ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 282/17, 3/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:46 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 282/17 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -ν-
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 03/11/17 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου μαζί με την κα Χρ. Κυθραιώτου και κα Μασούρα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Πολυχρόνης με κ. Β. Ακάμα Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Πελεκάνος με κ. Χ. Γεωργίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από την απαλλαγή του Κατηγορούμενου 1 στις κατηγορίες 12-17 ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1-11 και ο Κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 1-7 και 9-
- Όλες οι κατηγορίες αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή και η υπόθεση άρχισε να εκδικάζεται στις 19/10/
- Όταν επιχειρήθηκε η παρουσίαση της κατάθεσης του πρώτου μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής Α/Αστ. Μ. Χ''Χριστοφή (ΜΚ1), ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 ήγειρε ένσταση στην κατάθεση του εγγράφου, για κατ' ισχυρισμόν κατάχρηση της διαδικασίας. Η κατάχρηση, όπως υποστήριξε, συνίσταται στην παράβαση εκ μέρους των Ολλανδικών και Κυπριακών Αρχών, της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφοι
(2)και
(5)της Απόφασης Πλαισίου, όσον αφορά την παράδοση του Κατηγορούμενου 1, κατόπιν εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (στη συνέχεια «ΕΕΣ») που είχε εκδοθεί εναντίον του. Ειδικότερα, με βάση την εισήγηση, όπως εν τέλει διαμορφώθηκε με το τροποποιημένο γραπτό σημείωμα του κ. Πολυχρόνη, το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτελέστηκε το ΕΕΣ από τις Ολλανδικές Αρχές. Είναι η θέση του Κατηγορούμενου 1, ότι η οριστική απόφαση για την παράδοσή του, εκδόθηκε από την αρμόδια Ολλανδική Αρχή στις 15/12/2016 και παραδόθηκε στους Κύπριους αστυνομικούς που είχαν μεταβεί για το σκοπό αυτό στην Ολλανδία στις 30/12/2016. Αυτό, προσθέτει, αντιβαίνει στα χρονικά περιθώρια που τίθενται στο άρθρο 23
(2)της Απόφασης-Πλαισίου καθώς και στα άρθρα 23
(1)και 29
(1)της Κυπριακής Εναρμονιστικής Νομοθεσίας (Ν. 133
(1)/2004). Υποδεικνύεται, πως με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω νομοθετημάτων, η προθεσμία για την παράδοση του Εκζητούμενου (στην περίπτωση που έχει συγκατατεθεί στην παράδοση), δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 10 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης για την εκτέλεση του ΕΕΣ. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι παραδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε συγκατατεθεί στην παράδοση του. Η πιο πάνω παράβαση ισοδυναμεί, κατά το συνήγορο, με «απαγωγή» του Κατηγορούμενου 1, εφόσον δεν βρισκόταν σε ισχύ το Ευρωπαϊκό Ένταλμα ή άλλη νόμιμη διαταγή για την κράτηση του, όταν συνελήφθη από τα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας για να μεταφερθεί στην Κύπρο. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην πρόνοια του άρθρου 23
(5)του Νόμου-Πλαισίου, σύμφωνα με την οποία μετά από την παρέλευση των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 (δηλαδή των 10 ημερών από την έκδοση της οριστικής απόφασης), εάν το πρόσωπο εξακολουθεί να κρατείται, απολύεται. Οι ενέργειες, συνεπώς, των αστυνομικών οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν παράνομες και συνιστούν κατάχρηση εξουσίας, εφόσον έγιναν κατά παράβαση του Άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος και του Άρθρου 5
(1)(στ) της ΕΣΔΑ. Προς υποστήριξη της εισήγησης του ότι η παράνομη σύλληψη και μεταφορά του Κατηγορούμενου 1, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας που θα πρέπει να οδηγήσει σε τερματισμό της ποινικής διαδικασίας και απαλλαγή του από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, παρέπεμψε σε σωρεία αποφάσεων του ΕΔΑΔ καθώς και στην απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση Prosecutor v. Dragan Nikolic, case no. IT-94-2-PT, ημερ. 09/10/2002 και στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων στην υπόθεση Ex Parte Bennett
(1994)1 A.C.
- Δεδομένου, κατέληξε ο συνήγορος, ότι η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβητεί ότι ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην Κύπρο καθ' όν χρόνο δεν υπήρχε σε ισχύ νόμιμη εξουσιοδότηση για την κράτηση του, θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης, ώστε να διακριβωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μεταφέρθηκε ο Κατηγορούμενος 1 στη Δημοκρατία. Υποδεικνύεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει ότι ο Κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε νόμιμα στην Κύπρο, κατόπιν εκτέλεσης του ΕΕΣ από την αρμόδια Ολλανδική Αρχή. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η οριστική απόφαση για την παράδοση του λήφθηκε στις 20/12/2016 και παραδόθηκε στις 30/12/2016, εντός της προθεσμίας των 10 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 23 της Απόφασης Πλαισίου. Η κα Ματθαίου κατέθεσε για το σκοπό αυτό δέσμη Εγγράφων (Έγγραφο Ψ) από τα οποία επιβεβαιώνεται, όπως εισηγήθηκε, ότι ο Κατηγορούμενος 1 παραδόθηκε καθόλα νόμιμα στα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επεσήμανε επί του προκειμένου πως ο Δημόσιος Κατήγορος, ο οποίος επιβεβαιώνει την έκδοση της απόφασης, μέσω σχετικής επιστολής που βρίσκεται μέσα στη δέσμη του Εγγράφου Ψ, αποτελεί την αρμόδια Δικαστική Αρχή της Ολλανδίας για την εκτέλεση του ΕΕΣ. Η προσπάθεια αμφισβήτησης της απόφασης της αρμόδιας Ολλανδικής Αρχής, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, πρόσθεσε, προσκρούει στο «Τεκμήριο της Κανονικότητας» καθώς και στο όλο πνεύμα του σχετικού Νόμου που διέπεται από την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Πέραν τούτου, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε πως δεν παρέχεται η δυνατότητα διεξαγωγής δίκης εντός δίκης, κάτω από τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Επεσήμανε κατ' αρχάς πως δεν επιχειρήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η κατάθεση οποιουδήποτε τεκμηρίου το οποίο αποτελεί προϊόν της κατ' ισχυρισμόν παράνομης σύλληψης ή κράτησης του Κατηγορουμένου 1, ώστε να δικαιολογείται η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, προκειμένου να διακριβωθούν οι συνθήκες λήψης του τεκμηρίου. Τα τεκμήρια της υπόθεσης, υπόδειξε, λήφθηκαν ένα και πλέον χρόνο πριν από την εκτέλεση του ΕΕΣ εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και δεν έχουν οποιαδήποτε χρονική σύνδεση ή σχέση με τη μεταφορά του στην Κύπρο. Δεν υπάρχει συνεπώς αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατάθεσης των τεκμηρίων της υπόθεσης και των κατ' ισχυρισμόν παράνομων πράξεων των οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας που σχετίζονται με την παραλαβή και μεταφορά του Κατηγορούμενου 1 από την Ολλανδία στην Κύπρο. Διαφώνησε με την εισήγηση ότι το ζήτημα της κατάχρησης εξετάζεται στα πλαίσια δίκης εντός δίκης, όπως εισηγείται ο συνήγορος του Κατηγορούμενου
- Επεσήμανε επί τούτου, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία (Archbold 2014 σελ. 366 και 380 επ. και Warren v. Attorney General of New Jersey
(2012)1 A.C. 22) πως η θέση για κατάχρηση της διαδικασίας εγείρεται υπό μορφή αιτήματος και όχι με ένσταση, όπως έπραξε ο Κατηγορούμενος
- Τούτο, υποστήριξε η κα Ματθαίου, έχει μεγάλη σημασία, καθόσον ο κατηγορούμενος που υποβάλλει τέτοιο αίτημα, έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που προβάλλει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ στην περίπτωση διεξαγωγής δίκης εντός δίκης είναι η Κατηγορούσα Αρχή που έχει το βάρος απόδειξης και μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, δεν συμφωνούμε με τις εισηγήσεις του Κατηγορούμενου
- Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος 1 επιδιώκει με τους λόγους ένστασης που έχει προβάλει, την παρεμπόδιση συνέχισης της ποινικής του δίωξης ή/και την κατάθεση οποιασδήποτε μαρτυρίας ή τεκμηρίου που λήφθηκε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Ο λόγος, όπως εξήγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, με το γραπτό σημείωμα που κατέθεσε και τις προφορικές διευκρινίσεις που έδωσε, είναι επειδή οι Ολλανδικές Αρχές, παραβιάζοντας το άρθρο 23
(5)της Απόφασης Πλαισίου, παρέλειψαν να απολύσουν τον Κατηγορούμενο 1, ως όφειλαν, μετά την παρέλευση της χρονικής προθεσμίας των 10 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης, επί της αίτησης των Κυπριακών Αρχών για την εκτέλεση του ΕΕΣ που είχε εκδοθεί εναντίον του. Όπως ισχυρίζεται, η οριστική απόφαση είχε εκδοθεί στις 15/12/2016 και η παράδοση του έλαβε χώρα στις 30/12/2016 στην Ολλανδία, ενώ στην Κύπρο μεταφέρθηκε στις 31/12/2016, επειδή είχε διακομισθεί μέσω Ελλάδος. Η συνέχιση της κράτησης του, υποστηρίζει ο συνήγορος, μετά την παρέλευση των 10 ημερών, ήταν παράνομη, ισοδυναμούσα με απαγωγή, στην οποία συνέδραμαν και τα αστυνομικά όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία παρέλαβαν και συνέχισαν να τον έχουν υπό κράτηση, μεταφέροντας τον παράνομα, όπως ισχυρίζεται, στην Κύπρο. Τούτο, καταλήγει η εισήγηση, συνιστά κατάχρηση και κάλεσε το Δικαστήριο να διατάξει τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, προκειμένου να διακριβωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτελέστηκε το ΕΕΣ και παραδόθηκε ο Κατηγορούμενος 1 στις Κυπριακές Αρχές. Η εισήγηση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Με βάση τα γεγονότα, ως έχουν τεθεί ενώπιον μας, εάν υπήρξε κάποια παραβίαση δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου 1, αυτή έγινε από τις Ολλανδικές Αρχές και δεν είναι έργο του παρόντος Δικαστηρίου να τις διερευνήσει. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία επίδραση θα μπορούσε να έχει στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Όπως προκύπτει, εναντίον του Κατηγορούμενου 1 είχε εκδοθεί ΕΕΣ από αρμόδιο Κυπριακό Δικαστήριο το οποίο στάληκε στην Ολλανδία με σχετικό αίτημα για εκτέλεση του, εφόσον ο Κατηγορούμενος 1 διέμενε στην Ολλανδία. Οι Ολλανδικές Αρχές, ανταποκρινόμενες στο αίτημα, εκτέλεσαν το ΕΕΣ και ενημέρωσαν τις Κυπριακές Αρχές, καθορίζοντας ημερομηνία παράδοσης του Εκζητουμένου την 30/12/2016 (βλ. Έγγραφο Ψ). Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 1 ότι η οριστική απόφαση από την αρμόδια Ολλανδική Αρχή εκδόθηκε στις 15/12/2016 και όχι στις 20/12/2016, ως αναφέρεται στα σχετικά έγγραφα που απέστειλαν αρμοδίως οι Ολλανδικές στις Κυπριακές Αρχές (βλ. Έγγραφο Ψ) δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έρεισμα για προβολή ενστάσεων περί κατάχρησης της παρούσας διαδικασίας που προωθούν οι Κυπριακές Αρχές εναντίον του. Τυχόν παράλειψη των Ολλανδικών Αρχών να απέλυαν τον Κατηγορούμενο 1 επειδή παρήλθε, κατ' ισχυρισμόν, ο χρόνος που προβλέπεται στο άρθρο 23
(5)του Νόμου-Πλαισίου, δυνατό να νομιμοποιούσε τον Κατηγορούμενο 1 σε νομικά διαβήματα εναντίον των Ολλανδικών Αρχών για παραβίαση των δικαιωμάτων του, αλλά, σίγουρα δεν του παρέχει νομικό έρεισμα να επικαλείται κατάχρηση στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Όπως ορθά υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, τα γεγονότα των υποθέσεων τις οποίες επικαλέστηκε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, στις οποίες συζητήθηκε θέμα κατάχρησης (Ex Parte Bennett και Dragan Nikolic - πιο πάνω) ήταν εντελώς διαφορετικά. Στην κρινόμενη περίπτωση ζητήθηκε η παράδοση του Κατηγορούμενου 1 στη βάση νόμιμα εκδοθέντος ΕΕΣ, ενώ στις υπό αναφορά υποθέσεις, δεν είχε ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανηλειμμένα υποδείξει τους βασικούς σκοπούς του Νόμου (Ν. 133
(1)/2004) καθώς και τους στόχους της όλης διαδικασίας που καλύπτει το ΕΕΣ (βλ. μεταξύ άλλων, Ovakimyan v. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1 Α.Α.Δ. 119, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 519, Ανδρέα Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα ECLI:CY:AD:2017:A245, Π.Ε. Αρ. 154/2017, ημερ. 06/07/2017 και Παναγιώτη Μεσαρίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα Π.Ε. Αρ. 256/2017, ημερ. 24/10/2017). Στις τελευταίες πιο πάνω υποθέσεις, υποδείχθηκαν ανάμεσα σε άλλα και τα ακόλουθα: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004.» Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, οι Ολλανδικές Αρχές παρέδωσαν στην Κύπρο τον Κατηγορούμενο 1, μετά από την εκτέλεση του νόμιμα εκδοθέντος ΕΕΣ και δεν παρέχεται στον παρόν Δικαστήριο πεδίο αμφισβήτησης ή επανεξέτασης της διαδικασίας που ακολούθησε η αρμόδια Ολλανδική Αρχή, κατά την εκτέλεση του ΕΕΣ. Κρίνεται εντελώς αδόκιμη η διαδικασία που έχει ακολουθήσει ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, με την προβολή δηλαδή της ένστασης αμέσως μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, προτού επιχειρηθεί η κατάθεση οποιασδήποτε μαρτυρίας ή τεκμηρίου που θα μπορούσε να συσχετιστεί με την κατ' ισχυρισμό απαγωγή του Κατηγορούμενου 1. Είναι πολύ καλά γνωστό πως η δίκη εντός δίκης διεξάγεται, συνήθως, όταν εγείρεται ένσταση ως προς τη θεληματικότητα μιας ομολογίας ή ως προς την αποδεκτότητα μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε ως αποτέλεσμα κατ' ισχυρισμόν παράνομης έρευνας ή και σύλληψης (βλ. Κάπελλος ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως έχει αναφερθεί πιο πριν, τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν δεν είναι το αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμόν παρανομίας αφού λήφθηκαν ένα και πλέον χρόνο προηγουμένως. Όπως αναφέρεται στο Δίκαιο της Απόδειξης των Ηλιάδη και Σάντη στο κεφάλαιο 27, σελίδα 900 «οι περιπτώσεις που μπορεί να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης δεν μπορεί να τύχουν αυστηρού προκαθορισμού αφού η κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται αναλόγως των δικών της γεγονότων νοουμένου ότι καταφυγή σε μια τέτοια διαδικασία κρίνεται ως απολύτως αναγκαία». Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί τέτοια ανάγκη. Αξίζει τέλος να υποδείξουμε πως η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο, είτε μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος είτε ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα άπτεται δημοσίου συμφέροντος. Εάν συνεπώς διαφανεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, μέσα από τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή ή από την Υπεράσπιση, ότι η διαδικασία προωθείται καταχρηστικά, για οποιοδήποτε λόγο, το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την καταστολή της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 501 κ.ά.). Ενόψει των ανωτέρω, οι ενστάσεις του Κατηγορούμενου 1 απορρίπτονται. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο