Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίνος Μελετίου, Αρ. Υπόθεσης: 11422/2016, 30/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11422/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Μαρίνος Μελετίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων, κατηγορία οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(14)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84 (1η Κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 19.2.2016, στην οδό Ζανέττου στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΝΑ933, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια του πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην εν λόγω κατηγορία και έτσι ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έναν μάρτυρα κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε ο Αστ.4269 Α. Σπανούδης (ΜΚ) ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο ανακριτικό φάκελο (Τεκμήριο 1) το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε. Σε αυτόν αναφέρεται ότι στις 19.2.2016 και περί ώρα 08:00 στην οδό Ζανέττου κατήγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KNA933, ήτοι τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα της οδήγησης με μη ελεύθερα χέρια και 2) χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας. Ο ΜΚ αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που κατήγγειλε εκείνη την ημέρα. Σύμφωνα με τον ΜΚ, ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση του κινητού του και με τα δύο χέρια και αφού πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Ότι θέλω κάμνω, φκάλλω σε βίντεο». Απαντώντας σε ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ ανέφερε ότι εκείνη την στιγμή ο ίδιος ήταν πεζός και προέβαινε σε καταγγελία άλλου οδηγού όταν ο Κατηγορούμενος πέρασε από κοντά του. Η τροχαία κίνηση ήταν κανονική και αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο σε απόσταση 10 μέτρων από τον ίδιο. Τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και αφού ο Κατηγορούμενος απάντησε, ακολούθως συνέχισε την πορεία του. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος είχε καταγγελθεί κι άλλη φορά πριν από την καταγγελία που αφορά η παρούσα υπόθεση. Αρνήθηκε ότι μίλησε με άλλο συνάδελφο του ο οποίος του είπε ότι κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο προηγουμένως. Όταν πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο την πρώτη φορά για την χρήση του κινητού, δεν είχε ελέγξει στον προσωπικό του υπολογιστή τα έγγραφα του αυτοκινήτου. Όπως ανέφερε δεν μπορούσε να κάνει συζήτηση με τον Κατηγορούμενο γιατί εκείνη την στιγμή κατήγγελλε άλλον οδηγό. Αργότερα, την ίδια ημέρα και ειδικότερα περί τις 11:00 ο ΜΚ1 σταμάτησε εκ νέου το όχημα του Κατηγορουμένου στην λεωφόρο Ιωσήφ Χ"Ιωσήφ χρησιμοποιώντας τις σειρήνες του περιπολικού. Πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι δεν υπάρχει πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας για το όχημα του. Κατόπιν τούτου τοποθετήθηκε και στην παρούσα υπόθεση κατηγορία για πιστοποιητικό καταλληλότητας και για άδεια κυκλοφορίας. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολή ότι ενέργησε εκδικητικά εναντίον του Κατηγορουμένου και υποστήριξε ότι δεν έχει κάτι προσωπικό με τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με ποια ταχύτητα κινούταν ο Κατηγορούμενος αλλά γνωρίζει ότι το αυτοκίνητο ήταν σε κίνηση κατά την ώρα που ο Κατηγορούμενος κρατούσε το κινητό. Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 φωτογραφία της σκηνής στην οποία φαίνεται ο ΜΚ1 γυρισμένος προς το πρόσωπο που έλαβε την φωτογραφία (βλ. Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν είχε ολοκληρώσει την καταγγελία του άλλου προσώπου πριν συνομιλήσει με τον Κατηγορούμενο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός ανέφερε ότι το πρωί της 19.2.2015, ενώ έπαιρνε το γιο του στο σχολείο, τον σταμάτησε κάποιος αστυνομικός ο οποίος τον κατήγγειλε για το ότι προέβη σε παράνομη στροφή δεξιά. Λίγο αργότερα και ενώ επέστρεφε από το σχολείο σταμάτησε στο σημείο όπου έγινε η καταγγελία και έβγαλε μια φωτογραφία. Παράλληλα συνομίλησε με τον αστυνομικό ο οποίος του φώναξε να σταματήσει να τον βγάζει φωτογραφία. Ο Κατηγορούμενος υπέδειξε τη δημοσιογραφική του ταυτότητα (εργάζεται ως cameraman) και υποστήριξε ότι δικαιούται να βγάζει φωτογραφίες σε δημόσιους χώρους και δημόσια πρόσωπα. Όλα τα πιο πάνω διήρκησαν περίπου 30 δευτερόλεπτα μετά τα οποία ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το σημείο με κατεύθυνση προς το σπίτι του. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, και ειδικότερα περί τις 16:45 ενώ ο Κατηγορούμενος πήγαινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου νοσηλευόταν ο πατέρας του, άκουσε σειρήνες, περιπολικού στην περιοχή Ιωσήφ Χ' Ιωσήφ και σταμάτησε. Ο ίδιος αστυνομικός με τον οποίο είχε συνομιλία το πρωϊνό τον προσέγγισε και ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν γνωρίζει το γεγονός ότι το όχημα δεν διαθέτει πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας. Ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι το γνωρίζει απλά τα ζητήματα αυτά τα χειρίζεται ο πατέρας του, ο οποίος είναι στην εντατική. Ακολούθησε διάλογος με τον Κατηγορούμενο να υποστηρίζει ότι του «κολλούν» κάτι το οποίο αρνήθηκε ο αστυφύλακας. Ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε τον λόγο για τον οποίο τον σταμάτησε για δεύτερη φορά και ο αστυφύλακας χωρίς να απαντήσει και χωρίς να αναφέρει στον Κατηγορούμενο αν θα τον καταγγείλει αποχώρησε από το σημείο. Με την πάροδο 4‑ 5 μηνών επιδόθηκαν στον Κατηγορούμενο δύο κατηγορητήρια, ένα για κάθε φορά που τον σταμάτησε ο ίδιος αστυνομικός. Ένεκα των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος αισθάνεται ότι ο αστυνομικός ενήργησε εκδικητικά απέναντι του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην συνομιλία που είχε το πρωινό εκείνης της μέρας με τον ΜΚ. Ανέφερε ειδικότερα ότι ο ΜΚ του φώναξε για να τον ρωτήσει τι κάνει και ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι βιντεογραφεί. Ο αστυφύλακας του απάντησε ότι απαγορεύεται και κάτι στο οποίο ο Κατηγορούμενος αντέταξε την δημοσιογραφική του ταυτότητα. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι έβγαλε την φωτογραφία ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο καθήμενος στη θέση του οδηγού. Σε ερώτηση αν σταμάτησε στην μέση του δρόμου για να βγάλει φωτογραφία, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι έκανε στάση στην αριστερή άκρη του δρόμου όπου δεν υπήρχε κάποιο απαγορευτικό σήμα και όπου υπήρχαν κι άλλα σταθμευμένα οχήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατ' αρχήν, επισημαίνω ότι ο Κανονισμός 58
(5)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84) ο οποίος περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο δεν αφορά την χρήση τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση. Εάν το αδίκημα είχε γίνει πριν το 2008 τότε η αναφορά του Κανονισμού 58
(5)θα ήταν ορθή. Όμως, με την τροποποίηση που επέφερε η Κ.Δ.Π 189/2008, άλλαξε άρδην ο Κανονισμός 58. Πλέον ο Κανονισμός που προνοεί για οδήγηση με ελεύθερα χέρια είναι ο 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ως τροποποιήθηκαν που προνοεί τα εξής: «
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Η αναφορά στο Κατηγορητήριο για Κανονισμό 58
(14)της Κ.Δ.Π. 189/2008 είναι λανθασμένη συντακτικά, καθότι η Κ.Δ.Π. 189/2008 δεν έχει η ίδια Κανονισμό υπ αριθμό 58 αλλά τροποποίησε τον Κανονισμό 58 της Κ.Δ.Π. 66/84. Ο Κανονισμός 72 της Κ.Δ.Π. 66/84 προνοεί τα εξής: 72.Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι χιλίων λιρών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, στις περιπτώσεις όπου ο Νομοθέτης έχει δημιουργήσει αδίκημα αυστηρής ευθύνης, η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη αποτελεί το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποία ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R. Criminal Appeal 4307, ημερ. 21.12.1982, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7897 ημερ. 28.4.2005). Στην περίπτωση του Κανονισμού 58
(14), προκύπτει σαφώς ότι το αδίκημα συνίσταται στη χρήση τηλεφώνου με τα χέρια σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή κατά τη διάρκεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος και ότι το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης. Καθίσταται μεταξύ άλλων αναγκαίος ο προσδιορισμός της έννοιας της φράσης «κατά την οδήγηση». Έχω την άποψη ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται ακριβώς για να αντιδιαστείλει από τις περιπτώσεις που οδηγός βρίσκεται εντός του αυτοκινήτου του χωρίς να το οδηγεί. Δεν υπάρχει οδήγηση λόγου χάρη όταν ο οδηγός βρίσκεται εντός ενός αυτοκινήτου το οποίο είναι σταθμευμένο εκτός οδοστρώματος ασχέτως εάν η μηχανή του οχήματος βρίσκεται σε λειτουργία. Σε κάθε περίπτωση, τόσο η οδήγηση όσο και η στάθμευση ενός οχήματος περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έννοια που εκφράζεται με την φράση «έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος». Είναι νομολογημένο ότι οι ποινικοί νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά και αυστηρά παράλληλα με αναφορά στην πραγματική σημασία των λέξεων και στον πραγματικό σκοπό του νομοθέτη (βλ. Ευγενία Πέτσα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2014 ημερομηνίας 12.2.2016). Όπου υπάρχει αμφιβολία στην ορθή ερμηνεία εφόσον πρόκειται για ποινικό νομοθέτημα που δημιουργεί αδίκημα, η όποια αμφιβολία επιλύεται υπέρ του κατηγορούμενου (βλ. Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί η ερμηνεία του όρου «οδήγηση» να επεκταθεί ώστε να περιλαμβάνει ενέργειες που δεν συμβαίνουν κατά την πραγματική και συνήθη ροή οδήγησης ενός οχήματος εντός του δρόμου. Δεν υπάρχει βεβαίως κανόνας ότι οποτεδήποτε ένα αυτοκίνητο δεν βρίσκεται σε κίνηση, τότε δεν υπάρχει οδήγηση. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα η περίπτωση στάσης ενός οχήματος σε φώτα τροχαίας, όπου αν και το όχημα είναι ακινητοποιημένο, εντούτοις οι ενέργειες ενός οδηγού αποτελούν μέρος των ενεργειών που προκύπτουν κατά την συνήθη πορεία οδήγησης ενός οχήματος σε δρόμο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην περίπτωση στάθμευσης ενός οχήματος σε χώρο στάθμευσης με τρόπο που δεν παρακωλύεται η κυκλοφορία. Τα πιο πάνω πρέπει να ιδωθούν και σε σχέση με την εμφανή πρόθεση του νομοθέτη να αποτρέψει τους οδηγούς από το να απασχολούν τα χέρια τους κατά χρόνο που αυτά δεν θα έπρεπε να είναι πουθενά αλλού εκτός από το τιμόνι του οχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η μεν θέση της Κατηγορούσας αρχής ήταν ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο με τα χέρια ενώ το όχημα του βρισκόταν εν κινήσει ενώ η θέση του Κατηγορουμένου ήταν ότι χρησιμοποίησε το τηλέφωνο του ενώ βρισκόταν σε στάση σε χώρο όπου επιτρέπεται η στάση και στάθμευση οχημάτων. Καθίσταται εμφανές ότι η παρούσα υπόθεση άπτεται κυρίως της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην εξέταση της οποίας υπεισέρχομαι ευθύς αμέσως. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του ΜΚ δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων. Οι ενέργειες του εκείνη την ημέρα αφήνουν ανεξήγητα κενά και ασάφειες που δεν μπορούν παρά να με οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας του. Ειδικότερα, ενώ ο ΜΚ ανέφερε μέσω του Τεκμηρίου 1 ότι στις 19.2.2016 και περί ώρα 08:00 κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα της οδήγησης με μη ελεύθερα χέρια και 2) χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας, εντούτοις όπως διαφάνηκε στην συνέχεια της μαρτυρίας του σε εκείνο το χρονικό σημείο δεν έγινε καμία καταγγελία εις βάρος του Κατηγορουμένου. Το μόνο που συνέβη στις 08:00 το πρωί ήταν μια σύντομη συνομιλία μεταξύ του Κατηγορουμένου και του ΜΚ. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι ο ΜΚ ανέφερε αρχικά ότι είχε τελειώσει με την καταγγελία άλλου οδηγού ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν είναι βέβαιος αν είχε ολοκληρώσει με την καταγγελία οποιουδήποτε άλλου οδηγού. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΚ δεν έδωσε καμία εξήγηση για το γεγονός ότι δεν έκανε οποιοδήποτε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει ώστε να προβεί σε επίσημη καταγγελία και ενδεχομένως να εκδώσει εξώδικο πρόστιμο εναντίον του Κατηγορουμένου. Επισημαίνω ότι σε εκείνο το χρονικό σημείο, ο ΜΚ δεν γνώριζε βεβαίως για το γεγονός της μη ύπαρξης πιστοποιητικού καταλληλότητας ή της ανασταλείσας άδειας κυκλοφορίας. Ερωτηματικά προκαλεί μάλιστα και το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ΜΚ είδε ένα άτομο να οδηγεί χωρίς κανένα από τα δύο του χέρια να είναι στο τιμόνι, εντούτοις δεν του έκανε σήμα να σταματήσει. Εκτός τούτου, είναι αμφίβολο αν ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ελέγχει ένα όχημα το οποίο βρίσκεται σε κίνηση και ταυτόχρονα να κρατά κινητό τηλέφωνο και με τα δύο χέρια και μάλιστα να μην κοιτάζει προς τον δρόμο αλλά προς την κατεύθυνση που στεκόταν ο ΜΚ, συνομιλώντας μάλιστα μαζί του. Σε κάθε περίπτωση όταν αργότερα την ίδια ημέρα, ο ΜΚ εντόπισε εκ νέου το όχημα του Κατηγορουμένου, του έκανε σήμα να σταματήσει για να του υποδείξει ότι το αυτοκίνητο δεν έχει πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας. Ο ΜΚ κατηγορίας επέλεξε να προωθήσει κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου για την οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας τόσο για την πρώτη φορά που εντόπισε τον Κατηγορούμενο όσο και για την 2η φορά που εντόπισε τον Κατηγορούμενο. Γενικά λαμβάνοντας υπόψη την συνολική παρουσία του ΜΚ και συνεκτιμώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και αντιπαραβάλλοντας την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων καταλήγω να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του ΜΚ. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις αλλά ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η μαρτυρία του συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια και ειδικότερα με την φωτογραφία που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο. Βέβαια, επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι η ενέργεια του Κατηγορουμένου να σταματήσει το όχημα του και να ξεκινήσει να βιντεογραφεί τον ΜΚ εν ώρα καθήκοντος και χωρίς κάποια ουσιαστική αιτιολογία ήταν τουλάχιστον επιπόλαια. Από την άλλη, τούτο δεν σχετίζεται με το επίδικο ζήτημα της χρήσης τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση, σε σχέση με το οποίο κρίνω την μαρτυρία του Κατηγορουμένου αξιόπιστη. Αποδέχομαι συνεπώς, ότι όταν ο Κατηγορούμενος κρατούσε το κινητό του τηλέφωνο με τα δύο του χέρια, είχε ήδη ακινητοποιήσει το όχημα του στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος και σε σημείο όπου δεν απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση οχημάτων και όπου υπήρχαν κι άλλα σταθμευμένα οχήματα. Δεδομένης λοιπόν της πιο πάνω αξιολόγησης και της μη αποδοχής της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε ενώ κρατούσε στα χέρια του τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο