← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Stanislav Stefanov, Αρ. Υπόθεσης: 1081/2015, 11/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Stanislav Stefanov, Αρ. Υπόθεσης: 1081/2015, 11/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1081/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Stanislav Stefanov Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για Κατηγορούμενη: κ. Α. Πολυκάρπου με κα M. Καλλένου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 20.9.2014 στην Λεωφόρο Καλλιπόλεως στην Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KNQ466 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε περαιτέρω ένα μάρτυρα υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πιο κάτω παραθέτω τις σημαντικότερες πτυχές της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα και παράλληλα προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου. Αστ. 3863 Σταύρος Αγιώτης (ΜΚ 1) Ως πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Αστ. 3863, ο οποίος είναι τοποθετημένος στο τμήμα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων Τροχαίας Λευκωσίας. Αυτός υιοθέτησε το περιεχόμενο της Κατάθεσης του (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι στις 20.9.2014 και ώρα 02:25 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την ίδια μέρα περί τις 02:00 στη λεωφόρο Καλλιπόλεως στην Λευκωσία. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο KNQ466 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, το φορτηγό ΚΧΕ017 που οδηγούσε ο Ευάγγελος Σοφοκλέους (ΜΚ3) και το σταθμευμένο αυτοκίνητο KLB159 με υπεύθυνη οδηγό την Δήμητρα Χατζηγεωργίου (ΜΚ2). Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο Ευάγγελος Σοφοκλέους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας και ο καιρός ήταν αίθριος. Στο δρόμο όπου έγινε το δυστύχημα υπάρχει ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Τα φώτα των αυτοκινήτων είχαν ακτίνα 40 μέτρα. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και ο δρόμος ευθύς και επίπεδος. Πρόκειται για δρόμο διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις στο σημείο του δυστυχήματος διαχωρίζονται μεταξύ τους από άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Αριστερά του δρόμου με κατεύθυνση την λεωφόρο Διγενή Ακρίτα υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο και πιο αριστερά πεζοδρόμιο. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ. Η ορατότητα του Κατηγορούμενου και του Ευάγγελου Σοφοκλέους ως η πορεία που ακολουθούσαν, ελέγχθηκε με αστυνομικό όχημα και ήταν περίπου 50 μέτρα. Στην σκηνή του δυστυχήματος βρέθηκαν ίχνη εκτροπής από τον δεξί μπροστινό τροχό του αυτοκίνητου KNQ
  1. Το αυτοκίνητο KNQ466 υπέστη ζημιά στην δεξιά μπροστινή πλευρά και ειδικότερα στον προφυλακτήρα, φτερό και πόρτα οδηγού. Το φορτηγό ΚΧΕ017 υπέστη ζημιά στην δεξιά πλευρά μπροστά από τον πισινό τροχό και τρίψιμο την αριστερή πλευρά από την ανατροπή. Με βάση τις πορείες και τις ζημιές των δύο οχημάτων και τα ίχνη που εντοπίστηκαν από την σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων, ο ΜΚ1 εντόπισε το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων KNQ466 και ΚΧΕ
  2. Ετοίμασε δε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) στο οποίο σημείωσε μεταξύ άλλων το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου KNQ466 και του φορτηγού ΚΧΕ017 με το γράμμα X. Ακολούθως, ο ΜΚ1 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εντόπισε τον Ευάγγελο Σοφοκλέους και τον Κατηγορούμενο. Προέβη σε έλεγχο αλκοόλης και το αποτέλεσμα για τον Ευάγγελο Σοφοκλέους είχε ένδειξη 0% και για τον Κατηγορούμενο είχε ένδειξη 12%. Στις 4.10.2014, στην οικία του Κατηγορουμένου λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον τελευταίο (Τεκμήρια 4 και 5). Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το σχέδιο εκτός από το σημείο σύγκρουσης το οποίο ήταν σημειωμένο με το γράμμα "X" και υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης, το σημείο που σημειώθηκε με το γράμμα "Χ2". Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για το ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KNQ466 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και απάντησε ότι δεν συμφωνεί καθώς οδηγούσε κανονικά και με την δέουσα προσοχή (Τεκμήρια 6 και 7). Στην συνέχεια, ο ΜΚ1 ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 3). Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν συμφωνεί με το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο Κατηγορούμενος αλλά με το σημείο Χ το οποίο βρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινούταν το φορτηγό και ειδικότερα σε απόσταση 1,30 μέτρων από την γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα λόγω των ιχνών εκτροπής που προκλήθηκαν από τον δεξί μπροστινό τροχό του οχήματος KNQ
  3. Τα εν λόγω ίχνη εκτροπής δημιουργήθηκαν αμέσως μετά την σύγκρουση των δύο οχημάτων και ξεκινούν από το σημείο Χ, ήτοι στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινούταν το KXE
  4. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 επισήμανε ότι στο συμμετρικό σχέδιο διαφαίνεται ότι όταν κάποιος κατευθύνεται προς την Διγενή Ακρίτα ο δρόμος είναι ευθύς μέχρι που αρχίζει να παρουσιάζει στροφή προς τα δεξιά. Η εν λόγω στροφή ξεκινά λίγα μέτρα μετά το τέλος της παρόδου Δεληγιάννη αλλά δεν μπορούσε να καθορίσει επακριβώς την απόσταση της εν λόγω καμπύλης από το σημείο σύγκρουσης. Σε κάθε περίπτωση, η ορατότητα του Κατηγορουμένου ελέγχθηκε και ήταν 50 μέτρα μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Σε σχέση με την πορεία των δύο οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όλα τα ίχνη του δυστυχήματος βρέθηκαν στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινούταν το φορτηγό. Δεν βρέθηκαν οποιαδήποτε ίχνη στην λωρίδα που θα έπρεπε κανονικά να κινείται ο Κατηγορούμενος. Ούτε υπάρχουν ίχνη ότι ο οδηγός του φορτηγού κινούταν εν μέρει στην λωρίδα του Κατηγορουμένου και προσπαθούσε να διορθώσει την πορεία του και να επανέλθει στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι αν το φορτηγό κινούταν με ευθεία πορεία δεν θα ήταν δυνατή η ανατροπή του. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός για να αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ανατρέπεται κάποιο όχημα αλλά θεωρεί ως λογικό ότι ένα χτύπημα στα πλάγια μπορεί να ανατρέψει το φορτηγό. Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΚ1 ότι ο χρόνος που θα χρειαζόταν ένα όχημα που κινείτο με 50-60 ΧΑΩ για να διανύσει την απόσταση από το σημείο οπτικής επαφής μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 1,2 δευτερόλεπτα. Ο ΜΚ1 ανέφερε κατ' αρχήν ότι δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης από τα οποία να μπορεί να εξαχθεί η ταχύτητα με την οποία κινούταν ο Κατηγορούμενος. Η μόνη μαρτυρία που είχε στην διάθεση του ο ΜΚ1 σε σχέση με την ταχύτητα του Κατηγορουμένου, ήταν η μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ένα αυτοκίνητο που κινείται με 60ΧΑΩ διανύει μια απόσταση 20 μέτρων σε 1,2 δευτερόλεπτα. Επεσήμανε ότι η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης μέχρι την έναρξη της καμπύλης του δρόμου είναι σίγουρα μεγαλύτερη των 21,60 μέτρων αφού μετά το τέλος της οδού Δεληγιάννη όπου είναι 21,60 μέτρα ακολουθεί ακόμα κάποια μικρή απόσταση πριν την έναρξη της καμπύλης. Σε κάθε περίπτωση επανέλαβε ότι η ορατότητα του κατηγορουμένου ανερχόταν σε 50 μέτρα και συνακόλουθα διαφώνησε ότι ο χρόνος που θα χρειαζόταν από το σημείο οπτικής επαφής μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 1,2 δευτερόλεπτα. Ανέφερε τέλος ότι ένας μέσος συνετός οδηγός έχει χρόνο αντίδρασης μεταξύ 1 και 1,5 δευτερολέπτου. Θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Ήταν σαφής και σταθερός στις απαντήσεις του, ενώ δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Επισημαίνω ότι ο ΜΚ1 έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το συμβάν και εκτός από το σχέδιο το οποίο ετοίμασε, τα ευρήματα και μετρήσεις της σκηνής και τις καταθέσεις που έλαβε, δεν ήταν δυνατό να διαφωτίσει περαιτέρω. