MAVANEL LTD ν. PERBACO LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 21969/2012, 10/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 21969/2012 MAVANEL LTD Παραπονούμενη - εναντίον -
- PERBACO LTD
- ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 10/10/2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Κυριάκος Ορφανίδης Για την Κατηγορούμενη 1: Καμία εμφάνιση Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Μούρος Μιχάλης Κατηγορούμενη 2 Παρούσα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ΓΙΑ ΠΟΙΝΗ)
- Οι Κατηγορούμενες 1 και 2, κρίθηκαν ένοχες από το Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπισαν σε αυτή την ιδιωτική δίωξη. Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, η Κατηγορούμενη 1, αντιμετώπισε τις ακόλουθες κατηγορίες (ως αυτές παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17, που αφορούν το αδίκημα: «Πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση των άρθρων 29 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη υπό των Νόμων 186/86, 36(Ι)/97, 8(Ι)/2001, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003, 70(Ι)/2008, και Άρθρο 3 του Περί Δικαστηρίων (Προσωρινές Διατάξεις) Ν. 43/1974όπως τροποποιήθηκε». Αφορούσαν τις επιταγές: 23758820, 23758768, 23758840, 23758849, 24517213, 24517201, 24517202, 24517204 και 24517161, που εκδόθηκαν επί του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου, πληρωτέες την 10/10/2010, 10/10/2010, 10/10/2010, 18/10/2010, 19/10/2010, 23/10/2010, 30/10/2010, 31/10/2010 και 09/11/2010 αντίστοιχα και αφορούν, αντίστοιχα και πάλι, τα ποσά των €1.597, €1.440, €1.281, €1.927,50, €1.150, €1.997,95, €1.997,95, €1.575,50 και €1.170. Δηλαδή, συνολικού ποσού, €14.136,90. Η Κατηγορούμενη 2 με την σειρά της, αντιμετώπισε τις ακόλουθες κατηγορίες (ως αυτές παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18, που αφορούν το αδίκημα: «Συνδρομή στη Πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(2), 20, 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη υπό των Νόμων 186/86, 36(Ι)/97, 8(Ι)/2001, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003, 70(Ι)/2008, και Άρθρο 3 του Περί Δικαστηρίων (Προσωρινές Διατάξεις) Ν. 43/1974όπως τροποποιήθηκε». Αφορούν τις ίδιες προαναφερόμενες επιταγές: 23758820, 23758768, 23758840, 23758849, 24517213, 24517201, 24517202, 24517204 και 24517161, που εκδόθηκαν επί του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου, πληρωτέες την 10/10/2010, 10/10/2010, 10/10/2010, 18/10/2010, 19/10/2010, 23/10/2010, 30/10/2010, 31/10/2010 και 09/11/2010 αντίστοιχα και αφορούν, αντίστοιχα και πάλι, τα ποσά των €1.597, €1.440, €1.281, €1.927,50, €1.150, €1.997,95, €1.997,95, €1.575,50 και €1.
- Δηλαδή, συνολικού ποσού, €14.136,
- Τα αδικήματα, χρονολογούνται, με αναφορά την τελευταία εκδοθείσα επιταγή πληρωτέα την 31/10/2010, πέραν των 7 ετών. Εντούτοις, η δίωξης των Κατηγορουμένων κινήθηκε, δια της καταχώρησης του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, την 08/11/
- Δηλαδή, με αναφορά και πάλι την τελευταία εκδοθείσα επιταγή που ήταν πληρωτέα την 31/10/2010, μετά πάροδο δύο ετών. Η υπόθεσης ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση στο κατηγορητήριο από τις Κατηγορούμενες 15/01/2013, οι οποίες, -που παρενθετικά πρέπει να σημειωθεί, αρχικά είχαν κοινή εκπροσώπηση από δικηγόρο, με την Κατηγορούμενη 2 να είναι εξουσιοδοτημένη να απαντήσει στο κατηγορητήριο και για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1- έκτοτε, μέχρι και την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης, διατήρησαν την θέση τους περί μη παραδοχής των κατηγοριών που αντιμετώπισαν στην υπόθεση. Ενώ, περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, ότι, στην πορεία της διαδικασίας και πριν από την δίκη, η Κατηγορούμενη 1 δεν εκπροσωπήθηκε στην διαδικασία από τον οποιονδήποτε και ως εκ τούτου, η υπόθεση σε ότι αφορούσε τις εναντίον της κατηγορίες, προχώρησε σε απόδειξη.
- Τα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την καταδίκη των Κατηγορουμένων, αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο την 06/10/2017, όταν ανακοινώθηκε η απόφαση του επί της ουσίας της διάπραξης των αδικημάτων που αντιμετώπισαν οι Κατηγορούμενες στην υπόθεση αυτή. Ο βαθμός που τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου στα της επιβολής της ποινής, εξετάζεται στην συνέχεια της απόφασης μου, με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα.
- Στην έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας, μετά από σχετική έρευνα του αναφορικά με την Κατηγορούμενη 2, ως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο, γίνεται αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της συνθήκες. Τα περιεχόμενα στην εν λόγω έκθεση γεγονότα και στοιχεία, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Παραπονούμενης, υιοθετήθηκαν ως ορθά και από πλευράς Κατηγορούμενης 2 και ως εκ τούτου, λαμβάνω αυτήν υπόψη μου, στο σύνολο της, για σκοπούς επιβολής ποινής στην Κατηγορουμένη
- Όπως εκεί καταγράφεται, η Κατηγορούμενη 2, που κατάγεται από την Λευκωσία, είναι σήμερα ηλικίας 57 ετών, ανύπαντρη, χωρίς εξαρτώμενους και διαμένει μόνη της σε ιδιόκτητο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στην Ανθούπολη της Επαρχίας Λευκωσίας. Είναι άνεργη, χωρίς αποταμιεύσεις ή άλλη περιουσία (εκτός του προαναφερόμενου διαμερίσματος της) με μοναδικό εισόδημα το επίδομα ανεργίας που λαμβάνει από την πολιτεία, ύψους €678, από το οποίο συντηρείται και πληρώνει δάνειο ύψους €69.000 στο οποίο προσήλθε με τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα για την αγορά του προαναφερόμενου διαμερίσματος. Παρουσιάζει προβλήματα υγείας: θυρεοειδή, αρτηριακή πίεση και σακχαρώδη διαβήτη, για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκαν οι Κατηγορούμενες, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (βλ. Gary John Robb v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 201, Ηλία v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 283 και Παπαπαύλου ν Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 320/2015, 25/05/2016), προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10.000 ή και στις δύο ποινές [[i]].
- Η επιβολή ποινής, είναι ένα πολύ λεπτό έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη, δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να δοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή [[ii]]. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους, επιβάλλει, την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει, η αυστηρή τιμωρία του, για την προστασία της κοινωνίας [[iii]].
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, με αναφορά στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, αδικήματα της φύσης αυτής ευρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση με αποτέλεσμα να παρίσταται ανάγκη να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα. Παρατέθηκε προς ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής σε τέτοιες υποθέσεις, το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α.: «Οι κατηγορίες στις οποίες οι εφεσίβλητοι κρίθηκαν ένοχοι είναι αρκετά σοβαρές εφόσον η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Πρόκειται για αδικήματα για τα οποία ο νόμος (άρθρο 305(Α)
(2)του Π.Κ.) προνοεί κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 3 ετών ή ποινή προστίμου €10.000 ή αμφότερες τις ποινές, πρόνοια που αντανακλά και τη σοβαρότητα που προσδίδει ο Νομοθέτης στα υπό αναφορά αδικήματα. Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία (Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρίστου, Ποιν. Έφ. 18/2012, ημερ. 26.4.2014 και L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015), το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης για τα αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Όμως το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της.».
- Ανάλυση των αρχών επιβολής ποινής σε υποθέσεις του είδους, έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd v R. K. A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/
- Εκεί γίνεται μία αναδρομή στην νομολογία με αναφορά στο είδος και ύψος της επιβληθείσας ποινής. Θα αναγνώσω από την απόφαση του Εφετείου σχετικό απόσπασμα, για σκοπούς της εδώ ανάλυσης: «Η κατηγορία που αντιμετώπισαν οι εφεσίβλητοι στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στην οποία βρέθηκαν ένοχοι από το Εφετείο, στηρίχθηκε στο άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και επιφέρει ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη ή ποινή προστίμου μέχρι €10.000 ή αμφότερες τις ποινές. Η νομολογία κατά συστηματικό τρόπο έχει στιγματίσει την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα ή την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, ενέργειες που δημιουργούν σοβαρή αναστάτωση στο εμπόριο εφόσον αφαιρείται το υπόβαθρο της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης που πρέπει να εμποτίζουν τις συναλλαγές αυτές. Η σοβαρότητα συνεπώς του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσίβλητοι είναι δεδομένη, ιδιαίτερα διότι είναι, δυστυχώς, σύνηθες αδίκημα που πλήττει ευθέως τις εμπορικές συναλλαγές. Παρόλον που ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, εν τούτοις παρατηρείται ότι το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, το Εφετείο παραμέρισε την αθωωτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έκρινε ένοχο τον εφεσίβλητο για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα για ποσά ύψους £32.100 και £34.240, αντίστοιχα. Κατά την επιβολή της ποινής στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, αφού τονίστηκε και πάλι από το Εφετείο η σοβαρότητα των αδικημάτων με έμφαση στις δυσμενείς επιπτώσεις που τα αδικήματα έχουν στις συναλλαγές των ανθρώπων, ο εφεσίβλητος καταδικάστηκε σε τρίμηνη συντρέχουσα ποινή φυλάκισης σε κάθε κατηγορία. Πιο πρόσφατα, στη Μάνος Συμιλλίδης ν. Νίκου Νικολάου, Ποιν. Έφ. αρ. 62/2013, ημερ. 20.6.2013, (θα δημοσιευθεί ως
(2013)2 Α.Α.Δ. 444), το Εφετείο μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα. Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, Ποιν. Έφ. αρ. 18/2012, ημερ. 24.6.2014, το Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο επιταγές των €40.000 εκάστη και μια τρίτη για €20.
- Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας. Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ότι ο εφεσίβλητος είναι λευκού ποινικού μητρώου, είναι άνεργος και βρίσκεται προ ουσιαστικής οικονομικής αδυναμίας να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της επιταγής των €12.
- Όπως με ειλικρίνεια δήλωσε ο συνήγορος του, ο εφεσίβλητος είναι σε αναζήτηση εργασίας και αν καταφέρει να εξεύρει εργασία θα μπορεί να πληρώνει έναντι κάποιο μικρό ποσό μηνιαίως και αυτό όχι σε σύντομο χρόνο. Η εφεσίβλητη εταιρεία, από την άλλη, έχει τεράστια χρέη και ουσιαστικά βρίσκεται προ των θυρών της χρεωκοπίας εφόσον ως γίνεται αντιληπτό μετά δυσκολίας πληρώνει ορισμένα από τα χρέη της. Λαμβάνεται σοβαρά υπόψη επίσης το γεγονός ότι το αδίκημα διεπράχθη προ επτά σχεδόν ετών στη βάση των γεγονότων που έχουν διεξοδικά καταγραφεί στο σκεπτικό του Εφετείο ημερ. 30.1.2015, με το οποίο ανατράπηκε η αθωωτική απόφαση. Ο εφεσίβλητος είναι οικογενειάρχης που έχει τρία δικά του παιδιά από προηγούμενη γάμο, είναι ουσιαστικά πτωχεύσας και έχει αναστείλει τις εργασίες της εταιρείας, με τον ίδιο να αναζητά εργασία. Από την άλλη, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν επιταγή προς όφελος των εφεσειόντων στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών, την οποία όμως στη συνέχεια ανακάλεσαν χωρίς εύλογη αιτία. Εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στην εφεσίβλητη εταιρεία πρόστιμο ύψους €3.000, στον δε εφεσίβλητο άμεση ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση της επιταγής, αλλά και τα προσωπικά δεδομένα του ίδιου του εφεσίβλητου 2, δεν παρέχεται η δυνατότητα για αναστολή της ποινής φυλάκισης.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας•, αφενός, το σύνολο των γεγονότων, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκαν οι Κατηγορούμενες και ειδικότερα το γεγονός ότι τα ποσά των επιταγών που αφορούν τις κατηγορίες στις οποίες έχουν καταδικαστεί δεν έχουν καταβληθεί στην Παραπονεμένη ή άλλως πως εξασφαλιστεί η πληρωμή τους (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016), καθώς επίσης την έξαρση και συχνότητα στην διάπραξη τους•, και αφετέρου, τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων, που εστιάζονται, στην καθυστέρηση της δίωξης τους για περίοδο δύο ετών, για λόγους που δεν έχουν δικαιολογηθεί από πλευράς Παραπονουμένης ώστε το στοιχείο αυτό να μην προσμετρά προς μετριασμό της ποινής τους, -χωρίς όμως να παραβλέπω ότι στο μεταξύ δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς Κατηγορουμένων για μεταβολή των συνθηκών τους που θα μπορούσε να μετριάσει περισσότερο την ποινή τους (βλ. Σωτήρης Ανραάμ ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365)- εξαιρουμένης της καθυστέρησης που επακολούθησε της καταχώρισης της υπόθεσης που οφειλόταν στην μη παραδοχή τους ή άλλως πως προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543), στο λευκό τους ποινικό μητρώο (αφού δεν έχουν παρουσιαστεί γεγονότα σχετικά με το ζήτημα αυτό από πλευράς Παραπονουμένης), τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης 2 ως αυτές έχουν προαναφερθεί•, έχω αποφασίσει, εν όψει και του στοιχείου της αποτροπής που προέχει, λόγω της συχνότητας στην διάπραξη των υπό συζήτηση αδικημάτων, ότι η αρμόζουσα, στην προκείμενη περίπτωση, ποινή, είναι αυτή του προστίμου σε ότι αφορά την Κατηγορουμένη 1 και της ποινής φυλάκισης σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 2, η έκταση των οποίων ποινών, σε ότι αφορά την κάθε κατηγορία ξεχωριστά, καθορίζεται, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας της ποινής (βλ. Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443), να είναι, σε ότι αφορά την Κατηγορουμένη 1 €400 σε κάθε κατηγορία που έχει καταδικαστεί και σε ότι αφορά την Κατηγορουμένη 2, τέσσερεις μήνες φυλάκιση σε κάθε κατηγορία που έχει καταδικαστεί, όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (βλ. Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403), ώστε να αντανακλούν σε όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν.
- Εν όψει της προαναφερόμενης κατάληξης μου, θα εξετάσω, κατά πόσο, συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη
- Η αναστολή ποινών φυλάκισης, διέπεται από το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/72, το οποίο αναφέρει, ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή δεν εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω Άρθρου του Νόμου 95/72, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η ποινή φυλάκισης με αναστολή, δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της [[iv]].
- Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τις οποίες αντλώ καθοδήγηση, αναφορικά με το εάν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186(Ι)/03 [[v]], στην προκείμενη περίπτωση.
- Στην υπόθεση Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017, αναφορά στην οποία γίνεται στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, η ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 186(Ι)/03 για αναστολή ποινής φυλάκισης, επεξηγήθηκε ως εξής: «Όπως δε έχει επισημανθεί στην Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/16 ημερ. 29.3.16, με αναφορά στην επί του θέματος προγενέστερη νομολογία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής. Στην υπό κρίση περίπτωση η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο εφεσείων είναι εξ αντικειμένου δεδομένη, με επιβαρυντικό το στοιχείο ότι το διέπραξε όντας δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές και μάλιστα ένστολος. Το γεγονός ότι το διέπραξε υπό καθεστώς εκβιασμού δεν μειώνει σε καμία περίπτωση τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά αντίθετα την επιτείνει εφόσον προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι όργανα του Νόμου και της Τάξεως - ως ήταν ο εφεσείων - είναι ευάλωτα σε εκβιασμούς και εύκολα υποχείρια παρανόμων για τέλεση έκνομων πράξεων. Όση δε βαρύτητα και να προσέδιδε ένα Δικαστήριο στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, μας είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος θα δικαιολογούσε αναστολή της ποινής. Τέτοια προσέγγιση θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση τέτοιων παραβατών και θα έπληττε αφενός σοβαρώς την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και αφετέρου θα αποδυνάμωνε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής που κατά πάγια νομολογία πρέπει να διέπουν αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως. Κατά συνέπεια καταλήγουμε πως δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης του Εφετείου στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος.».
- Στην περίπτωσή της Κατηγορουμένης 2, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης 2, οι οποίες θεωρώ, ως έχει προαναφερθεί, ότι δεν είναι ικανές να ικανοποιήσουν το αίτημα, αφού τέτοια απόφασης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους.
- Ίδια ήταν η προσέγγισης και του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, όπου το ζήτημα ετέθη ως εξής: «Σ΄ ό,τι δε αφορά το αίτημα τους για αναστολή εκτέλεσης των ποινών, καταλήξαμε ότι, λαμβανομένων υπόψη και των προσωπικών συνθηκών των εφεσιβλήτων, ικανοποίηση του αιτήματος δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ ό,τι αφορά τις συνέπειες από παραλείψεις απόδοσης στο Κράτος ποσών που εμπιστεύονται οι πολίτες στους εγγεγραμμένους στο μητρώο του Φ.Π.Α. ιδιώτες (βλ. συναφώς Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/16, ημερ. 17.3.17 που εξετάζει τους παράγοντες που συνεκτιμούνται από το Δικαστήριο για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του θέματος).».
- Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 168 του Κεφ. 154, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα έχουν προαναφερθεί που αφορούν την επιμέτρηση της ποινής της Κατηγορουμένης 1, η Κατηγορούμενη 1, επιπρόσθετα της προαναφερόμενης ποινής της, καταδικάζεται και σε €400 έξοδα της Παραπονούμενης. Καμία διαταγή για έξοδα σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 2 η οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 366, 367 και 368, το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 49 και 59 και Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 και Λάζος Λτδ ν Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ. 61). 17. Κατάληξη επί ποινής: Κατηγορία Ποινή Α. Στις κατηγορίες που καταδικάστηκε η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία: 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17, σε κάθε μία από αυτές Α.
(1). €400 σε κάθε μία κατηγορία Και επιπλέον
(2). €400 έξοδα της Παραπονούμενης Β. Στις κατηγορίες που καταδικάστηκε η Κατηγορουμένη 2: 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17, σε κάθε μία από αυτές Β. 4 μήνες άμεση φυλάκιση σε κάθε μία κατηγορία. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] βλ. τον Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμος του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008. [ii] Βλ. Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.245. [iii] Βλ. Χρίστου Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 130/2013, ημερομηνίας 16/05/2014, Γενικός Εισαγγελέας ν Κωνσταντίνου Κουκκίδη Ποινική Έφεση 98/2012, ημερομηνίας 19/02/2013, Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57. [iv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας v Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2014, Μενέλαος Νικολάου ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 20/03/2015 και Ποινική Έφεση Αρ. 37/2015, Πέτρος Σαμπουκασίδης ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 08/04/2015. [v] Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Σάββας Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Κώστα Χαραλάμπους Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν Οδυσσέα Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Μαρία Ηλιάδη ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.412, Κωνσταντίνου ν Αστυνομία
(2009)2ΑΑΔ 582 και Σκεύη Χριστοδούλου ν Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, όπου αναλύθηκαν τα κριτήρια που εφαρμόζονται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, τονίστηκε ότι: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήταν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο