← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Karina Ammar, Αρ. Υπόθεσης: 10093/2015, 12/10/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Karina Ammar, Αρ. Υπόθεσης: 10093/2015, 12/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10093/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Karina Ammar Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους (για την απόφαση η κα Φρ. Κακούρη) Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7

(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 7.2.2015 στην Λεωφόρο Ακροπόλεως στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KJY955, και της ζητήθηκε από τον Αστ. 929 Γ. Γεωργίου, να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ). Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε περαιτέρω 1 μάρτυρα υπεράσπισης. Ας σημειωθεί ότι η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε και 2η Κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, από την οποία αθωώθηκε και απαλλάχθηκε κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Αστυφύλακας 929 Γεώργιος Γεωργίου (ΜΚ1) Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε πρώτος ο Αστυφύλακας 929 Γεώργιος Γεωργίου που εργάζεται στην στον Ειδικό Ουλαμό Μοτοσικλετιστών Τροχαίας Αρχηγείου (στο εξής «ΜΚ1»). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι στις 7.2.2015 και ώρα 02:00 στην οδό Λεωφόρο Ακροπόλεως ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJY955 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας με την οδηγό διαπίστωσε ότι αυτή μύριζε έντονα αλκοόλ. Τότε, της ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 49521 πράγμα που έπραξε με ένδειξη 69mg% αντί 22mg%. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και αφού την ενημέρωσε ότι είναι υποχρεωμένη να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να το πράξει δυνατόν να συνιστά αδίκημα, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε «ΟΚ». Την ίδια μέρα και μετά πάροδο 15 λεπτών, χωρίς στο μεταξύ η Κατηγορούμενη να καταναλώσει οτιδήποτε, η τελευταία οδηγήθηκε για τελική εξέταση στην κινητή συσκευή 80-000366 που ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα με αρ. Εγγραφής KUX
  2. Η Κατηγορούμενη όμως δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Την ίδια μέρα περί τις 02:40, ο ΜΚ1 μετέφερε την Κατηγορούμενη και το όχημα της στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού όπου ο Αστ.4603 (ΜΚ2) ανέλαβε για τα περαιτέρω. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με την οδήγηση της Κατηγορουμένης. Πρόσθεσε όμως ότι πέρα από την μυρωδιά αλκοόλ διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη είχε κόκκινα μάτια και όταν την ρώτησε εάν κατανάλωσε αλκοόλ, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι είχε πιει λίγο. Στη συνέχεια της είπε ότι πρέπει να δώσει δείγμα εκπνοής κάτι που αποδέχτηκε η Κατηγορούμενη δίνοντας δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Όταν η κατηγορούμενη μεταφέρθηκε για τελική εξέταση είπε στον ΜΚ1 ότι δεν θα δώσει δείγμα επειδή δεν μπορεί. Ως αποτέλεσμα στο έντυπο που εκτυπώθηκε με τίτλο «Breath alcohol analysis record» (Τεκμήριο 2) αναγράφεται η φράση «Insufficient Sample». Ο ΜΚ1 την ρώτησε αν έχει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να δώσει δείγμα, αλλά η Κατηγορούμενη δεν είχε. Ακολούθως, η Κατηγορούμενη οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό όπου η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι πάσχει από άσθμα. Κατά την αντεξέταση, υπεβλήθη στον ΜΚ1 ότι η Κατηγορούμενη δεν αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής αλλά ότι έχει σοβαρό πρόβλημα άσθματος και λόγω αυτού δεν μπορούσε να φυσήξει στο μηχάνημα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν ζητήθηκε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση φύσηξε κανονικά και χωρίς πρόβλημα. Ακολούθως, η Κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στην μονάδα για τελική εξέταση. Αφού τοποθετήθηκαν τα στοιχεία της Κατηγορουμένης στην συσκευή, η τελευταία άλλαξε γνώμη και δεν ήθελε να δώσει δείγμα. Αστυφύλακας 4603 Λοΐζος Κυριάκου (ΜΚ2) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΜΚ2 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού. Παρουσίασε στο Δικαστήριο την κατάθεση του (Τεκμήριο 3) την οποία και υιοθέτησε. Σε αυτήν ανέφερε ότι στις 7.2.2015 και περί ώρα 02:00 ο Αστ.929 Γεωργίου μετέφερε την Κατηγορούμενη και το όχημα KJY955 στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού. Ακολούθως, η Κατηγορούμενη, η οποία ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης, μεταφέρθηκε στο σπίτι της για να κατηγορηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Το όχημα της τελευταίας κρατήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό για ασφαλή φύλαξη. Όταν η κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στον σταθμό ήταν ολοκόκκινη, μύριζε αλκοόλ και έλεγε συνεχώς ότι δεν είναι μεθυσμένη. Ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο γραπτή κατηγορία εναντίον της Κατηγορουμένης, (Τεκμήριο 4) στην οποία η Κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και ότι πάσχει από σοβαρή περίπτωση άσθματος και δεν μπορεί να φυσήξει με τον τρόπο που μπορούν άλλοι άνθρωποι. Ανέφερε επίσης ότι έχει έγγραφα του γιατρού σε σχέση με την ασθένεια της. Η γραπτή κατηγορία έγινε το απόγευμα της 7.2.
