Δήμος Λευκωσίας ν. Δήμητρα Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 16073/2016, 19/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16073/2016 Δήμος Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Δήμητρα Γεωργίου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Κωνσταντίνου Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Χριστοφόρου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία για στάθμευση οχήματος σε οδό σημασμένη κατά το μήκος της με κίτρινη γραμμή κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(κγ), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 και των άρθρων 88 και 140 του περί Δήμων Νόμου 111/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «η Κατηγορούμενh την 9.11.2015, μέσα στα δημοτικά όρια του Δήμου Λευκωσίας στάθμευσε το μηχανοκίνητο όχημα αρ. ΗΗΥ708 στην οδό Αχιλλέως που ήταν σημασμένη κατά το μήκος της με διπλή κίτρινη γραμμή. H Κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 Μάρτυρες Κατηγορίας. Αυτοί ήταν οι ακόλουθοι: Σοφοκλής Μύθιλλος (ΜΚ 1) O MK1 είναι Τροχονόμος του Δήμου Λευκωσίας με αριθμό
- Ανάμεσα στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται η περιπολία στους δρόμους και ο έλεγχος της τροχαίας κίνησης και τροχαίων παραβάσεων. Στις 9.11.2015, βρισκόταν σε περιπολία στην οδό Αχιλλέως η οποία εμπίπτει στα δημοτικά όρια του Δήμου Λευκωσίας και είναι σημασμένη με διπλή κίτρινη γραμμή. Ο ΜΚ1 υπέδειξε την εν λόγω οδό σε χάρτη ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Κατά την εν λόγω περιπολία, ο ΜΚ1 εντόπισε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΗY708 να είναι σταθμευμένο σε σημείο όπου υπάρχει διπλή κίτρινη γραμμή. Έτσι, προέβη σε καταγγελία, εκδίδοντας εξώδικο σύμφωνα με τον νόμο και τοποθετώντας το στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μέσα από την πολύχρονη ενασχόληση του με τροχαίες παραβάσεις στα όρια του Δήμου Λευκωσίας, γνωρίζει τόσο τις οδούς όσο και σε ποιες από αυτές υπάρχουν χώροι που δικαιούται ή δεν δικαιούται κάποιος να σταθμεύσει. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει πόσες οδοί «Αχιλλέως» υπάρχουν εντός του Δήμου Λευκωσίας. Σε σχέση με τη διαδικασία σηματοδότησης ενός δρόμου, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τούτο εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Τροχαίας του Δήμου. Σε σχέση με την διαδικασία καταγγελίας ενός οχήματος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι προβαίνει σε έλεγχο δύο φορές δίδοντας λίγο χρόνο στον εκάστοτε παραβάτη για να συμμορφωθεί. Από την άλλη, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια εντοπισμού του παραβάτη εκτός αν πρόκειται για περίπτωση παρακώλυσης κυκλοφορίας. Σε κάθε περίπτωση, ο εντοπισμός του ιδιοκτήτη ή του παραβάτη δεν είναι ανάμεσα στα καθήκοντα τους ως τροχονόμους. Σε περίπτωση, που ο οδηγός κάποιου οχήματος εντοπιστεί στο σημείο της παράβασης, τότε γίνεται η καταγγελία για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και όχι ονομαστικώς. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι αν κάποιος οδηγός αρνηθεί να δώσει τα στοιχεία του, δεν μπορούν οι τροχονόμοι να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια πέρα από την κλήση της αστυνομίας. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είδε ποιος ήταν ο οδηγός του οχήματος εκείνη την ημέρα ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει αν το συγκεκριμένο όχημα είχε μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο. Γιώργος Μίας ΜΚ 2 Ο ΜΚ2 είναι Tροχονόμος του Δήμου Λευκωσίας με αριθμό
- Έχει προβεί σε έρευνα μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος του Δήμου Λευκωσίας σε σχέση με το εξώδικο το οποίο έχει εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και το οποίο σύμφωνα με τον ΜΚ2 παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Από την έρευνα προέκυψε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου από 3.8.2011 μέχρι και 11.4.2016 ήταν η Κατηγορούμενη. Αργότερα το όχημα μεταβιβάστηκε σε κάποιο Γιώργο Πιερίδη (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Ο ΜΚ2 επικοινώνησε με την Κατηγορούμενη η οποία του ανέφερε ότι πούλησε το αυτοκίνητο πριν ένα χρόνο. Μετά από έρευνα στην οποία προέβη, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι στις 16.12.2015 έγινε γνωστοποίηση αλλαγής ιδιοκτησίας στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (βλ. Τεκμήριο 4). Επίσης, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι στις 10.12.2015, η Κατηγορούμενη είχε πληρώσει ένα εξώδικο για παράνομη στάθμευση στον Δήμο Στροβόλου (βλ. Τεκμήριο 5). Επίσης είχε καταγγελθεί από την Αστυνομία για οδήγηση με ταχύτητα πέραν του ορίου στις 17.10.2015 (βλ. Τεκμήριο 6). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 στηριζόμενος αποκλειστικά στο Τεκμήριο 4 στο οποίο φαίνεται ότι η κοινοποίηση αλλαγής ιδιοκτησίας έγινε στις 16.12.2015 αμφισβήτησε ότι το όχημα μεταβιβάστηκε στις 30.7.