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ίχνη από τα οποία ο ΜΚ1 να μπορεί να καθορίσει την ταχύτητα του Κατηγορουμένου. Από την άλλη, σημειώνω ότι τα σχέδια (τεκμήρια 2 και 3) αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267). Έχω επίσης υπόψη μου ότι αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος καθώς και την μαρτυρία του σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου. Αποδέχομαι επίσης την θέση του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων αφού έδωσε στο Δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα τα οποία μπορούν με ασφάλεια να οδηγήσουν σε εύρημα επ' αυτού. Ειδικότερα, το γεγονός ότι στο σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος (σημείο Χ2) δεν βρέθηκαν οποιαδήποτε ίχνη παρουσίας του φορτηγού ενώ από την άλλη στο σημείο Χ εντοπίστηκαν ίχνη εκτροπής του δεξιού μπροστινού τροχού του οχήματος του Κατηγορουμένου δείχνει ότι το σημείο σύγκρουσης δεν μπορεί να είναι το σημείο Χ2 που ανέφερε ο Κατηγορούμενος αλλά το σημείο Χ αφού αυτό είναι το μόνο λογικό σημείο με βάση τις πορείες των δύο οχημάτων και τα ίχνη που βρέθηκαν στη σκηνή. Ειρήσθω εν παρόδω, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, κατά την τελική του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδέχτηκε ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το σημείο Χ και με αυτό ως δεδομένο ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του. Δήμητρα Χατζηγεωργίου (ΜΚ 2) Η ΜΚ2, υιοθετώντας την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 8), ανέφερε ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KLB
  1. Στις 19.9.2014, η ΜΚ2 στάθμευσε το εν λόγω αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά της Λεωφόρου Καλλιπόλεως στη Λευκωσία με κατεύθυνση την Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα. Το όχημα βρισκόταν εκτός του δρόμου και ειδικότερα σε ασφάλτινο παγκέτο. Στις 20.9.2014 και περί τις 02:00, ενώ βρισκόταν σε σπίτι φίλης της, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και κάποιον που φώναξε δυνατά «Όχι». Τότε κατέβηκε στον δρόμο και είδε ότι το αυτοκίνητο της είχε μετακινηθεί από την θέση του και ήταν χτυπημένο. Δίπλα από το αυτοκίνητο της υπήρχε ένα ημιφορτηγό αναποδογυρισμένο και λίγο πιο πάνω ένα άλλο αυτοκίνητο επίσης κτυπημένο. Στο μέρος υπήρχε αστυνομία και πυροσβεστική. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις συνθήκες του ατυχήματος ούτε είδε κάποιον από τους οδηγούς στην σκηνή. Η ΜΚ2 μου άφησε γενικά καλή εντύπωση ως μάρτυρας, αν και η μαρτυρία της δεν πρόσθεσε οτιδήποτε ουσιαστικό σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα και ειδικότερα σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Ευάγγελος Σοφοκλέους (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 συμφώνησε με το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 22.9.2014 (Τεκμήριο 9). Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του φορτηγού με αριθμούς εγγραφής KXE017 το οποίο στις 20.9.204 περί τις 02:00, οδηγούσε στη λεωφόρο Καλλιπόλεως με κατεύθυνση από λεωφόρο Λεμεσού προς λεωφόρο Διγενή Ακρίτα. Τα φώτα του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν αναμμένα στην κανονική στάση. Προχωρούσε δε με ευθεία πορεία και με ταχύτητα γύρω στα 30-35 ΧΑΩ. Μπροστά του και πίσω του δεν υπήρχαν άλλα οχήματα. Σε απόσταση περίπου 100-120 μέτρων, είδε να έρχεται προς το μέρος του από την αντίθετη κατεύθυνση ένα αυτοκίνητο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κατάλαβε