  3. Μαρτυρία Κατηγορούμενης Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο η Κατηγορούμενη. Αυτή ανέφερε ότι δεν είχε καταναλώσει καθόλου αλκοόλ. Υποστήριξε ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το τεστ αναπνοής και να οδηγήσουν σε πιθανά λάθη. Ήταν ειδικότερα η θέση της ότι το τεστ αλκοόλης πρέπει να διεξαχθεί πολλές φορές για να παρέχει ένα ακριβές αποτέλεσμα. Η ίδια υπεβλήθη σε έλεγχο μόνο δύο φορές εκείνο το βράδυ και μόνο το ένα εκ των δύο τεστ έδειξε ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ, ενώ το δεύτερο έδειξε ανεπαρκή αποτελέσματα. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου μπορεί να επηρεαστούν από διάφορους παράγοντες μεταξύ των οποίων και το στοματικό διάλυμα. Η ίδια χρησιμοποιεί στοματικό διάλυμα κάθε φορά μετά το φαγητό. Το συγκεκριμένο διάλυμα που χρησιμοποιεί περιέχει 26.6 μικρογραμμάρια αλκοόλης και ενδεχομένως να επηρέασε το αποτέλεσμα της συσκευής. Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι έχει διαγνωστεί με άσθμα, εδώ και 15 χρόνια. Παρουσίασε στο Δικαστήριο ιατρική έκθεση ημερομηνίας 8.6.2015 υπογραμμένη από τον Δρ. Εύη Παγδατή στην οποία αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη πάσχει από χρόνιο επίμονο βρογχικό άσθμα και παρακολουθείται τακτικά στο ιατρείο του ως άνω αναφερόμενου γιατρού. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, παρά την θεραπεία που λαμβάνει η Κατηγορουμένη, η σπιρομέτρηση παραμένει μέτρια. Η κατηγορούμενη έχει δυσκολία να φυσήξει με δύναμη και ο γιατρός καλεί μέσω της εν λόγω έκθεσης, όπως το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση υποβολής της Κατηγορουμένης σε έλεγχο άλκοτεστ. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη διαφώνησε με την ένδειξη 69mg% αντί 22mg% της προκαταρκτικής έκθεσης και υποστήριξε ότι ουδέποτε κατανάλωσε αλκοόλ είτε εκείνην την ημέρα είτε οποιανδήποτε άλλη μέρα. Ζήτησε και έλαβε την σχετική ιατρική έκθεση του Δρ. Παγδατή επειδή η Αστυνομία την σταματά πολλές φορές για έλεγχο και για να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Σε σχέση με την θεραπεία που λαμβάνει, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι τα τελευταία 15 χρόνια χρησιμοποιεί ειδικό φάρμακο όταν έχει κρίση άσθματος. Μια κρίση άσθματος μπορεί να ενεργοποιηθεί από κρύο, από άγχος, από νευρικότητα, από σκόνη ή από αλλεργίες. Υποβλήθηκε στην Κατηγορούμενη ότι εκείνο το βράδυ δεν είχε κρίση άσθματος και μπορούσε να φυσήξει. Η Κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν είχε κρίση άσθματος αλλά όταν είναι κρύο συνήθως έχει άσθμα. Σε σχέση με την τελική εξέταση ανέφερε ότι έδωσε δείγμα πλην όμως το δείγμα δεν ήταν αρκετό λόγω των αναπνευστικών προβλημάτων που έχει κυρίως τα βράδια. Δρ. Εύης Παγδατής (ΜΥ) Ο ΜΥ είναι γιατρός της Κατηγορουμένης τα τελευταία 7‑8 χρόνια και επιβεβαίωσε ότι η τελευταία πάσχει από χρόνιο και επίμονο βρογχικό άσθμα. Για αρκετά χρόνια οι μετρήσεις της Κατηγορουμένης είναι κάτω από το φυσιολογικό και ειδικότερα 66% του φυσιολογικού για την ηλικία της, παρά το ότι όπως η Κατηγορούμενη αναφέρει, πάντοτε παίρνει τη θεραπεία της. Ο ΜΚ2 δεν μπορεί να γνωρίζει αν η αδυναμία αυτή της Κατηγορουμένης είναι ικανή να επηρεάσει την ένδειξη μιας συσκευής μέτρησης αλκοόλης. Σε κάθε περίπτωση, η Κατηγορούμενη έχει περιορισμένη δυνατότητα να φυσήξει ακόμη και όταν είναι καλά. Ειδικότερα, η δυνατότητα της να φυσήξει ανέρχεται περίπου στα 2/3 του φυσιολογικού. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ ανέφερε ότι η θεραπεία που συνέστησε στην Κατηγορούμενη ήταν ένα εισπνεόμενο φάρμακο για το άσθμα. Η τελευταία σπιρομέτρηση που έχει σε σχέση με την Κατηγορούμενη έγινε το
  4. Οι προηγούμενες σπιρομετρήσεις, μέχρι και το 2007 κυμαίνονταν στα ίδια επίπεδα. Δεν μπορεί να γνωρίζει πως θα ήταν η σπιρομέτρηση την ημέρα που η Αστυνομία σταμάτησε την Κατηγορούμενη. Μπορεί να ήταν χειρότερη αλλά και καλύτερη. Συμφώνησε ότι η ιατρική έκθεση (Τεκμήριο 5) ημερομηνίας 8.6.2015 είναι μεταγενέστερη του επίδικου συμβάντος και ότι για να καθορίσει ότι η Κατηγορούμενη έχει δυσκολία στο να φυσήξει με δύναμη το συγκεκριμένο βράδυ, θα πρέπει να είχε κάποια πρόσφατη εξέταση. Σε κάθε περίπτωση, ο ΜΥ δεν μπορεί να γνωρίζει με πόση δύναμη χρειάζεται να φυσήξει κάποιος για να έχει επαρκές αποτέλεσμα η συσκευή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια. Ήταν γενικά ήρεμοι και σταθεροί στις απαντήσεις τους και απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία τους δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέταση τους. Η θέση της Κατηγορουμένης ότι ο ΜΚ1 περιέπεσε σε αντιφάσεις λόγω της αναφοράς στην κατάθεση του ότι οι απαντήσεις της Κατηγορουμένης ήταν «ΟΚ» κρίνεται ως ανεδαφική. Ο ΜΚ1 ήταν σαφής ότι η Κατηγορούμενη αποδέχτηκε αρχικά να υποβληθεί σε τελική εξέταση ενώ στην συνέχεια άλλαξε γνώμη. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε στην κατάθεση του και σε όσα ανέφερε στο Δικαστήριο. Από την άλλη, θεωρώ ότι η Κατηγορούμενη δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ολόκληρη την αλήθεια σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Αξιολογώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας της καταλήγω ότι η εκδοχή της στερείται πειστικότητας και συγκρούεται με την κοινή λογική. Ειδικότερα, ήταν η θέση της Κατηγορουμένης ότι δεν είχε καταναλώσει αλκοόλη εκείνο το βράδυ. Εντούτοις, η Κατηγορούμενη αδιαμαρτύρητα αποδέχτηκε να οδηγηθεί το όχημα της μέχρι τον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού όπου μάλιστα παρέμεινε μέχρι να το παραλάβει την επόμενη ημέρα. Πέραν τούτου, οι θέσεις της κατηγορουμένης χαρακτηρίζονται από ασάφεια και αοριστία. Ήταν ειδικότερα η θέση της ότι δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ και ότι η ένδειξη στην συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης ήταν λανθασμένη εξαιτίας στοματικού διαλύματος το οποίο χρησιμοποιεί κάθε φορά μετά που τρώει. Δεν ανέφερε όμως ούτε αν είχε φάει ούτε αν όντως χρησιμοποίησε στοματικό διάλυμα εκείνο το βράδυ. Περαιτέρω, οι αναφορές της Κατηγορουμένης αποτελούν γνώμη για ένα θέμα για το οποίο δεν παρουσιάστηκε ως πραγματογνώμονας. Συνεπώς, δεν μπορώ να δεχτώ την θέση της σε σχέση με τους παράγοντες επηρεασμού της ένδειξης σε μια συσκευή μέτρησης αλκοόλης. Εν πάση περιπτώσει, όταν υποδείχθηκε στην Κατηγορούμενη ότι η Κατηγορία που αντιμετωπίζει δεν αφορά οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης τότε ανέπτυξε το δεύτερο σκέλος της υπεράσπισης της, ήτοι την αδυναμία της να φυσήξει λόγω του ασθματος που αντιμετωπίζει. Δεν ήταν όμως πειστική καθώς οι ενέργειες και οι αναφορές της εκείνο το βράδυ ήταν αντιφατικές. Ειδικότερα, ενώ η Κατηγορούμενη ήταν σε θέση να φυσήξει στην συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να φυσήξει στην συσκευή τελικής εξέτασης προβάλλοντας ως αιτιολογία το άσθμα. Στην απάντηση της στην γραπτή Κατηγορία την επομένη του συμβάντος, είχε αναφέρει ότι έχει έγγραφα που αποδεικνύουν την ιατρική της κατάσταση. Εντούτοις, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι επισκέφτηκε τον MY τέσσερις μήνες μετά το επίδικο συμβάν ακριβώς για να λάβει τα εν λόγω έγγραφα τα οποία προφανώς και δεν είχε στην διάθεση της κατά τον χρόνο της γραπτής κατηγορίας. Πέραν τούτου, η Κατηγορούμενη ανάφερε στο Δικαστήριο ότι κανένας δεν της είπε να παρουσιάσει ιατρικό πιστοποιητικό για την ιατρική της κατάσταση, αλλά από την άλλη ένοιωσε την ανάγκη να αναφέρει στην κατάθεση της ότι έχει ιατρικά πιστοποιητικά κάτι που κατά τον δεδομένο χρόνο ήταν ψευδές. Ο ΜΥ ήταν ειλικρινής και σταθερός μάρτυρας και απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Τα προσόντα του εν λόγω μάρτυρα τα οποία φαίνονται και στο Τεκμήριο 5 δεν έχουν αμφισβητηθεί και κρίνω ότι ο ΜΥ είναι πρόσωπο που μπορεί να εκφέρει γνώμη σε σχέση με το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης του. Επισημαίνω ότι ο ΜΥ δεν επιχείρησε να αναφέρει κάτι περισσότερο από όσα εμπίπτουν στην δική του σφαίρα πραγματογνωμοσύνης. Πέραν τούτου, η αποδεικτική αξία της μαρτυρίας θα εξεταστεί πιο κάτω, κατά την παράθεση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/1986. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση με ένδειξη 69mg% αντί 22mg%. Ακολούθως, ο ΜΚ1 ευλόγως και ως είχε εξουσία ζήτησε από την Κατηγορούμενη να μεταβεί σε χώρο όπου υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή της Κατηγορουμένης στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης από την Κατηγορούμενη, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε εν τέλει να δώσει δείγματα εκπνοής για την διενέργεια τελικής εξέτασης και δεν επιχείρησε καν να φυσήξει στην συσκευή. Το εδάφιο
(4)του ιδίου άρθρου 7 προνοεί ότι όποιος «άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Η Κατηγορουμένη στην προκειμένη περίπτωση, προέβαλε ως αιτιολογία για τον λόγο άρνησης της να παραχωρήσει ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής το γεγονός ότι πάσχει από χρόνιο βρογχικό άσθμα. Το άρθρο 8 του ιδίου νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «8.-
(1)Διά τους σκοπούς του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 και του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία διά την οποίαν πρόσωπον δύναται να αρνηθή να παράσχη δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία η οποία έχει σχέσιν με ιατρικούς λόγους, πιστοποιουμένη δι' ενυπογράφου βεβαιώσεως ιατρικού λειτουργού. Η τοιαύτη βεβαίωσις επιδεικνύεται προς τον αστυνομικόν κατά τον χρόνον κατά τον οποίον ζητείται η υπό του προσώπου τούτου παροχή δείγματος εκπνοής ή, το βραδύτερον, εντός τριών ημερών από του χρόνου τούτου εις τον πλησιέστερον προς την κατοικίαν του αστυνομικόν σταθμόν. Το εδάφιο
(2)του Άρθρου 8 του Νόμου προνοεί ότι σε περίπτωση που το υποκείμενο σε έλεγχο πρόσωπο δεν προσκομίσει στον πλησιέστερο προς την οικία του αστυνομικό σταθμό, το αργότερο εντός τριών ημερών από την στιγμή που του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής, ενυπόγραφη βεβαίωση ιατρικού λειτουργού που να πιστοποιεί την ύπαρξη ιατρικών λόγων που να δικαιολογεί την άρνηση ή την «αποφυγή» παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής, τότε θα τεκμαίρεται ότι αυτό αρνήθηκε ή «απέφυγε» να παράσχει το ζητηθέν δείγμα εκπνοής άνευ ευλόγου αιτίας. Πρόκειται βεβαίως για μαχητό τεκμήριο το οποίο ο εκάστοτε κατηγορούμενος δύναται να ανατρέψει προσκομίζοντας την αναγκαία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, ο κατηγορούμενος δεν χάνει το δικαίωμά του κατά τη δίκη να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που σχετίζεται με ιατρικούς λόγους, επειδή απλώς δεν προσκόμισε την βεβαίωση ιατρικού λειτουργού στο χρόνο που προνοεί ο νόμος. Πρέπει επομένως να εξεταστεί κατά πόσον η Κατηγορουμένη έχει επιτύχει να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας και να αποσείσει το εις βάρος της τεκμήριο. Όπως έχει κατ' επανάληψιν τονιστεί, το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το νόμο είτε από το κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Ergatides v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Στην παρούσα περίπτωση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η Κατηγορουμένη πάσχει από χρόνιο και επίμονο βρογχικό άσθμα. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη έχει μειωμένη ικανότητα εκπνοής σε σχέση με ανθρώπους που δεν πάσχουν από την ίδια ασθένεια και ειδικότερα έχει δυνατότητα να φυσήξει με περίπου τα 2/3 της δύναμης σε σχέση με το φυσιολογικό. Τα πιο πάνω όμως από μόνα τους δεν είναι ικανά να αποδείξουν έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η μη παροχή ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής στην προκειμένη περίπτωση, οφείλεται σε φυσική της αδυναμία της Κατηγορουμένης να το πράξει. Δεν έχει παρουσιαστεί στην προκειμένη περίπτωση μαρτυρία πραγματογνώμονα η οποία να αποδίδει την αποτυχία παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής στην ύπαρξη της ασθένειας. Κατ' αρχήν επισημαίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορούμενη δεν επιχείρησε καν να παρέχει δείγμα εκπνοής. Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ο γιατρός της Κατηγορουμένης δεν ήταν σε θέση να διασυνδέσει την ασθένεια της Κατηγορουμένης με την ικανότητα της να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα. Με άλλα λόγια, ο ΜΥ δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει θετικά ότι αν η Κατηγορούμενη φυσούσε στην συσκευή το αποτέλεσμα θα ήταν ανεπαρκές. Επιπρόσθετα, δεν έχει τεθεί ενώπιων μου ιατρική μαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της Κατηγορουμένης σε χρόνο που να πλησιάζει με τον επίδικο χρόνο, δηλαδή κατά πόσον αυτή εξακολουθούσε να υποφέρει από την εν λόγω ασθένεια στις 7.2.2014 και αν ναι, σε ποιό βαθμό. Και σε αυτό το σημείο ο ΜΥ απαντώντας με πλήρη ειλικρίνεια ανέφερε ότι λόγω της απουσίας σπιρομέτρησης σε χρόνο που να πλησιάζει με την ημέρα που η Αστυνομία σταμάτησε την Κατηγορούμενη, δεν μπορεί να γνωρίζει πως θα ήταν η κατάσταση της Κατηγορουμένης την συγκεκριμένη ημέρα. Όπως ανέφερε, μπορεί να ήταν χειρότερη αλλά και καλύτερη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, Καταλήγω ότι η Κατηγορουμένη απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.