Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Bandara Arachchige Menaka, Αρ. Υπόθεσης: 8601/2015, 11/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8601/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Bandara Arachchige Menaka Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενη: κ Γ. Μούσκος Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «η Κατηγορούμενη την 18.7.2014 στον κυκλικό κόμβο Καλαμών στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWX825 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή». H Κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 Μάρτυρες Κατηγορίας. Αυτοί ήταν οι ακόλουθοι: Αστυφύλακας 37 Γιώργος Παπαδόπουλος (Μ.Κ. 1) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΜΚ1 υπηρετούσε στο Τμήμα Δυστυχημάτων Τροχαίας Λευκωσίας και ανέλαβε ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ετοίμασε και υιοθέτησε κατάθεση την οποία ανέγνωσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1). Στις 18.7.2014 και ώρα 23:30 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 22:50 στον κυκλικό κόμβο Καλαμών στο Στρόβολο. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο ΚΚΝ844 το οποίο οδηγούσε ο Χάρης Φιλίππου (MK2) και το μοτοποδήλατο KWX825 το οποίο οδηγούσε η Κατηγορούμενη. Κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος, τα δύο οχήματα είχαν ήδη μετακινηθεί εκτός δρόμου. Παρών στη σκηνή ήταν μόνο o MK2 καθώς η Κατηγορούμενη είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λευκωσίας. O MK1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και σημείωσε με το «X» το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο ΜΚ2 (Τεκμήριο 2). Προέβη σε έλεγχο της περιοχής για εντοπισμό άλλων ευρημάτων χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στηριζόμενος στο πρόχειρο σχέδιο, ο ΜΚ1 ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο το οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 3). Ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Υπήρχε οδικός φωτισμός από πασσάλους με λαμπτήρες υψηλής ισχύος οι οποίοι φώτιζαν ικανοποιητικά το μέρος. Ο κυκλικός κόμβος Καλαμών αποτελείται από τέσσερις εισόδους και ισάριθμες εξόδους. Ως η πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΜΚ2, ο δρόμος αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η 1η χρησιμοποιείται για υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά, ήτοι προς Λευκωσία. Η 2η χρησιμοποιείται για οχήματα οι οδηγοί των οποίων θα κατευθυνθούν απέναντι προς Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και η 3η για οχήματα οι οδηγοί των οποίων θα κατευθυνθούν είτε προς το Γ.Ν. Λευκωσίας είτε προς την Λεμεσό είτε για επαναστροφή. Σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε η Κατηγορούμενη, ήτοι από τον κυκλικό κόμβο Γ.Ν. Λευκωσίας προς κυκλικό κόμβο Καλαμών, ο δρόμος έχει επίσης 3 λωρίδες κυκλοφορίας. Η 1η χρησιμοποιείται για υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά δηλαδή προς Λεμεσό. Η 2η χρησιμοποιείται για οχήματα οι οδηγοί των οποίων θα κατευθυνθούν απέναντι προς Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και η 3η για οχήματα οι οδηγοί των οποίων θα κατευθυνθούν είτε προς Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού είτε προς Λευκωσία είτε για επαναστροφή. Περιμετρικά του κυκλικού κόμβου υπάρχει πεζοδρόμιο. Η ορατότητα του οδηγού του αυτοκινήτου ΚΚΝ844 εν σχέση με την πορεία του μοτοποδηλάτου KWX825 και αντίστροφα καταμετρήθηκε και ήταν πέραν των 40 μέτρων λόγω του πολύ καλού οδικού φωτισμού. Κατά την άφιξη του ΜΚ1 στο σημείο δεν υπήρχε οποιονδήποτε φυσικό η τεχνικό εμπόδιο που να εμποδίζει την ορατότητα των δύο οδηγών ως η πορεία τους. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Σε σχέση με τις ζημιές επί των δύο οχημάτων, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ΚΚΝ844 φέρει γδάρσιμο και ελαφρύ μαύρισμα στην δεξιά πλευρά ενώ το μοτοποδήλατο KWX825 φέρει μικρό κτύπημα αριστερά στο χώρο όπου τοποθετούνται τα πόδια του οδηγού και μικρό κτύπημα στην αριστερή χειρολαβή. Στις 7.8.2014 ο ΜΚ1 έδειξε στην Κατηγορούμενη το πρόχειρο σχέδιο του δυστυχήματος που ετοίμασε στην απουσία της. Αυτή υπέδειξε την πορεία που ακολουθούσε και αφού συμφώνησε με όλα τα υπόλοιπα το υπέγραψε. Ακολούθως, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (βλ. Τεκμήρια 4, 5 και 6) η οποία την ίδια ημέρα κατηγορήθηκε γραπτώς ότι την 18.7.2014 στον κυκλικό κόμβο καλαμών οδηγούσε το μοτοποδήλατο KWX825 αμελώς και προκάλεσε δυστύχημα. Αφού της επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο, η Κατηγορούμενη απάντησε: «Δεν παραδέχομαι» (βλ. Τεκμήριο 7). Στις 10.8.2014 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ2 ο οποίος επίσης κατηγορήθηκε γραπτώς ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο ΚΚΝ844 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα και δεν παραδέχτηκε. Ο ΜΚ1 με αναφορά στο συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3), εξήγησε στο Δικαστήριο, τον τρόπο λειτουργίας του κυκλικού κόμβου. Ειδικότερα, ανέφερε ότι όταν κάποιος κινείται στην λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και έχει πρόθεση να κατευθυνθεί προς την Λευκωσία, τότε πρέπει να κινηθεί στην αριστερότερη από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας που οδηγούν στον κυκλικό κόμβο και αφού εισέλθει στον κυκλικό κόμβο θα εξέλθει από την πρώτη έξοδο που θα συναντήσει αριστερά του. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το όχημα που οδηγούσε ο άλλος εμπλεκόμενος στο δυστύχημα οδηγός (ΜΚ2) έπρεπε να κινείται ελαφρώς πιο αριστερά, δηλαδή πιο κοντά στο πεζοδρόμιο. Όσον αφορά την πορεία που ακολουθούσε η Κατηγορουμένη, ο ΜΚ1 εξήγησε ότι όταν κάποιος εισέρχεται στον κυκλικό κόμβο ερχόμενος από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και έχει πρόθεση να κινηθεί προς Λευκωσία ως η Κατηγορούμενη, τότε πρέπει να κινηθεί στην δεξιότερη από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας που οδηγούν στον κυκλικό κόμβο και αφού εισέλθει στον κυκλικό κόμβο να εξέλθει από την τρίτη έξοδο που θα συναντήσει αριστερά του, δηλαδή την ίδια έξοδο που σύμφωνα με τον μάρτυρα επιχείρησε να χρησιμοποιήσει και ο οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος. Η διαφορά έγκειται στο ότι κάποιος ο οποίος κινείται με τον τρόπο που κινούταν η Κατηγορουμένη εκείνη την ημέρα, πρέπει να μπει στη δεξιά λωρίδα από τις δύο λωρίδες της εξόδου που οδηγούν στην Λευκωσία. Η αριστερή από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας ξεκινώντας από το πεζοδρόμιο έχει πλάτος 5,35 μέτρα, ενώ το σημείο σύγκρουσης απέχει από το πεζοδρόμιο 5,60 μέτρα. Στην κατάθεση της, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι στις 18.7.2014 οδηγούσε το μοτοποδήλατο KWX 825 με ταχύτητα μεταξύ 30-40 ΧΑΩ φορώντας το κράνος της. Είχε αναμμένα τα φώτα πορείας της και ήταν μόνη στο μοτοποδήλατο. Κατευθυνόταν από τα Λατσιά προς τον κυκλικό κόμβο Καλαμών και κινείτο στη δεξιότερη από τις λωρίδες κυκλοφορίας του δρόμου με πρόθεση να πάει προς Λευκωσία. Εισήλθε εντός του κόμβου και αφού πέρασε από την έξοδο που οδηγεί στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και σε απόσταση περίπου 25 μέτρων από αυτή, είδε ένα αυτοκίνητο σταματημένο. Πίσω της δεν ερχόταν αυτοκίνητο και χρησιμοποίησε τον αριστερό σηματοδότη στρίβοντας το τιμόνι της αριστερά γιατί ήθελε να πάει στη Λευκωσία. Μόλις έστριψε το τιμόνι έπεσε κάτω στο δρόμο. Σηκώθηκε και επειδή δεν ένιωθε καλά, κάποιος την βοήθησε να κάτσει στο πεζοδρόμιο. Ήρθε ασθενοφόρο στο μέρος που την μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι καθόρισε το σημείο σύγκρουσης με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ2 καθώς δεν υπήρχε οποιοδήποτε σημείο στον δρόμο καθότι η σύγκρουση ήταν πολύ μικρή. Η κατηγορούμενη επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ1 αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς το σημείο σύγκρουσης. Ήταν εν πάση περιπτώσει η θέση του ΜΚ1 ότι από την ίδια την κατάθεση της Κατηγορουμένης ημερομηνίας 7.8.2014 προέκυπτε αμέλεια για την οποία την κατηγόρησε. Σε σχέση με την απόσταση 25 μέτρων την οποία ανέφερε η Κατηγορούμενη στην Κατάθεση της, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη φαινόταν να αντιλαμβανόταν την απόσταση για αυτό και δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια για να εξακριβώσει τον ισχυρισμό. Θεωρεί ότι η αμέλεια της Κατηγορουμένης έγκειται στο ότι άλλαξε λωρίδα και αμέσως μετά επήλθε η σύγκρουση με το αυτοκίνητο. Εν τέλει, ο ΜΚ1 δέχτηκε ότι η πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ2 ίσως να ήταν λανθασμένη, εξ ου κατηγορήθηκαν και οι 2 οδηγοί. Χαρίλαος Φιλίππου (ΜΚ 2) Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 8) στην οποία ανέφερε ότι στις 18.7.2014 και περί ώρα 22:50 οδηγούσε το αυτοκίνητο ΚΚΝ844 στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στο Στρόβολο με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο Καλαμών. Ήταν μόνος στο αυτοκίνητο και η ταχύτητα του ήταν 40-50 ΧΑΩ. Είχε αναμμένα τα φώτα πορείας και ο δρόμος δεν είχε καθόλου κίνηση. Κινήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας διότι είχε πρόθεση να πάει προς την Λευκωσία. Φτάνοντας στο αλτ του κυκλικού κόμβου μπροστά του δεν υπήρχε κάποιο όχημα. Αφού κοίταξε αν ερχόταν από δεξιά κάποιο αυτοκίνητο ή άλλο όχημα και είδε ότι δεν ερχόταν κάποιος, μπήκε στον κυκλικό κόμβο με αριστερή κλίση. Αφού διένυσε περίπου 20 μέτρα εντός του κυκλικού κόμβου κινούμενος στην αριστερή πλευρά του δρόμου ένιωσε ξαφνικά ένα χτύπημα στην πόρτα του οδηγού, χωρίς να αντιληφθεί τι ήταν. Σταμάτησε αμέσως και κατέβηκε διαπιστώνοντας ότι είχε χτυπήσει με μια μικρή μοτοσυκλέτα ενώ κάτω στο δρόμο βρισκόταν μια αλλοδαπή. Στη σκηνή κατέφθασε ο Αστ.37 ο οποίος σχεδίασε το μέρος και σημείωσε με το γράμμα X το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε. Ο ΜΚ2 δεν γνωρίζει την πορεία της μοτοσυκλέτας αφού δεν είχε αντιληφθεί καθόλου την παρουσία της πριν το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι δεν υπήρχε καθόλου τροχαία κίνηση όταν έφτασε στο αλτ του κυκλικού κόμβου. Ήταν η θέση του ότι πριν εισέλθει εντός του κυκλικού κόμβου σταμάτησε εντελώς το αυτοκίνητο του. Κοίταξε δεξιά και δεν είδε οποιοδήποτε όχημα και έτσι συνέχισε την πορεία του αριστερά για να πάει προς Λευκωσία. Συμφώνησε ότι βρισκόταν περί τα 3 μέτρα μακριά από το πεζοδρόμιο που βρισκόταν αριστερά του και πρόσθεσε ότι δεν είχε στραμμένη την προσοχή του στο πεζοδρόμιο αλλά δεξιά του. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε υποβολή ότι δεν σταμάτησε καθόλου στο αλτ και μπήκε κατευθείαν μέσα στον κυκλικό κόμβο. Σε ερώτηση, γιατί δεν είδε την μοτοσυκλέτα της κατηγορούμενης να πλησιάζει αφού όπως λέει έλεγξε δεξιά πριν εισέλθει, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ζήτησε από την αστυνομία να ελέγξει τα φώτα της μοτοσυκλέτας. Όταν υποδείχθηκε στον ΜΚ2 ότι ο κυκλικός κόμβος είναι ολόφωτος απάντησε ότι κάτω από τη γέφυρα δεν υπάρχει φωτισμός. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως η Κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Η κατηγορούμενη στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι δεν τέθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με την παράλειψη της Κατηγορουμένης να δει κάτι το οποίο ήταν ορατό ή να προβεί σε ενέργειες για αποφυγή της σύγκρουσης, αλλά ούτε και σε σχέση με παράλειψη της να τηρήσει τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Σύμφωνα με την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο κρινόμενης μόνο αντικειμενικά, προκύπτει ότι ο ΜΚ2 εισήλθε με το όχημα του εντός του κυκλικού κόμβου σε χρονικό σημείο που η Κατηγορούμενη βρισκόταν ήδη εντός του κυκλικού κόμβου. Το όχημα του ΜΚ2 βρισκόταν περί τα 3 μέτρα μακριά από το πεζοδρόμιο, κάτι που υποδηλώνει ότι δεν βρισκόταν κοντά στην αριστερή άκρη του δρόμου ως όφειλε. Περαιτέρω, το σημείο σύγκρουσης όπως καθορίστηκε από τον ίδιο τον ΜΚ2 βρίσκεται σε απόσταση 5,60 μέτρων μακριά από το πεζοδρόμιο ενώ η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της εξόδου προς Λευκωσία έχει πλάτος 5,35 μέτρα. Με άλλα λόγια, αν επεκτείνει κανείς νοητά την γραμμή που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της εξόδου προς Λευκωσία, τότε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση επήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι σε σημείο που δεν έπρεπε να κινείται ο ΜΚ
- Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι το κτύπημα ήταν στην δεξιά μπροστινή πόρτα του οχήματος του ΜΚ2 δεν αποδεικνύει ότι η Κατηγορούμενη παρέλειψε να είναι προσεκτική. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ενώ έλεγξε δεξιά πριν εισέλθει δεν είδε την μοτοσυκλέτα της κατηγορούμενης να πλησιάζει. Εντούτοις, η θέση αυτή συσχετίστηκε από τον ίδιο μάρτυρα με τον ισχυρισμό ότι ενδεχομένως να μην λειτουργούσαν τα φώτα της μοτοσυκλέτας. Ενώ δηλαδή ο ΜΚ2 αναγνωρίζει ότι προκειμένου να επέλθει η σύγκρουση, η Κατηγορούμενη έπρεπε λογικά να ήταν ήδη εντός του κυκλικού κόμβου, εντούτοις συσχέτισε την αδυναμία του να την δει με τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας. Ο ΜΚ1 όμως από την άλλη ήταν κατηγορηματικός ότι η ορατότητα στον κυκλικό κόμβο ως η πορεία του ΜΚ2 εκτείνεται πέραν των 40 μέτρων λόγω του πολύ καλού οδικού φωτισμού. Η Κατηγορούμενη στην κατάθεση της ανέφερε ότι βρισκόταν 25 μέτρα μακριά από την έξοδο προς Σπύρου Κυπριανού όταν είδε κάποιο αυτοκίνητο να είναι σταματημένο εκεί. Τούτο σημαίνει ότι αν το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν όντως το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2, τότε η Κατηγορούμενη βρισκόταν εντός του οπτικού πεδίου του ΜΚ
- Περαιτέρω, είναι νομολογημένο ότι τι θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120). Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται αδιανόητο και στερείται πειστικότητας ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι δεν εντόπισε την Κατηγορούμενη στον δρόμο, την στιγμή που ως ο ίδιος ισχυρίζεται, είχε καθ' όλη την διάρκεια στραμμένη την προσοχή του στραμμένη δεξιά. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω παραπέμπω στην υπόθεση Τασούλλα Κωνσταντίνου ν. Χριστόφορου Κατσιαρδή
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178 στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όταν οδηγός επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια στην οδήγηση και αντιμετωπίζει κίνδυνο τον οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος, οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Ποια είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ' αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να ενεργήσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση του χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου.» Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Κατηγορουμένη και σε σχέση με τις επιλογές της όσον αφορά την οδήγηση της. Δεν έχει για παράδειγμα γίνει ξεκάθαρο κατά πόσον η Κατηγορούμενη, βρέθηκε προ του διλήμματος σύγκρουσης και κατά πόσον είχε τον χρόνο να αντιδράσει αποφεύγοντας την επικείμενη σύγκρουση. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνω ότι το άρθρο 58
(4)(γ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84 προνοεί ότι: «58
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει - ............. (γ) να παραχωρεί δικαίωμα προτεραιότητας σε οχήματα που κινούνται από δεξιά σε κυκλικούς κόμβους, εκτός αν υπάρχει άλλη σήμανση στο δρόμο..» Στην παρούσα περίπτωση, ο ΜΚ2 είχε υποχρέωση να παρέχει προτεραιότητα στο όχημα της Κατηγορουμένης, η οποία όπως φαίνεται από την μαρτυρία κινούταν στην δεξιά πλευρά ως η πορεία του ΜΚ2 και επιχείρησε να εξέλθει του κυκλικού κόμβου και να εισέλθει στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε προς την Λευκωσία. Η πορεία της φαίνεται να ανακόπηκε από το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2 ο οποίος βρισκόταν δεξιότερα της ορθής πορείας που έπρεπε να ακολουθεί. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι η Κατηγορούμενη δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντα που της αναλογούσαν κατά τον δεδομένο τόπο χρόνο και περιστάσεις. Με άλλα λόγια η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά τη καταδίκη της Κατηγορούμενης μια πραγματική δυνατότητα. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει των δεδομένων αυτών η Κατηγορούμενη θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Σε διαφορετική περίπτωση, η Κατηγορούμενη θα καλούταν σε απολογία όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Με βάση τα πιο πάνω, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο