← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8921/2017, 24/10/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8921/2017, 24/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8921/2017 ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου,

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Κυθραιώτου και κα. Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Πελεκάνος και κ. Μ. Σάββα. Κατηγορούμενος, παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για αποκάλυψη Μαρτυρικού Υλικού)
  2. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 και 3 αφορούν το αδίκημα της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου κατά παράβαση των άρθρων 135

(1),
(4)
(5), 4 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η κατηγορία 2, το αδίκημα της διάδοσης και διαρροής διαβαθμισμένων πληροφοριών, εγγράφων ή υλικού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 16
(1)(α) του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για τα Συναφή Θέματα Νόμου, Ν. 216 (Ι)/2002).
  1. Ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες, οπότε και η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης είχε αιτηθεί (βλ. πρακτικά ημερ. 3/7/2017) να του παραδοθούν αντίγραφα τριών εγγράφων, ένα πόρισμα ποινικών ανακριτών και δύο εκθέσεις διοικητικών ερευνών, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή αρνείται να παραδώσει.
  2. Από το ενώπιον μου υλικό, επιστολή Τεκμήριο Α, ημερ. 8/9/2017, επιστολή Τεκμήριο Β, ημερ. 19/9/2017, που αποστάληκαν στον συνήγορο υπεράσπισης από την Νομική Υπηρεσία, την Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, Τεκμήριο Γ, που κατέθεσε ο συνήγορος Υπεράσπισης, διαφαίνεται ότι η ύπαρξη αυτών των εγγράφων αποτελεί κοινό έδαφος.
  3. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στην αγόρευση της αλλά και την απαντητική της αγόρευση, ανέφερε ως λόγους άρνησης παράδοσης αντιγράφων τα ακόλουθα:
(1)Δεν αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης, ώστε να αποτελούν αντικείμενο αποκάλυψης με βάση το άρθρο 7 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 («Κεφ. 155»).
(2)Ακόμη και αν θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης, αποτελούν προνομιούχες πληροφορίες επικοινωνίας μεταξύ ανακριτών και Γενικού Εισαγγελέα στη μία περίπτωση, ενώ οι Διοικητικές Εκθέσεις κοινοποιούνται μόνο στο αρμόδιο όργανο που θα εκδώσει απόφαση. Αναφέρθηκε στο σύγγραμμα, Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδοση, σελ. 967, όπου αναφέρεται ότι : «Αστυνομικές εκθέσεις που αποστέλλονται από την Αστυνομία προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας θεωρούνται κατ' αρχήν προνομιούχες στη βάση του σκεπτικού ότι πρέπει να υπάρχει ελευθερία επικοινωνίας μεταξύ τους χωρίς έγνοια ότι οι εκθέσεις αυτές μπορεί να επιθεωρηθούν, αναλυθούν ή διερευνηθούν από τρίτους σε μεταγενέστερες πολιτικές ή άλλες διαδικασίες.»
(3)Τέλος, ανέφερε, έχει δοθεί στην Υπεράσπιση κατάλογος όλων των μαρτύρων και των καταθέσεων που λήφθηκαν σε όλες τις εν λόγω διαδικασίες. 5. Οι βασικές θέσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο οποίος παρέπεμψε και σε σχετική νομολογία, Κυπριακή, Αγγλική και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ») ήταν οι ακόλουθες:
(1)Κατηγορούμενος σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΣΑΔ») και 7 του Κεφ. 155 δικαιούται να τύχει αποκάλυψης όλης της σχετικής μαρτυρίας υπέρ ή εναντίον του. Αναφέρθηκε ειδικά στην απόφαση Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 271, όπου στη σελ. 296 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για αποκάλυψη δεν επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης αλλά μόνο σε σχέση με μαρτυρία
(1)Που είναι σχετική,
(2)Που είναι ουσιώδης ή μπορεί να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα που αναμένεται να εγερθούν ή εγείρονται αναπάντεχα κατά τη διάρκεια της δίκης. (R. v. Brown [1997] 3 All E.R. 769.)»
(2)Αμφισβήτησε ότι ανεξάρτητες έρευνες δύνανται να θεωρηθούν προνομιούχες. Τόνισε ότι η αναγκαιότητα και σχετικότητα αποκάλυψης των εν λόγω πορισμάτων, έστω και αν ενδεχομένως δεν θα αποτελούσαν αποδεκτή μαρτυρία κατά τη δίκη, ενδιαφέρουν και είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής προετοιμασίας της Υπεράσπισης, αφού, πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν όντως δόθηκαν όλες οι καταθέσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών και δεύτερον, αν η παρουσιαζόμενη αντίφαση μεταξύ των δύο διοικητικών εκθέσεων με το πόρισμα των ποινικών ανακριτών (βλ. σχετικά Τεκμήριο Γ), ενδέχεται να καταδείξει αλλότρια κίνητρα από πλευράς διωκτικών αρχών στην παύση και δίωξη του κατηγορουμένου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έπαυσε τον κατηγορούμενο συνεπεία του πορίσματος των ποινικών ανακριτών (βλ. Τεκμήριο Δ, επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Κατηγορούμενο, ημερ. 15/5/2017).
(3)Το άρθρο 7
(4)
(5)του Κεφ. 155, όπως έχει τροποποιηθεί κατ' εφαρμογή των προνοιών της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, επιτρέπει ενδεχόμενη άρνηση των διωκτικών αρχών να παραδώσουν μαρτυρικό υλικό μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στο εδάφιο
(4)και η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη τους. 6. Η τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 7 του Κεφ. 155, προσέδωσε ρητά εξουσίες στο εκδικάζον Δικαστήριο σε σχέση με ζητήματα αποκάλυψης μαρτυρικού υλικού, παρά το γεγονός ότι στο Σύνταγμα, άρθρο 30, παρ. 2, 3 (β) και (γ) και την νομολογία του ΕΔΑΔ παρεχόταν εμμέσως ανάλογη εξουσία στο Δικαστήριο (βλ. σχετικά την απόφαση του ΕΔΑΔ, Korellis v Cyprus,
(2003)ECHR 35). Άλλωστε όπως αναφέρεται και το προοίμιο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, σκοπός της εν λόγω οδηγίας ήταν να κωδικοποιηθούν οι αρχές της νομολογίας του ΕΔΑΔ (βλ. παρ.
(18),
(20)και
(21)του προοιμίου). 7. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(2),
(4)και
(5)του Κεφ. 155: «7. ..
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό. .....
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον. ....» (Υπογραμμίσεις δικές μου) 8. Το άρθρο 7
(5)δεν προβλέπει διαδικαστική ρύθμιση του τρόπου εξέτασης των λόγων άρνησης. Επαφίεται στο Δικαστήριο «.να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον». Από τη διατύπωση των προνοιών του άρθρου 7 κρίνω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα ως ακολούθως:
(1)Εξετάζει πρώτα αν το επίδικο υλικό αφορά καταθέσεις και έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα. Το ερώτημα πρέπει να προσεγγίζεται ανοικτά και όχι περιοριστικά, αφού σκοπός είναι η διασφάλιση της προετοιμασίας της Υπεράσπισης. Σε κάθε περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποκαλύψει σχετική (relevant) μαρτυρία που κατέχει, υπέρ ή εναντίον του κατηγορουμένου (βλ. Rowe and Davis v. UK , No. 28901/95, 16/2/2005, Jacobs & White, The European Convention on Human Rights, 4th ed, 2006, σελ. 177). Η σχετικότητα κρίνεται σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα που αναμένεται ή ενδέχεται να εγερθούν (βλ. Νικολαΐδης, ανωτέρω).
(2)Αν η απάντηση στο
(1)είναι θετική, η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να στοιχειοθετήσει τους λόγους άρνησης που αναφέρονται στο άρθρο 7
(4).
(3)Τέλος το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει τον αποκλεισμό ή μη της αποκάλυψης του υλικού.
  1. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα, Ποινική Δικονομία, 2η έκδοση, κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 162, στην Αγγλία, (βλ. R v. Brown [1997] 3 All ER 769, R v. Davis [1993] 1 WLR 613 και R v. Ward [1993] 1 WLR 619), το δικαιολογημένο ή μη της αποκάλυψης, λόγω προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (public interest immunity), κρίνεται από το Δικαστήριο, αντίθετα προς την προγενέστερη θεώρηση του θέματος, που άφηνε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής. Αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την Αγγλική πρακτική, είναι η Κατηγορούσα Αρχή που οφείλει να προβαίνει σε γραπτό αίτημα στο Δικαστήριο για τη μη αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού. Σχετική ως προς την εξελικτική πορεία της Αγγλικής πρακτικής είναι η απόφαση R v. H [2004] 2 AC 134 (HL), στην οποία, αφού ανασκοπήθηκε η νομολογία, δόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο Δικαστής προσεγγίζει αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. σχετικά σελ. 155-156). Στο Αγγλικό δικονομικό δίκαιο, η κατηγοριοποίηση εγγράφων και η έγερση υποχρέωσης αποκάλυψης ρυθμίζεται νομοθετικά κατά στάδια (βλ. Criminal Procedure and Investigations Act 1996, s. 1 - 4). Το αίτημα κρίνεται σε συνάρτηση με την προβαλλόμενη γραμμή υπεράσπισης, την οποία η Υπεράσπιση οφείλει να δηλώσει (s. 6A - 6C). Η ακολουθητέα διαδικασία, σήμερα, ρυθμίζεται από τα Criminal Procedure Rules 2013, r. 22.3).
  2. Κατά τις αγορεύσεις των μερών είχα εκφράσει τον προβληματισμό μου κατά πόσο θα μπορούσα να εξετάσω τις προβαλλόμενες θέσεις χωρίς να έχω ενώπιον μου το επίδικο υλικό. Ο συνήγορος υπεράσπισης δεν τοποθετήθηκε κατά τρόπο συγκεκριμένο. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι εν πάση περιπτώσει το υλικό δεν είναι μαρτυρικό υλικό οπότε και δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Σημειώνω ότι στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2014, par 12-44c, σελ. 1467, με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην R v. H, ανωτέρω, διατυπώνεται η θέση ότι το Δικαστήριο πρέπει να επιθεωρήσει το υλικό για το οποίο γίνεται επίκληση προνομίου. Σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΑΔ, αποκλεισμός αποκάλυψης εγγράφου λόγω προνομίου προϋποθέτει την επιθεώρηση και Δικαστικό έλεγχο του εγγράφου του οποίου ζητείται ο αποκλεισμός (βλ. Jasper v. U.K, No. 27052/95, 16/2/2000, Jacobs & White, ανωτέρω, σελ. 178 και Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, Δρ. Κώστα Παρασκευά, σελ. 515).
  3. Από τα όσα παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, αποτελεί κοινό έδαφος η ύπαρξη των δύο διοικητικών εκθέσεων και του πορίσματος των ποινικών ανακριτικών. Δεδομένης της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής ότι το μαρτυρικό υλικό το οποίο είχε ληφθεί για ετοιμασία αυτών των εκθέσεων και πορίσματος, έχει δοθεί στην Υπεράσπιση, σε συνδυασμό με τις αναφορές στο ανακοινωθέν του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών (Τεκμήριο Γ), ότι οι δύο διοικητικές έρευνες δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα σε αντίθεση με το πόρισμα των ποινικών ανακριτών, έχω ικανοποιηθεί ότι το υλικό αυτό, φαίνεται να αφορά έγγραφα που σχετίζονται με την διερεύνηση της υπόθεσης και ότι είναι ενδεχομένως σχετικά ως προς την προώθηση και ετοιμασία της Υπεράσπισης. Δεν μου διαφεύγει, ότι στην Κύπρο σε αντίθεση με την Αγγλία, η Υπεράσπιση δεν έχει υποχρέωση αποκάλυψης της γραμμής που θα ακολουθηθεί. Οφείλει μόνο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το έγγραφο υλικό εμπίπτει εντός των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 7
(2), ότι δηλαδή αφορά «.έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα» και ότι είναι σχετικό αναφορικά με τα επίδικα θέματα που αναμένεται ή ενδέχεται να εγερθούν. 12. Εναπόκειται επομένως, στην Κατηγορούσα Αρχή να καταδείξει ότι ή άρνηση της να παραδώσει το υλικό εμπίπτει σε μια ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις του άρθρου 7
(4). Παρά τις αναφορές της Κατηγορούσας Αρχής περί ύπαρξης προνομίου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει ότι το υλικό αυτό εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες εξαιρέσεις χωρίς προηγουμένως να τεθεί ενώπιον του. 13. Ασκώντας λοιπόν την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 7
(5)του Κεφ. 155, σε συνάρτηση με την προαναφερθείσα νομολογία, κρίνω αναγκαίο να δώσω οδηγίες ώστε να εξεταστεί το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για αποκλεισμό αποκάλυψης των εν λόγω εγγράφων. Δίδονται οι ακόλουθες οδηγίες:
(1)Η υπόθεση ορίζεται στις 17/11/2017 και ώρα 10:00.
(2)Αν η Κατηγορούσα Αρχή συνεχίζει να επιμένει στην επίκληση προνομίου ή άλλου προβλεπόμενου από το άρθρο 7
(4)κωλύματος στην παράδοση αντιγράφων των δύο εκθέσεων και του πορίσματος στην Υπεράσπιση, θα πρέπει να καταχωρίσει μέχρι την ημερομηνία ορισμού γραπτό αίτημα στο οποίο να αναφέρονται οι ακριβείς λόγοι άρνησης παράδοσης τους στην Υπεράσπιση.
(3)Αντίγραφα των δύο διοικητικών εκθέσεων και του πορίσματος των ποινικών ανακριτών θα παραδοθούν στο Δικαστήριο για να επιθεωρηθούν και να εξεταστούν οι εισηγήσεις της Κατηγορούσας Αρχής κατά την ακρόαση της αίτησης, ώστε να διαφυλαχθεί η εμπιστευτικότητα του περιεχομένου τους.
(4)Αντίγραφο της αίτησης, όχι όμως των εγγράφων, θα δοθεί και στην Υπεράσπιση, η οποία ασφαλώς θα έχει το δικαίωμα να τοποθετηθεί, εάν το επιθυμεί. 11. Ο κατηγορούμενος να είναι παρών με τους ίδιους όρους. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim/ Disclosure by Prosecution. Αναφορά: Ποινική/Ενδιάμεση/ Αποκάλυψη Μαρτυρικού Υλικού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.