← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. JAN CATALIN GINDAC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8960/17, 8/11/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. JAN CATALIN GINDAC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8960/17, 8/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8960/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν.

  1. JAN CATALIN GINDAC
  2. ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Θεμιστοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ρ. Βραχίμης. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χριστοδούλου. Κατηγορούμενοι 1 και 2, παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Έρευνα σε smart phone χωρίς ένταλμα)
  3. Ο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 9 κατηγορίες. Αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες 1 - 7 και ο καθένας ξεχωριστά τις κατηγορίες 8 (κατηγορούμενος 1) και 9 (κατηγορούμενος 2).
  4. Οι κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 5 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») (κατηγορία 1), της εμπορίας ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 2, 6 (δ) (ε) και 14

(1)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, Ν. 60(Ι)/2014(κατηγορία 2), της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372 και 29 ΠΚ (κατηγορία 3), της τέλεσης εικονικού γάμου κατά παράβαση των άρθρων 2, 7Α και 7Δ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 («Κεφ. 105») (κατηγορία 4), της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 305, 20 και 29 του ΠΚ (κατηγορία 5), της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 29 του ΠΚ (κατηγορία 6), της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους ώστε να μείνει στη Δημοκρατία κατά παράβαση των άρθρων 2, 19Α
(2)και 20 του Κεφ. 105 (κατηγορία 7) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α) (ιιι)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν. 188(Ι)/2007(κατηγορίες 8 και 9).
  1. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης της Αστ. 1912, Μελίνας Ξενή (ΜΚ 1), η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε την κατάθεση ενός CD στο οποίο περιέχονται φωτογραφίες που λήφθηκαν από 4 κινητά τηλέφωνα που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος 1 και φωτογραφίας που εκτυπώθηκε από το CD που φέρεται να απεικονίζει τους κατηγορούμενους μαζί. Τα κινητά τηλέφωνα είχαν κατασχεθεί από την Αστυνομία κατά τη σύλληψη του κατηγορουμένου
  2. Και οι δύο συνήγοροι Υπεράσπισης έφεραν ένσταση. Ο Συνήγορος του κατηγορουμένου 1 επικεντρώθηκε σε τρία σημεία:
(1)Η κατάσχεση των τηλεφώνων δεν καλυπτόταν από τις πρόνοιες του άρθρου 10 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 («Κεφ. 155»). Δεν καταδείχθηκε ότι η κατάσχεση των τηλεφώνων, ευθύς εξαρχής, ήταν συνεπεία ύπαρξης επαρκούς λόγου ότι μπορούσαν να αποτελέσουν ουσιώδη μαρτυρία εναντίον του προσώπου που είχε συλληφθεί και ερευνηθεί.
(2)Η μαρτυρία δεν είναι σχετική.
(3)Η έρευνα χωρίς ένταλμα σε αρχείο κινητού τηλεφώνου σε σχέση με υλικό που δεν αφορά τηλεπικοινωνιακά δεδομένα προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 15 του Συντάγματος που διασφαλίζει την προστασία της ιδιωτικής ζωής αφού το απομονωθέν υλικό προήλθε μετά από επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
  1. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2, υιοθέτησε τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορουμένου
  2. Αναφέρθηκε συμπληρωματικά σε αριθμό Ευρωπαϊκών Οδηγιών που αφορούν την προστασία προσωπικών δεδομένων τονίζοντας ότι απαιτείται συγκατάθεση ή συναίνεση «του υποκειμένου των δεδομένων» προτού αυτά τύχουν οποιασδήποτε επεξεργασίας από τρίτο πρόσωπο.
  3. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι η μαρτυρία είναι σχετική, αφορά τη συνέργεια των δύο κατηγορουμένων προς τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Περαιτέρω η κατάσχεση των τηλεφώνων κατά τη σύλληψη δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Η έρευνα, τηλεφώνου εφόσον δεν αφορά τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, είναι επιτρεπτή και δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος.
  4. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Κεφ. 155: «
(1)Όταν συλλαμβάνεται πρόσωπο, ο αστυνομικός ο οποίος προβαίνει στη σύλληψη ή στον οποίο το πρόσωπο που συλλήφθηκε παραδίδεται δύναται να το ερευνήσει, χρησιμοποιώντας τέτοια βία η οποία είναι ευλόγως αναγκαία για το σκοπό αυτό και δύναται να κατάσχει κάθε αντικείμενο ή έγγραφο που βρέθηκε στην κατοχή του προσώπου αυτού το οποίο ο αστυνομικός έχει επαρκή λόγο να πιστεύει ότι δύναται να αποτελέσει ουσιώδη μαρτυρία εναντίον του προσώπου που ερευνήθηκε ή άλλου προσώπου, σε ποινική κατηγορία και δύναται, σε κάθε περίπτωση, να αφαιρέσει από το πρόσωπο που συλλήφθηκε οποιοδήποτε όργανο βίας ή άλλο επιθετικό όπλο το οποίο το πρόσωπο αυτό έχει μαζί του.»