- Δεν ήταν όμως σε θέση να απαντήσει σε υποβολή ότι το όχημα δεν ήταν υπό τον έλεγχο της κατηγορούμενης. Ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει αν το εξώδικο στον Δήμο Στροβόλου (Τεκμήριο 5) αφορούσε παράβαση για την οποία η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα. Σε σχέση με την καταγγελία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας, ο ΜΚ2 δεν διαφώνησε ότι η συγκεκριμένη παράβαση έγινε από συσκευή φωτοεπισήμανσης στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος εισηγήθηκε όπως η Κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Η κατηγορούμενη στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του Κανονισμού 58
(1)(κγ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84. Ο εν λόγω Κανονισμός ο οποίος καταργήθηκε με την Κ.Δ.Π. 189/2008 προνοούσε τα ακόλουθα: 58
(1)Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ' οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωση όπως - (κγ) ανακόπτη την ταχύτητα του οχήματος εις ασφαλές όριον προ οιασδήποτε καμπής ή γωνίας ως και κατά την είσοδόν του εις οιανδήποτε οδόν, κατά την διασταύρωσιν οιασ δήποτε οδού ή κατά την προσέγγισιν εις οιανδήποτε διακλάδωσιν, διερχόμενος δε εξ οιασδήποτε καμπής ή γωνίας ή προσεγγίζων εις κορυφήν αναβάσεως διατηρή το όχημα κατά το δυνατόν εις την αριστεράν πλέυράν της οδού, διερχόμενος δε έκ τίνος καμπής και μη έχων οπτικόν πεδίον πέραν των εκατόν υαρδών, ή εξ οιασδή ποτε γωνίας ή εισερχόμενος εις οιανδήποτε οδόν ή κατά την διασταύρωσιν οιασδήποτε οδού ή προσεγγίζων εις οιανδήποτε διακλάδωσιν, δέον όπως μη προσπερνά ή πειράται να προσπέραση όχημα της αυτής πορείας· πλην δε της περιπτώσεως της αναγκαστικής στάσεως ή της στάσεως του οχήματος λόγω των κυκλοφοριακών αναγκών δέον όπως μη σταματά το όχημα εντός αποστάσεως τριάκοντα ποδών από τίνος γωνίας ή οδοδείκτου ή εντός αποστάσεως εκατόν πεντήκοντα ποδών εκ σηματοδότου ή τεσσαράκοντα πέντε ποδών από καθωρισμένης διαβάσεως πεζών ή από στάσεως λεωφορείου ή επί αμαξιτής οδού σεσημασμένης διά κίτρινης γραμμής κατά μήκος αυτής· Στην έκθεση αδικήματος περιλαμβάνεται και το εδάφιο 4 του άρθρου 88 του περί Δήμων Νόμου του 1985 ν. 111/85 το οποίο προνοεί ότι: «
(4)Οσάκις oιαδήπoτε πράξις ή παράλειψις συvιστά αδίκημα δυvάμει oιωvδήπoτε δημoτικώv καvovισμώv εκδoθέvτωv δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, ως επίσης και δυvάμει oιωvδήπoτε καvovισμώv εκδιδoμέvωv δυvάμει τoυ περί Μηχαvoκιvήτωv Οχημάτωv και Τρoχαίας Κιvήσεως Νόμoυ, o παραβάτης υπόκειται εις δίωξιv και τιμωρίαv, είτε δυvάμει τωv δημoτικώv καvovισμώv ή δυvάμει τoυ τoιoύτoυ περί Μηχαvoκιvήτωv Οχημάτωv και Τρoχαίας Κιvήσεως Νόμoυ ή τωv δυvάμει τoύτoυ εκδoθέvτωv καvovισμώv, αλλά δεv υπόκειται εις διπλήv τιμωρίαv διά τo ίδιov αδίκημα:» Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι στην προκειμένη περίπτωση, η Κατηγορούσα αρχή επέλεξε να διώξει ποινικά την Κατηγορουμένη δυνάμει των διατάξεων των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Πλην όμως, η νομική βάση της Κατηγορίας εναντίον της Κατηγορουμένης πάσχει επί τω ότι το νομοθέτημα στο οποίο γίνεται αναφορά δεν ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο. Είναι γνωστή η αρχή η οποία προκύπτει από το άρθρο 12 του Συντάγματος και η οποία αντικατοπτρίζεται με το λατινικό αξίωμα «nullum crimen nulla poena sine lege» δηλαδή κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς νόμο. Με άλλα λόγια κανένας δεν καταδικάζεται για οποιοδήποτε αδίκημα εκτός βάσει Νόμου υφιστάμενου κατά την πράξη ή παράλειψη του (βλ. Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371). Η ύπαρξη ποινικού αδικήματος στον Νόμο συνιστά συνταγματικό όρο εκ των ων ουκ άνευ για τη διατύπωση ποινικού αδικήματος σε κατηγορητήριο, ως προνοεί από δικονομικής πλευράς το Άρθρο 39(α). Στην απόφαση Σάββας Σάββα ν Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ. 496 λέχθηκε ότι όταν η νομοθετική διάταξη στην οποία στηρίζεται η κατηγορία είχε ήδη καταργηθεί καθ' ον χρόνο διαπράχθηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα, τότε το κατηγορητήριο εμφανίζει ουσιώδες σφάλμα και όχι απλώς τυπικό ελάττωμα. Λέχθηκε ειδικότερα σε εκείνη την περίπτωση ότι «δεν επρόκειτο για απλό λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνταν. Πρόκειτο για λάθος στον ίδιο το νόμο, με βάση τον οποίο κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος-εφεσείων, ο οποίος είχε καταργηθεί και αντικατασταθεί από άλλο νόμο, πριν τον ουσιώδη χρόνο» Λέχθηκε περαιτέρω ότι «Το ελάττωμα του κατηγορητηρίου, στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν είναι τυπικό αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της κατηγορίας.». Αν και το ζήτημα δεν εγέρθηκε από την υπεράσπιση, εντούτοις θεωρώ ότι η παρατυπία είναι τέτοια που μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο στο στάδιο της εξέτασης του κατά πόσον έχει προκύψει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράδοξο, κατά την κρίση μου, αποτέλεσμα να κληθεί η Κατηγορούμενη σε απολογία για ανύπαρκτο αδίκημα, οδηγώντας έτσι σε καταφανή παραβίαση του άρθρου 12 του Συντάγματος. Ένεκα των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Παρά ταύτα, θα εξετάσω κατά πόσον δικαιολογείται η τροποποίηση του Κατηγορητηρίου και η κλήση της Κατηγορουμένης σε απολογία στο αδίκημα μη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας στην βάση του Κανονισμού 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών το οποίο προνοεί τα εξής: «
(2)- Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (α)... (β)... (γ)... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο ή με ή κατ΄εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας:...» Πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση να τροποποιήσει το κατηγορητήριο με βάση τα Άρθρα 83
(1)και 85
(4)(βλ. Γενικός Εισαγγελέας -v- Ανδρέας Στυλιανού, άλλως «Αβυσσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104. Στην υπόθεση Fatma Mehmet - v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62 λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των Άρθρων 83 και 85 του Κεφ. 155 είναι να παρέχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορουμένου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν την θέσπιση των εν λόγω Άρθρων. Στην προκειμένη περίπτωση χρήζει εξέτασης μόνο η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση στη βάση του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, το οποίο προνοεί τα εξής: «Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίησή του ή με υποκατάστασή του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική και αδιαμφισβήτητη ευχέρεια να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης εκ μέρους ενός από τους διαδίκους στην υπόθεση, είτε αυτεπάγγελτα. Στην υπόθεση Pouris -v- The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, το Κακουργιοδικείο, στο στάδιο που εξέταζε κατά πόσο παρουσιάστηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αποφάσισε να προσθέσει νέες κατηγορίες για εντελώς διαφορετικά αδικήματα τα οποία όμως είχαν συνάφεια με ό,τι είχε απασχολήσει. Αφού το έπραξε αυτό, αθώωσε τους κατηγορουμένους στις υφιστάμενες κατηγορίες αναφορικά με τις οποίες κατέληξε ότι δεν υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Βασικό κριτήριο στην μεταβολή ενός κατηγορητήριου, βεβαίως, είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και γενικά δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπισή του. Συνήθως, η τροποποίηση γίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης και δυσκολότερη όσο αυτή προχωρεί γιατί τότε η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης και του κατηγορουμένου αυξάνεται. Βλ., μεταξύ άλλων, Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου -v- Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99. Όπως, επίσης, τονίζεται στο σύγγραμμα των κ.