από τα φώτα του εν λόγω οχήματος ότι ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο και ότι θα συγκρουστούν. Όντως, ενώ ο ΜΚ3 βρισκόταν κανονικά στη λωρίδα του, το εν λόγω αυτοκίνητο μπήκε σε αυτή και κτύπησε στο πλευρό του φορτηγού με τον ΜΚ3 να μην μπορεί να κάνει οποιαδήποτε κίνηση για να αποφύγει την σύγκρουση. Λόγω του κτυπήματος, το φορτηγό έλαβε κλίση προς τα αριστερά και μετά από περίπου 8-10 μέτρα έγειρε προς τα αριστερά. Από το δυστύχημα, ο ΜΚ3 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου αφού έτυχε εξετάσεων απολύθηκε. Συμφώνησε με το σχέδιο του δυστυχήματος και ως ορθό το υπόγραψε. Απαντώντας περαιτέρω σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του χαρακτηρίζεται ως βαρύ φορτηγό καθότι είναι αυτοκίνητο βάρους δύο τόνων (βλ. Τεκμήριο 10). Ανέφερε περαιτέρω ότι κινούταν στην αριστερή λωρίδα ως η πορεία του με ταχύτητα 30‑40 ΧΑΩ. Υποδείχθηκε στον ΜΚ3 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης, το σημείο που σημειώθηκε με το γράμμα Χ και το οποίο βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του ΜΚ
  2. Σε σχέση με την ταχύτητα του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ3 θεωρεί ότι ο Κατηγορούμενος κινούταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα διότι είδε το αυτοκίνητο του να χάνει το έλεγχο σε απόσταση 100 με 120 μέτρων περίπου και ειδικότερα εκεί όπου υπάρχει στροφή 45 μοιρών. Μέχρι ο ΜΚ3 να προλάβει να κάνει οποιαδήποτε σκέψη αντίδρασης επήλθε το κτύπημα το οποίο ήταν τόσο δυνατό που έγειρε το φορτηγό στα αριστερά. Μετά το ατύχημα ο πρώτος που ήρθε εκεί ήταν κάποιος Μάριος τον οποίο άκουσε να λέει ότι ο Κατηγορούμενος έτρεχε σαν τον «Σιούμαχερ». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 περιέγραψε την λεωφόρο Καλλιπόλεως λέγοντας ότι πρόκειται για κανονικό και όχι πολύ στενό δρόμο από τον οποίον περνούν ακόμα και λεωφορεία και φορτηγά. Όπως ανέφερε, ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου μετά που ο Κατηγορούμενος πέρασε την στροφή. Εκείνη την στιγμή βρισκόταν περί τα 100 μέτρα μακριά από το όχημα του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ3 ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής και απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο λίγα δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση και πριν προλάβει να αντιδράσει επήλθε η σύγκρουση. Υποβλήθηκε στον ΜΚ3 ότι ακόμα και εάν το όχημα του Κατηγορούμενου κινούταν με 100 ΧΑΩ, θα χρειάζονταν δύο δευτερόλεπτα από την πρώτη οπτική επαφή μέχρι το σημείο σύγκρουσης και συνεπώς υπήρχε χρόνος αντίδρασης. Ο ΜΚ3 διαφώνησε με την εν λόγω θέση. Ο ΜΚ3 διαφώνησε επίσης με την θέση ότι βρισκόταν σε αριστερόστροφη κίνηση επί του οδοστρώματος προσπαθώντας να διορθώσει την πορεία του οχήματος του, γιατί βρισκόταν έστω μερικώς στην πορεία οδήγησης του Κατηγορούμενου. Από την στιγμή που είδε το όχημα του Κατηγορουμένου να χάνει τον έλεγχο, αυτό ακολούθησε τρελή πορεία, δεξιά ‑ αριστερά και κτύπησε το φορτηγό στο σημείο πίσω από την θέση του οδηγού και ειδικότερα στο ντεπόζιτο πετρελαίου πίσω από τον μπροστινό τροχό του οχήματος. Ακολούθως υπήρξε κτύπημα λίγο πιο πίσω και τέλος στον πίσω δεξί τροχό του φορτηγού. Πιθανολόγησε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, όντας πιο χαμηλό από το δικό του, χτύπησε στον πισινό τροχό προκαλώντας την ανατροπή. Ο ΜΚ3 δεν μου έκανε θετική εντύπωση. Δεν απαντούσε με την απαιτούμενη σαφήνεια και φαινόταν αβέβαιος για αυτά που κατέθετε. Ούτε ήταν διαφωτιστικός σε σχέση με τα γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα ανέφερε η ΜΚ3 αφήνουν ανεξήγητα κενά που οδηγούν κατά συνέπεια σε απόρριψη της μαρτυρίας του. Ειδικότερα, αφού υποδείχθηκε στον ΜΚ3 το σχέδιο του δυστυχήματος, ανέφερε αρχικά ότι δεν του είχε υποδειχθεί τέτοιο σχέδιο από τον αστυνομικό. Στην συνέχεια και αφού εντόπισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2, θυμήθηκε ότι ο αστυνομικός του εξήγησε το σχέδιο. Πρόσθετα, σε περαιτέρω σημείο αντίφασης, ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν είχε κανένα περιθώριο αντίδρασης λόγω της ιλιγγιώδους ταχύτητας του Κατηγορουμένου, στην συνέχεια ανέφερε ότι αν βρισκόταν έστω και ελάχιστο στην δεξιά λωρίδα, θα υπήρχε περιθώριο να αποφύγει την σύγκρουση, κάνοντας αποφευκτική κίνηση. Όταν του υποδείχθηκε η ασυνέπεια της απάντησης τούτης με όσα προηγουμένως ο ίδιος ο ΜΚ3 ανέφερε, ο τελευταίος επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος έτρεχε τόσο πολύ που κανένας δεν θα μπορούσε να αντιδράσει. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είδε το όχημα του Κατηγορουμένου από απόσταση 100 - 120 μέτρων ενώ κατά κοινή παραδοχή και σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1 δεν θα μπορούσε να υπάρχει οπτική επαφή σε απόσταση μεγαλύτερη των 50 μέτρων. Όταν υποδείχθηκε στον ΜΚ3 ότι ο εξεταστής της υπόθεσης κατέθεσε ενόρκως ότι η απόσταση οπτικής επαφής μεταξύ του ιδίου και του οχήματος του Κατηγορούμενου θα μπορούσε να ήταν 50 μέτρα, ανέφερε ότι η αναφορά του για 100 μέτρα είναι στο περίπου, ενώ παραδέχτηκε ότι ο αρχικός παραλληλισμός της εν λόγω απόστασης με την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στη δικαστική αίθουσα μέχρι την πύλη των Δικαστηρίων ήταν υπερβολικός. Σε σχέση τέλος με τον κύριο Μάριο ο οποίος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έτρεχε, δεν θυμάται αν το είχε αναφέρει στην αστυνομία αλλά υποστήριξε ότι ήταν εις γνώση της αστυνομίας. Στην συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι κατά πάσα πιθανότητα ανέφερε και ο ίδιος στην αστυνομία για την ύπαρξη του αυτόπτη μάρτυρα. Μάριος Παπαλεξάνδρου (ΜΚ 4) Τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν ο Μάριος Παπαλεξάνδρου οποίος διατηρεί εστιατόριο στην περιοχή όπου έγινε το ατύχημα. Στις 20.9.2014 και περί τις 02:00 βρισκόταν έξω από κύρια είσοδο του εστιατορίου του και είδε ένα σαλούν αυτοκίνητο να κινείται με μεγάλη ταχύτητα ερχόμενο από την αγορά Αγίου Αντωνίου προς την λεωφόρο Λεμεσού. Όταν το εν λόγω αυτοκίνητο έφτασε στην κύρια είσοδο του εστιατορίου του, κτύπησε το τηλέφωνο του και μπήκε μέσα στο εστιατόριο. Όταν μπήκε μέσα άκουσε έναν έντονο κρότο και βγήκε ξανά έξω και είδε ότι υπήρχε δυστύχημα σε απόσταση περίπου 20-30 μέτρων από την είσοδο του εστιατορίου του. Έτρεξε προς το σημείο και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του σαλούν αυτοκινήτου χωρίς επιτυχία. Ακολούθως, κάλεσε την Αστυνομία και την Πυροσβεστική και στην συνέχεια ανέβηκε πάνω στο φορτηγό το οποίο ήταν γερμένο και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα χωρίς αποτέλεσμα. Κατέβηκε, και έτρεξε στο εστιατόριο, από όπου πήρε ένα κούσπο (αξίνα) και έσπασε την πόρτα, απεγκλωβίζοντας τον οδηγό. Στην συνέχεια ήρθε Πυροσβεστική και η Αστυνομία και αποκόπηκε ο δρόμος. Του ζητήθηκε να διευκρινίσει τι εννοεί με τον όρο "έτρεχε" και ο ΜΚ4 απάντησε ότι αν και δεν είναι ειδικός, θεωρεί ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα σε συσχετισμό με την εν λόγω οδό. Συμπλήρωσε ότι από την είσοδο του εστιατορίου του μέχρι και το σημείο συγκρούσεως των δύο αυτοκινήτων υπάρχει απόσταση όση περίπου και η απόσταση από την αγορά του Αγίου Αντωνίου μέχρι την είσοδο του εστιατορίου του. Έβλεπε το αυτοκίνητο μέχρι την είσοδο του, αλλά στην συνέχεια και μέχρι το σημείο συγκρούσεως δεν γνωρίζει τι συνέβη και δεν γνωρίζει εάν για την πρόκληση του δυστυχήματος ευθύνεται το φορτηγό ή το σαλούν αυτοκίνητο. Ούτε η μαρτυρία του ΜΚ4 ήταν βοηθητική για το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ΜΚ4 είναι διάχυτη πιθανολογήσεων και χαρακτηρίζεται από τέτοιου βαθμού ασάφεια και αοριστία που δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 αναγνώρισε αρχικά στο Τεκμήριο 3 τον δρόμο όπου έγινε το δυστύχημα αλλά όταν του ζητήθηκε να υποδείξει την θέση του εστιατορίου του, σε σχέση με το σχέδιο δεν απαντούσε με σαφήνεια και δεν μπορούσε να το τοποθετήσει επί του σχεδίου. Ήταν η θέση του ΜΚ4 ότι το δυστύχημα έγινε ακριβώς πάνω στη στροφή κάτι το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΚ1, ΜΚ3 αλλά και την θέση του ίδιου του Κατηγορουμένου. Είναι γενικά παραδεκτό στην παρούσα διαδικασία, ότι το δυστύχημα δεν έγινε στην στροφή αλλά αρκετά μέτρα μακριά από αυτή. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΚ4 εξέφρασε την θέση ότι ο Κατηγορούμενος έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με τον συγκεκριμένο δρόμο. Ανέφερε ότι από το εστιατόριο του μπορεί να δει το κάθε τι μέχρι την στροφή αλλά και την αγορά Αγίου Αντωνίου. Η απόσταση είναι γύρω στα 25 μέτρα. Δεν ήταν όμως σε θέση να καθορίσει πόσος χρόνος χρειάστηκε από τη στιγμή που είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου μέχρι το τελευταίο να φτάσει στο ύψος όπου στεκόταν ο ΜΚ
  3. Σίγουρα, δεν μπορούσε να καθορίσει έστω και κατά προσέγγιση την ταχύτητα με την οποία κινούταν ο Κατηγορούμενος. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Κατηγορούμενος Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε ενόρκως ο Κατηγορούμενος. Στην κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 4) είχε αναφέρει ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KNQ466 και είναι κάτοχος Κυπριακής άδειας οδηγού. Στις 20.9.2014 και περί ώρα 02:00, οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο στην λεωφόρο Καλλιπόλεως στην Λευκωσία με κατεύθυνση από την λεωφόρο Διγενή Ακρίτα προς την λεωφόρο Λεμεσού. Η ταχύτητα του ήταν περίπου 50-60 ΧΑΩ. Μπροστά του δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα, ενώ πίσω του ακολουθούσε ο φίλος του, ονόματι Todor. Καθώς οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου είδε ξαφνικά φώτα αυτοκινήτου και πριν προλάβει να αντιδράσει χτύπησε με ένα φορτηγό το οποίο ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα. Ο Κατηγορούμενος διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης που σημειώθηκε στο σχέδιο με το γράμμα Χ. Από το ατύχημα, ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο, όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι προσπάθησε να αποφύγει το δυστύχημα χωρίς επιτυχία. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Τα φώτα του φορτηγού που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά, δεν ήταν εξ ολοκλήρου στην ορθή λωρίδα αλλά το μισό φορτηγό καταλάμβανε την λωρίδα στην οποία κινούταν ο Κατηγορούμενος. Ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο ότι η ταχύτητα του ήταν περί τα 50ΧΑΩ. Όταν είδε το φορτηγό, ελάττωσε ταχύτητα, κινήθηκε δεξιά και αριστερά αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση. Ως ανέφερε, πιθανόν να έχασε και τον έλεγχο του οχήματός του. Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ ήταν μόνος και πήγε σε ένα περίπτερο να πάρει καφέ. Όταν ερωτήθηκε για την ποσότητα αλκοόλης που βρέθηκε στην εκπνοή του απάντησε ότι δεν θυμάται να ήπιε κάτι άλλο. Με τον Todor και την σύντροφο του, συναντήθηκαν στο περίπτερο, ήπιαν καφέ, κάπνισαν και ακολούθως ξεκίνησαν μαζί για να μεταβούν στο σπίτι τους. Ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του ιδίου και όχι στην λωρίδα κυκλοφορίας του φορτηγού. Πιθανολόγησε ότι ο οδηγός του φορτηγού είδε το όχημα του Κατηγορουμένου και προσπάθησε να επαναφέρει το φορτηγό στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας. Ξεκίνησε λοιπόν το φορτηγό να μπαίνει στην δική του λωρίδα ενώ ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα του για να ελαττώσει ταχύτητα. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν είχε αναφέρει στην κατάθεση του ότι το φορτηγό ξεκίνησε να εισέρχεται στην δική του λωρίδα, απάντησε ότι μετά που ανέρρωσε επισκέφτηκε εκ νέου την σκηνή και θυμήθηκε τι έγινε. Ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την αλήθεια των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο. Ενώ στην κατάθεση του στην αστυνομία ανέφερε ότι πριν προλάβει να αντιδράσει χτύπησε με ένα φορτηγό το οποίο ερχόταν από την απέναντι λωρίδα, κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι ελάττωσε ταχύτητα και προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση κινούμενος δεξιά και αριστερά. Δεν ήταν βέβαιος όμως αν έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του ενώ από την άλλη ήταν βέβαιος ότι οδηγούσε κανονικά στην δική του πλευρά του δρόμου και δεν βγήκε από αυτή. Επισημαίνω ότι εν τέλει ο Κατηγορούμενος προώθησε μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του, θέση με δεδομένο ως σημείο σύγκρουσης το σημείο Χ και όχι το Χ2 το οποίο υποστήριξε στην μαρτυρία του. Αντίφαση παρατηρείται επίσης και σε σχέση με την ταχύτητα του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, ενώ στην κατάθεση του, ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε ταχύτητα ανάμεσα σε 50-60 ΧΑΩ, κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 50ΧΑΩ αλλά σίγουρα όχι περισσότερα από 55ΧΑΩ. Πειστικότητας και αληθοφάνειας στερείται επίσης η θέση του Κατηγορουμένου ότι, με τον ΜΥ δεν συζήτησαν μετά το δυστύχημα τα περί του δυστυχήματος παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που ειδοποίησε τον φίλου του και ΜΥ να πάει στην οικία του προκειμένου να δώσει κατάθεση. Todor Krumov (ΜΥ) Ο Todor Krumov είναι φίλος του Κατηγορουμένου. Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 11) ανέφερε ότι στις 20.9.2014 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην λεωφόρο Καλλιπόλεως, στην Λευκωσία με κατεύθυνση προς την λεωφόρο Λεμεσού. Μπροστά του ήταν ο Κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του ενώ πίσω του δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει μια μικρή στροφή, είδε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση ένα φορτηγό το οποίο μπήκε στην δική τους λωρίδα και χτύπησε στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Το φορτηγό αναποδογυρίστηκε και το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου γύρισε. Αμέσως σταμάτησε και έτρεξε προς τους δύο οδηγούς για να βοηθήσει. Παρέμεινε στην σκηνή μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο και η αστυνομία. Απαντώντας στις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, ο ΜΥ ανέφερε ότι η Λεωφόρος Καλλιπόλεως είναι δρόμος ανηφορικός. Ο ΜΥ βρισκόταν σε απόσταση περίπου 15 με 20 μέτρα πίσω από το όχημα του κατηγορουμένου και κινούνταν και οι δύο με ταχύτητα περίπου 45 με 50 ΧΑΩ. Όταν ο ΜΥ εισήλθε στην στροφή, είδε να έρχεται προς το μέρος τους το φορτηγό. Επακολούθησε η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του Κατηγορουμένου και του φορτηγού. Αμέσως κατέβηκε και πήγε να βοηθήσει. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η γυναίκα του σχόλασε από τη δουλειά της περί τις 1:05, 1:
  4. Αφού την παρέλαβε ξεκίνησαν την επιστροφή στο σπίτι. Στη διαδρομή είδε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο περίπτερο και σταμάτησε εκεί για να καπνίσουν από ένα τσιγάρο. Δεν είδε τον Κατηγορούμενο να πίνει κάτι ενόσω βρίσκονταν στο περίπτερο. Έμειναν στο περίπτερο για περίπου 15 λεπτά και ξεκίνησαν μαζί να φύγουν. Σταμάτησαν σε κόκκινο στα φώτα Αγίου Αντωνίου και στην συνέχεια εκκίνησαν διατηρώντας απόσταση περίπου 15 μέτρων. Όταν είδε για πρώτη φορά το φορτηγό αυτό βρισκόταν αρκετά κοντά μπροστά από το όχημα του Κατηγορουμένου. Ο ΜΥ δεν πρόσεξε αν ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του. Αρνήθηκε δε υποβολή ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν στην λωρίδα του φορτηγού καθώς και το ότι ο λόγος που έγινε το δυστύχημα, ήταν ότι ο κατηγορούμενος, έχασε τον έλεγχο και μπήκε στην άλλη λωρίδα. Όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος, δεν έχασε τον έλεγχο αλλά ενώ κινούταν κανονικά στην λωρίδα του, κτύπησε με το φορτηγό. Τέλος, όπως είπε, δεν είδε το φορτηγό να προσπαθεί να μπει ξανά στη δική του λωρίδα. Σε σχέση με τον ΜΥ, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι πρόκειται για φίλο του Κατηγορουμένου. Αυτός δεν με έχει πείσει για την ανεξαρτησία της μαρτυρίας του και για την πρόθεση του να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Απεναντίας, έχω την άποψη ότι το εν λόγω πρόσωπο προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον φίλο του ο οποίος βρέθηκε στην δεινή θέση του Κατηγορουμένου. Η μαρτυρία του αντικρούεται με άλλη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα αυτή του ΜΚ1, αλλά και με την μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, ο ΜΥ ήταν βέβαιος ότι ο Κατηγορούμενος δεν εξήλθε της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας και ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Από την άλλη όμως, σε πλήρη αντίθεση με την ικανότητα του να θυμάται τα πιο πάνω, ανέφερε ότι δεν πρόσεξε αν ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του και δεν γνωρίζει κατά πόσον το φορτηγό προσπαθούσε να διορθώσει την πορεία του και να επανέλθει στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας. Σε κάθε περίπτωση, ως διαφάνηκε και πιο πάνω μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1, αλλά ήταν και εν τέλει η θέση της υπεράσπισης, το σημείο σύγκρουσης ήταν στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία έπρεπε κανονικά να κινείται το φορτηγό και μάλιστα σε απόσταση 1,30 μέτρα από την διαχωριστική γραμμή. Είναι λοιπόν αδιανόητο, ο ΜΥ να μην θυμάται το γεγονός αυτό αλλά να θυμάται για παράδειγμα ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Κατηγορούμενος κινούνταν με 45-50 ΧΑΩ. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και γενικά λαμβάνοντας υπόψη την συνολική παρουσία τόσο του Κατηγορουμένου όσο και του ΜΥ καταλήγω να μην αποδεχτώ την μαρτυρία τους και την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου επαρκή αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τις ενέργειες του Κατηγορουμένο οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε υπαίτιος οποιασδήποτε συμπεριφοράς η παράλειψης που να ανάγεται σε αμέλεια. Είναι δε εμφανές από όσα αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ή εν πάση περιπτώσει από όσα δεν αμφισβητήθηκαν, ότι και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί βρέθηκαν προ κάποιου διλήμματος σύγκρουσης. Δεν υπάρχει όμως αξιόπιστη μαρτυρία ως προς το τι προηγήθηκε του εν λόγω διλήμματος, ώστε να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Νεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110)."» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντα που του αναλογούσαν κατά τον δεδομένο τόπο χρόνο και περιστάσεις. Και τούτο διότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία σε σχέση με το τι προηγήθηκε της επίδικης σύγκρουσης. Εάν το δικαστήριο βασιζόταν αποκλειστικά στην απώλεια ελέγχου του οχήματος του κατηγορουμένου και στο γεγονός ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στην λωρίδα κυκλοφορίας του φορτηγού, θα έκρινε μικροσκοπικά τις ενέργειες του Κατηγορουμένου παραβιάζοντας την νομολογιακή αρχή της Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου (ανωτέρω). Παρά την απόρριψη της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, η εκδοχή του ότι το φορτηγό κινούταν στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας αναγκάζοντας τον σε κίνηση αποφυγής δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ένεκα τούτου, ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.