ακριβείας ενώ δίπλα από το κρεββάτι βρέθηκε μια μηχανή σφράγισης - πλαστικοποίησης μαζί με ένα κενό σακουλάκι ίδιου τύπου με αυτά που είχαν ανευρεθεί στην τουαλέτα. Ο Κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη μηχανή είναι δική του. Στο υπνοδωμάτιο του Κατηγορούμενου 2 είχε ανευρεθεί, σε γυναικεία τσάντα, το ποσό των €23.500 και τέσσερεις επιταγές. Η σύζυγός του Κατηγορούμενου 2 ισχυρίστηκε ότι τα λεφτά είχαν προέλθει από το γάμο του Κατηγορούμενου
  4. Κατασχέθηκαν όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια. Ανακριθείς ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι είχε στην κατοχή του τα ανευρεθέντα ναρκωτικά αλλά ισχυρίστηκε ότι πίστευε πως ήταν αναβολικά γιατί αυτός που του τα είχε δώσει ασχολείται με γυμναστήρια ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι ο ίδιος είχε καλέσει τον Κατηγορούμενο 2, πατέρα του, να τα καταστρέψει. Όσο αφορά το χρηματικό ποσό ισχυρίστηκε ότι είχε προκύψει από τον γάμο του, που είχε τελεστεί στις 29/04/2017 και το φύλαγε στην πατρική κατοικία. Ο Κατηγορούμενος 2 είχε ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Όλα τα σακουλάκια, 13 σε αριθμό, ήταν σφραγισμένα με την μέθοδο της θερμοκόλλησης. Σύμφωνα με την Έκθεση του Κρατικού Χημείου τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν και εξετάστηκαν είναι κοκαΐνη βάρους 808.83 γραμμάρια. Όσον αφορά το ποινικό μητρώο των Κατηγορούμενων ο Κατηγορούμενος 1 έχει μια προηγούμενη καταδίκη στην Υπ. Αρ.8926/15 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 27/10/15, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών με τριετή αναστολή στο αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου και φυλάκιση 10 μηνών με τριετή αναστολή στο αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Κατηγορούμενος 1 τελεί υπό κράτηση από τις 12/05/
  5. Ζητήθηκε η δήμευση του συνολικού ποσού των €29.240 που είχε κατασχεθεί από την πατρική κατοικία. Οι συνήγοροι Υπεράσπισης συγκατατέθηκαν στη δήμευση του συγκεκριμένου ποσού. Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες των δυο Κατηγορούμενων αυτές παρατέθηκαν σε έκταση στις εκθέσεις που ετοιμάστηκαν για αυτούς από το Γραφείο Ευημερίας. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 καταγράφεται ότι είναι 24 ετών, νυμφευμένος και έχει ένα παιδί ηλικίας 3 ετών. Είναι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας και έχει δυο αδέλφια μικρότερα, μια αδελφή ηλικίας 20 ετών, η οποία είναι φοιτήτρια και ένα αδελφό ηλικίας 17 ετών, ο οποίος είναι μαθητής Λυκείου. Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής στον κλάδο της Μηχανικής Οχημάτων, επάγγελμα το οποίο άσκησε για 2 χρόνια ενώ εργάστηκε για 6 μήνες και στο Δήμο Λευκωσίας. Είναι στο παρόν στάδιο άνεργος και συντηρείται οικονομικά από τους γονείς και τα πεθερικά του. Είναι νυμφευμένος και έχει μια θυγατέρα ηλικίας 3 ετών και η σχέση του με τη σύζυγό του είναι πολύ καλή. Δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 η Έκθεση αποκαλύπτει ότι είναι 55 ετών, νυμφευμένος και έχει τρία παιδιά το μεγαλύτερο από αυτά είναι ο Κατηγορούμενος
  6. Είναι κλητήρας στο Δήμο Λευκωσίας και λαμβάνει το ½ του μισθού του, δηλαδή €700, λόγω του ότι βρίσκεται σε διαθεσιμότητα. Δεν έχει οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα ή αποταμιεύσεις και βοηθείται οικονομικά από τον αδελφό της συζύγου του. Έχει χρέη ύψους €60.000, δάνειο το οποίο είχε λάβει για οικιστικούς σκοπούς και για το οποίο καταβάλλεται μηνιαία δόση. Οι διαπροσωπικές σχέσεις εντός της οικογένειας περιγράφονται ως πολύ καλές, αρμονικές, με τον ίδιο να επενδύει σημαντικά στην μόρφωση των παιδιών του. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας όπως ανεύρυσμα ανιούσας αορτής για το οποίο είχε υποβληθεί και σε επέμβαση το 2012 και έκτοτε υποβάλλεται σε έλεγχο σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σε σχέση με το αδίκημα εξέφρασε τη μεταμέλεια του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ Ο εκ των συνηγόρων, των Κατηγορουμένων 1 και 2, κ. Παπαϊωάννου, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, υιοθέτησε το περιεχόμενο των κοινωνικοοικονομικών Εκθέσεων που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας για σκοπούς επιβολής ποινής, σημειώνοντας ότι στις εν λόγω Εκθέσεις περιγράφονται επαρκώς οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των Κατηγορούμενων 1 και 2 και ακολούθως επικαλέστηκε αριθμό παραγόντων οι οποίοι - όπως εισηγήθηκε - είναι μετριαστικοί και θα πρέπει να λειτουργήσουν ευεργετικά για τους πελάτες του. Αναφορά έγινε στην άμεση παραδοχή και των δυο Κατηγορούμενων ενώπιον του Δικαστηρίου και εισηγήθηκε, με αναφορά σε παλαιότερη και πρόσφατη νομολογία, ότι θα πρέπει να αποδοθεί, στην παραδοχή, η αρμόζουσα σημασία. Όσο αφορά τον Κατηγορούμενο 1 ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η κατάσταση της υγείας της συζύγου του, η οποία έχει πρόσφατα υποβληθεί σε εξειδικευμένες χειρουργικές επεμβάσεις στο εξωτερικό λόγω του ότι δεν μπορούσαν να διενεργηθούν οι συγκεκριμένες επεμβάσεις στην Κύπρο. Κατέθεσε και σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, Έγγραφο Α, προσθέτοντας ότι η νομολογία αναγνωρίζει ως μετριαστικό παράγοντα, όχι καθοριστικής σημασίας, τις επιπτώσεις τυχόν ποινής φυλάκισης στα μέλη της οικογένειας ενός κατηγορούμενου. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στην συνεργασία του Κατηγορούμενου 1 με τις αστυνομικές αρχές και στο γεγονός ότι είχε αναφέρει εξ αρχής στα μέλη της Υ.Κ.Α.Ν. ότι η συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών ήταν δική του, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες των πράξεων του και απομπλέκοντας τους γονείς του, στο σπίτι των οποίων είχαν ανευρεθεί οι ναρκωτικές ουσίες. Εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι δεν εξετάστηκε το θέμα της καθαρότητας της κατασχεθείσας κοκαΐνης και διευκρίνισε δια ζώσης ότι η αμφιβολία ως προς την καθαρότητά της θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ του Κατηγορούμενου
  7. Υποστήριξε, προς ενίσχυση της θέσης του ότι ο Κατηγορούμενος 1 έχει αναγνωρίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και έχει μεταμελήσει, το γεγονός ότι έχει αποδεχθεί τη δήμευση του ποσού των €29.240 ενώ παράλληλα εισηγήθηκε ότι θα πρέπει, η δήμευση του συγκεκριμένου ποσού, να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο το οποίο, σύμφωνα με τη Νομολογία, αποτελεί μέρος της επιβολής ποινής. Τέλος επεσήμανε ότι ελλείπουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 30

(4)(α) του Ν.29/77 ενώ συνυπάρχουν τα ελαφρυντικά του νεαρού της ηλικίας, το ότι είχε παρασυρθεί στη διάπραξη του αδικήματος από τρίτο πρόσωπο καθώς και η μεταμέλεια του. Όσο αφορά την προηγούμενη καταδίκη του και το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης αναγνώρισε την ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την εκτέλεση ολόκληρης ή μέρους της ποινής αλλά υποστήριξε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνολικότητα της ποινής, ώστε να μην είναι υπερβολική. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο λευκό του ποινικό μητρώο και στο γεγονός ότι, το συγκεκριμένο, ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ζήτησε όπως συνεκτιμηθεί, όπως αναγνωρίζεται και από τη Νομολογία, η εξωδικαστηριακή τιμωρία του Κατηγορούμενου 2 αφού τελεί σε διαθεσιμότητα από την εργασία του στο Δήμο Λευκωσίας και μετά από την παραδοχή του θα αντιμετωπίσει την πειθαρχική διαδικασία με ορατό το ενδεχόμενο απόλυσής του. Εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να προσεγγιστεί, η περίπτωση του Κατηγορούμενου 2, διαφορετικά από τον Κατηγορούμενο 1, υποστηρίζοντας τη θέση του αυτή με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι είχε ενεργήσει ενστικτωδώς και επιπόλαια στην παράκληση του Κατηγορούμενου 1 να πετάξει τα ναρκωτικά στην τουαλέτα, στην οποία βρισκόταν όταν γινόταν η επιδρομή της Αστυνομίας. Υπό το κράτος φόβου και πανικού και χωρίς να σκέφτεται ψύχραιμα είχε προσπαθήσει να πετάξει τις ναρκωτικές ουσίες στη λεκάνη της τουαλέτας και τότε είχε αντιληφθεί, βλέποντας ότι είναι άσπρη σκόνη, ότι επρόκειτο για ναρκωτικά. Λόγω του περιορισμένου χρόνου που ο Κατηγορούμενος 2 είχε στην κατοχή του τις ναρκωτικές ουσίες χαρακτήρισε τη συμμετοχή του ως περιορισμένη σε βαθμό που να δικαιολογεί απόκλιση από τις συνήθεις ποινές που επιβάλλονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 2, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως συνυπολογίσει τον πρότερο έντιμο βίο του σε συνάρτηση με τους άλλους μετριαστικούς παράγοντες και όπως επιδείξει στο πρόσωπό του τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Κάλεσε, τέλος το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αναστείλει την οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης επιβάλει στον Κατηγορούμενο 2. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, όπως αναγνωρίστηκε και από τους συνήγορούς τους, κατατάσσονται στα σοβαρότερα. Με βάση τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν.29/77)για τα αδικήματα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών τάξεως Α η προβλεπόμενη ποινή είναι 12ετής φυλάκιση (κατηγορία 2) ενώ για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 3) η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση μέχρι και διά βίου. Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1) που αντιμετωπίζει μόνο ο Κατηγορούμενος 1 επίσης κατατάσσεται ως σοβαρό αφού ο νομοθέτης έχει προβλέψει για την διάπραξή του την ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη. Πιστεύουμε ότι πραγματικά κοινοτυπούμε, επαναλαμβάνοντας ότι οι κατηγορίες και τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι από τα πλέον σοβαρά. Ο λόγος για την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών δίδεται μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τον έχει επιβάλει δυστυχώς η καθημερινή και συνάμα σκληρή πραγματικότητα, αφού τα ναρκωτικά έχουν εξαπλωθεί παντού, ακόμη και στα σχολεία. Σήμερα τα ναρκωτικά είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νεολαία στην Κύπρο, όπως και σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ιδιαίτερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα και απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, λαμβανομένων υπόψη των πολύ σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η χρήση τους στην ανθρώπινη υπόσταση γενικά, ειδικά των σκληρών ναρκωτικών, όπως χαρακτηρίζονται αυτά της τάξεως Α. Επίσης, επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών που να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών. Μόνο με την ορθή μεταχείριση όσων καταδικάζονται για παρόμοια αδικήματα, ο ρόλος των Δικαστηρίων, στην κοινή αυτή προσπάθεια γίνεται ουσιαστικός και αποτελεσματικός, όπως πρέπει να είναι. Ορθή δε μεταχείριση σημαίνει την επιβολή ποινών που να αντανακλούν με τρόπο εμφανή και επαρκή την απέχθεια της κοινωνίας προς τα αδικήματα της κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, το οποίο δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων, στο στάδιο της ποινής: «Αναμφίβολα η ηρωίνη αποτελεί ένα από τα πιο σκληρά ναρκωτικά και οι δυσμενείς προεκτάσεις που μπορεί να επιφέρει η χρήση της οδήγησαν στην κατάταξη της στην κατηγορία "Α" και τόσο η κατοχή της όσο και η κατοχή της με σκοπό την προμήθεια της τιμωρείται με αυστηρότατες ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει κατ' επανάληψη την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών, σε μια προσπάθεια μείωσης της διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Σε αρκετές δε αποφάσεις έχει τονισθεί ότι οι επιβαλλόμενες ποινές θα πρέπει να καταστούν αυστηρότερες για να επενεργούν αποτρεπτικά στο είδος αυτό των αδικημάτων τα οποία κλονίζουν τα υγιή θεμέλια της κοινωνίας. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής. Ιδιαίτερα η επιβολή αυστηρών ποινών επιβάλλεται σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας και/ή διάθεσης τους σε τρίτα πρόσωπα, (βλ. Esper ν. Δημοκρατίας
(1972)2 Α.Α.Δ. 73, Hassan ν. Δημοκρατίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 210, Moussa ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 320). Η αντιμετώπιση υποθέσεων κατοχής και εμπορίας σκληρών ναρκωτικών έχει επισύρει αυστηρές ποινές. Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Mallouk ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 711, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 237 γραμμαρίων ηρωίνης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, στην υπόθεση Sikaf ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 467, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 587,3421 γραμμαρίων κοκαΐνης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων και στην υπόθεση El Kara ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ηρωίνης βάρους 247,183 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297, ποινή 6 χρόνων φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 1,021 γραμμαρίων κοκαΐνης, αυξήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 9 χρόνων.» Έχουμε διεξέλθει τη νομολογία σε σχέση με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων που έχουν διαπράξει αδικήματα όπως αυτά που οι Κατηγορούμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση έχουν παραδεχθεί ότι διέπραξαν. Θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών, επιβεβαιώνει την αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης, με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478). Αξίζει να αναφέρουμε τις υποθέσεις Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα ECLI:CY:AD:2016:B524, Ποιν. Εφ.39/15 ημερ. 15/11/2016, στην οποία επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης 5 ετών που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο στον κατηγορούμενο για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια 248,54 γραμμαρίων κοκαΐνης και την Ιωάννου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 78/13 ημερ. 08/12/14 στην οποία το Εφετείο μείωσε την 10ετή ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 810,1 γραμμαρίων κοκαΐνης σε 8ετή ποινή φυλάκισης. Στη Μemic v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2014:B271, Ποιν. Εφ. 197/11 ημερ. 16/04/2014, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και ειδικότερα 915.27 γραμμαρίων κοκαΐνης και η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 8 ετών είχε επικυρωθεί από το Εφετείο. Στην Andrei Marius v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 155/14 ημερ. 27/05/2015 το Εφετείο αφού επανέλαβε για άλλη μια φορά ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών πρέπει να επιβάλλονται αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταπολέμησης της μάστιγας των ναρκωτικών, επικύρωσε ποινή φυλάκισης 11 ετών για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια 883,4463 γραμμαρίων κοκαΐνης. Στην Conrad Mbakoub Mbakoup ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B225, Ποιν. Έφ. 86/2014, ημερ. 27/03/2015 για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, ήτοι κοκαΐνης 351.4998 γραμμαρίων επικυρώθηκε, κατ΄ έφεση, ποινή φυλάκισης 7 ετών σε εφεσείοντα ηλικίας 34 ετών, πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών με λευκό ποινικό μητρώο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Rafael Alexis Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 144/2016 και 145/2016, ημερ. 21/02/2017, επικυρώθηκαν 8ετείς ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε δύο αλλοδαπούς, οι οποίοι μετέφεραν ποσότητες κοκαΐνης στο σώμα τους, τις οποίες αφού συσκεύασαν σε 12 συμπαγείς συσκευασίες, συνολικού βάρους 160 γραμμαρίων, τις είχαν καταπιεί. Βεβαίως είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής, καθότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Εφ. 212/13 ημερ. 05/02/2015. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία για υποθέσεις ναρκωτικών, το ύψος των ποινών εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων, από το είδος, την ποσότητα και το σκοπό για τον οποίο κατέχονται οι ναρκωτικές ουσίες. Η νομολογία αναγνωρίζει την παραδοχή ενοχής και τη μεταμέλεια ως ελαφρυντικούς παράγοντες. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Θεωρούμε την παραδοχή των Κατηγορούμενων 1 και 2 άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και ότι αυτή συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας, η οποία μέσω των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288). Οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις της ποινής στην οικογένεια του δεν παραβλέπονται, πλην όμως σε υποθέσεις όπως η υπό συζήτηση, η σημασία τους είναι σαφώς μειωμένη αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Στην υπόθεση Ρεσλάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127 επισημαίνεται ότι η νομολογία των Δικαστηρίων μας θεωρεί πως οι προσωπικές περιστάσεις διαδραματίζουν ασήμαντο, μέχρι μηδενικό ρόλο, στην επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις. Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί στην υπόθεση Jovanovic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να μην επιτρέψει όπως η ενδεδειγμένη εξατομίκευση οδηγήσει σε αναποτελεσματικότητα της ποινής ή σε εξουδετέρωση της προσπάθειας για την προστασία της κοινωνίας (βλ. επίσης Χριστοδούλου Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω διεξήλθαμε με κάθε προσοχή τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και ιδιαίτερα τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της ποινής που θα επιβληθεί σε κάθε ένα από τους Κατηγορούμενους ξεχωριστά αφού ο ρόλος του καθενός ήταν διαφορετικός και τα περιστατικά διαφέρουν. Ο Κατηγορούμενος 2 κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες σε μια απέλπιδα προσπάθειά του να βοηθήσει τον υιό του, Κατηγορούμενο 1 και το γεγονός αυτό θα πρέπει να συνεκτιμηθεί. Παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών λαμβάνουμε υπόψη, στο βαθμό που αυτό είναι επιτρεπτό, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των Κατηγορουμένων 1 και 2, όπως έχουν σκιαγραφηθεί πιο πάνω. Έχουμε πάντα κατά νου το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του Γραφείου Κοινωνικής Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί για κάθε ένα από τους Κατηγορούμενους ως επίσης όσα συμπληρωματικά αναφέρθηκαν για το ζήτημα από τον κ. Παπαϊωάννου. Ιδιαίτερα βαραίνει στη σκέψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και ότι η σύζυγός του έχει πρόσφατα υποβληθεί σε εξειδικευμένη χειρουργική επέμβαση. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνεται υπόψη η επίδραση της ποινής φυλάκισης στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, σύζυγο και τέκνα, τα οποία είναι εξαρτώμενα του. Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδουμε στην παραδοχή των Κατηγορούμενων 1 και 2 αφού έχει νομολογηθεί ότι συνιστά ένα επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα και έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Δεχόμαστε την εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι το γεγονός ότι δεν έχει προσδιοριστεί η καθαρότητα της ναρκωτικής ουσίας θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος των Κατηγορουμένων (βλ. Μemic v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Levent Shail v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B338, Ποιν. Εφ. 137/2014 ημερ. 08/07/2016). Δεν διέλαθε την προσοχή μας η ύπαρξη μιας προηγούμενης καταδίκης σε βάρος του Κατηγορούμενου 1. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αποστερεί από τον κατηγορούμενο την επιείκεια εκείνη που ένα Δικαστήριο θα ήταν διαφορετικά διατεθειμένο να επιδείξει (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus: Sentencing Revisited, 2η έκδ. 2007, σελ. 59-62). Αυτό, βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για τα παλαιότερα αδικήματα του. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των παλαιών αδικημάτων την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί. Εκείνο το οποίο βασικά προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει τη μείωση την οποία θα είχε ως πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο. Από την άλλη, ωστόσο, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο ενός κατηγορουμένου, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος (βλ. Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, τα περιθώρια επίδειξης επιείκειας μειώνονται σε κατηγορούμενους που βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες, όπως ο Κατηγορούμενος 1 (βλ. Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/14, ημερ. 25/11/2015 και Αντώνης Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:D184, Ποιν. Έφ. 44/15, ημερ. 16/09/2015). Το πλαίσιο της άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την επιβολή ποινής, σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα αποκαλύπτουν προηγούμενες καταδίκες έχει τεθεί, μεταξύ άλλων, στην Ευριπίδης Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62. Με βάση όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την επιβολή ποινής φυλάκισης αναπόφευκτη. Το ύψος αυτής βέβαια θα αντανακλά κατά τρόπο όσο το δυνατό ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 1 και 2 και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημαίνονται πιο πάνω. Κρίνουμε ότι δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μόνο τη 2η κατηγορία που αφορά την απλή κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος αντιμετωπίζει επιπλέον κατηγορία για κατοχή των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτα πρόσωπα. Η διαφοροποίηση συνεπώς κρίνεται επιβεβλημένη αφού για μεν την κατηγορία 1, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου και για τη 2η κατηγορία φυλάκιση μέχρι 12 χρόνια. Όπως υποδεικνύεται εξάλλου στη νομολογία που αναφέρεται πιο πάνω, τα Δικαστήρια επιδεικνύουν μηδενική ανοχή στους εμπόρους για προφανείς λόγους. Υποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι και οι ρόλοι των δύο Κατηγορουμένων υπήρξαν διαφορετικοί, γεγονός που θα πρέπει να συνυπολογιστεί στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί στον κάθε ένα από αυτούς. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 2 είχε στην κατοχή του για πολύ λίγο χρονικό διάστημα τα ναρκωτικά, στα πλαίσια της προσπάθειας του να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο 1 - υιό του - ο οποίος του είχε ζητήσει να τα ρίξει στην τουαλέτα, όταν εισήλθαν οι αστυνομικοί στην οικία. Ακόμη ένας παράγοντας που συνηγορεί υπέρ της διαφοροποίησης της ποινής είναι και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος 2 βρίσκεται αντιμέτωπος με πειθαρχική δίωξη η οποία πιθανόν να οδηγήσει στην απώλεια της εργασίας του. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η εκδ, σελ.64: «The imposition of disciplinary sanctions or the possibility of domestic disciplinary proceedings and their implications upon the accused are factors that may justifiably be counted in mitigation of sentence. Extrajudicial consequences from a given form of punishment are likewise relevant to sentencing.». Στην Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 11/16, ημερ. 17/10/16 λέχθηκε ότι ο παράγοντας της απώλειας της εργασίας λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως μια πιθανότητα γιατί είναι άγνωστη η πειθαρχική ποινή που θα επιβληθεί από το αρμόδιο όργανο μετά την ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλλουμε - εξαντλώντας κάθε περιθώριο επιείκειας - τις ακόλουθες ποινές: (Α) Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 χρόνων. Στην 2η κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, αφού τα γεγονότα που την συνθέτουν περικλείονται στην 3ην κατηγορία που εκ της φύσεως της θεωρείται σοβαρότερη. Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή ενόψει του ότι έχει επιβληθεί ποινή στο διαπραχθέν αδίκημα της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια (βλ. Ντάνυ Χασσάν κ.ά. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 196/2013 και 197/2013, ημερομηνίας 10/10/2014). (Β) Στον Κατηγορούμενο 2: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Η ποινή φυλάκισης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 θα είναι άμεση και η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα (25/10/2017) αλλά θα μειωθεί για το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, ήτοι από τις 12/05/2017 μέχρι σήμερα. Όπως αναφέρθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και έγινε αποδεκτό από την Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 1 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Υπ. Αρ. 8926/15 είχε αναστείλει για 3 χρόνια την ποινή φυλάκισης, ήτοι 2 χρόνια φυλάκιση για την κατοχή πυροβόλου όπλου και 10 μήνες φυλάκιση για την κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, που επέβαλε στις 27/10/2015 στον Κατηγορούμενο 1. Τα επίδικα αδικήματα έχουν διαπραχθεί εντός της 3ετούς αυτής περιόδου αναστολής και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της προαναφερθείσας ποινής φυλάκισης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως της Ποινής Φυλακίσεως σε Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72), όπως τροποποιήθηκε. Το συγκεκριμένο άρθρο δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο ή την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής αλλά δεν αλλοιώνει τη φύση της. Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο αποφασίστηκε η αναστολή καταρρέει και ο λόγος για μη ενεργοποίηση της φυλάκισης εξαφανίζεται. Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443: «Η ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή, με βάση το Άρθρο 4
(1)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Αρ. 95/72), είναι ποινή για το προηγούμενο αδίκημα, δηλαδή, για το αδίκημα στο οποίο επιβλήθηκε. Δεν είναι ποινή για το νέο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην καθορισμένη περίοδο της αναστολής της εκτέλεσης της πρώτης ποινής - (βλ., μεταξύ άλλων, Louca v. Republic
(1986)2 C.L.R. 141· Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251· Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409· Έλβις Αντωνίου Σύμκασης ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 A.A.Δ. 1, Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας ν. Της Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 52.» Όπως προκύπτει περαιτέρω από την προαναφερθείσα νομολογία εκδίδεται διάταγμα για ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης, εκτός αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι αυτό θα ήταν άδικο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και τις περιστάσεις διάπραξης του νέου αδικήματος. Στη Λούκα ν. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών. Τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί, στην απουσία δε κατάλληλων περιστατικών που μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει να διατάσσεται ως κανόνας. Όπως δε περαιτέρω τονίστηκε στην πιο πάνω απόφαση, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονεθεί, γιατί παραβαίνοντας τους όρους με τους οποίους η φυλάκιση αναστάλθηκε, υπολογισμένα ριψοκινδύνεψε την ελευθερία του την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη. Περαιτέρω στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52 λέχθηκε ότι η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Το Δικαστήριο επίσης οφείλει να λάβει υπόψη ότι η συνολική ποινή, δηλαδή η ποινή για τη βασική υπόθεση και η ενεργοποιημένη ποινή, δεν πρέπει να είναι υπερβολική. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η υπόθεση Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Ευριπίδης Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» Δεν τέθηκε υπόψη μας, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, οποιαδήποτε δικαιολογία ή ελαφρυντικό για την παράβαση του όρου της αναστολής. Ούτε από τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έγιναν αποδεκτά, εντοπίζουμε οποιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Αντίθετα, ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος έτυχε του ευεργετήματος της αναστολής προχώρησε στη διάπραξη νέων πολύ σοβαρών αδικημάτων. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι, πέραν από τη μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης, αντικείμενο των κατηγοριών 2 και 3, είχε ανευρεθεί άσπρη σκόνη σε κουτί γιαουρτιού, μηχανή πλαστικοποίησης - σφράγισης, σακουλάκι καθώς και ζυγαριά ακριβείας στο δωμάτιο του Κατηγορούμενου 1, τα οποία έχει παραδεχθεί ότι είναι δικά του. Τα δεδομένα αυτά, από μόνα τους και ελλείψει οποιασδήποτε εξήγησης, καταδεικνύουν δυστυχώς, ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν αντιλήφθηκε ούτε φαίνεται να εκτίμησε δεόντως την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο. Κατ' επέκταση, αποτελεί κατάληξη μας ότι μη ενεργοποίηση μέρους της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης θα έχει ως αποτέλεσμα η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημα της. Όπως αναφέρθηκε και στην Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω): «Κατά την κρίση μας, η ενεργοποίηση κάποιου μέρους της ποινής καθίστατο επιβεβλημένη. Για να μην απωλέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημα της, για να μην εξασθενήσει ή να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της ως σωφρονιστικό μέτρο». Έχοντας υπ' όψιν μας τη συνολικότητα της ποινής και όλες τις περιστάσεις που περιστοιχίζουν την υπόθεση, κρίνουμε ότι η συνολική τιμωρία του Κατηγορουμένου 1 δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση 6 μηνών από την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1, στις 27/10/15, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Υπ. Αρ. 8926/
  2. Ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογη διαταγή ενεργοποίησης 6 μηνών από την υπό αναφορά ανασταλείσα ποινή η οποία θα είναι διαδοχική με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 έγινε εισήγηση από το συνήγορο του για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72) όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 186(Ι)/2003. Το νέο άρθρο 3
(2)προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η νέα διάταξη έτυχε νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία υποθέσεων. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, με το Ν. 186(Ι)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί όπως δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο (βλ. επίσης Πωλ Σώζου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 12/2016 ημερ. 29/3/2016, Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Κωνσταντίνος Ασσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 146/16, ημερ. 18/01/2017). Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες το Δικαστήριο επανεξετάζει κάθε παράγοντα που δυνατό να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 3
(2)του σχετικού νομοθετήματος. Έχουμε επανεξετάσει όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην απόφασή μας, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, όσο και με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου
  1. Θεωρούμε πως η περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα του αδικήματος, θωρούμε ότι, ο περιθωριακός ρόλος του Κατηγορούμενου 2 και οι εν γένει συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε το αδίκημα, ως αναφέρθηκαν πιο πάνω, σε συνάρτηση με την παραδοχή και μεταμέλεια του, το λευκό του μητρώο και τις υπόλοιπες προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, δικαιολογούν την αναστολή της ποινής. Εκδίδεται, ως εκ των ανωτέρω, διάταγμα αναστολής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Επιπλέον, αφού ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησαν οι συνήγοροι του Κατηγορούμενου 1, εκδίδεται διάταγμα δήμευσης του συνολικού ποσού των €29.240, γεγονός που επίσης λήφθηκε υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Ν.188(Ι)/
  2. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, η διαδικασία δήμευσης αποτελεί μέρος της επιβολής ποινής. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Εξηγείται στον Κατηγορούμενο 2 με απλά λόγια η σημασία της ποινής και οι συνέπειες σε περίπτωση διάπραξης άλλου αδικήματος κατά την περίοδο ισχύος του διατάγματος). (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.