Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Ελάδη Σουσανίδη, Υποθ. αρ.: 9229/17, 20/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2017:53 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 9229/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Ελάδη Σουσανίδη Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Δεκεμβρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου - Ευθυμίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γεωργίου με κα Λ. Δήμου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες για τα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 600,9 γραμμαρίων κοκαΐνης. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 7.7.17 στο Λιοπέτρι της επαρχίας Αμμοχώστου και στη Ξυλοφάγου στο έδαφος των Βρετανικών Βάσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι 28 ετών, κατάγεται από τη Γεωργία και είναι μόνιμος κάτοικος Λάρνακας. Στις 7.7.17 και περί τις 20:15 οι Αστ. Α. Αντρέου και Μ. Σάββα, Μ.Κ.10 και 11 επί του κατηγορητηρίου αντίστοιχα, μαζί με άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., διακινούντο στον αυτοκινητόδρομο Αγ. Νάπας - Λάρνακας. Κοντά στην έξοδο Λιοπετρίου πρόσεξαν ένα ταξί να κινείται με χαμηλή ταχύτητα και ο Μ.Κ.10 κοίταξε προς το μέρος του οδηγού του ταξί και αναγνώρισε ως συνοδηγό τον Κατηγορούμενο, πρόσωπο γνωστό στην Υ.ΚΑ.Ν. Ο Μ.Κ.10 ενημέρωσε την υπόλοιπη ομάδα και έλαβαν οδηγίες να ακολουθήσουν το ταξί. Ο οδηγός του ταξί στη συνέχεια ανέπτυξε ταχύτητα και βγήκε από την έξοδο Ξυλοφάγου. Ο Μ.Κ.10 συνέχισε να το παρακολουθεί και διαπίστωσε ότι κινήθηκε προς την περιοχή των λατομείων της Ξυλοφάγου. Σε κάποιο σημείο το ταξί σταμάτησε και ο Κατηγορούμενος εξήλθε από τη θέση του συνοδηγού, κρατώντας μια νάιλον τσάντα η οποία, όπως διαπιστώθηκε, περιείχε κοκαΐνη. Αμέσως το ταξί απομακρύνθηκε από την περιοχή με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο, αφήνοντας τον Κατηγορούμενο σε εκείνο το μέρος. Ο Μ.Κ.10 πλησίασε τον Κατηγορούμενο, ζητώντας την ταυτότητα του και όπως παραμείνει στο μέρος μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων η οποία είχε στο μεταξύ ειδοποιηθεί. Περί τις 21:00 με την άφιξη μελών της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων, διεξήχθη έρευνα στην περιοχή, όπου εντοπίστηκε σε μικρή απόσταση από τον Κατηγορούμενο η προαναφερόμενη τσάντα κρυμμένη σε θάμνο. Αυτή υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο. Στη συνέχεια παραλήφθηκε από Αστυφύλακα των Βρετανικών Βάσεων ενώ παραλήφθηκαν και δύο κινητά τηλέφωνα μετά από έρευνα στον Κατηγορούμενο. Τα τεκμήρια τέθηκαν υπό την ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας. Σε ανάκριση που ακολούθησε στον Αστυνομικό Σταθμό, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη με την υπόθεση και αρνήθηκε να υπογράψει οτιδήποτε. Στις 12.7.17 εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης του για οκτώ μέρες. Από τις επιστημονικές εξετάσεις εντοπίστηκε γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου στο σακούλι με τα ναρκωτικά, καθώς επίσης και ενός άλλου προσώπου το οποίο διώκεται σε ξεχωριστή υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον άλλου Κακουργιοδικείου. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η κοκαΐνη είναι βάρους 600,9 γρ. με ποσοτικό προσδιορισμό καθαρότητας στο 91,30%. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εστιάστηκε στην άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου και στο λευκό ποινικό μητρώο του. Αναφέρθηκε επίσης στον δευτερεύοντα ρόλο του ως απλού μεταφορέα, στους οικονομικούς λόγους που τον ώθησαν να προβεί στην αξιόποινη συμπεριφορά του και στις προσωπικές του συνθήκες, καλώντας το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικά είναι δεδομένη και αντανακλάται πρωτίστως στις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές, οι οποίες και αποτελούν τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Για το αδίκημα της απλής κατοχής ναρκωτικών τάξεως Α προβλέπεται ως μέγιστη η ποινή φυλάκισης 12 ετών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο, ενώ για το σοβαρότερο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών τάξεως Α προβλέπεται ως μέγιστη η ποινή φυλάκισης δια βίου. To Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα η οποία απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, ειδικότερα ενόψει των πολύ σοβαρών συνεπειών της χρήσης αυτών, κυρίως από νεαρά άτομα. Αυτή η διαπίστωση, σε συνδυασμό με την έξαρση η οποία δυστυχώς παρατηρείται σε τέτοιας φύσης αδικήματα, επιβάλλει την ανάγκη αντιμετώπισης τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, στα πλαίσια της προσπάθειας των Δικαστηρίων προς καταπολέμηση της διασποράς των ναρκωτικών και προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, αποδίδοντας περιορισμένη βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Marius v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ, 155/14, ημ. 27.5.15, αντικατοπτρίζει με ακρίβεια την ανησυχητική εξάπλωση των ναρκωτικών και την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών: «Σοβαρότητα που έχει τονιστεί κατ΄ επανάληψη σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κοινή συνισταμένη των οποίων είναι ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών πρέπει να επιβάλλονται αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταπολέμησης της μάστιγας των ναρκωτικών, τα οποία ενσπείρουν τον πόνο, τη δυστυχία και την εξαθλίωση σε ένα μεγάλο αριθμό συνανθρώπων μας. . Ούτε περαιτέρω οι προσωπικές τους συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, μπορούν να αφεθούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής που σε υποθέσεις ναρκωτικών είναι δεδομένη.» Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής. Στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας τότε η ποινή αναπόφευκτα καθίσταται πιο αυστηρή. Υποθέσεις κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών τάξεως Α διαχρονικά επισύρουν αυστηρές ποινές. Στην υπόθεση Sak (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στις ακόλουθες υποθέσεις: «. στην υπόθεση Mallouk ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 711 για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 237 γραμμαρίων ηρωίνης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, στην υπόθεση Sikaf v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 467 για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 587,3412 γραμμαρίων κοκαίνης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων και στην υπόθεση El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239 για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ηρωίνης βάρους 247,183 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297 ποινή 6 χρόνων φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο για κατοχή με σκοπό προμήθεια 1,021 γραμμαρίων κοκαϊνης, αυξήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 9 χρόνων.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερες αποφάσεις και συγκεκριμένα στη Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 199,1013 γραμμαρίων ηρωίνης, στη Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή 227,82 γραμμαρίων ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια, στην Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 169, όπου για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 498,6158 γραμμαρίων οπίου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών, στη Saliba ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 388, στην οποία, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ο οποίος βαρύνετο με τρεις σοβαρές προηγούμενες καταδίκες, ποινή φυλάκισης 10 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 130,2612 γραμμαρίων κοκαΐνης, και στην Kozardi ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 640, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών για παράνομη κατοχή ενός κιλού και 297,0378 γραμμαρίων οπίου με σκοπό την προμήθεια. Αξίζει επίσης να γίνει παραπομπή και στη μεταγενέστερη υπόθεση Νικολάου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 616, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στον πρώτο εφεσείοντα ενώ μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 6 ετών στον δεύτερο εφεσείοντα για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 355,92 γρ. ηρωίνης. Και οι δύο εφεσείοντες είχαν παραδεχθεί ενοχή, πλην όμως το Εφετείο έκρινε δικαιολογημένη τη μείωση της ποινής στον δεύτερο από τα 7 στα 6 έτη λόγω του μειωμένου ρόλου του, της άμεσης συνεργασίας του με την Αστυνομία, της μετέπειτα παραδοχής του στο Δικαστήριο, της υπόδειξης της υπόλοιπης ποσότητας ναρκωτικών που οδήγησε στην κατηγορία για εμπορία, της ύπαρξης πολύ λιγότερων προηγούμενων καταδικών σε σχέση με τον εφεσείοντα 1 και τέλος της μεγάλης ηλικίας του σε σχέση με αυτή του πρώτου. Στην υπόθεση Memic v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 197/11, ημ. 16.4.14, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 8 ετών στον εφεσείοντα ο οποίος παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες, για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 915,27 γρ. κοκαΐνης, έχοντας τον ρόλο μεταφορέα της εν λόγω ποσότητας. Τέλος στην προαναφερόμενη υπόθεση Marius (ανωτέρω) το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για συνωμοσία και 11 ετών για εισαγωγή και για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 883,4463 γρ. κοκαΐνης. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές χαρακτηρίζοντας την 11ετή ποινή ως «αρκετά αυστηρή» όμως όχι σε τέτοιο βαθμό που να χαρακτηριζόταν ως έκδηλα υπερβολική. Βεβαίως είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά αυτής και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης διαφαίνεται πρωτίστως από το είδος και την ποσότητα των επίδικων ναρκωτικών. Πρόκειται για ναρκωτικά τάξεως Α και βάρους 600 γρ., με ποσοστό καθαρότητας, σύμφωνα με την επιστημονική μαρτυρία, στο 91,30%. Δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος γνώριζε το είδος και την ποσότητα των επίδικων ναρκωτικών όχι όμως και τον βαθμό ποσοτικού προσδιορισμού καθαρότητας. Σύμφωνα με την υπόθεση Memic v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αυτό το στοιχείο συνδέεται με την ένοχη πρόθεση του Κατηγορουμένου όσον αφορά την ποσότητα των ναρκωτικών που διακίνησε και λαμβάνεται υπόψιν για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, χωρίς βεβαίως αυτό να διαφοροποιεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Πρόκειται για αρκετά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών τάξεως Α και βεβαίως είναι ευτύχημα το γεγονός πως η παρουσία και επέμβαση της Αστυνομίας είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό της επίδικης ποσότητας και κυρίως τον αποκλεισμό της διασποράς της σε χρήστες. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης αλλά πως αυτός είχε τον ρόλο του απλού μεταφορέα εκτελώντας οδηγίες και εντολές άλλου προσώπου, το οποίο και κατονόμασε εφόσον έχει αποβιώσει μόλις πριν ένα μήνα λόγω υπερβολικής χρήσης κοκαΐνης. Βεβαίως, όπως επισήμανε και ο συνήγορος, ακόμα και ο ρόλος του μεταφορέα έχει τη σημασία του σε μια παράνομη δραστηριότητα διακίνησης ναρκωτικών. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466: «Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να ερμηνευτεί ότι σε οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών δεν πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές, παρ' όλον ότι η διαφορά δεν είναι πάντοτε και ευδιάκριτη.» Δυστυχώς η ύπαρξη και προθυμία ατόμων, όπως ο Κατηγορούμενος, προς εκτέλεση τέτοιων οδηγιών δίνει και το έναυσμα στους πρωταγωνιστές και έμπορους της κάθε επιχείρησης εμπορίας ναρκωτικών να χρησιμοποιούν τέτοια άτομα για τον παράνομο αυτό σκοπό χωρίς οι ίδιοι να αποκαλύπτονται με οποιονδήποτε τρόπο. Όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, η δεινή οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου τον κατέστησαν ευάλωτο στο δέλεαρ του όποιου οικονομικού οφέλους θα αποκόμιζε από αυτή του τη δράση, αψηφώντας παντελώς τη ζημιά που η παράνομη αυτή δραστηριότητα θα επέφερε στους αγοραστές και χρήστες των ναρκωτικών. Εξ ου και αποδέχθηκε να προβεί στην επίδικη μεταφορά έναντι του χρηματικού ποσού των €500, το οποίο ήταν το όφελος του σε αντάλλαγμα της δικής του εμπλοκής. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541, στην οποία λέχθηκε πως «Κατ΄ ουσίαν, η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δε διαφέρει. Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο. Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος». Όπως ορθώς επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης, οι οικονομικές δυσκολίες του Κατηγορουμένου δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για να καταφύγει σε αυτή την σοβαρή παράνομη δραστηριότητα. Εάν δεχόμασταν πως άτομα που βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση και γενικώς σε οποιασδήποτε μορφής δύσκολη θέση μπορούν να προσφεύγουν σε εγκληματικές δραστηριότητες για να αποκομίζουν όφελος, αυτό θα συνιστούσε ρήγμα στην κοινωνία και καταστρατήγηση του ρόλου του Δικαστηρίου στη διατήρηση της νομιμότητας. Σχετικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Φάντης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο πως παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε ως ελαφρυντικό παράγοντα το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου για τη διάπραξη των αδικημάτων. Δεν μας διαφεύγει ακόμα πως πέραν της άμεσης μαρτυρίας των Αστυνομικών που τον παρακολουθούσαν στη σκηνή μεταφέροντας τα ναρκωτικά, αυτός συνδέθηκε επιστημονικά με την επίδικη συσκευασία. Παρόλο που στην Αστυνομία δεν παραδέχθηκε εμπλοκή στην υπόθεση, εντούτοις δεχόμαστε πως η παραδοχή του στο Δικαστήριο είναι στοιχείο έμπρακτης ένδειξης μεταμέλειας και πρέπει να αμείβεται με την ανάλογη έκπτωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» Εδώ σημειώνουμε τη θέση του συνηγόρου του πως ο Κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε το όνομα του βασικού εμπόρου της επίδικης ποσότητας και τον οποίο εξυπηρετούσε λόγω φόβου για την ασφάλεια και τη ζωή του, και μόνο αφότου αυτός απεβίωσε ένιωσε ασφαλής να τον κατονομάσει. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν εκτενώς και στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Αμπχαζία και έχει ένα μικρότερο αδελφό, 25 ετών. Σε ηλικία 5 ετών βίωσε τον πόλεμο και τόσο η μητέρα του όσο και τα δύο παιδιά μπήκαν σε ένα εμπορευματοκιβώτιο (container) και μεταφέρθηκαν στη Ρωσία, όπου παρέμεναν εκεί μέσα για τρεις μέρες χωρίς φως, φαγητό και νερό ακούγοντας μόνο βομβαρδισμούς. Ο πατέρας του είχε παραμείνει να πολεμήσει και εμφανίστηκε τρία έτη αργότερα. Λόγω οικονομικών δυσκολιών αρχικά ο πατέρας και το 2002 η υπόλοιπη οικογένεια μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β τάξη Γυμνασίου και λόγω των οικονομικών δυσκολιών αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του και να εργαστεί. Από την ηλικία των 12 ετών, και ενώ δεν δικαιούτο λόγω ηλικίας, αυτός ασχολείτο με οικοδομικές εργασίες για να ενισχύει οικονομικά την οικογένεια του ενώ η μητέρα εργαζόταν ως καθαρίστρια, ασχολία την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν δέκα έτη και έτσι ο Κατηγορούμενος ανέλαβε το βάρος στήριξης και συντήρησης της οικογένειας του. Το 2006 η οικογένεια ήρθε στην Κύπρο και ο Κατηγορούμενος εργαζόταν ως οικοδόμος ελαιοχρωματιστής. Μέχρι τα 18 ασχολείτο και με την άρση βαρών. Μετά την οικονομική κρίση και λόγω μη εξεύρεσης ενασχόλησης στον οικοδομικό τομέα, ο Κατηγορούμενος εργάζεται ως DJ σε νυκτερινό κέντρο στην Αγ. Νάπα κατά την τουριστική περίοδο, ήτοι για 9 μήνες, με μηνιαίο εισόδημα €900 το οποίο πρέπει να τους αρκεί για ολόκληρο το έτος και ταυτόχρονα ενισχύει και τον αδελφό του ο οποίος φοιτά στην Ξενοδοχειακή Σχολή. Η εμπειρία του πολέμου και οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου με την απώλεια της εργασίας του σε τακτά διαστήματα τον ώθησαν στην αποδοχή της πρότασης για μεταφορά της επίδικης ποσότητας έναντι του ποσού των €500, το οποίο έτυχε σχολιασμού ανωτέρω. Δεν παραγνωρίζουμε βεβαίως τις δυσκολίες που πέρασε ο Κατηγορούμενος και ακόμα το ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο αντιμετώπισε δυσμενή διάκριση και ρατσισμό λόγω της καταγωγής του. Δεν μας διαφεύγει το σχετικά νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου. Αυτό το ζήτημα απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Marius (ανωτέρω) όπου λέχθηκε πως «Υιοθετούμε ως ορθή την προσέγγιση του Κακουργιοδικείου επί του θέματος, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι ναι μεν το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη δεν πρέπει να παραγνωρίζεται στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, αλλά ειδικά σ΄ ότι αφορά τον τομέα των ναρκωτικών θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόμενοι ότι αυτά προορίζονται κυρίως για συνομήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συμβάλλουν με την εμπλοκή στη διακίνηση τους.» Αυτό βεβαίως δεν συνεπάγεται πως δεν αποδίδεται καμιά βαρύτητα στο νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη, κάτι το οποίο και σαφώς συνεκτιμούμε για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Συνεκτιμώντας αφενός την σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προβλεπόμενες ποινές και τις συνθήκες διάπραξης αυτών και αφετέρου όλες τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με όλους τους παράγοντες που έχουμε αναπτύξει πιο πάνω, μη παραγνωρίζοντας την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες θα αντανακλούνται στην έκταση της ποινής. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1 κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως μην επιβληθεί ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται σε αυτά της δεύτερης κατηγορίας. Στην κατηγορία 2 στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 ετών. Η έκτιση της ποινής του Κατηγορουμένου θα αρχίζει από τις 20.7.17 που αυτός τελεί υπό κράτηση. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, αυτά να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι την ολοκλήρωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί εναντίον του άλλου προσώπου. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο