Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Shadi Radwan, Αρ. Υπόθεσης: 1570/15, 16/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 1570/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Shadi Radwan Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους (για την απόφαση κα Φρ. Κακούρη) Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ευσταθίου με Β. Καρακασίδου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τα πιο κάτω αδικήματα:
- Υποβολή ψευδούς εγγράφου κατά την υποβολή αίτησης με σκοπό την απόκτηση άδειας οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 10, 46(α), 54 και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001
- Χρήση εγγράφου που έχει πλαστογραφηθεί, με σκοπό την απόκτηση άδειας οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 10, 47(β), 54 και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος περί τα τέλη του μηνός Ιουνίου 2014 στα γραφεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας, παρουσίασε στον Λουκή Λουκά, τεχνικό στο Τμήμα εξεταστών του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, την άδεια οδήγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας με αριθμό 330761198 η οποία ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή, με σκοπό την μετατροπή της σε Κυπριακή άδεια οδήγησης. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και έτσι διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Αστυφύλακας 2746 Παύλος Παύλου (ΜΚ 1) Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών. Ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου μετά από καταγγελία που έγινε στην Αστυνομία από υπάλληλο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, τον οποίον προσέγγισε ο κατηγορούμενος με σκοπό να υποβάλει αίτηση για αλλαγή ελληνικής άδειας οδηγού σε κυπριακή άδεια οδηγού. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Παρέλαβε επίσης από τον Αστ.2050 Χαραλάμπους την ελληνική άδεια οδηγού με αριθμό
- Η εν λόγω άδεια οδηγού παραδόθηκε στην αστυνομία από τον υπάλληλο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Λουκή Λουκά ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που υπέβαλε την αρχική καταγγελία. Ακολούθως, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο, για τα αδικήματα της υποβολής πλαστής άδειας οδηγού με σκοπό την εξασφάλιση Κυπριακής άδειας οδηγού και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου δηλαδή της χρησιμοποίησης πλαστής άδειας οδηγού (Τεκμήριο 3). Ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν ήξερα εγώ ότι ήταν πλαστή η άδεια μου. Αν ήξερα δεν θα έκανα». Ο ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφο στο οποίο απεικονίζεται φωτοαντίγραφο άδειας οδήγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας, επ' ονόματι του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 4) καθώς και φωτοαντίγραφο δελτίου διαμονής του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 5). Τα εν λόγω έγγραφα αποστάλθηκαν στην αρμόδια ελληνική αρχή για τη διαπίστωση της γνησιότητας της άδειας οδηγού (Τεκμήριο 6). Οι ελληνικές αρχές απάντησαν με επιστολή ημερομηνίας 16.7.2014 (Τεκμήριο 7) λέγοντας ότι η επίδικη άδεια οδήγησης, δεν είναι καταχωρημένη στο ηλεκτρονικό τους αρχείο. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο υπάλληλος που παρέλαβε την ελληνική άδεια οδηγού στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα τον ειδοποιήσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στον υπάλληλο εγέρθηκαν υποψίες ότι η άδεια που του παρουσιάστηκε δεν ήταν γνήσια. Έτσι ο εν λόγω υπάλληλος προέβη σε ενέργειες μέσω της ελληνικής αρμόδιας αρχής και έλαβε την απάντηση ότι η άδεια δεν είναι καταχωρημένη. Ενημέρωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος μετέβηκε εκ νέου στην αρχή αδειών και παράλληλα κλήθηκε η Αστυνομία. Ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι Κατηγόρησε τον κατηγορούμενο πριν εξασφαλίσει τα αποτελέσματα του εργαστηρίου εξέτασης εντύπων και εντυπώσεων. Ανέφερε όμως ότι η μαρτυρία, η οποία εξασφαλίστηκε από την Αρχή Αδειών κρίθηκε ικανοποιητική τη δεδομένη στιγμή. Ο ΜΚ1 δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος γνώριζε εάν η άδεια που είχε στην κατοχή του ήταν πλαστή ή εάν πίστευε ότι ήταν γνήσια. Ήταν όμως η θέση του ΜΚ1 ότι σε οποιανδήποτε χώρα του κόσμου, η διαδικασία έκδοσης μια άδειας οδηγού δεν γίνεται σε ένα καφενείο και δη μέσω αγνώστου προσώπου. Αστυφύλακας 2635 Σοφία Ηλιάδου (ΜΚ2) Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν η Σοφία Ηλιάδου η οποία υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠΕΓΕ) Αρχηγείου Αστυνομίας. Είναι τοποθετημένη στο εργαστήριο εξέτασης εντύπων από το 2008 και έχει τύχει εκπαίδευσης, τόσο από τους ανωτέρους της, όσο και σε αντίστοιχες υπηρεσίες Ευρωπαϊκών Χωρών. Έχει παρακολουθήσει αρκετές εκπαιδεύσεις και σεμινάρια του οργανισμού Frondex σχετικά με την αναγνώριση πλαστών εγγράφων καθώς επίσης και της CEPOL, η οποία είναι η αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Ακαδημία Αστυνομικών. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι στις 8.8.2014 υπεβλήθη από τον Αστυφύλακα 828 Σ. Μιχαηλίδη αίτημα για εξέταση της ελληνικής άδειας οδήγησης με αριθμό 330761168 στο εργαστήριο εξέτασης εντύπων της ΥΠΕΓΕ (Τεκμήριο 9). Η ΜΚ2 διενέργησε εξέταση για διαπίστωση της γνησιότητας του πιο πάνω εντύπου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπό αμφισβήτηση άδεια οδήγησης δεν περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία ασφάλειας και πρόκειται για εξ ολοκλήρου πλαστό έντυπο. Στην έκθεση πραγματογνώμονα που ετοίμασε η ΜΚ2 (Τεκμήριο 10) αναφέρεται ότι εξέτασε την Άδεια Οδήγησης Ελλάδας με αριθμό 330761198 και την σύγκρινε με αντίστοιχο δειγματικό υλικό του Εργαστηρίου. Η μάρτυρας παρουσίασε την επίδικη πλαστική κάρτα η οποία φέρει ως τίτλο άδεια οδήγησης ελληνικής Δημοκρατίας επ' ονόματι του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 8). Επεξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στα ευρήματα της, η ΜΚ2 παρουσίασε σχετικούς πίνακες, στους οποίους αναλύονται τα απαραίτητα στοιχεία ασφάλειας που έπρεπε να φέρει ένα έντυπο για να θεωρηθεί ως γνήσια άδεια οδήγησης Ελληνικής Δημοκρατίας (Τεκμήριο 11). Η ΜΚ2 αναφέρθηκε ειδικότερα στην πλαστική μεμβράνη που κάλυπτε το Τεκμήριο 8, η οποία παρουσίαζε διαφορετικές παραστάσεις σε σχέση με την γνήσια άδεια οδηγού. Επίσης, η εκτύπωση του δαπέδου του γνήσιου δείγματος, έγινε με τη μέθοδο επιπεδοτυπίας και παρουσιάζει χαρακτηριστική ευκρίνεια γραφής, ενώ το τεκμήριο 8 εκτυπώθηκε με μέθοδο εξάχνωσης μελάνης με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζει ευκρίνεια. Η γνήσια άδεια οδήγησης περιλαμβάνει επίσης στοιχείο ασφάλειας με οπτικώς μεταβλητό μελάνι, δηλαδή στοιχείο το οποίο αλλάζει χρώμα ανάλογα με τη γωνιά παρατήρησης. Στο Τεκμήριο 8 το στοιχείο αυτό είναι εκτυπωμένο χωρίς να παρουσιάζει ευκρίνεια αλλά ούτε εναλλαγή χρώματος. Περαιτέρω, η διεκπεραίωση των στοιχείων κατόχου στο γνήσιο δείγμα έγινε με τη μέθοδο εγχάραξης με λέιζερ σε αντίθεση με το Τεκμήριο 8 στο οποίο έγινε με τη μέθοδο εξάχνωσης μελάνης χωρίς να υπάρχει η ανάλογη ευκρίνεια γραφής. Επιπρόσθετα, στο σημείο όπου αναγράφεται η ημερομηνία γέννησης κατόχου, στο γνήσιο δείγμα έγινε η εγχάραξη με λέιζερ που μπορεί να γίνει αντιληπτή και με ψηλάφηση, ενώ στο αντίστοιχο αμφισβητούμενο έντυπο παρουσιάζεται και πάλι η εκτύπωση με εξάχνωση μελάνης. Τέλος, η ΜΚ2 προέβη σε εξέταση των δειγμάτων με τη χρήση υπεριώδους ακτινοβολίας κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι το Τεκμήριο 8 δεν παρουσιάζει τις εικόνες με φθορίζον μελάνι, σε αντίθεση με το γνήσιο δείγμα. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 επανέλαβε ότι για την σύγκριση χρησιμοποίησε γνήσιο δείγμα αλλά δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την ημερομηνία που το εν λόγω δείγμα παραλήφθηκε στο εργαστήριο της ΥΠΕΓΕ. Όπως εξήγησε, πάρα πολλά δείγματα παραλαμβάνονται είτε μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών είτε μέσω διεθνών συναντήσεων στις οποίες συμμετέχει το εργαστήριο. Το δείγμα γνήσιας άδειας οδήγησης που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση έχει ως επίσημη ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 18.1.2009 αν και στο δείγμα αναγράφεται ημερομηνία 19.1.
- Η ΜΚ2 ανέφερε περαιτέρω, ότι από την εμπειρία της στην εξέταση ελληνικών αδειών Οδήγησης διαπίστωσε ότι κάποια χαρακτηριστικά ασφάλειας είναι εκ των ων ουκ άνευ, ήτοι πάντοτε υπάρχει η εκτύπωση επιπεδοτυπίας και το στοιχείο οπτικώς μεταβλητής μελάνης. Περαιτέρω, υπάρχουν διεθνείς κανονισμοί, οι οποίοι επιβάλλουν σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες την τοποθέτηση στοιχείων ασφάλειας. Από εκεί και πέρα, κάθε κράτος μπορεί να επιλέξει οποιοδήποτε επιπρόσθετο στοιχείο ασφαλείας θέλει να ενσωματώσει. Στην προκειμένη περίπτωση, η ΜΚ2 εξέτασε όλα τα στοιχεία ασφάλειας που περιλαμβάνει το γνήσιο έντυπο και έχει διενεργήσει τις απαιτούμενες εξετάσεις βάσει των διαδικασιών που ακολουθούνται στο εργαστήριο. Διαχώρισε ανάμεσα στον έλεγχο πρώτης γραμμής (π.χ. διαστάσεων, υφής) από τον εργαστηριακό έλεγχο στον οποίο προέβη η ίδια. Συμφώνησε ότι οι διαστάσεις και υφή δεν διαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση. Σε σχέση με το υλικό κατασκευής, η ΜΚ2 ανέφερε ότι τόσο η γνήσια όσο και το Τεκμήριο 8 είναι κατασκευασμένα με polycarbonate που αποτελείται από 5 διαφορετικά στρώματα. Λουκής Λουκά (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 εργάζεται ως τεχνικός στο τμήμα εξεταστών άδειας οδήγησης του Τμήματος Οδικών Μεταφορών από το
- Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση του ημερομηνίας 6.8.2014 (Τεκμήριο 13) στην οποία ανέφερε ότι περί τα τέλη Ιουνίου του 2014 μετέβη στο γραφείο του ο Κατηγορούμενος και αφού παρουσίασε μια άδεια οδηγού της Ελληνικής Δημοκρατίας του ζήτησε να την μετατρέψει σε κυπριακή άδεια οδηγού. Ένεκα της πείρας του, ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε ότι ενδεχομένως η εν λόγω άδεια να ήταν ψεύτικη και για να ελέγξει τη γνησιότητα της απέστειλε φωτοτυπία της στο τμήμα ελέγχου του Τ.Ο.Μ. από όπου την απέστειλαν στις ελληνικές αρχές για έλεγχο. Περί το τέλος Ιουλίου του 2014, ο ΜΚ3 παρέλαβε από το τμήμα ελέγχου την απάντηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ημερομηνίας 16.7.2014 στην οποία αναφέρεται ότι η άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου δεν είναι καταχωρημένη στο ηλεκτρονικό τους αρχείο. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε το τεκμήριο 8 ως την άδεια που του παρουσίασε ο κατηγορούμενος Ήταν η θέση του ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε στην Αστυνομία ότι η άδεια ήταν πλαστή και ότι πλήρωσε λεφτά για να την εξασφαλίσει. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν θυμάται την χώρα καταγωγής του Κατηγορουμένου, ούτε γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία που άρχισαν να εκδίδονται οι άδειες οδήγησης νέου τύπου στην Ελλάδα. Ούτε γνωρίζει την διαδικασία με την οποία γίνεται η αντικατάσταση των αδειών παλαιού τύπου με άδειες καινούριου τύπου στην Ελλάδα. Σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται στην Κύπρο, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι αν κάποιος προσκομίσει κάποια άδεια και υπάρχει υποψία για οτιδήποτε μεμπτό τότε η άδεια αποστέλλεται για εξέταση. Ο έλεγχος στον οποίο προβαίνει ο ΜΚ3 αποτελείται από φυσικό έλεγχο της άδειας οδήγησης και από κάποιες ερωτήσεις που υποβάλλονται στον εκάστοτε αιτητή. Ο ΜΚ3 επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε τόσο ενώπιον του ιδίου όσο και ενώπιον του αστυνομικού ότι η άδεια του δεν ήταν γνήσια και ότι πλήρωσε κάποια λεφτά να την εξασφαλίσει. Δεν θυμάται τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος ούτε απάντησε ευθέως αν ο Κατηγορούμενος όντως χρησιμοποίησε την φράση ότι η άδεια του ήταν πλαστή. Λεωνίδας Ηρακλέους (ΜΚ4) Ο ΜΚ4 εργάζεται επίσης στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών ως τεχνικός. Ασχολείται ειδικότερα με θέματα που αφορούν μετατροπές αδειών οδήγησης καθώς και επικοινωνία με ξένες χώρες για θέματα ανταλλαγών αδειών οδήγησης. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι περί τα μέσα Ιουνίου έλαβε τηλεφώνημα από τον ΜΚ3 ο οποίος του είπε ότι έχει υποβληθεί αίτηση για αντικατάσταση μιας ελληνικής άδειας οδήγησης με κυπριακή άδεια και ότι η εν λόγω άδεια είχε σημεία που τον προβλημάτιζαν. Ο ΜΚ4 ζήτησε από τον ΜΚ3 να του στείλει την άδεια για να επιβεβαιώσει το ζήτημα με την αρμόδια αρχή. Ο ΜΚ3 έστειλε όντως την ελληνική άδεια οδήγησης μέσω φαξ (Τεκμήριο 6) και ακολούθως ο ΜΚ4 έστειλε την επιστολή ημερομηνίας 19.6.2014 στις ελληνικές αρχές (Τεκμήριο 14). Πέραν των πιο πάνω, ο ΜΚ4 εξήγησε στο Δικαστήριο τα προαπαιτούμενα μετατροπής ελληνικής άδειας οδήγησης σε κυπριακή και ειδικότερα ότι ο ενδιαφερόμενος αιτητής πρέπει να είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου για περίοδο πάνω από 6 μήνες και αν είναι αλλοδαπός παρουσιάζει την κάρτα αλλοδαπού και την άδεια οδήγησης μαζί με τα στοιχεία που πιστοποιούν τον χρόνο μόνιμης διαμονής στην Κύπρο. Η άδεια εξετάζεται από τον αρμόδιο υπάλληλο του Τ.Ο.Μ. Για την πιο πάνω διαδικασία είναι απαραίτητη η προσωπική παρουσία του αιτητή. Σε σχέση με τη διαδικασία απόκτησης ελληνικής άδειας από υπηκόους τρίτων χώρων, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι με επιστολή ημερομηνίας 3.4.2017 ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να τους ενημερώσουν σχετικά (Τεκμήριο 15). Οι ελληνικές αρχές απάντησαν ότι η διαδικασία χορήγησης άδειας οδήγησης διέπεται από τις διατάξεις της υπουργικής απόφασης 50984/7947, η οποία υπάρχει στην ιστοσελίδα του Υπουργείου τους (Τεκμήριο 16). Ο ΜΚ4 μελέτησε την εν λόγω νομοθεσία και διαπίστωσε ότι ο εκάστοτε αιτητής πρέπει να παρουσιάσει διάφορα έγγραφα, όπως πιστοποιητικά από δύο γιατρούς και αριθμό φορολογικού μητρώου. Στην Ελλάδα υπάρχει επίσης ελάχιστος αριθμός μαθημάτων που πρέπει να παρακολουθήσει ο κάθε επίδοξος οδηγός προκειμένου να παρακαθήσει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση. Κατά την αντεξέταση, έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με την ικανότητα του ΜΚ4 να αναγνωρίζει μια ελληνική άδεια οδήγησης. Ο ΜΚ4 είχε στην κατοχή του επίσημο δείγμα ελληνικής άδειας οδήγησης που εκδίδεται από το έτος 2013 (βλ. Τεκμήριο 17). Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να επιθεωρήσει το Τεκμήριο 8 και να αναφέρει την γενική αίσθηση της εν λόγω άδειας οδήγησης. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι είναι πιο ανοικτού χρώματος σε σχέση με το γνήσιο δείγμα και η ημερομηνία γέννησης δεν είναι ανάγλυφη. Ως προς το μέγεθος και ως προς το υλικό κατασκευής η επίδικη άδεια οδήγησης είναι η ίδια με το δείγμα. Χρυστάλλα Χριστοφίδου (ΜΚ5) Η ΜΚ5 από το 2007 είναι προϊσταμένη του εργαστηρίου εξέτασης εντύπων της ΥΠΕΓΕ στο οποίο υπηρετεί από το
- Εξήγησε ότι όταν υποβάλλεται μια ελληνική άδεια οδήγησης ή οποιοδήποτε έγγραφο ασφαλείας γίνεται εξέταση με αντίστοιχο δειγματικό υλικό που υπάρχει στο αρχείο. Προς τούτο, χρησιμοποιείται ειδικός εξοπλισμός για να διαπιστωθεί κατά πόσον το εξεταζόμενο δείγμα φέρει τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την γνησιότητα του εγγράφου. Το δειγματικό υλικό συγκεντρώνεται μέσω διαφόρων πηγών με την πιο συνηθισμένη να είναι η ανταλλαγή δειγμάτων ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Η μάρτυρας αναγνώρισε την έκθεση που ετοίμασε η ΜΚ2 η οποία είναι υφιστάμενη της. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι με βάση τις απαιτήσεις και τα πρότυπα του ISO17125 οι προϊστάμενοι του εκάστοτε γραφείου οφείλουν να προβαίνουν σε έλεγχο των υποθέσεων που εξετάζονται από τα μέλη του εργαστηρίου και σε κατοπινό στάδιο να συνυπογράφουν την έκθεση πραγματογνώμονα. Εξήγησε περαιτέρω, ότι όταν ο εξεταστής έχει στην κατοχή του το υπό αμφισβήτηση έγγραφο τότε πρέπει να προτρέξει στη συλλογή για εντοπισμό αντίστοιχου δείγματος, ήτοι της ίδιας σειράς έκδοσης. Η ΜΚ5 ανέφερε ότι τα χαρακτηριστικά ασφαλείας έχουν ως σκοπό την προστασία από την παραχάραξη και βοηθούν στον εντοπισμό ατασθαλιών σε ένα έγγραφο. Γενικά υπάρχουν διαφόρων επιπέδων στοιχεία ασφαλείας. Υπάρχουν στοιχεία ασφαλείας τα οποία δυνατόν να μπορούν να εντοπιστούν και από έναν απλό πολίτη που έχει βασικές γνώσεις. Υπάρχουν όμως και στοιχεία ασφαλείας τα οποία μπορούν να εντοπιστούν μόνο με τη χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού. Περαιτέρω, υπάρχουν στοιχεία ασφαλείας τα οποία είναι απόρρητα και άλλα τα οποία είναι κοινοποιημένα στον απλό πολίτη μέσω ιστοσελίδων στις οποίες μπορεί να έχει πρόσβαση κάποιος (π.χ. PRADO). Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι οπτικά μεταβαλλόμενη μελάνη, είναι σύνηθες στοιχείο ασφαλείας πρώτης γραμμής, που μπορεί να εντοπιστεί από κάποιο άτομο χωρίς εξειδικευμένο εξοπλισμό και μπορεί να το εντοπίσει κάποιος απλά ακουμπώντας το έγγραφο. Η εγχάραξη με laser αποτελεί επίσης στοιχείο ασφαλείας πρώτης γραμμής που δεν χρειάζεται ιδιαίτερο εξοπλισμό για να εντοπιστεί καθότι μπορεί κάποιος να νιώσει την ανάγλυφη εκτύπωση με την ύφη. Η αίσθηση που δίνει το Τεκμήριο 8, σε σχέση με το γνήσιο δείγμα είναι ότι πρόκειται για μιας χαμηλής ποιότητας έγγραφο αν και το σχήμα είναι το ίδιο. Όσον αφορά το υλικό κατασκευής, τόσο η γνήσια όσο και η αμφισβητούμενη είναι πλαστικές κάρτες αν και το υπόστρωμα κάθε μιας είναι διαφορετικό. Η ΜΚ5 συμφώνησε τέλος ότι η φωτογραφία και στις δύο κάρτες είναι στο ίδιο σημείο και ότι τα γράμματα προσομοιάζουν. Πρόσθεσε όμως ότι είναι αναμενόμενο τα πλαστά έγγραφα να κατασκευάζονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να προσομοιάζουν με τα αντίστοιχα γνήσια. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός υιοθέτησε την κατάθεση του ημερομηνίας 6.8.2014 (Τεκμήριο 2) στην οποία είχε αναφέρει ότι κατάγεται από την Συρία και βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία πέντε χρόνια. Πριν έρθει στην Κύπρο βρισκόταν στην Αθήνα όπου διέμενε για τέσσερα χρόνια. Σε σχέση με την ελληνική άδεια οδηγού που είχε στην κατοχή του και την οποία προσκόμισε στην Αρχή Αδειών για να εκδώσει κυπριακή άδεια ανέφερε ότι την εξασφάλισε στην Ελλάδα. Ειδικότερα, ενώ βρισκόταν σε ένα καφενείο στην Ελλάδα, ένας Έλληνας με το όνομα Ανδρέας τον ρώτησε αν θέλει να εκδώσει άδεια οδηγού. Ο Ανδρέας του είπε ότι η άδεια θα κοστίσει €350 και επειδή νόμιζε ότι αυτός ήταν ο τρόπος έκδοσης άδειας οδήγησης αποδέχτηκε. Τότε, ο Ανδρέας του έδωσε κάποια έγγραφα στα οποία ο Κατηγορούμενος έγραψε τα στοιχεία του και υπέγραψε. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος έδωσε στο εν λόγω πρόσωπο μια μικρή φωτογραφία. Μετά από δύο μέρες αυτός ο Ανδρέας έφερε στο καφενείο την ελληνική άδεια οδηγού με τη φωτογραφία και τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Ο τελευταίος πλήρωσε τα €350 και έκτοτε δεν είδε ξανά τον Ανδρέα. Ακολούθως, αγόρασε αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε στην Ελλάδα για ένα χρόνο μέχρι που ήρθε στην Κύπρο. Στην Κύπρο δεν έχει αυτοκίνητο αλλά είχε πρόθεση να αγοράσει. Για αυτό και μετέβη στην Αρχή Αδειών για να μετατρέψει την ελληνική άδεια οδηγού σε κυπριακή. Ο υπάλληλος στον οποίο δόθηκε η ελληνική άδεια του ανέφερε ότι θα προβεί σε έλεγχο και του ζήτησε να πάει άλλη μέρα. Όταν ο Κατηγορούμενος μετέβη ξανά στην Αρχή Αδειών πληροφορήθηκε ότι η ελληνική άδεια οδηγού είναι πλαστή. Όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος, ο ίδιος δεν έχει πάει σχολείο και δεν έζησε ξανά προηγουμένως σε μεγάλες πόλεις για αυτό και δεν γνώριζε την διαδικασία έκδοσης άδειας οδήγησης. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο περί τις αρχές του
- Αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 και ανέφερε ότι το είχε στην κατοχή του από την αρχή της άφιξης του στην Κύπρο. Σε ερώτηση γιατί δεν αποτάθηκε νωρίτερα για μετατροπή της εν λόγω άδειας σε κυπριακή ανέφερε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αγοράσει αυτοκίνητο νωρίτερα. Στη Συρία και ειδικότερα στο χωριό όπου μεγάλωσε δεν οδηγούσε αυτοκίνητο και δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να οδηγεί αυτοκίνητο. Σε ερώτηση αν γνωρίζει ότι πρέπει κάποιος να παρακαθίσει εξετάσεις για να εξασφαλίσει άδεια οδήγησης, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι είχε ακούσει ότι πιθανόν να έπρεπε να παρακαθήσει σε εξετάσεις και είχε ρωτήσει σχετικά τον Ανδρέα ο οποίος του απάντησε ότι δεν χρειάζεται. Σε σχέση με τον Ανδρέα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι επρόκειτο για άνθρωπο ο οποίος έψαχνε αλλοδαπούς για να βγάλει λεφτά. Δεν γνώριζε όμως ότι είναι πλαστογράφος ούτε γνώριζε ότι η άδεια οδήγησης που του έφερε ήταν πλαστή. Ήταν η θέση του Κατηγορουμένου ότι αν γνώριζε ότι η άδεια οδήγησης ήταν πλαστή, δεν θα προκαλούσε κακό στον εαυτό του πηγαίνοντας στο Τ.Ο.Μ. όπου μάλιστα παρέμεινε μέχρι να διαλευκανθεί το ζήτημα. Τέλος, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε παραδεχτεί στον Λουκή Λουκά ότι γνώριζε ότι η άδεια του δεν ήταν γνήσια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ4 ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Ήταν ήρεμοι και σταθεροί στις απαντήσεις τους και απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία τους δεν πλήγηκε σε κανένα σημείο. Αποδέχομαι την μαρτυρία τους στο σύνολό της. Οι ΜΚ2 και ΜΚ5 παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες. Ένας πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (βλ.Georghios Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis
(1983)1C.L.R. 663, Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1A.A.Δ. 576). Ο πραγματογνώμονας πρέπει όμως να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα τον καθιστούν ως ειδικό να εκφράσει γνώμη για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Όπως λέχθηκε κατ' επανάληψη στη νομολογία το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η ΜΚ2 όσο και η ΜΚ5 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες καθώς επεξήγησαν με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα δεδομένα που έλαβαν υπόψη τους και τα συσχέτισαν με την επιστημοσύνη τους. Έχοντας υπόψη μου τα προσόντα τα οποία ανέφεραν ότι διαθέτουν και ειδικότερα τις διάφορες εκπαιδεύσεις τις οποίες έχουν λάβει καθώς επίσης και την μακρόχρονη εμπειρία και ενασχόληση τους με ζητήματα γνησιότητας εγγράφων, δέχομαι ότι οι εν λόγω μάρτυρες μπορούν να εκφέρουν γνώμη για θέματα γνησιότητας εγγράφων. Ο ΜΚ3 θεωρώ ότι ήταν σε γενικές γραμμές μάρτυρας της αλήθειας αν και σε κάποια σημεία η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής. Αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη στην παρούσα περίπτωση, πλην όμως δεν αποδέχομαι την θέση του ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι γνώριζε περί της πλαστότητας της ελληνικής άδειας που επιχείρησε να μετατρέψει σε Κυπριακή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος. Ανέφερε μόνο ότι ο Κατηγορούμενος είπε ότι πλήρωσε λεφτά για να πάρει την άδεια του. Τούτο όμως δεν αποτελεί παραδοχή ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε περί της πλαστότητας και ενδεχομένως ο ΜΚ3 να προέβη σε δικά του συμπεράσματα κάτι που με οδηγεί να απορρίψω το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν πειστικός σε σχέση με την εκδοχή που πρόβαλε στο Δικαστήριο. Είναι αναγκαίο όπως μια μαρτυρία τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Ειδικότερα, ενώ ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι σήμερα γνωρίζει την διαδικασία που απαιτείται για να εκδώσει άδεια οδήγησης διότι ενημερώθηκε από φίλους και γνωστούς, εντούτοις τότε στην Ελλάδα δεν είχε ενημερωθεί σχετικά και προέβαλε ως αιτιολογία το γεγονός ότι ήταν μόλις 22 ετών. Φαίνεται αδιανόητο, ο Κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε μια χώρα για 4-5 έτη να μην φρόντισε να ενημερωθεί για ένα θέμα το οποίο τον απασχολούσε. Ακόμα περισσότερο αδιανόητο φαίνεται το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εμπιστεύθηκε ένα άγνωστο πρόσωπο για τον οποίο δεν γνώριζε ούτε καν επίθετο, να του εκδώσει άδεια οδήγησης. Μάλιστα δε, ήταν γνωστό στον Κατηγορούμενο ότι ο λεγόμενος Ανδρέας ήταν πρόσωπο που αναζητούσε αλλοδαπούς προκειμένου να κερδίσει χρήματα. Γιατί όλα τα πιο πάνω δεν έθεσαν σε εγγρήγορση τον Κατηγορούμενο; Και γιατί όλα τα χρόνια που ο Κατηγορούμενος εργαζόταν στην Ελλάδα και ενώ όπως ανέφερε ο εργοδότης του τον μετέφερε με αυτοκίνητο, δεν φρόντισε να ενημερωθεί σε σχέση με τον τρόπο έκδοσης άδειας οδήγησης ή το λιγότερο για το γεγονός ότι οι άδειες οδήγησης δεν εκδίδονται εν μια νυκτί σε ένα καφενείο; Τέλος, εύλογα ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος μετέβη στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για να εξασφαλίσει κυπριακή άδεια οδήγησης γνωρίζοντας μάλιστα ότι κάποιος κάτοχος ελληνικής άδειας οδήγησης μπορεί να την μετατρέψει σε κυπριακή άδεια οδήγησης παρουσιάζοντας απλά την ελληνική άδεια οδήγησης και το δελτίο παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προφανώς ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την εν λόγω διαδικασία κάτι το οποίο δεν φρόντισε να κάνει λίγα χρόνια προηγουμένως όταν σε ένα καφενείο στην Αθήνα εξασφάλιζε άδεια οδήγησης από κάποιον Ανδρέα. Όλα τα πιο πάνω και γενικά η παρουσία του Κατηγορουμένου στο εδώλιο του μάρτυρα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι τόσο αφελής όσο θέλει να παρουσιάζεται. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με το ότι δεν γνώριζε περί της διαδικασίας έκδοσης ελληνικής άδειας οδήγησης ή για το ότι δεν γνώριζε ότι το έγγραφο το οποίο του παρουσιάστηκε ως ελληνική άδεια οδήγησης ήταν πλαστό. Από την άλλη όμως αποδέχομαι τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξασφάλισε το Τεκμήριο 8. Η σημασία των παραδοχών έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ένας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί με μόνο τη δική του ομολογία αφού το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330, 365 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 203, 225 (απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε) λέχθηκαν τα εξής: "Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Για τη σημασία της ομολογίας παραπέμπουμε και στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 166, 172 (απόφαση Νικήτα, Δ.): "Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65." Για την αξία της προφορικής ομολογίας λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γρηγόρης Γρηγορίου v. Αστυνομίας , Ποιν. Εφ. 14/08 ημερ. 12/7/10: «Ο λόγος έφεσης 5 αναφέρεται στις δηλώσεις του εφεσείοντα προς την αστυνομία. Σύμφωνα με την εισήγηση λανθασμένα έγινε αποδεκτό ότι ο εφεσείων έκανε αυτές τις δηλώσεις με αποτέλεσμα το Κακουργιοδικείο να στηριχθεί σ΄ αυτές και να τον καταδικάσει ..Είναι γνωστό ότι η ομολογία ενοχής συνήθως αποκαλείται ως η βασιλίδα των μαρτυριών. Ωστόσο, το δικό μας σύστημα της ποινικής δίκης δεν έχει αναγάγει σε απόλυτο βαθμό την αξία της. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα όπου η ομολογία είναι προφορική, αυτή εξετάζεται ως θέμα πραγματικό το οποίο συναρτάται με τις περιβάλλουσες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν η ομολογία γίνει αποδεκτή και ενταχθεί στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία το δικαστήριο έχει καθήκον να προβληματιστεί και να εξετάσει την αλήθεια του περιεχομένου της για να αποφασίσει τελικά κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Βλ. R. v. Sfoggaras 22 CLR 13 και Volettos v. Republic
(1961)CLR
- Στην R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ΄ ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική.» Στην προκειμένη περίπτωση, υπό το φως των δεδομένων που αναφέρθηκαν πιο πάνω καθώς και το γεγονός ότι οι παραδοχές του Κατηγορουμένου στις σε σχέση με τις συνθήκες εξασφάλισης της άδειας οδήγησης έγιναν αβίαστα και χωρίς ίχνος πίεσης ή παραπλάνησης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όντως ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε το Τεκμήριο 8 με τον τρόπο που ο ίδιος ανέφερε τόσο στην κατάθεση του, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου δεν επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση η προώθηση οποιασδήποτε άλλης θέσης σε σχέση με τις συνθήκες εξασφάλισης του Τεκμηρίου 8 ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, την πραγματική και έγγραφη μαρτυρία και τις παραδοχές του Κατηγορουμένου καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η ορθή και νόμιμη διαδικασία απόκτησης άδειας οδήγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας από υπηκόους τρίτων χώρων διέπεται από την Υπουργική Απόφαση 50984/7947 σύμφωνα με την οποία ο εκάστοτε αιτητής πρέπει να παρουσιάσει στις αρμόδιες αρχές διάφορα αποδεικτικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων πιστοποιητικά από δύο γιατρούς και αριθμό φορολογικού μητρώου. Πρέπει επίσης ο κάθε επίδοξος οδηγός να παρακολουθήσει ελάχιστο αριθμό μαθημάτων θεωρητικής και πρακτικής εξάσκησης προκειμένου να παρακαθίσει σε αντίστοιχες εξετάσεις προς εξασφάλιση άδειας οδήγησης. Ο κατηγορούμενος ο οποίος κατάγεται από την Συρία βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία πέντε χρόνια. Πριν έρθει στην Κύπρο βρισκόταν στην Αθήνα όπου διέμενε από το
- Σε κάποιο χρονικό σημείο εντός του έτους 2008, ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε ένα καφενείο στην Ελλάδα, ένας Έλληνας με το όνομα Ανδρέας τον ρώτησε αν θέλει να του εκδώσει άδεια οδηγού έναντι €350 κάτι το οποίο ο Κατηγορούμενος αποδέχτηκε συμπληρώνοντας κάποια έγγραφα με τα στοιχεία του και παραδίδοντας στον Ανδρέα μια μικρή φωτογραφία. Μετά από δύο μέρες το εν λόγω πρόσωπο ονόματι Ανδρέας, για τον οποίο ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία, έφερε στο καφενείο την ελληνική άδεια οδηγού με τη φωτογραφία και τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Επρόκειτο για το έγγραφο που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος πλήρωσε €350 και έκτοτε δεν είδε ξανά τον Ανδρέα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος αγόρασε αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε στην Ελλάδα για ένα χρόνο μέχρι που ήρθε στην Κύπρο. Περί τα τέλη Ιουνίου του 2014 ο Κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών όπου παρουσίασε την πιο πάνω αναφερόμενη άδεια οδηγού της Ελληνικής Δημοκρατίας και ζήτησε από τον υπάλληλο του τμήματος, Λουκή Λουκά (ΜΚ3) να την μετατρέψει σε κυπριακή άδεια οδηγού. Ο ΜΚ3 δεν ικανοποιήθηκε για την γνησιότητα της εν λόγω άδειας οδήγησης και απέστειλε με φωτοτυπία της στο τμήμα ελέγχου του Τ.Ο.Μ. από όπου ο ΜΚ4 την απέστειλε στις ελληνικές αρχές για έλεγχο. Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε μέσω του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Οδήγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας, με επιστολή ημερομηνίας 16.7.2014 στην οποία αναφέρεται ότι η άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου δεν είναι καταχωρημένη στο ηλεκτρονικό τους αρχείο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων εδράζονται οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι οι ακόλουθες: «
- Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδή δήλωση ή υποβάλλει ψευδές ή παραποιημένο έγγραφο κατά την υποβολή αίτησης για απόκτηση- (α) Άδειας οδήγησης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4· (β). (γ). (δ). είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια.»
- Πρόσωπο το οποίο, έχοντας δόλια πρόθεση- (α) . (β) χρησιμοποιεί ή επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο οποιαδήποτε άδεια, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο που έχει πλαστογραφηθεί, παραποιηθεί ή αλλοιωθεί· ή (γ) . (δ) . (ε) . είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια.» Σε σχέση με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ήτοι του άρθρου 46 (ανωτέρω), απαραίτητο συστατικό στοιχείο είναι η πράξη να έχει διενεργηθεί κατά την υποβολή αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης δυνάμει του άρθρου 4 του ιδίου νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «4.—
(1)Αίτηση για απόκτηση άδειας οδήγησης υποβάλλεται πάνω στον καθορισμένο τύπο και ο αιτητής οφείλει να παράσχει ενυπόγραφα τις πληροφορίες και να προβεί στις δηλώσεις που περιέχονται στο σχετικό έντυπο.» Στην προκειμένη περίπτωση, αν και δεν υπάρχει έγγραφη μαρτυρία περί της υποβολής μέσω του καθορισμένου εντύπου, αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης, εντούτοις η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν σαφής και ξεκάθαρη. Ειδικότερα, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη του Κατηγορουμένου στο Τ.Ο.Μ, ο τελευταίος του ζήτησε να μετατρέψει την ελληνική άδεια που κατείχε σε κυπριακή. Είχε προσκομίσει τόσο την άδεια οδήγησης όσο και δελτίο παραμονής τα οποία είναι αποδεικτικά που πρέπει να υποβάλλονται ταυτόχρονα με την υποβολή αίτησης. Ο ΜΚ3 παρέλαβε τα εν λόγω έγγραφα και ανάφερε στον Κατηγορούμενο ότι θα εξεταστούν και θα επικοινωνήσει μαζί του. Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν και αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η διαδικασία υποβολής αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης δυνάμει του άρθρου 4 του νόμου είχε ήδη αρχίσει. Είναι άσχετο το κατά πόσον είχε ήδη υπογραφεί και κατατεθεί σχετικό έντυπο για απόκτηση της άδειας οδήγησης. Εξάλλου, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση κατά την διάρκεια της δίκης από την πλευρά της υπεράσπισης, ούτε υπεβλήθη στον ΜΚ3 οποιαδήποτε θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν επισκέφτηκε το Τ.Ο.Μ. για υποβολή αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης. Συνεπεία των πιο πάνω, θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση, πληρείται το εν λόγω συστατικό στοιχείο της 1ης Κατηγορίας, ήτοι οι ενέργειες του κατηγορουμένου εντάσσονται στο πλαίσιο υποβολής αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης. Περαιτέρω, κρίνω ότι έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το έγγραφο το οποίο παρουσίασε ο Κατηγορούμενος είναι ψευδές, ήτοι περιέχει πληροφορίες οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ως προς τούτο, η μαρτυρία είναι επαρκής. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 που είναι επίσημη απάντηση του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Οδήγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας, η άδεια οδήγησης επ' ονόματι του Κατηγορουμένου δεν είναι καταχωρημένη στο ηλεκτρονικό αρχείο. Η υπεράσπιση δεν επιχείρησε με κανέναν τρόπο να προσβάλει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7. Πέραν τούτου, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ4, προκειμένου να αποκτήσει κάποιος ελληνική άδεια οδήγησης πρέπει να παρακολουθήσει ελάχιστο αριθμό μαθημάτων και ακολούθως να παρακαθήσει σε θεωρητική και πρακτική εξέταση κάτι που ο Κατηγορούμενος αδιαμφισβήτητα δεν έπραξε στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, προκύπτει αναντίλεκτα ότι το έγγραφο το οποίο ο Κατηγορούμενος παρουσίασε κατά την υποβολή αίτησης για απόκτηση άδειας οδήγησης είναι ψευδές. Σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία, κρίνω ότι έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το έγγραφο το οποίο παρουσίασε ο Κατηγορούμενος στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών είναι πλαστογραφημένο. Ομολογουμένως, το Τεκμήριο 8 φαίνεται να φέρει ημερομηνία 15.7.2008 ενώ η σύγκριση του από τις ΜΚ2 και ΜΚ5 έγινε με δείγμα το οποίο ετέθη σε κυκλοφορία στην Ελλάδα μετά την 18.1.2009. Πλην όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι το Τεκμήριο 8 είναι πλαστογραφημένο. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των εμπλεκομένων μερών της διαφοράς. Θεμελιώνει επιστημονικά τη μία ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων αλλά το πράττει συμπληρωματικά και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (βλ. Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 A.A.Δ. 1682). Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Στην παρούσα περίπτωση είναι αδιαμφησβήτητο ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε απόκτησε με τον ενδεδειγμένο και νόμιμο τρόπο ελληνική άδεια οδήγησης. Επίσης, το Τεκμήριο 8 δεν είναι καταχωρημένο στο αρχείο του του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Οδήγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας. Έστω και αν το Τεκμήριο έφερε όλα τα χαρακτηριστικά ασφαλείας που έφερε μια ελληνική άδεια οδήγησης που εκδόθηκε την ίδια ημέρα και πάλι το έγγραφο θα εθεωρείτο πλαστό αφού τούτο επιμαρτυρεί ένα ψεύδος για τον εαυτό του ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος είναι κάτοχος ελληνικής άδειας οδήγησης εκδοθείσας από την Ελληνική Δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι κατά την υποβολή της αίτησης για εξασφάλιση άδειας οδήγησης, υπέβαλλε έγγραφο το οποίο είναι ψευδές. Σε σχέση με την 2η Κατηγορία απομένει επίσης να εξεταστεί η δόλια πρόθεση του Κατηγορουμένου. Το στοιχείο της δόλιας πρόθεσης συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας ή του ψεύδους του εγγράφου. Η γνώση και ο δόλος ως εσωτερικές πνευματικές λειτουργίες ενός Κατηγορουμένου δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλέπε Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104). Με άλλα λόγια, στις περιπτώσεις, που η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η χρησιμοποίηση ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη δόλια πρόθεση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Συνεπώς, η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τεκμήριο 8 καταρτίστηκε ώστε να φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι κάτοχος άδειας οδήγησης ενώ δεν είναι. Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το εν λόγω έγγραφο ώστε να οδηγεί στην Ελλάδα για ένα έτος προτού έρθει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ουδέποτε παρακάθισε σε οποιεσδήποτε εξετάσεις ούτε παρευρέθηκε ενώπιον οποιασδήποτε δημόσιας αρχής για να εξασφαλίσει άδεια οδήγησης. Εξασφάλισε το Τεκμήριο 8 σε ένα καφενείο στην Ελλάδα από κάποιο άγνωστο πρόσωπο, καταβάλλοντας για τον σκοπό αυτό το ποσό των €350 αδιαμαρτύρητα και χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη ως προς το που πληρώθηκαν αυτά τα χρήματα. Περαιτέρω, προφανώς, ο Κατηγορούμενος είχε αποταθεί στο παρελθόν στη δημόσια υπηρεσία προκειμένου να εξασφαλίσει δελτίο παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. Τεκμήριο 5) κάτι από το οποίο συνάγεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο το οποίο είναι σε επαρκή νοητική θέση ώστε να εντοπίσει την διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπο με δημόσια εξουσία και σε ένα πρόσωπο αγνώστων στοιχείων που έχει ως σκοπό το κέρδος. Πέραν των πιο πάνω, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υποψιάστηκε εξ αρχής ότι η διαδικασία την οποία ακολουθούσε δεν ήταν η δέουσα καθώς διερωτήθηκε κατά πόσον πρέπει να παρουσιαστεί ο ίδιος ενώπιον των ελληνικών αρχών για εξασφάλιση άδειας οδήγησης. Εντούτοις, έκλεισε τα μάτια του στο προφανές στηριζόμενος στα λόγια και προτροπές ενός αγνώστου προς αυτόν προσώπου. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αν λάβει κανείς υπόψη ότι μετά από την παρέλευση 6 ετών από τον χρόνο εξασφάλισης της ελληνικής άδειας οδήγησης ο Κατηγορούμενος έπαψε να είναι ο αδαής νέος προερχόμενος από ένα μικρό χωριό της Συρίας, δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί γιατί ο Κατηγορούμενος μέχρι και το 2014 που αποτάθηκε στο Τ.Ο.Μ. δεν επιβεβαίωσε ότι η άδεια οδήγησης που εξασφάλισε το 2008 σε ένα καφενείο στην Αθήνα είναι πλαστή. Με άλλα λόγια, έστω κι αν θεωρηθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε εξ αρχής για τον ορθό τρόπο εξασφάλισης ελληνικής άδειας οδήγησης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν το έμαθε στην πορεία καθότι πλέον έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ευρωπαϊκές πόλεις. Μάλιστα δε, σε ερώτηση αν πλέον γνωρίζει περί των διαδικασιών εξασφάλισης άδειας οδήγησης απάντησε ότι έχει ενημερωθεί από φίλους και συγγενείς. Στην υπόθεση Henry Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 γίνεται παραπομπή στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: «A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Στην υπόθεση R. v. Griffiths
(1974)60 Cr. App. Rep. 14, εξηγώντας το Αγγλικό Εφετείο ότι εθελοτυφλία δεν αποτελεί βαθμό γνώσης διαφορετικό από την πραγματική γνώση η οποία πρέπει να διαπιστώνεται ως γεγονός, παρατηρεί τα εξής όσον αφορά τη μορφή που θα πρέπει να έχει η καθοδήγηση προς τους ενόρκους, σε ένα ορκωτό δικαστήριο: "To direct the jury that the offence is committed if the defendant suspecting that the goods were stolen, deliberately shut his eyes to the circumstances as an alternative to knowing or believing the goods were stolen is a misdirection. To direct the jury that, in common sense and in law, they may find that the defendant knew or believed the goods to be stolen because he deliberately closed his eyes to the circumstances is a perfectly proper direction". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Καθοδήγηση προς τους ενόρκους ότι το αδίκημα διαπράχθηκε εάν ο κατηγορούμενος που υποψιάζεται ότι τα αγαθά είναι κλοπιμαία εσκεμμένα κλείνει τα μάτια εναλλακτικά της γνώσης ή της υποψίας ότι είναι κλοπιμαία, αποτελεί εσφαλμένη καθοδήγηση. Αποτελεί όμως ορθή καθοδήγηση προς τους ενόρκους ότι ως θέμα λογικής και νόμου, μπορούν να καταλήξουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή υποψιαζόταν ότι τα αγαθά ήταν κλοπιμαία διότι εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στις περιστάσεις». Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με τη νομολογία η όποια τυχόν αμέλεια ή αδιαφορία του κατηγορουμένου, όσο μεγάλη και να είναι αυτή, δεν αναπληρώνει ούτε θέτει εκ ποδών την ανάγκη απόδειξης της ένοχης γνώσης και πρόθεσης του. (βλ. R. v. Panayi [1989] 1 W.L.R. 187). Στην παρούσα περίπτωσή όμως, θεωρώ ότι στη βάση της περιστατικής μαρτυρίας που αναφέρθηκε πιο πάνω και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας από την υπεράσπιση, τεκμηριώνεται ως θέμα λογικής συνέπειας και μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή κατά τον χρόνο που επισκέφτηκε το Τμήμα Οδικών Μεταφορών περί τα τέλη Ιουνίου του 2014, γνώριζε για την πλαστότητα της ελληνικής άδειας που είχε στην κατοχή του. Καμία άλλη εκδοχή δεν είναι συμβατή με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ούτε τίθεται ζήτημα δημιουργίας οποιασδήποτε αμφιβολίας ή ταλαντεύσεων για την ένοχη πρόθεση του Κατηγορουμένου. Όπως ήδη επισημάνθηκε, η δόλια πρόθεση συνδέεται άμεσα με τη γνώση ότι ελληνική άδεια οδήγησης που είχε στην κατοχή του ο Κατηγορούμενος ήταν πλαστή. Στο σύγγραμμα Archbold, 35η έκδοση, σελ. 775, γίνεται παραπομπή στην ερμηνεία που έχει δοθεί στην πρόθεση καταδολίευσης στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12: «intend to defraud means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss.» Πρέπει να επισημανθεί ότι εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος εν γνώσει του υπέβαλε έγγραφο το οποίο ήταν ψευδές καθώς επίσης χρησιμοποίησε την πλαστή άδεια οδήγησης με πρόθεση καταδολίευσης. Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τις δύο κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο