Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 21270/2016, 25/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21270/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Νικολάου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου, 2017 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για κατηγορούμενη: κ. Αρ. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή στα ακόλουθα αδικήματα:
- Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η Κατηγορία)
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000(2η Κατηγορία)
- Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του Άρθρου 235Α
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα (6η Κατηγορία) 4. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8(Ι), 49
(1)(α),54 και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου Ν.94(Ι)/2001(7η Κατηγορία) 5. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με άδεια οδήγησης μαθητευόμενου οδηγού χωρίς να επιβαίνει στο πρόσθιο διπλανό κάθισμα πρόσωπο που να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 14, 16
(1), 50
(1)και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου Ν.94(Ι)/2001(8η Κατηγορία) 6. Προσαρμογή σιδερένιας κατασκευής στην καμπίνα μηχανοκίνητου οχήματος τύπου αμαξώματος Double Cabin Pick Up, κατά τέτοιο τρόπο που να μην συνάδει με το πιστοποιητικό συμμόρφωσης το οποίο προσκομίζεται κατά την εγγραφή του οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 55
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 86/72 (9η Κατηγορία)
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 86/72 (13η Κατηγορία) Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Τεκμήριο Α), στις 12.3.2016 και περί ώρα 10:50, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο ΑΑΜ378 τύπου διπλοκάμπινο, στον κεντρικό δρόμο του χωριού Άλωνα της Επαρχίας Λευκωσίας με κατεύθυνση από την πλατεία του εν λόγω χωριού προς το χωριό Φτερικούδι. Ο κεντρικός δρόμος του χωριού Άλωνα είναι διπλής κατευθύνσεως με δυο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, χωρίς όμως οδική σήμανση. Αριστερά και δεξιά του δρόμου, υπάρχει μονή κίτρινη γραμμή και μετά από αυτή υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο ακανόνιστου πλάτους. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ημέρα και ο καιρός ήταν αίθριος. Λίγα μέτρα πριν ο Κατηγορούμενος εξέλθει με το όχημα του από το χωριό Άλωνα, κινήθηκε δεξιότερα στον δρόμο και χτύπησε με το όχημα του σε μεταλλική σκάλα η οποία ήταν τοποθετημένη στην άκρη του δρόμου δεξιά ως η πορεία του. Η πρώτη επαφή με την σκάλα έγινε με το δεξί καθρεφτάκι του οχήματος του Κατηγορουμένου και ακολούθως με μεταλλική κατασκευή η οποία ήταν τοποθετημένη στην καρότσα του διπλοκάμπινου. Πάνω στην εν λόγω σκάλα στεκόταν ο Σωφρόνης Σωφρονίου ηλικίας 67 ετών (στο εξής «το θύμα»). Το θύμα ασχολείτο με το κλάδεμα κληματαριάς η οποία βρισκόταν κατά μήκος του δρόμου σε ύψος 4,30μ. Από το κτύπημα, τόσο η σκάλα όσο και το θύμα έπεσαν στην άσφαλτο. Μετά το δυστύχημα ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο μέρος για λίγο συνομιλώντας με παρευρισκόμενους και στην συνέχεια έφυγε χωρίς να δώσει σε οποιοδήποτε τα προσωπικά του στοιχεία ή τα στοιχεία του οχήματος του. Την σκηνή επισκέφθηκαν οι Μ-8 και Μ-9 και εκεί συνάντησαν τον Μ-1 ο οποίος τους πληροφόρησε για τις συνθήκες του δυστυχήματος δίνοντας τους και τα στοιχεία που αφορούσαν τις πινακίδες εγγραφής του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου καθώς επίσης και την κατεύθυνση που ακολούθησε φεύγοντας από την σκηνή. Την ίδια μέρα με βάση τα πιο πάνω στοιχεία, ο Μ-9 μετέβη στο χωριό Φτερικούδι όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο στην οικία του. Ανακρινόμενος προφορικά, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την ανάμειξη του στο δυστύχημα. Στην συνέχεια, ο Μ-9 τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη και του ζήτησε όπως τον ακολουθήσει με το όχημα του στο σημείο του δυστυχήματος. Το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι από την πτώση στο έδαφος, και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Κυπερούντας. Εκεί διασωληνώθηκε και στην συνέχεια λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εισήχθη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Δυστυχώς, στις 14.3.2016 και ώρα 13:10 υπέκυψε στα τραύματα του. Μετά από διενέργεια νεκροψίας, η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου διαπίστωσε ότι ο θάνατος επήλθε από κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυσυχήματος. Από την διερεύνηση του δυστυχήματος προέκυψαν τα ακόλουθα: Στο σημείο του δυστυχήματος και ειδικότερα στην δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του κατηγορούμενου, το ασφάλτινο παγκέτο είναι μήκους 0,80m και μετά το ασφάλτινο παγκέτο υπάρχει αυλάκι βάθους 0,30m. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορουμένου, το ασφάλτινο παγκέτο στο σημείο του δυστυχήματος είναι 0,60m, στην συνέχεια υπάρχει τσιμεντένιο στηθαίο ύψους 0,70m και μετά ακολουθεί γκρεμός. Πριν το σημείο του δυστυχήματος ο δρόμος ως η πορεία του κατηγορούμενου, είναι ευθύς και ελαφρώς κατηφορικός. Στην συνέχεια υπάρχει στροφή δεξιά και ο δρόμος γίνεται ελαφρώς ανηφορικός και συνεχίζει ευθύς για 40 μέτρα μέχρι το σημείο του δυστυχήματος. Συνεπώς, η απόσταση από το σημείο που ο κατηγορούμενος πέρασε την αναφερόμενη πιο πάνω δεξιά στροφή του δρόμου ως η πορεία του, μέχρι την μεταλλική σκάλα ήταν 40 μέτρα. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Κατά την διερεύνηση του πιο πάνω τροχαίου δυστυχήματος προέκυψαν οι λοιπές κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής. Στις 6.9.2016 ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία για τα αδικήματα που αφορά η παρούσα υπόθεση και παραδέχτηκε την διάπραξη τους εκφράζοντας παράλληλα την απολογία του. Δεδομένης της σοβαρότητας του αδικήματος και της προβλεπόμενης στο νόμο ποινής, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας στην οποία αναφέρονται οι κοινωνικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Συνοψίζοντας τα όσα καταγράφονται στην εν λόγω έκθεση, αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 84 ετών. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια, μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και είναι το έβδομο από τα εννιά παιδιά της οικογένειας του. Είναι απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και σε ηλικία 12 ετών ξεκίνησε να εργάζεται ως ράφτης για 14 χρόνια. Σε ηλικία 26 ετών, γνώρισε την σύζυγο του και μετά από δυο χρόνια τέλεσε το γάμο του. Από το γάμο του απέκτησε πέντε παιδιά, τα οποία μεγάλωσαν στο χωριό Φτερικούδι ενώ σήμερα διαμένουν με τις δικές τους οικογένειες. Κατά τη διάρκεια του γάμου του, ο Κατηγορούμενος εργάστηκε ως εργάτης στα μεταλλεία Καλαβασού για 4 χρόνια και ακολούως ως εργάτης στις οικοδομές μέχρι την αφυπηρέτηση του. Σήμερα, ο Κατηγορούμενος διαμένει με τη σύζυγο του σε ιδιόκτητη οικία στο Φτερικούδι. Διατηρεί άριστες σχέσεις τόσο με τη σύζυγο του όσο και με τα παιδιά και εγγόνια του. Ο Κατηγορούμενος λαμβάνει €500 Μηνιαίως ως σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η σύζυγος του λαμβάνει €300 Μηνιαίως, επίσης ως σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Δεν υπάρχουν στο όνομα του ιδίου, ή της συζύγου του οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις. Η δε σύζυγος του είναι ιδιοκτήτρια της οικίας όπου διαμένουν και ενός ακινήτου στο Φτερικούδι το οποίο χρησιμοποιείται σαν φάρμα για την εκτροφή ζώων. Τέλος, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με χρέος ύψους €8000 για το οποίο καταβάλλεται μηνιαία δόση €
- Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ειδικότερα υπερτασική καρδιοπάθεια, οστεοαρθρίτιδα, δισκοπάθεια, κινείται με μπαστούνι και έχει ανάγκη από φροντίδα επί 24ωρης βάσης (βλ Τεκμήριο Ε). Αναφορικά με την στάση του απέναντι στο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, ο Κατηγορούμενος δήλωσε στην λειτουργό του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας ότι συνειδητοποιεί την σοβαρότητα και εκφράζει μεταμέλεια. Μετά το ατύχημα ήταν για μέρες θλιμμένος και σοκαρισμένος. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο κ. Γεωργίου εξέφρασε κατ' αρχήν την απολογία του Κατηγορουμένου προς την οικογένεια του θανόντος. Σε σχέση με τα γεγονότα του δυστυχήματος, επισήμανε ότι το σημείο όπου έγινε το δυστύχημα είναι πυκνοκατοικημένο και ότι το θύμα είχε τοποθετήσει την σκάλα και κατ' επέκταση τον εαυτό του εντός δημόσιου δρόμου. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι τούτα συνηγορούν στο ότι το θύμα έφερε συντρέχουσα ευθύνη για το ατύχημα το οποίο συνέβηκε. Περαιτέρω, ο τρόπος με τον οποίο είχε τοποθετηθεί η σκάλα στένευε περισσότερο τον ήδη στενό δρόμο. Ο Κατηγορούμενος είχε εντοπίσει την σκάλα η οποία παρουσίαζε κλίση προς μέση του δρόμου και προσπάθησε να την αποφύγει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Λόγω της ακτινοβολίας του ήλιου δεν είχε προηγουμένως εντοπίσει το θύμα το οποίο ήταν επάνω στην σκάλα. Η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο κατηγορούμενος ήταν ελάχιστη (5 ΧΑΩ). Ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκε ο κατηγορούμενος, οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και όχι σε εγωιστική συμπεριφορά. Ο Κατηγορούμενος, αφού άκουσε θόρυβο, σταμάτησε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Τότε είδε τη σκάλα και το θύμα στο έδαφος. Ακολούθως, δέχτηκε φραστική επίθεση από την σύζυγο του αποβιώσαντος και έτσι σοκαρίστηκε. Ακόμα περισσότερο σοκαρίστηκε βλέποντας το αίμα από το κεφάλι του θύματος κάτι που τον ώθησε να μπει στο αυτοκίνητο του και να πάει στο χωριό του το Φτερικούδι, το οποίο είναι δίπλα από την Άλωνα. Εκεί περίμενε την Αστυνομία. Ο Μ-9 στην κατάθεση του ανέφερε ότι η πρώτη φράση που είπε ο κατηγορούμενος όταν τον επισκέφτηκε στο σπίτι του ήταν «Εκαρτέρουν σας». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος είπε στον Μ-9 «Ήταν να έρτω πίσω να σας έβρω». Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την παραδοχή του Κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι παρά τα 84 χρόνια ζωής του δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα τροχαίας φύσης. Επισήμανε επίσης τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Πρόσθεσε ότι η ημέρα του επίδικου δυστυχήματος ήταν και η τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος οδήγησε μηχανοκίνητο όχημα. Έκτοτε δεν οδηγεί, ούτε προτίθεται να οδηγήσει ξανά λόγω και της κατάστασης της υγείας στην οποίαν βρίσκεται. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Αδιαμφισβήτητα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Εκτός όμως τούτου, οι ανησυχητικές διαστάσεις του φαινομένου των τροχαίων ατυχημάτων είναι εμφανείς. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Τούτο επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. Στην τελευταία αυτή υπόθεση συγκεφαλαιώθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα: «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.» Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο εφεσείων δεν πρόσεξε την παρουσία ενός παιδιού ηλικίας 10 ετών στο δρόμο παρά τον ικανοποιητικό φωτισμό και την ανεμπόδιστη θέα της περιοχής του δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την πράξη του Κατηγορουμένου: «Η παράλειψή του να επισημάνει την παρουσία του θύματος στο δρόμο χωρίς να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο σε συσχετισμό με τον φωτισμό της περιοχής και την ορατότητα που απολάμβανε εύλογα οδήγησαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα στο πλαίσιο της ολότητας των γεγονότων της υπόθεσης ότι ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα που προσδιορίζει το άρθρο 210. Επισημαίνουμε όμως ότι η αμέλεια του δεν επιβαρύνετο με το στοιχείο της αδιαφορίας για την τύχη του θύματος, που είναι παράγοντας κεφαλαιώδους σημασίας για τον καθορισμό της ποινής. Πρόθεση του Εφεσείοντα ήταν να διασταυρώσει την οδό Νικοδήμου Μυλωνά ώστε να εισέλθει στην οδό Δοϊράνη, η οποία βρίσκεται απέναντι και δεξιότερα από την οδό Δημόκριτου, πάροδο της Νικοδήμου Μυλωνά, απ' όπου εισήλθε στον κύριο δρόμο. Πριν προχωρήσει στον κύριο δρόμο σταμάτησε όπως είναι παραδεκτό· εισήλθε στον κύριο δρόμο, όταν η πορεία του ήταν απρόσκοπτη και προχώρησε, όπως κατέδειξε η μαρτυρία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, με χαμηλή ταχύτητα. Η αμέλειά του δεν μπορεί να αποδοθεί είτε σε αδιαφορία είτε σε επικίνδυνη χρήση του δρόμου. Συναρτάται περισσότερο με στιγμιαία απροσεξία ή αβλεψία.». Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στον Κατηγορούμενο 4 μήνες φυλάκισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού ανέφερε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο και αφού διαπίστωσε ότι τα γεγονότα, τα οποία συνέθεταν την αμέλεια του εφεσείοντα, δεν επιβαρύνονταν με το στοιχείο της αδιαφορίας διέταξε την άμεση απόλυση του. Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, αφού εξέτασα τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα, κρίνω ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το υπό εξέταση αδίκημα φανερώνουν δυστυχώς ότι, παρά την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος, υπήρξε εκ μέρους του αποτυχία να δει ότι το θύμα βρισκόταν σε σκάλα η οποία ήταν τοποθετημένη εν μέρει εντός του δημόσιου δρόμου. Η έλλειψη επιμέλειας του Κατηγορουμένου ήταν αναμφίβολα μεγάλη και οι συνέπειες της τραγικές. Θεωρώ ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου μπορεί να καταταχθεί στην έννοια της επικίνδυνης πράξης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στιγμιαία αβλεψία. Σε κάποιο βαθμό, η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας. Και τούτο διότι, ενώ ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την ύπαρξη της σκάλας στον δρόμο και ενώ υπήρχε ορατότητα περί τα 40 μέτρα από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος εξήλθε της δεξιάς στροφής κατευθυνόμενος προς το σημείο όπου ήταν τοποθετημένη η σκάλα, εντούτοις ήρθε σε επαφή με αυτή ανατρέποντας την. Περαιτέρω, η ύπαρξη σκάλας στον δρόμο σε συνδυασμό με την ύπαρξη κλήματος στο σημείο, έπρεπε να είχε θέσει σε εγρήγορση τον Κατηγορούμενο ο οποίος όφειλε να εξετάσει προσεκτικότερα το ενδεχόμενο ύπαρξης ανθρώπου πάνω στην σκάλα. Επίσης, ο Κατηγορούμενος είχε μπροστά του μια απόσταση 40 μέτρων για να θέσει τέρμα στην επικίνδυνη συμπεριφορά του και να κινηθεί αριστερότερα στο οδόστρωμα, ως εξάλλου όφειλε με βάσει τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς (βλ. 58
(5)(α) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 86/72). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μοδέστου Νικολάου , Ποινική Έφεση 217/2016, ημερομηνίας 11.5.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο αντικαθιστώντας την χρηματική ποινή με ποινή φυλάκισης 3 μηνών, ανέφερε τα εξής (απόφαση πλειοψηφίας): «Σ' ένα δρόμο ευθύ, χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο, ο εφεσίβλητος οδηγούσε, αδιαφορώντας, όπως αποδείχθηκε, για τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Η συμπεριφορά αυτή ανάγεται σε επικίνδυνη οδήγηση, που δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ότι υποβαθμίστηκε πρωτοδίκως και διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής από το δικαστήριο. . . . Στην προκείμενη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το θύμα διασταύρωνε μια πλατιά λεωφόρο από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του εφεσιβλήτου, δεν είχε αντιληφθεί το θύμα το οποίο είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση, η αμέλεια που υπέδειξε, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Υπ' αυτή τη θεώρηση, κρίνεται ότι, υπό τις περιστάσεις, η μόνη επιβαλλόμενη ποινή ήταν η ποινή της φυλάκισης και ως συνέπεια τούτου, η επιβληθείσα χρηματική ποινή κρίνεται ως έκδηλα ανεπαρκής και επιβάλλεται η παρέμβασή μας. Η αμέλεια την οποία υπέδειξε, υπό τις περιστάσεις, όπως την αναλύσαμε πιο πάνω, επιβάλλει την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας.» Κάθε περίπτωση κρίνεται στην βάση των δικών της δεδομένων. Δεν παραγνωρίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος κινούταν με χαμηλή ταχύτητα. Οι πράξεις του κατηγορουμένου, αν και εμπεριέχουν σε κάποιο βαθμό το στοιχείο της αδιαφορίας εμπεριέχουν ακόμα ένα στοιχείο το οποίο θα ληφθεί σοβαρά υπόψη ως ελαφρυντικό υπέρ του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, κρίνω ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου οφείλεται σε λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment). Δεν προκύπτει με κανένα τρόπο ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε με πρόθεση να ανατρέψει την σκάλα ή με πρόθεση κακής οδήγησης. Από όσα αναφέρθηκαν από την υπεράσπιση και δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα αρχή, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να αποφύγει την σκάλα χωρίς όμως να το κατορθώσει. Τούτο δεν αναιρεί την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 210 του Κεφ. 154. Το σφάλμα του κατηγορουμένου είναι δεδομένο. «Σφάλμα» σύμφωνα με την νομολογία δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Υπάρχει σφάλμα ακόμα και εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674). Επίσης, είναι αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος ότι κάποιος έδρασε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (did his incompetent best) (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088). Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα προς όφελος του Κατηγορουμένου, ότι το θύμα το ίδιο έθεσε τον εαυτό του σε μια επικίνδυνη κατάσταση τοποθετώντας την σκάλα του σε δημόσιο δρόμο με σκοπό να ανεβεί σε αυτή με σκοπό να κλαδέψει. Από την άλλη, από την στιγμή που μια περιοχή χαρακτηρίζεται ως «κατοικημένη» και το όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 50 ΧΑΩ η ύπαρξη εμποδίων που οφείλεται σε ανθρώπινο παράγοντα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και οι οδηγοί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Πέραν των πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχουν εναντίον του Κατηγορουμένου επιβαρυντικοί παράγοντες, ως αυτοί αναφέρθηκαν στην R v. Βοswell (ανωτέρω). Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος διέπραξε σωρεία άλλων τροχαίων αδικημάτων ως αυτά περιγράφονται στις Κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε την παραδοχή του. Τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή είναι ιδιαίτερα σοβαρά και τούτο διαφαίνεται στις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Θα σταθώ ειδικότερα στο αδίκημα της 6ης Κατηγορίας. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει την σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζομένων και χωρίς την παροχή σε αυτούς οιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωϊστική συμπεριφορά. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στο άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα, είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Δεν μου διαφεύγει ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από περιπτώσεις όπου ο ενεχόμενος στο δυστύχημα οδηγός εγκαταλείπει το θύμα του έρημο και αβοήθητο. Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα γεγονότα, πριν ο Κατηγορούμενος αποχωρήσει από την σκηνή κατέβηκε από το όχημα του και κατευθύνθηκε προς το σημείο όπου βρισκόταν το θύμα. Αφού συνομίλησε για λίγο με παρευρισκόμενους αποχώρησε λόγω φραστικής επίθεσης που δέχτηκε. Η αποχώρηση του κατηγορουμένου από το σημείο δεν είχε ως συνεπακόλουθο, το θύμα να μείνει αβοήθητο αφού στο σημείο υπήρχαν άλλα πρόσωπα. Περαιτέρω, δεν προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο ότι η αποχώρηση του Κατηγορουμένου από το σημείο είχε ως σκοπό την απόκρυψη της ταυτότητας του. Οι πινακίδες εγγραφής του οχήματος του ήταν εμφανείς και θα ήταν αδαής κάποιος να πιστεύει ότι ο δεν θα εντοπιζόταν μέσω αυτών. Από την άλλη, όσο δύσκολο και να ήταν για τον Κατηγορούμενο την δεδομένη στιγμή, όφειλε να συγκροτηθεί ψυχικά και να παραμείνει στην σκηνή τόσο για να βοηθήσει το θύμα αν τούτο καθίστατο αναγκαίο, αλλά και στην διερεύνηση του δυστυχήματος. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ως ελαφρυντικό υπέρ του Κατηγορουμένου, την παραδοχή του η οποία σύμφωνα με τη νομολογία αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Σοβαρός μετριαστικός παράγοντας είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας καθώς και το λευκό του ποινικό μητρώο το οποίο πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το προχωρημένο της ηλικίας του. Παρά τα 84 του χρόνια ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει την εικόνα ενός νομοταγούς και κοινωνικά σωστού πολίτη. Στην υπόθεση Νίκος Χ" Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453 λέχθηκαν μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Στα πιο πάνω πρέπει να προστεθεί ότι, όπως παρατήρησε και η ευπαίδευτη Δικαστής, ο Εφεσείων, στα 50 χρόνια του, δεν έχει άλλως πως απασχολήσει τα Δικαστήρια και παρουσιάζει την εικόνα ενός καθ' όλα νομοταγούς και κοινωνικώς σωστού πολίτη. Ο παράγων αυτός λαμβάνεται υπ' όψη (ίδε Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και ιδιαιτέρως Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241) και, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, προσθέτει έρεισμα στην έφεση ώστε η σημασία του να πρέπει να αντανακλάται δεόντως στην ποινή.» Παρά την ύπαρξη των πιο πάνω σοβαρών ελαφρυντικών στοιχείων, κρίνω ότι ταυτόχρονη διάπραξη πολλών και σοβαρών τροχαίων αδικημάτων εκ μέρους του Κατηγορουμένου καθιστά την παρούσα περίπτωση, κατάλληλη για επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην 1η Κατηγορία και ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 6η Κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα στην 1η Κατηγορία, 6 μηνών από σήμερα στην 5η Κατηγορία και 4 μηνών από σήμερα στην 6η Κατηγορία. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
- Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
- Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
- Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα περίπτωση, χωρίς να παραγνωρίζω ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο, καλού χαρακτήρα και παρουσιάζεται μεταμελημένος. Συνυπολογίζω επίσης ότι ο κατηγορούμενος μετά την διάπραξη του αδικήματος έχει εγκαταλείψει οποιαδήποτε πρόθεση να οδηγήσει εκ νέου και δεν έχει έκτοτε διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Πρόκειται για άτομο που παρά την ηλικία του δεν έχει απασχολήσει στο παρελθόν για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Τέλος λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και χρήσει 24ωρης μέριμνας και φροντίδας. Εν όψει των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών διάπραξης των αδικημάτων κρίνω ότι η ανάγκη για ειδική αποτροπή στην παρούσα περίπτωση ατονεί. Υπό το φως του συνόλου των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] Έχοντας αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν ανωτέρω προχωρώ να επιβάλω ποινή στις λοιπές κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, έχοντας κατά νου ότι η επιβολή χρηματικής ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση των λόγων που ώθησαν το Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή φυλάκισης (βλ. Eracleous ν. Police,
(1984)2 Α.Α.Δ. 441). Συνυπολογίζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου επιβάλλω περαιτέρω σε αυτόν τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η Κατηγορία χρηματική ποινή €200 Στην 7η Κατηγορία χρηματική ποινή €200 Στην 8η Κατηγορία καμία ποινή Στην 9η Κατηγορία χρηματική ποινή €200 Στην 13η Κατηγορία χρηματική ποινή €100 [Υπ.] .............. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο