← Κύπρος

ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΗΛΙΑΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ, Υπόθεση Αρ. 13987/16, 5/10/2017

ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΗΛΙΑΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ, Υπόθεση Αρ. 13987/16, 5/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 13987/16 ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Παραπονούμενος και ΗΛΙΑΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ Κατηγορούμενος --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου, 2017 Παραπονούμενος: Αυτοπροσώπως Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Χατζηγιώργης, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της ως άνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, ο κατηγορούμενος διώκεται για αριθμό αδικημάτων και ειδικότερα για το αδίκημα της παροχής ψευδών πληροφοριών σε Αστυνομικό κατά παράβαση του άρθρου 114 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (στο εξής «το Κεφ. 154»), εξαπάτηση με δόλο σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 119 του Κεφ. 154, συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης και επηρεασμό μαρτυριών κατά παράβαση των άρθρων 20 και 121(α) του Κεφ. 154, καθώς και για συνωμοσία για παρεμπόδιση της ελεύθερης και νόμιμης διάθεσης περιουσίας κατά παράβαση των άρθρων 20 και 373(γ) του Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον παραπονούμενο να χορηγήσει στον κατηγορούμενο τα έγγραφα και το μαρτυρικό υλικό που θα προσκομιστεί στη δίκη προς απόδειξη των κατηγοριών. Η νομική βάση του αιτήματος του κατηγορούμενου είναι το άρθρο 7 (και ιδιαίτερα τα εδάφια

(2)και
(5)) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής «το Κεφ. 155») καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ανέφερε ο κ. Χατζηγιώργης ότι καίτοι ιδιωτική η ποινική υπόθεση που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να έχει πρόσβαση στα έγγραφα ενυπάρχει και στην παρούσα υπόθεση, δικαίωμα που συναρτάται άμεσα με το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 12 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΑΔ»). Στον αντίποδα, ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι η εφαρμογή του άρθρου 7 του Κεφ. 155 περιορίζεται σε ποινικές υποθέσεις που καταχωρεί η Αστυνομία και ότι δεν εφαρμόζεται σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, όπως είναι η παρούσα. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος συμφώνησε να παραδώσει στον συνήγορο του κατηγορουμένου τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του ιδίου, λέγοντας ότι όσον αφορά τα υπόλοιπα έγγραφα που προτίθεται να παρουσιάσει αυτά βρίσκονται στην κατοχή προσώπων που ο παραπονούμενος προτίθεται να καλέσει ως μάρτυρες κατά την ακρόαση της υπόθεσης, υποστήριξε δε ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων είναι εις γνώση του κατηγορούμενου. Έχω μελετήσει προσεκτικά τις θέσεις των δύο πλευρών, και για τους λόγους που πιο κάτω θα εξηγήσω κρίνω ότι το αίτημα της Υπεράσπισης δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Το άρθρο 7 του Κεφ. 155 διαλαμβάνει τα εξής: «7.
(1).......
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό.
(3)Σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος αιτείται γραπτώς την παροχή αντιγράφων τέτοιου υλικού, καταβάλλεται το τέλος, το οποίο καθορίζεται εκάστοτε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, στον όρο «αντίγραφο» περιλαμβάνονται φωτοαντίγραφα των καταθέσεων και των εγγράφων στην κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονται.» Το θέμα του κατά πόσον το άρθρο 7 του Κεφ. 155 τυγχάνει εφαρμογής σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις απασχόλησε τη συνάδελφο Α. Λυκούργου, Ε.Δ. στην Υπόθ. Αρ. 4000/11, C.E.D. Electric Distributors Ltd v. Κωνσταντίνου η οποία, με αναφορά στη νομολογία, αλλά και στη λογική και συστηματική ερμηνεία του επίμαχου άρθρου του νόμου, κατέληξε πως η εμβέλεια εφαρμογής του άρθρου 7 του Κεφ. 155 περιορίζεται σε ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρεί η Αστυνομία. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 20.3.14, το οποίο και υιοθετώ: «Διαπιστώνεται πώς, πράγματι, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 του Κεφ. 155 περιορίζεται στις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία αφού διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικού αδικήματος. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν, κατά πρώτον, οι αποφάσεις Νικολαίδης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Τη θέση αυτή υποστηρίζει επιπροσθέτως, η λογική και η συστηματική ερμηνεία του άρθρου (Mechanov
(2003)1 (A) A.A.Δ. 217, 222-4). Το άρθρο 7 του κεφ. 155 διαλαμβάνει τα εξής: ........ Το άρθρο 7 εντάσσεται στο «Μέρος ΙΙ» του Κεφ. 155 το οποίο φέρει τον τίτλο: «Ανάκριση Ποινικών Αδικημάτων και Διαδικασία πριν από τη Δίωξη» και το οποίο, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει τη διαδικασία διεξαγωγής ανάκρισης, από αστυνομικούς ή εξουσιοδοτημένα, από το Υπουργικό Συμβούλιο ή το Γενικό Εισαγγελέα, πρόσωπα (άρθρο 4: «Ανακριτές») καθώς και τις εξουσίες αυτών. Το γεγονός πώς το δικαίωμα της λήψης αντιγράφων του μαρτυρικού υλικού συναρτάται με τη προηγηθείσα «διερεύνηση της υπόθεσης» καθώς επίσης και με την καταβολή τέλους, καθοριζομένου εκάστοτε «από τον Αρχηγό Αστυνομίας» αποκαλύπτει πώς ο νομοθέτης ηθέλησε να καθιερώσει το δικαίωμα αυτό μόνον υπέρ των κατηγορουμένων σε υποθέσεις καταχωρισμένες από την Αστυνομία. Τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 7 αποκαλύπτουν αυτήν τη «δομή ... σκέψης του νομοθέτη», αυτήν την λογική (λογική ερμηνεία). Στην ίδια ερμηνεία καταλήγει και η συστηματική μέθοδος εφ΄ όσον το άρθρο 7 δεν ευρίσκεται σε τυχαία θέση στο Κεφ. 155. Όπως προαναφέρεται, το άρθρο 7 εντάσσεται στο «Μέρος ΙΙ» του Κεφ. 155 το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανάκριση Ποινικών Αδικημάτων και Διαδικασία πριν από τη Δίωξη». Συνεπώς, το άρθρο 7 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τμήμα των νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν στη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων από την Αστυνομία και το νόημά του πρέπει να συναρτάται με τις ρυθμίσεις αυτές (συστηματική ερμηνεία). ......... Ο περιορισμός της εφαρμογής του άρθρου 7 του Κεφ. 155 μόνον στις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία και όχι στις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζουν ιδιώτες παραπονούμενοι ουδεμία συνταγματική διάταξη παραβιάζει. Το Άρθρο 28 του Συντάγματος επιβάλλει την ίση μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Εν προκειμένω, η διάκριση μεταξύ των ποινικών υποθέσεων τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία και των ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων τις οποίες καταχωρίζουν ιδιώτες είναι σαφής εφ΄ όσον, μεταξύ άλλων, η διερεύνηση των δευτέρων δεν διέρχεται τα στάδια τα οποία διέρχεται η διερεύνηση των πρώτων, οι δε ιδιώτες παραπονούμενοι δεν έχουν τις εξουσίες με τις οποίες περιβάλλονται οι ανακριτές («Μέρος ΙΙ» του Κεφ. 155).» Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Χατζηγιώργη ότι το Δικαστήριο μπορεί, στη βάση συμφυούς εξουσίας, να διατάξει τον παραπονούμενο να παραχωρήσει στον κατηγορούμενο το έγγραφο μαρτυρικό υλικό που θα χρησιμοποιηθεί στη δίκη. Το θέμα που ο κ. Χατζηγιώργης εγείρει έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο και έχει ήδη επιλυθεί από τη νομολογία. Αναφέρομαι ειδικότερα στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718, στην οποία η πλειοψηφία της Πλήρους Ολομέλειας, αφού διαπίστωσε πως το άρθρο 7 του Κεφ. 155 δεν παρείχε νομοθετικό ή δικονομικό έρεισμα για ικανοποίηση του εκεί υποβληθέντος αιτήματος για έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η παράδοση στην Υπεράσπιση διαφόρων τεκμηρίων και εγγράφων (βλ. σελ. 1734 της απόφασης), προχώρησε να εξετάσει το κατά πόσον παρείχετο ευχέρεια να ικανοποιηθεί το αίτημα στη βάση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Αφού το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη φύση και στα όρια των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου (βλ. σελ. 1735 - 1736), κατέληξε ως ακολούθως στις σελ. 1736 και 1737: «Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη υποδειχθεί, οι δικονομικοί κανόνες για την άσκηση των εξουσιών του Κακουργιοδικείου προδιαγράφονται από το Κεφ. 155. Η τήρηση τους ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Η σπουδαιότητα του θέματος-διασφάλιση του δικαιώματος του εφεσείοντα να τύχει δίκαιης δίκης-δεν μπορεί να μεταβάλει τους κανόνες της αντιδικίας. Η εξουσία του Κακουργιοδικείου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του πρέπει να ασκείται με βάση τους δικονομικούς κανόνες. Οι συμφυείς εξουσίες του-όπως και στη υπόθεση Μαυρογένη-δεν αποτελούν μέσο και δεν παρέχουν ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η αποστολή του Κακουργιοδικείου και η αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών του εκπληρώνονται πλήρως με την εξουσία που διαθέτει να απαλλάξει και αθωώσει τον κατηγορούμενο αν στο τέλος της δίκης φανεί ότι η μη αποκάλυψη σχετικού μαρτυρικού υλικού από την Κατηγορούσα Αρχή είχε καταστεί τη δίκη μη δίκαιη. Επομένως με την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου διασφαλίζεται τόσο η λειτουργικότητα του δικαστηρίου όσο και η εκπλήρωση της αποστολής του. Δεν υπάρχει, επομένως, πεδίο παράκαμψης των δικονομικών κανόνων και επίκλησης των συμφυών εξουσιών του δικαστηρίου. Η προληπτική-όπως την απεκάλεσε το Κακουργιοδικείο-άσκηση των εξουσιών του Κακουργιοδικείου για διασφάλιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη δεν θα έχει οποιοδήποτε πρακτικό όφελος για τον κατηγορούμενο.» Η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια για απόκλιση ή παράκαμψη των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου. Δεδομένης της κρίσης μου ότι δεν παρέχεται από το άρθρο 7 του Κεφ. 155, νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, και στη βάση των αποφασισθέντων στην υπόθεση Κορέλλης, ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται συμφυούς εξουσίας για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον ιδιώτη κατήγορο να παραδώσει στην Υπεράσπιση το έγγραφο μαρτυρικό υλικό που προτίθεται να παρουσιάσει κατά τη δίκη. Απομένει προς εξέταση η εισήγηση του κ. Χατζηγιώργη, ότι σε περίπτωση μη παραχώρησης των ζητηθέντων εγγράφων στον κατηγορούμενο, θα παραβιαστεί το δικαίωμα του τελευταίου για ισότητα των όπλων και δίκαιη δίκη (Άρθρα 12
(5)(α) και (β) του Συντάγματος και Άρθρο 6 της ΕΣΑΔ). Το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη είναι δεδομένο και κατοχυρωμένο τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Άρθρα 12 και 30) όσο και από την ΕΣΑΔ (Άρθρο 6), το δε Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια των δικών του εξουσιών, οφείλει να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των δικαιωμάτων που το Άρθρο 12 κατοχυρώνει (βλ. Άρθρο 35 του Συντάγματος). Όμως η διασφάλιση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη δεν είναι ικανή να οδηγήσει στη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας, εφόσον δεν παρέχεται τέτοια εξουσία από το Κεφ. 155 το οποίο καθορίζει το σχετικό δικονομικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης ή από οποιοδήποτε άλλο νόμο (βλ. υπόθεση Κορέλλης, ανωτέρω, σελ. 1748). Χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση δεν είναι δυνατή η λήψη προληπτικών μέτρων για τη διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το κατά πόσον υπάρχει παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, αφού είναι μέσα σε αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη (Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338). Συνεπώς το εγειρόμενο από τον κ. Χατζηγιώργη θέμα, δεν είναι θέμα που μπορεί να εξετασθεί προκαταρκτικά (και μάλιστα χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση) σε αυτό το στάδιο, αλλά θέμα που θα εξετασθεί στο τέλος της δίκης εάν και εφόσον εγερθεί, και μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολο της. Τότε είναι που θα μπορεί να διαφανεί αν το μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορούμενου και αν η μη αποκάλυψη επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα του σε βαθμό που η δίκη του δεν ήταν δίκαιη. Σε περίπτωση δε που η παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου διαπιστωθεί, το Δικαστήριο θα έχει την εξουσία να τον απαλλάξει. Άμεσα σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα αποφασίστηκαν από την πλειοψηφία της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Κορέλλης, ανωτέρω, από την οποία και τα αποσπάσματα που ακολουθούν (σελ. 1749, 1753 και 1755 - 1756): «Εφόσον ισχυρισμός για παρέκκλιση από τα επίδικα θέσμια της δίκαιης δίκης δεν μπορεί να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια αίτησης για απόρριψη της υπόθεσης, αλλά μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, είναι αυτονόητο πως το ζήτημα της διασφάλισης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη δεν μπορεί-χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση-να εξετάζεται προκαταρκτικά ή προληπτικά πριν από την έναρξη της δίκης αλλά στο μέρος της δίκης μέσα στα πλαίσια του συνόλου της δίκης. Με βάση απαρασάλευτη θέση της νομολογίας το ζήτημα της δίκαιης δίκης μπορεί ευχερώς και αποτελεσματικώς να εξεταστεί από το Κακουργιοδικείο στο τέλος της δίκης και μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολο της και όχι προληπτικά και μάλιστα χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση. ....... Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνουμε πως δεν είναι δυνατό κατ' επίκληση των άρθρων 12.5(β), 30.2 και 35 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(3)(β) της Σύμβασης να επιχειρείται προληπτική ή προκαταβολική διασφάλιση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη με την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων στην απουσία νομοθετικής ή δικονομικής εξουσιοδότησης. ........... Συμπέρασμα: Η διαδικασία μιας ποινικής δίκης οριοθετείται από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου πρέπει να επιδιώκεται μέσα στα πλαίσια που προδιαγράφονται από τις διατάξεις του Κεφ. 155 και όχι έξω από αυτά. Η έκταση του βαθμού της προδικαστικής αποκάλυψης μαρτυρικού υλικού ρυθμίζεται από το άρθρο 7 του ιδίου Νόμου με τις επιταγές του οποίου η Κατηγορούσα Αρχή, καθώς ισχυρίζεται, έχει συμμορφωθεί. Τα άρθρα 12.5(β), 30.2 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 6
(1)και
(3)(β) της Σύμβασης και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν παρέχουν έρεισμα για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει στην υπεράσπιση όλο το υλικό το οποίο καλύπτεται από το πιο πάνω άρθρο 7 ή οποιοδήποτε άλλο υλικό για να καταστεί η δίκη δίκαιη. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο στο τέλος της δίκης να ισχυριστεί ότι μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του (Βλ. Jespers πιο πάνω) και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς (prejudise) (Bl. Law of the European Convention on Human Rights (πιο πάνω) σελ. 255). Σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μένει χωρίς θεραπεία. Το δικαστήριο έχει εξουσία να προχωρήσει στην απαλλαγή του. Η έννοια της δίκαιης δίκης συναρτάται με την διεξαγωγή της. Χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση δεν είναι δυνατή η λήψη προληπτικών μέτρων για την διασφάλιση του συνταγματικού δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Μια τέτοια πορεία συνεπάγεται την υιοθέτηση μέτρων-όπως ήταν εδώ η περίπτωση-πέρα και έξω από το Νόμο και τους Δικονομικούς Κανόνες, ενώ τα Δικαστήρια πρέπει να λειτουργούν αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια που προδιαγράφονται από το Νόμο και τους Δικονομικούς Κανόνες. Πρωτοβουλία για έκδοση διαταγμάτων χωρίς νομοθετική ή δικονομική κάλυψη όχι μόνο αντιβαίνει προς το Νόμο αλλά συμβάλλει στην εκτροπή και εκτροχιασμό της ποινικής διαδικασίας με συνέπειες για την ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.» Υπό το φως των ανωτέρω, το αίτημα της Υπεράσπισης για έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται ο παραπονούμενος να παραδώσει στην Υπεράσπιση όλα τα έγγραφα που θα παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά τη δίκη, απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.