  1. Η εξουσία που παρέχεται στον αστυνομικό που προβαίνει σε σύλληψη είναι ευρεία. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τα αδικήματα τα οποία διερευνούνταν κρίνω ότι η κατάσχεση των εν λόγω κινητών τηλεφώνων δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Δεν μου διαφεύγει ότι τα κινητά τηλέφωνα σήμερα μπορεί να περιέχουν ή να παρέχουν πρόσβαση σε τεράστιο αριθμό πληροφοριών ή συναλλαγών που να είναι σχετικές με τη διάπραξη αδικήματος. Σε αυτό το ζήτημα βρίσκω την επιχειρηματολογία του συνηγόρου Υπεράσπισης ανεδαφική.
  2. Ως προς το ζήτημα της σχετικότητας, επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των κατηγοριών και το περιεχόμενο των λεπτομερειών, έχω ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί, στο παρόν στάδιο, επαρκής σχετικότητα του προτιθέμενου προς κατάθεση υλικού και των επιδίκων θεμάτων.
  3. Ως προς την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου σχετικά είναι τα ακόλουθα. Το άρθρο 15 του Συντάγματος προνοεί ότι: «
  4. Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.
  5. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή.»
  6. Διαπιστώνεται από την πιο πάνω διάταξη ότι παρέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή επιτρέπεται μόνο κατ' εφαρμογή της §2 του άρθρου
  7. Η οποιαδήποτε επέμβαση πρέπει να είναι σύμφωνη με το νόμο και επιτρεπτή μόνο στις περιπτώσεις όπου είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία κατά την άσκηση ενός ή περισσοτέρων από τους θεμιτούς σκοπούς της §
  8. Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 15, όπως και τα άρθρα 16 και 17, περιέχονται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οπότε σχετική είναι και νομολογία Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ»).
  9. Ως προς την ερμηνεία του όρου «ιδιωτική ζωή», στο σύγγραμμα, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, Δρ. Κώστα Παρασκευά (με αναφορά στις Niemietz v. Germany, 13710/88, 16/12/1992, §29-31, Police v. Georghiades
(1983)2 CLR 33), αναφέρονται στη σελ. 239 τα ακόλουθα: «.το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής δεν περιορίζεται στην εσώτερη ζωή του ανθρώπου, αλλά εκτείνεται και στις σχέσεις του με τον έξω κόσμο. Το δικαίωμα καλύπτει το σύνολο της δραστηριότητας του ανθρώπου στο χώρο που τον περιβάλλει, αδιαπέραστου χάριν της αυτονομίας του στο ατομικό πεδίο..Στην υπόθεση Police v. Georghiades επισημαίνεται, ότι ο όρος «ιδιωτική» στο πλαίσιο του Άρθρου 15.1 αντιδιαστέλλεται προς τον όρο «δημόσια» η έννοια του δεν περιορίζεται σε δραστηριότητες της ζωής, στις οποίες το άτομο λειτουργεί απομονωμένα. »
  1. Το ΕΔΑΔ έχει επανειλημμένως τονίσει ότι «ιδιωτική ζωή» είναι ευρεία έννοια που δεν μπορεί να οριστεί εξαντλητικά (βλ. Peck v. United Kingdom, 44599/98, 6/2/2001).
  2. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα, ECLI:CY:AD:2016:A586, Πολ. Εφ. 219/2015, 29/12/2016, όπου εξετάστηκε η εγκυρότητα εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο σε σχέση με κατάσχεση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έρευνα του αρχείου του, αναφέρθηκε ότι, το Δικαστήριο κατά την έκδοση εντάλματος έρευνας θα πρέπει να έχει κατά νου και την αρχή της αναλογικότητας ώστε να ζυγίσει και να προστατεύσει αντίθετα συμφέροντα, της προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ερευνώμενου από τη μια και του δημόσιου συμφέροντος από την άλλη. Στην περίπτωση εκείνη κρίθηκε ότι η αρχή της αναλογικότητας είχε παραβιαστεί, και επομένως τα συνταγματικά δικαιώματα του εφεσείοντα δεν είχαν προστατευθεί επαρκώς, αφού το ένταλμα παρείχε ευρεία εξουσία έρευνας στο ψηφιακό αρχείο του, ενώ ζητούμενο ήταν στην πραγματικότητα η αναζήτηση ενός και μόνο εγγράφου. Αναγνωρίστηκε σαφώς η υποχρέωση επαρκούς προστασίας ψηφιακών αρχείων ερευνώμενων προσώπων. Δικαστής που εκδίδει ένταλμα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός ως προς την έκταση και ευρύτητα έρευνας που θα επιτρέψει.
  3. Στο σύγγραμμα, Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδοση, σελ. 809 - 810, γίνεται αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α., Riley v. California, 573 US _
(2014)[1], όπου κρίθηκε ότι έρευνα και επεξεργασία ψηφιακού περιεχομένου και πληροφοριών σε κινητό τηλέφωνο, smart phone, χωρίς ένταλμα έρευνας παραβίαζε το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που διασφάλιζε η 4η τροποποίηση του συντάγματος των Η.Π.Α[2]. Στην εν λόγω απόφαση αναγνωρίστηκε ότι τα smart phone στην ουσία είναι μικροί ηλεκτρονικοί υπολογιστές στα οποία συγκεντρώνεται τεράστιος όγκος πληροφοριών (σελ. 17 - 21), και δεν μπορούν να συγκριθούν με την ύπαρξη ενός σημειωματάριου ή φωτογραφίας στην τσέπη του συλληφθέντα (σελ. 18). Αναγνώρισε συγχρόνως το Δικαστήριο και τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα έξυπνα αυτά τηλέφωνα στην προώθηση εγκληματικών ενεργειών καθώς και τους ενυπάρ­χοντες κινδύνους διαγραφής (ακόμη και εξ αποστάσεως), από υπόπτους ή συνεργούς, ενοχοποιητικών στοιχείων που εμπεριέχονται στη μνήμη των τηλεφώνων με όλα ασφαλώς τα παρεπόμενα στην καταπολέμηση του σοβαρού εγκλήματος (βλ. σελ. 12 - 14).
  1. Η πιο πάνω προσέγγιση με βρίσκει σύμφωνο. Αναλόγως της περίπτωσης, προσωπικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές δεν μπορούν σήμερα, παρά να περιέχουν σωρεία προσωπικών δεδομένων, είτε αυτά είναι φωτογραφίες, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τραπεζικές συναλλαγές, έγγραφα, ημερολόγια, ακόμη και το ιστορικό διαδικτυακών αναζητήσεων σε ιστοσελίδες που φανερώνουν, ενδιαφέροντα και προτιμήσεις είτε σε αγαθά, ιδεολογία, θρήσκευμα ή σεξουαλικό προσανατολισμό. Τα smart phone δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή «τσέπης», με τεράστιες δυνατότητες συλλογής, επεξεργασίας και αναζήτησης υλικού του ιδιοκτήτη του ή και άλλων συνδεόμενων με αυτόν προσώπων, μέσω ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης. Το σκεπτικό του Αρχιδικαστή, Roberts στη Riley, ανωτέρω, σελ. 28, ότι η παρεχόμενη από την τεχνολογία δυνατότητα μεταφοράς ανά χείρας τέτοιου υλικού, δεν μειώνει την αναγκαιότητα συνταγματικής προστασίας του, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.
  2. Η έρευνα και επεξεργασία, επομένως, του αρχείου των κινητών τηλεφώνων του κατηγορουμένου 1, χωρίς την έκδοση δικαστικού εντάλματος ήταν ανεπίτρεπτη και αντισυνταγματική αφού προσέκρουε στις διατάξεις του άρθρου 15 του Συντάγματος. Μαρτυρία ληφθείσα κατά παράβαση συνταγματικού δικαιώματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Police v. Georghiades, ανωτέρω). Η κατάθεση του CD και της φωτογραφίας ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται. (Δίδονται οδηγίες σε σχέση με το CD και την φωτογραφία) Υπ.).................................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Interim/ Admissibility/Warrantless search of a smartphone. Αναφορά: Ποινική/ Ενδιάμεση/ Αποδεκτότητα/ Έρευνα σε smartphone χωρίς ένταλμα έρευνας. [1] Στο εν λόγω σύγγραμμα η παραπομπή είναι Riley v. California, 134 S Ct 2473
(2014). [2] Η 4η τροποποίηση του Συντάγματος των Η.Π.Α. προνοεί τα ακόλουθα: "The right of the people to be secure in their per­sons, houses, papers, and effects, against unreasona­ble searches and seizures, shall not be violated, and no Warrants shall issue, but upon probable cause, supported by Oath or affirmation, and particularly describing the place to be searched, and the persons or things to be seized." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.