κ. Λοΐζου και Πικής (ανωτέρω), κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των Άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι διαδικαστικές διατάξεις υπάρχουν για την προστασία του κατηγορούμενου και είναι συνήθως υποχρεωτικές («mandatory»). Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να τροποποιήσει αυτεπάγγελτα την Κατηγορία δια της προσθήκης του Κανονισμού 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Έχω την άποψη ότι η απάντηση στην προκειμένη περίπτωση είναι αρνητική. Η γραμμή υπεράσπισης που ακολουθήθηκε από την Κατηγορούμενη ήταν ότι, αν και φαινόταν να είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος, εντούτοις δεν το οδηγούσε η ίδια ούτε ήταν κάτοχος αυτού καθότι το είχε προηγουμένως πουλήσει σε τρίτο πρόσωπο. Η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής ότι το βάρος απόδειξης ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε ή είχε τον έλεγχο ή ευθύνη του οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο, βαρύνει την ίδια, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366, «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην προκειμένη περίπτωση, πέρα από το ότι η Κατηγορούμενη φαινόταν ως ιδιοκτήτρια του οχήματος, δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι αυτή οδηγούσε ή είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος ΗΗΥ708 κατά τον επίδικο χρόνο. Το γεγονός πληρωμής δύο εξωδίκων προστίμων που εκδόθηκαν επ' ονόματι της Κατηγορουμένης δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από αυτό καθαυτό το γεγονός της πληρωμής τους. Δεν μπορεί να αποδείξει όμως ότι η Κατηγορούμενη όντως διέπραξε τις παραβάσεις που τα εξώδικα εκείνα αφορούν. Ο νομοθέτης με τον Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου Ν. 47(I)/1997 θέλησε να δώσει την ευκαιρία στον ιδιοκτήτη οχήματος, ο οποίος λαμβάνει γνώση της ειδοποίησης που επικολλήθηκε επί του οχήματος του, να καταβάλει το πρόστιμο και να απαλλαγεί οποιασδήποτε ποινικής δίωξης. Πλην όμως, αν ο εν λόγω ιδιοκτήτης επιλέξει να μην πληρώσει το εν λόγω πρόστιμο ή ακόμα περισσότερο στην περίπτωση που δεν περιέλθει καν στην γνώση του η ύπαρξη της ειδοποίησης εξωδίκου δεν σημαίνει ότι είναι και το πρόσωπο που πρέπει να διωχθεί ποινικά, πόσο μάλλον ότι είναι το πρόσωπο που ενέχεται στην διάπραξη του αδικήματος. Είχα την ευκαιρία σε πρόσφατη απόφαση μου (Δήμος Λευκωσίας ν. Παναγιώτης Γεωργίου Αρ. Υπόθεσης: 3260/2016 ημερομηνίας 10.4.2017) να εξετάσω το ζήτημα κάτω από το πρίσμα του Άρθρου 9 του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου Ν. 47(I)/1997 που προνοεί τα ακόλουθα: «9.-
(1)Σε περίπτωση που αστυνομικός εντοπίζει όχημα αναφορικά με το οποίο εύλογα πιστεύει ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, αυτός δύναται να ενεργήσει, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, με τον ίδιο τρόπο όπως αν είχε εξεύρει το πρόσωπο το οποίο, με βάση το άρθρο 5
(1), εύλογα θα πίστευε ότι διέπραξε το αδίκημα και ακολούθως επικολλά στο όχημα την ειδοποίηση, η οποία θεωρείται ότι δόθηκε στο πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα.
(2)Η εξουσία που, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), χορηγείται σε αστυνομικό χορηγείται επίσης και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 5, αλλά μόνο όσον αφορά αδικήματα σε σχέση με καθήκοντα τα οποία καθορίζονται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, δυνάμει του περί Δήμων Νόμου, ως κατάλληλα να εκτελούνται από αυτά.
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), ο ιδιοκτήτης του οχήματος τεκμαίρεται ότι είναι το πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα.» Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του ιδίου νόμου, αυτός εφαρμόζεται για αδικήματα που περιγράφονται στις στήλες των εκεί πινάκων, ανεξάρτητα αν τα αδικήματα αυτά απαντώνται και σε άλλους νόμους ή κανονισμούς. Τέτοιο αδίκημα είναι και το αδίκημα του Κανονισμού 58
(2)(δ). Η εισήγηση ότι το εδάφιο 3 του άρθρου 9 του Ν. 47(I)/1997 μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον Κατηγορούμενο να αποδείξει ότι δεν ενέχεται στη διάπραξη του αδικήματος δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η πιο πάνω προσέγγιση, έχει ακολουθηθεί εξ όσων γνωρίζω, σε άλλες πρωτόδικες αποφάσεις όπως στην Δήμος Πάφου ν. Σάββας Σάββα Υπόθεση Αρ. 14239/2009 ημερ. 13.12.2010 και στην Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. John Michael Taylor, Αρ.Υπόθεσης: 16258/2013, ημερ. 12.3.2014. Με κάθε σεβασμό στις πιο πάνω πρωτόδικες αποφάσεις, θεωρώ ότι δεν μπορεί να καθιερωθεί τέτοιος κανόνας. Το λεκτικό του άρθρου 9
(3)του Ν.47(I)/1997 παραπέμπει στις πρόνοιες του 1ου εδαφίου του ιδίου άρθρου το οποίο δίνει την δυνατότητα στους αστυνομικούς σε περίπτωση που δεν βρίσκουν κάποιο πρόσωπο στο σημείο όπου διαπράττεται το αδίκημα να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο όπως αν είχαν εξεύρει το εν λόγω πρόσωπο και να επικολλήσουν την ειδοποίηση εξωδίκου στο όχημα. Εκ της συνδυασμένης ανάγνωσης των πιο πάνω εδαφίων του άρθρου 9, προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε να δημιουργήσει τεκμήριο ότι από την στιγμή που ο αστυνομικός ή τροχονόμος, ανάλογα με την περίπτωση, επικολλά την ειδοποίηση επιβολής εξωδίκου προστίμου επί του οχήματος, τότε υπάρχει τεκμήριο ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε στον ιδιοκτήτη του οχήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5
(1)του ιδίου νόμου. Με άλλα λόγια δημιουργείται απλά τεκμήριο επίδοσης στον ιδιοκτήτη ενός οχήματος και όχι τεκμήριο ενοχής του. Τίθενται απλά σε εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 5
(1)του Ν.47(I)/1997 το οποίο έχει ως ακολούθως: «5.-
(1)Αν αστυνομικός θεωρεί ότι πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδώσει μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στο πρόσωπο αυτό γραπτή ειδοποίηση, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό στο εν λόγω πρόσωπο την ευκαιρία να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το πιο πάνω αδίκημα, αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο. Καμιά δίωξη δεν ασκείται, αν το εξώδικο πρόστιμο καταβληθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Βραχίμης ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 527: «Όπως ρητά προβλέπεται από το πιο πάνω άρθρο 5
(1)σκοπός της εξώδικης ρύθμισης είναι να προσφέρει σε ένα αδικοπραγούντα την ευκαιρία να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το αδίκημα αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο.» Με τον τρόπο που ο νομοθέτης διατύπωσε την πρόνοια του άρθρου 9 του ν. 47(Ι)/97 θέλησε να προσδώσει πρακτικότητα στην εφαρμογή του εν λόγω νόμου δίδοντας την ευκαιρία στον ιδιοκτήτη οχήματος, να καταβάλει το πρόστιμο και να απαλλαγεί οποιασδήποτε ποινικής δίωξης. Από την στιγμή που ο ιδιοκτήτης για οποιοδήποτε λόγο δεν καταβάλει το σχετικό πρόστιμο και η υπόθεση οδηγηθεί στο Δικαστήριο τότε το εν λόγω πρόσωπο απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα που απολαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε προσωπικά ειδοποίηση που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 5
(1)του Ν.47(I)/1997. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και είναι νομολογημένο ότι πρέπει να αποφεύγεται ερμηνεία νομοθεσίας κατά τέτοιο τρόπο. (βλ. Δημοκρατία v. Αντωνίου
(1993)3 Α.Α.Δ. 325). Το πιο κάτω παράδειγμα είναι διαφωτιστικό: Αν κάποιος αστυνομικός ή τροχονόμος δει κάποιο πρόσωπο να οδηγά και να σταθμεύει ένα όχημα κατά παράβαση σήματος τροχαίας τότε έχει εξουσία να εκδώσει και επιδώσει προσωπικά σε αυτόν την ειδοποίηση εξωδίκου που προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)του Ν.47(I)/1997. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό την επισήμανση ότι κατ' αντίθεση των όσων ανέφερε ο ΜΚ1, η νομοθεσία παρέχει στους τροχονόμους εξουσία να «λαμβάvωσι τo όvoμα και τηv διεύθυvσιv oιoυδήπoτε πρoσώπoυ παραβαίvovτoς ή παραλείπovτoς vα συμμoρφωθή πρoς τoυς καvovισμoύς» (βλ. άρθρο 88
(2)(ζ)(θ) του περί Δήμων Νόμου). Το πρόσωπο που παραλαμβάνει την ειδοποίηση εξωδίκου λοιπόν έχει δικαίωμα να μην καταβάλει το αντίτιμο και να επιλέξει να υποστηρίξει την αθωότητα του στο Δικαστήριο. Αν τώρα το πρόσωπο αυτό δεν είναι ιδιοκτήτης, τότε το βάρος απόδειξης ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε τον έλεγχο ή την ευθύνη του οχήματος βρίσκεται εξ ολοκλήρου στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ενώ δηλαδή, στον μη ιδιοκτήτη, εφαρμόζεται η αρχή ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή, εντούτοις όταν το πρόσωπο του παραδείγματος, τυγχάνει να είναι και ο ιδιοκτήτης του οχήματος, τότε το βάρος απόδειξης θα αντιστρεφόταν και το πρόσωπο αυτό θα ήταν υπόχρεο να αποδείξει την αθωότητα του. Τούτη η διαφορετική δικονομική μεταχείριση ιδιοκτητών οχημάτων και απλών οδηγών ή κατόχων οχημάτων δεν δικαιολογείται. Εν όψει των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι την ερμηνεία που οδηγεί σε δημιουργία τεκμηρίου ενοχής έναντι των ιδιοκτητών. Συν τοις άλλοις, τούτο θα ήταν αντίθετο προς το τεκμήριο αθωότητας. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση κατηγορούσα αρχή εξακολουθεί να βαρύνεται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τελειώνοντας, επισημαίνω ότι, αν ο νομοθέτης επιθυμούσε την δημιουργία ενός τέτοιου τεκμηρίου θα το έπραττε ενδεχομένως με όμοιο τρόπο που το έπραξε και σε σχέση με αδικήματα που αφορούν συσκευές φωτοεπισήμανσης (βλ. άρθρο 8 του Περί Τροχαίων Αδικημάτων (Χρήση Συσκευών Φωτοεπισήμανσης και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 55
(1)/2001). Ως εκ των ανωτέρω και στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση της Κατηγορουμένης σε απολογία είτε στην υφιστάμενη Κατηγορία είτε σε Κατηγορία στην βάση του Κανονισμού 58
(2)(δ). Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο