Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φώτιος Κετάνης, Αρ. Υπόθεσης: 8207/2016, 19/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8207/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Φώτιος Κετάνης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Μάγος Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 4 κατηγορίες και ειδικότερα στις κατηγορίες υπέρβασης ορίου ταχύτητας, παράλειψης να συμμορφωθεί με την ένδειξη του κόκκινου φανού, οδήγηση χωρίς μπροστινά φώτα και παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων έχουν ανευρεθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 3.8.2017. Τα επαναλαμβάνω κατωτέρω: Στις 14.12.2015 και ώρα 23:00 ενώ o ΜΚ2 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στην λεωφόρο Αρχαγγέλου στην Έγκωμη, στόχευσε με το ταχύμετρο υπ' αριθμό 2508 από απόσταση 220 μέτρων το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΤΒ692 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο και κατευθυνόταν από τα φώτα Κύκκου προς τα φώτα K-Cineplex κινούμενο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση την πορεία του και διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΤΒ692 κινείτο με ταχύτητα 151ΧΑΩ. Ο ΜΚ2 φορώντας μαύρη στολή με φωσφορούχες λωρίδες και φωσφορούχο γιλέκο εισήλθε εντός του δρόμου και ειδικότερα στο μέσο των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει χρησιμοποιώντας την κόκκινη λυχνία. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να το πράξει, αναπτύσσοντας ταχύτητα. Αφού το πιο πάνω όχημα πέρασε από το σημείο που στεκόταν ο ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος έσβησε τα φώτα πορείας του και συνέχισε την πορεία του κατευθυνόμενος προς το K-Cineplex περνώντας από τη διασταύρωση των οδών Αρχαγγέλου και Πυράσου παραβιάζοντας κόκκινο φωτεινό σηματοδότη και αποχώρησε από το σημείο. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε με βαθμούς ποινής. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, τα εξής: Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 ετών, ανύπανδρος και άτεκνος. Διαμένει στην οικία της μητέρας του μαζί με τη συμβία του και τις 4 αδερφές του. Ο πατέρας του κατάγεται από την Ελλάδα και είναι άνεργος ενώ η μητέρα του είναι Κύπρια και εργάζεται ως καθηγήτρια. Οι γονείς του Κατηγορουμένου χώρισαν πριν από τέσσερα χρόνια εξαιτίας του εθισμού του πατέρα του Κατηγορουμένου στον τζόγο. Το διαζύγιο ήταν δύσκολο και είχε σοβαρές επιπτώσεις σ' όλα τα μέλη της οικογένειας. Παρόλο που οι οικογενειακές σχέσεις περιγράφονται ως αρμονικές, ο πατέρας εξακολουθεί να παρεμβαίνει και να ενοχλεί με διάφορους τρόπους τα μέλη της οικογένειας, απαιτώντας χρήματα και άλλη βοήθεια. Ο Κατηγορούμενος ολοκλήρωσε το Λύκειο και συνέχισε τις σπουδές του στο ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης, στον κλάδο της φυσικοθεραπείας. Απαλλάχτηκε από την υποχρέωση του να υπηρετήσει στην Εθνική Φρουρά λόγω της ελληνικής του υπηκοότητας. Μετά την επιστροφή του από τις σπουδές, εργάστηκε ως υπάλληλος σε περίπτερο για 4 χρόνια και στην συνέχεια ασχολήθηκε με την βαφή αυτοκινήτων. Ως το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας ανέλαβε από μικρή ηλικία να στηρίξει οικονομικά την μητέρα του και επιβαρύνθηκε με αρκετές οικογενειακές ευθύνες γεγονός που του προκάλεσε άγχος και δυσκολίες. Όπως αναφέρει, απευθύνθηκε σε ψυχίατρο και διαγνώστηκε με κατάθλιψη και στρες. Έκτοτε λαμβάνει φαρμακοθεραπεία. Τον Ιούλιο του 2017 έχει αγοράσει επιχείρηση φανοποιού στην Λευκωσία, όπου απασχολείται. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής ευημερίας και ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο και ατυχές περιστατικό. Επισήμανε ότι ο Κατηγορούμενος χρειάζεται την άδεια οδήγησης του για τους σκοπούς της εργασίας του ως φανοποιός. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρές, όπως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Πέραν τούτου, η σοβαρότητα των αδικημάτων διαφαίνεται και μέσα από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία νεαρά πρόσωπα διαπράττουν τροχαία αδικήματα παρόμοιας φύσης κάτι το οποίο δείχνει την απαξίωση των νέων προς τους Νόμους και Κανονισμούς. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Στις πλείστες των περιπτώσεων, η υπερβολική ταχύτητα αποτελεί και τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών ή και θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Έχοντας λοιπόν κατά νου τα πιο πάνω, κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλω, λαμβάνω υπόψη ως μετριαστικούς παράγοντες το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Η εξατομίκευση όμως της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως είναι και το αδίκημα της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του παραβάτη λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Επίσης στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Στην υπόθεση Εμαννουήλ Κυριακάκης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 134, επικυρώθηκε η ποινή άμεσης φυλάκισης, των 15 ημερών για ταχύτητα 202 αντί 100 ΧΑΩ. Ο εφεσείων ήταν άτομο λευκού ποινικού μητρώου χωρίς βαθμούς ποινής και είχε παραδεχτεί άμεσα τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ούτε οι προσωπικοί παράγοντες ούτε και οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος θα πρέπει να εξουδετερώσουν μια ποινή η οποία, υπό τις περιστάσεις, θα πρέπει να είναι αυστηρή και αποτρεπτική. Στην προκειμένη περίπτωση η ποινή δικαιολογείτο να είναι αυστηρή και αποτρεπτική ένεκα του ύψους της ταχύτητας, που ήταν υπερδιπλάσια του επιτρεπομένου ορίου, του γεγονότος ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και έχουν καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές και του γεγονότος ότι ο εφεσείων πράγματι επέδειξε εγωιστική αδιαφορία για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο.» Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρόπο που χρησιμοποίησε το όχημα του ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια τόσο του εαυτού του όσο και των υπολοίπων ανθρώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Όπως εξηγεί ο, Γ. Πικής, στο σύγγραμμά του, Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, Sentencing Revised, 2007, στη σελίδα 245, σε αδικήματα που αφορούν σε υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, το μέγεθος της υπέρβασης δεν είναι το μοναδικό κριτήριο για την επιλογή της τιμωρίας. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τις συνέπειες της υπέρβασης αυτής, ειδικότερα τη φύση και την έκταση του κινδύνου που δημιουργήθηκε στο δρόμο από την υπέρβαση αυτή. Από την άλλη, πρέπει να επισημανθεί ότι οδηγός ο οποίος κινείται με μεγάλη ταχύτητα, σίγουρα θα έχει περιορισμένο χρόνο αντίδρασης σε οτιδήποτε συμβαίνει στον δρόμο. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τον κατηγορούμενο είναι η φυλάκιση. Συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών πλέον 6 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού επιβάλλεται συνήθως ως μέτρο που στοχεύει να δώσει στον παραβάτη μια ύστατη ευκαιρία για να αναμορφώσει την οδική του συμπεριφορά. Το μέτρο αυτό υπενθυμίζει στον παραβάτη ότι η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 299, Louroutziatis v. Republic
(1983)2 CLR 125, 128, Μιχαήλ Σαρίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465). Όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την αναγκαιότητα της άδειας οδήγησης λήφθηκαν υπόψη στο εύρος της αποστέρησης. Αν και δεν υπήρξε σχετική εισήγηση από την υπεράσπιση, θα εξετάσω αυτεπαγγέλτως κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
- Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
- Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
- Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Λαμβάνω υπόψη μου την διαγωγή του κατηγορουμένου μετά την διάπραξη των αδικημάτων αφού έκτοτε έχουν παρέλθει δύο έτη και δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο τροχαίο αδίκημα. Τούτο προκύπτει από το ότι δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε βαθμό ποινής. Χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και την ανάγκη για αποτροπή και ισοζυγίζοντας όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου καθώς επίσης και τις προσωπικές του περιστάσεις και ειδικότερα, το γεγονός ότι πρόκειται για νέο που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ζωή του και προσπαθεί να ορθοποδήσει έχοντας αγοράσει φανοποιείο με σκοπό να βοηθήσει την οικογένεια του, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση σε αυτόν μίας δεύτερης ευκαιρίας. Κατά συνέπεια, θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και θα αναστείλω την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε για περίοδο τριών ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής] Έχοντας αναστείλει την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην 1η Κατηγορία προχωρώ να επιβάλω ποινή στις λοιπές κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, έχοντας κατά νου ότι η επιβολή χρηματικής ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση των λόγων που ώθησαν το Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή φυλάκισης. (βλ. Eracleous ν. Police,
(1984)2 Α.Α.Δ. 441). Συνυπολογίζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, όπως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, επιβάλλω περαιτέρω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η Κατηγορία χρηματική ποινή €200 πλέον 2 βαθμοί ποινής Στην 3η Κατηγορία χρηματική ποινή €100 Στην 4η Κατηγορία χρηματική ποινή €200 Ο Κατηγορούμενος να καταβάλει επίσης €120 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής [Υπ.] .............. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο