← Κύπρος

EUROSAN A.E. ν. X-WRITE LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9522/2012, 13/11/2017

EUROSAN A.E. ν. X-WRITE LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9522/2012, 13/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9522/2012 EUROSAN A.E. Παραπονούμενη - εναντίον - X-WRITE LTD ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 13/11/2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Στυλιανός Κ. Αυγουστή για την Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3: κ. Ανδρέας Χρίστου για την Ηλίας Α. Στεφάνου Δ. Ε. Π. Ε. Κατηγορούμενοι 2 και 3 Παρόντες ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Άρθρο 74

(1)(β) του Κεφ. 155)
  1. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Παραπονουμένης, το Δικαστήριο, πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σε βαθμό που να δικαιολογεί την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία. Εάν το Δικαστήριο καταλήξει, ότι, η Παραπονούμενη, απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε το Δικαστήριο πρέπει να αθωώσει και απαλλάξει τους Κατηγορουμένους, άνευ ετέρου.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Κατηγορούμενη 3, έχει εξασκήσει το δικαίωμα που της παρέχεται από το Άρθρο 74
(1)(β) [i] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενο «το Κεφ. 155») και έχει υποβάλει στο Δικαστήριο, δια του συνηγόρου της, ότι, δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Ζήτημα, το οποίο, ανεξαρτήτως αυτής της εισήγησης, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει, εν πάση περιπτώσει σε ότι αφορά όλους τους Κατηγορουμένους.
  1. Το κριτήριο, δυνάμει των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 155 [ii], είναι κατά πόσο, εγείρεται, ως προβλέπεται: «. εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεούται να προβάλει υπεράσπιση και αν το Δικαστήριο αποδεχθεί την εισήγηση, αθωώνει τον Κατηγορούμενο .».
  2. Δικαιολογείται η κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία, όταν το Δικαστήριο κρίνει, ότι, η μαρτυρία, αντικρισθείσα εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής των Κατηγορουμένων [iii]. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και αποφασίζει το ζήτημα, αφού προβεί σε μία αντικειμενική θεώρηση της, με γνώμονα, το κατά πόσο αυτή είναι τέτοια, που, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε καταδίκη των Κατηγορουμένων [iv].
  3. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία Στην Κύπρο, 2η έκδοση, στην σελίδα 198, η νομολογία επί του υπό συζήτηση ζητήματος, στην Κύπρο, έχει αναπτυχθεί με γνώμονα και τα όσα υπό μορφή οδηγίας πρακτικής εδόθησαν το 1962 από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας. Αυτή, έχει ως εξής: «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση: (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφάλειας να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο.» [v].
  4. Στην υπόθεση αυτή, η Κατηγορούμενη 1, αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες (ως αυτές παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): 1, 4 και 7, που αφορούν το αδίκημα: «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 305(Α)
(2), και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 129(Ι)/99, 25(Ι)/2003, 164(Ι) 2003 μέχρι 70
(1)/08.». Αφορούν, αντίστοιχα, τις επιταγές: 96986782, 96986783 και 96986784, που εκδόθηκαν [vi] επί της Ελληνικής Τράπεζας «κατά ή περί τον Αύγουστο του 2011» [vii] και αφορούν, αντίστοιχα και πάλι, το ποσό των €1.500 έκαστη. Δηλαδή, συνολικού ποσού, €4.
  1. Σημειώνεται, ότι, οι λεπτομέρειες που δίδονται για κάθε μια από τις προαναφερόμενες κατηγορίες, με διαφορά, κατ' ουσία, τον αριθμό της επιταγής, είναι οι ίδιες και περιέχουν τα εξής: «Η Κατηγορούμενη Εταιρεία 1 κατά ή περί τον Αύγουστο του 2011 στην Λευκωσία, της Επαρχίας Λευκωσίας, εξέδωσε και/ή υπέγραψε προς όφελος των Παραπονούμενων την επιταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ υπ' αριθμόν 96986782 για το ποσό των €1.500, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε εντός εύλογου χρόνου, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης πληρωμής της από τον εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της.».
  2. Ο Κατηγορούμενος 2 με την σειρά του, αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες (ως αυτές παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): 2, 5 και 8, που αφορούν το αδίκημα: «Συμμετοχή στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 129(Ι)/99, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003 μέχρι και 70(Ι)/08». Αφορούν τις ίδιες προαναφερόμενες επιταγές: 96986782, 96986783 και 96986784, που εκδόθηκαν επί της Ελληνικής Τράπεζας «κατά ή περί τον Αύγουστο του 2011» και αφορούν, αντίστοιχα και πάλι, ως έχει προαναφερθεί, το ποσό των €1.500 έκαστη. Δηλαδή, συνολικού ποσού, €4.
  1. Σημειώνεται, ότι, οι λεπτομέρειες που δίδονται για κάθε μια από τις προαναφερόμενες κατηγορίες, με διαφορά, κατ' ουσία, τον αριθμό της επιταγής, είναι οι ίδιες και περιέχουν τα εξής: «Ο Κατηγορούμενος 2 κατά ή περί τον Αύγουστο του 2011 στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή ως εξουσιοδοτημένος να υπογράφει τα έγγραφα της Κατηγορουμένης Εταιρείας 1 παρείχε συνδρομή προς την Κατηγορουμένη υπ' αρ. 1 η οποία εξέδωσε προς όφελος των Παραπονούμενων την επιταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ υπ' αριθμόν . για το ποσό των €1.500 και η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε εντός εύλογου χρόνου, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης πληρωμής της από τον εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της.».
  2. Η δε Κατηγορούμενη 3, αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες (ως αυτές παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): 3, 6 και 9, που αφορούν το αδίκημα: «Συμμετοχή στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 186/86, 166/87, 36(Ι)/97, 129(Ι)/99, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003 μέχρι και 70(Ι)/08». Αφορούν τις ίδιες προαναφερόμενες επιταγές: 96986782, 96986783 και 96986784, που εκδόθηκαν επί της Ελληνικής Τράπεζας «κατά ή περί τον Αύγουστο του 2011» και αφορούν, αντίστοιχα και πάλι, ως έχει προαναφερθεί, το ποσό των €1.500 έκαστη. Δηλαδή, συνολικού ποσού, €4.
  1. Σημειώνεται, ότι, οι λεπτομέρειες που δίδονται για κάθε μια από τις προαναφερόμενες κατηγορίες, με διαφορά, κατ' ουσία, τον αριθμό της επιταγής, είναι οι ίδιες και περιέχουν τα εξής: «Η Κατηγορούμενη 3 κατά ή περί τον Αύγουστο του 2011 στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή ως εξουσιοδοτημένη να υπογράφει τα έγγραφα της Κατηγορουμένης Εταιρείας 1 παρείχε συνδρομή προς την Κατηγορουμένη υπ' αρ. 1 η οποία εξέδωσε προς όφελος των Παραπονούμενων την επιταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ υπ' αριθμόν . για το ποσό των €1.500 και η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε εντός εύλογου χρόνου, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης πληρωμής της από τον εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της.».
  2. Σημειώνεται, εδώ, ότι, το κατηγορητήριο της υπόθεσης, είχε, κατόπιν αιτήματος από πλευράς της Παραπονούμενης και σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου, τροποποιηθεί, την 16/10/2017, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
  3. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι τρεις μάρτυρες: i. Ο Νικόλας Βεργέτης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), ii. Ο Στέλιος Κωνσταντίνου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), και iii. Η Σταματία (Μάτα) Σκουρτη (Βεργέτη) (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»).
  4. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[viii]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 12. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 13. Σε ότι αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ήτοι, της «έκδοσης επιταγής», η μαρτυρία που η Παραπονούμενη παρουσίασε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής: i. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως και 7, παραδόθηκαν στην Παραπονούμενη από την Κατηγορουμένη 1, μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς, την 22/08/2011 (σε ότι αφορά τις επιταγές, Τεκμήρια 5 και 6, βλ. και Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα) και 23/08/2011 (σε ότι αφορά την επιταγή Τεκμήριο 7, βλ. και Τεκμήριο 10). Οι εν λόγω επιταγές ήταν συμπληρωμένες, υπογραμμένες και πληρωτέες σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία παράδοσής τους [ως έχει πραναφερθεί] στην Παραπονούμενη. Η συμπλήρωσης και η υπογραφή των επιταγών, δεν έγινε ενώπιον οποιουδήποτε αντιπροσώπου της Παραπονούμενης. Ως υποστήριξε ο ΜΚ1, αν και από την Παραπονούμενη δεν γνωρίζουν ποιος υπέγραψε τις επιταγές για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, εξ όσων γνωρίζει [και] από το μητρώο που τηρεί η Κατηγορουμένη 1 στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών, τόσο ο Κατηγορούμενος 2, όσο και η Κατηγορουμένη 3, ήταν αξιωματούχοι της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας και ως εκ τούτου, θα μπορούσε οποιοσδήποτε από αυτούς να είχε υπογράψει τις επιταγές προς έκδοση τους από την Κατηγορουμένη 1 για πληρωμή της Παραπονούμενης. ii. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, οι επίδικες επιταγές, δόθηκαν από την Κατηγορουμένη 1 προς εξόφληση χρέους της με ην Παραπονούμενη, από τιμολόγηση της τελευταίας για υπηρεσίες και εμπορεύματα που παρείχε, πώλησε και παρέδωσε σε αυτήν. Αυτές αφορούσαν, την αναπαραγωγή περιεχομένου ψηφιακών δίσκων (CD) και ψηφιακών ευπροσάρμοστων δίσκων (DVD), σε ψηφιακούς δίσκους (CD) και ψηφιακούς ευπροσάρμοστούς δίσκους (DVD), σε ποσότητα, κατά παραγγελία της Κατηγορουμένης
  1. Είχαν δοθεί [μαζί με άλλες δύο επιταγές - που αποδέχεται ότι το ποσό που αυτές αφορούσαν πληρώθηκε από την Κατηγορουμένη 1], κατόπιν επικοινωνίας της ΜΚ3 [για την Παραπονούμενη], με την Κατηγορουμένη 1, περί τον Αύγουστο του 2011, ως προς το ότι, η Κατηγορουμένη 1, είχε με την Παραπονούμενη, υπόλοιπο οφειλόμενο €7.721 που έπρεπε να εξοφληθεί. Η πληρωμή των επιταγών, είχε μεταχρονολογηθεί, καθότι, σύμφωνα με τον ΜΚ1, η Κατηγορουμένη 1, είχε αναφέρει οικονομική δυσκολία πληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου και ζήτησε προς τούτο χρόνο. iii. Η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με τον ΜΚ2, διατηρούσε με την Ελληνική Τράπεζα, τρεχούμενο λογαριασμό, τον υπ' αριθμό 105-01-298140-01 (βλ. το Τεκμήριο 17, που είναι κατάσταση με την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2012). Ως περαιτέρω αναφέρθηκε από τον ΜΚ2, σύμφωνα με την αίτηση της Κατηγορουμένης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα, σε ότι αφορά τον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό, αλλά και τα πρακτικά συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 20/01/2014, Τεκμήριο 18 (που ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο), ο Κατηγορούμενος 2, από το έτος 2014 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που η Κατηγορουμένη 1 είχε εξουσιοδοτήσει ως υπογραφέα του προαναφερόμενου λογαριασμού της και των επιταγών που θα εκδίδονταν από αυτόν. Αυτό, σύμφωνα με τον ΜΚ2, ήταν κάτι που ίσχυε από ανέκαθεν, από τα άνοιγμα του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού της Κατηγορουμένης
  2. Ότι δηλαδή, δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης της Κατηγορουμένης 1 δια της υπογραφής του, σε ότι αφορούσε τον προαναφερόμενο λογαριασμό και τις επιταγές που θα εκδίδονταν από αυτόν, είχε ο Κατηγορούμενος
  3. Στο προαναφερόμενο Τεκμήριο 18, περιλαμβάνεται και κάρτα δείγματος των υπογραφών του Κατηγορουμένου 2 που δόθηκαν προς τον σκοπό ταυτοποίησης του εξουσιοδοτημένου υπογραφέα του λογαριασμού. iv. Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως και 7, όπως προκύπτει από το σώμα τους, εξεδόθησαν επί της Ελληνικής Τράπεζας για πληρωμή, από τον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 105-01-298140-01 (βλ. το Τεκμήριο 17) στον οποίο αναφορά έγινε, ως έχει προαναφερθεί, από τον ΜΚ
  4. v. Σημειώνεται, εδώ, ότι, ως προέκυψε από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, από πλευράς Κατηγορουμένων, η έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 5 έως και 7, από την Κατηγορουμένη 1, δεν είναι αμφισβητούμενο γεγονός (βλ. Σαββας Χατζηγιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016).
  5. Σύμφωνα με την νομολογία, επιταγή εκδίδεται, όταν υπογραφτεί από νόμιμο και εξουσιοδοτημένο υπογραφέα του λογαριασμού από τον οποίο αυτή εκδίδεται (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016 και Technotent Κ.Γ. Γιωργατσος Λτδ ν Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388). Ως έχει μάλιστα αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/2016, η έκδοσης επιταγής, μπορεί να γίνει και από πρόσωπο, άλλο από αυτό που την δίδει, που είναι εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές για λογαριασμό του. Σε ότι αφορά εταιρείες, τέτοια εξουσιοδότηση μπορεί να δίδεται και σε πρόσωπα που δεν είναι διοικητικοί της σύμβουλοι (βλ. επίσης Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015). 15. Στην υπόθεση Μιχάλη Ζίττη ν Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, 04/03/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ήτοι, της «έκδοσης επιταγής», ανέφερε τα εξής: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως "Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης". Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Νικολάου ν Citi Principal Investments Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, 20/12/2016. 16. Περαιτέρω, ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016 και Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015, γεγονότα που αφορούν:
(1)ποιο πρόσωπο έχει συμπληρώσει και παραδώσει την επιταγή στο πρόσωπο που την λαμβάνει ως κάτοχος• και
(2)τον χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών, δεν είναι αναγκαία για να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής, σε ότι αφορά τα αδικήματα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ.
  1. Στην βάση των προαναφερόμενων αρχών της νομολογίας, καταλήγω ότι, η προαναφερθείσα μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενης, αντικρισθείσα εξ όψεως, ικανοποιεί το προαναφερόμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ήτοι, της «έκδοσης επιταγής». 18. Σε ότι αφορά το έτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ήτοι, της «πρόκλησης της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα», η μαρτυρία που η Παραπονούμενη παρουσίασε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής: i. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, αφότου πέρασε η ημερομηνία που οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως και 7, ήταν αντίστοιχα πληρωτέες (ήτοι, στις 30/09/2011, 14/10/2011 και 31/10/2011) -αφού είχε δοθεί χρόνος από την Παραπονεμένη στην Κατηγορουμένη 1 για να πληρώσει τα ποσά που αυτές αφορούσαν λόγω οικονομικών δυσκολιών που η τελευταία αντιμετώπιζε-, η Παραπονούμενη κατέθεσε τις επιταγές στην τράπεζα της για να της πληρωθούν. ii. Εντούτοις, καμία από αυτές δεν τιμήθηκε και επιστράφηκαν όλες πίσω στην Παραπονούμενη με την ένδειξη, «Stop Payment». Σημειώνεται εδώ, ότι, οι επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως και 7, όλες φέρουν σφραγίδα με την ένδειξη «Η Πληρωμή Έχει Ανακληθεί Από Τον Εκδότη Της Επιταγής Stop Payment», στην οποία καταχωρείται και η ημερομηνία εμφάνισης της κάθε επιταγής για πληρωμή. iii. Σημειώνεται, ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως και 7, παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή, μέσω του ηλεκτρονικού τραπεζιτικού συστήματος («μέσω του συστήματος clearing της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου»), αφού είχαν κατατεθεί σε άλλη εμπορική τράπεζα, την Τράπεζα Κύπρου, την 13/01/2012, για να παρουσιαστούν στην συνέχεια από αυτήν προς την Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή κάποιες ημέρες μετά, την 16/01/2012, και ότι αυτές δεν τιμήθηκαν, καθότι, την 16/01/2012 (δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερης της σχετικής εντολής πληρωμής τους, βλ. Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142), είχε δοθεί γραπτή εντολή μη πληρωμής τους από την Κατηγορουμένη 1, δια του Κατηγορουμένου 2 (βλ. και το Τεκμήριο 16 που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ2). iv. Σημειώνεται, εδώ, ότι, ως προέκυψε από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, από πλευράς Κατηγορουμένων, το γεγονός της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 5 έως και 7, από την Κατηγορουμένη 1, δεν είναι αμφισβητούμενο γεγονός (βλ. Σαββας Χατζηγιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016). v. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται, ότι, σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ3, το σύνολο του ποσού, που, βάσει των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 5 έως και 7, ήταν πληρωτέο από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην Παραπονούμενη, παραμένει οφειλόμενο. 19. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α[
(4)και
(8)] του Κεφ. 154, ως αυτό έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, η διαδικασία που αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, επιμαρτυρείται από την σφραγίδα που εναποτίθεται σε αυτήν από το τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου εκδίδεται για πληρωμή, ή αναλόγως της περίπτωσης, από την σφραγίδα του τραπεζικού ιδρύματος που την παρουσίασε προς πληρωμή (αν η παρουσίασης για πληρωμή γίνει μέσω τράπεζας με ηλεκτρονικά μέσα), το περιεχόμενο της οποίας τεκμαίρεται ως αληθές (βλ. Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 και Βαρνάβας Καΐκη ν Kombos Investment Ltd κ. α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 835). Έχοντας συνεπώς κατά νου τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α[
(4)και
(8)] του Κεφ. 154 αλλά και την μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενης σχετικά, στην οποία έχω μόλις προαναφερθεί, καταλήγω ότι η μαρτυρία ικανοποιεί και το έτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ήτοι, της «πρόκλησης της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». 20. Καταληκτικά σημειώνεται, ότι, όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, η Παραπονούμενη, δεν είχε υποχρέωση απόδειξης (παρά το γεγονός ότι, στην προκείμενη περίπτωση, σχετική μαρτυρία παρουσιάστηκε από τους ΜΚ1 και ΜΚ3) ύπαρξης νόμιμου ανταλλάγματος αναφορικά με τις επίδικες επιταγές [ix]. Επίσης καταληκτικά, πρέπει να σημειωθεί, ότι, το κατά πόσο υπήρχαν ή όχι διαθέσιμα κεφάλαια για κάλυψη των επίδικων επιταγών, όπως ελέχθη και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, ουδεμία σημασία έχει κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, διότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου του νόμου, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αυτό δημιουργεί.
  1. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 1 για το σύνολο των προαναφερόμενων κατηγοριών που αυτή αντιμετωπίζει σε αυτή την υπόθεση.
  2. Προχωρώ τώρα στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντίστοιχα στρέφονται εναντίον τους, αναφορά στις οποίες έγινε εισαγωγικά της απόφασης μου.
  3. Σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Κεφ. 154: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.».
  4. Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 (πλειοψηφίας), το προαναφερόμενο Άρθρο 20 του Κεφ. 154, κατηγοριοποιεί τα άτομα εκείνα που συμμετέχουν σε αδικήματα σε τέτοιο βαθμό συμμετοχής που να δύνανται να θεωρηθούν και οι ίδιοι ως ένοχοι για τα αδικήματα αυτά, με αποτέλεσμα να διώκονται ως αυτουργοί: «Η παράγρ. (α) του άρθρου 20, αναφέρεται σε εκείνους που πράγματι διενεργούν την πράξη ή παράλειψη που συνιστούν το ποινικό αδίκημα, η παράγρ. (β) αφορά εκείνους που διαπράττουν ή παραλείπουν να διαπράξουν κάτι με σκοπό να καταστήσουν δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο πρόσωπο ή παρέχουν βοήθεια για τη διάπραξη του αδικήματος, η παράγρ. (γ) καλύπτει εκείνους που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν άλλο κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος και τέλος, η παράγ. (δ) εκείνους που συμβουλεύουν ή προάγουν άλλους για διάπραξη ποινικού αδικήματος.».
  5. Σύμφωνα με την νομολογία, η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης [και υπογραφής] της επιταγής. Δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει, ως επεξηγήθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας), καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης: Αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του: «Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του ΚΕΦ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε.). Το άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Miltos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261) η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ΄ όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  1. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή, δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος [βλ. Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας) ανωτέρω].
  2. Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας): «. η νοητική σκέψη ενός ατόμου και η πρόθεση αυτού δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, αλλά αποδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα που καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο γενικώς θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του, (Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 και Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Δεν υπήρξε εδώ εισήγηση για εύλογη αιτία για την μη εξόφληση των επιταγών όπως αναλύθηκε η έννοια και στην πρόσφατη απόφαση Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφ. 18/12 ημερ. 16.4.2014, με την θέση των εφεσειόντων, εταιρείας και διευθυντή, να εστιάζεται στην κατ' ισχυρισμόν πλημμελή αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα όσα άλλα αναλύθηκαν στην απόφαση στην Ποιν. Έφ. Αρ. 297/14. Ο διευθυντής υπογράφοντας τις επιταγές εν γνώσει του ότι ο λογαριασμός της εταιρείας ήταν προβληματικός και δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ενέταξε εαυτόν στην έννοια του αυτουργού διά των διατάξεων του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154, θεωρούμενος ότι συνήργησε ώστε να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του εφόσον σε κανένα στάδιο πριν την επιστροφή των επιταγών δεν τις ανακάλεσε ή δεν φρόντισε να κατατεθούν τα αναγκαία κεφάλαια ώστε οι επιταγές να πληρωθούν δεόντως. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, οι μεταχρονολογημένες επιταγές φέρουν κατά τη χρονική στιγμή της έκδοσης τους και την εξυπακουόμενη παράσταση ότι τα γεγονότα και τα δεδομένα είναι τέτοια που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, οι επιταγές κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα θα τιμηθούν αμέσως στην ημερομηνία που αυτές αναγράφουν ή σε μεταγενέστερο χρόνο (R v. Gilmartin [1983] Q.B. 953 και R v. Maytum-White 42 Cr. App.R. 165). Επομένως, ο διευθυντής γνώριζε όλα τα δεδομένα, εν γνώσει του υπέγραψε τις επιταγές υπογράφων για την εκδότρια εταιρεία, γνώση απαραίτητη για την καταδίκη κάποιου ως συνεργού (Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 544, Churchill v. Walton [1967] 2 A.C. 224 και Mok Wei Tak v. R [1990] 2 A.C. 333). Όπως εξηγείται και στον Archbold
(2006)σελ. 1730, παρ. 17-67, εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι ο συνεργός κατά το χρόνο της παροχής της συνδρομής μπορούσε να αντιληφθεί ότι ήταν πραγματική η δυνατότητα ο αυτουργός (εδώ η εταιρεία), να διαπράξει το αδίκημα.».
  1. Το ζήτημα της υποκειμενικής υπόστασης ή ένοχης διάνοιας («mens rea») του συνεργού, δυνάμει του προαναφερόμενου Άρθρου 20 του Κεφ. 154, στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, δυνάμει του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154 (σε ότι δηλαδή αφορά το γεγονός της συνδρομής διευθυντή εταιρείας, στην έκδοση και παράδοση της επιταγής χωρίς αντίκρισμα), εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν Gastop Boutique Ltd κ. α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/06/
  2. Όπως αναφέρθηκε από το Εφετείο στην εν λόγω υπόθεση: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Procecutor
(2003)2 LRC 658 το Ανώτατο Δικαστήριο της Συγκαπούρης έκρινε ότι η ποινική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας, τους επέβαλλε το καθήκον να ενεργούν έντιμα και με εύλογη επιμέλεια (duty to act honestly and with reasonable diligence). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση (Δέστε: Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 486). Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσείων ήταν Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσείουσα ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Εφετείο έκρινε ότι και οι δύο εφεσείοντες γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα. Αναφορικά με την ευθύνη των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο καθοδηγήθηκε εσφαλμένα από την υπόθεση Bondina (ανωτέρω). Η Bondina αφορούσε αστικήν ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας οι οποίοι υπέγραφαν επιταγές της εταιρείας. Είναι ορθό ότι εκδότης των επιταγών αυτών είναι η εταιρεία και επομένως ότι δεν υπάρχει, γενικά, προσωπική αστική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, το υπό εξέταση ζήτημα αφορά σε ποινική ευθύνη διοικητικού συμβούλου, ο οποίος υπέγραψε επιταγή εκ μέρους εταιρείας η οποία καταδικάστηκε δυνάμει του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, ως συνεργού της εταιρείας. Είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319). Ενόψει των προαναφερομένων θεωρούμε ότι η εφεσίβλητη 2, με πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής, και με αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με το κατά πόσον η επίδικη επιταγή, την οποία υπέγραψε εν λευκώ και συμπληρώθηκε με τη συναίνεσή της, θα ετιμάτο, όταν θα παρουσιάζετο προς πληρωμή, και βασιζόμενη μόνο σε μιαν αόριστη και μή δεσμευτικήν υπόσχεση, από τον σύζυγό της, ότι θα κατέθετε κάποιον, επίσης αόριστο ποσό που θα εισέπραττε, στο λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, παρείχε βοήθεια στην εφεσίβλητη 1 εταιρεία να διαπράξει το αδίκημα του άρθρου 305Α και επομένως είναι ένοχη για το αδίκημα της συνέργειας δυνάμει του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα.». 29. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες αποφάσεις του στις υποθέσεις Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης και Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας): (α) Πρόσωπο που κατηγορείται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, για να κριθεί ένοχος του αδικήματος, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατήγορου, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, γνώριζε «τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα». Ότι, δηλαδή, είχε την απαραίτητη υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea»). (β) Για να αποδειχθεί η απαραίτητη υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea»), δεν επιβάλλεται η απόδειξη από πλευράς κατήγορου, πρόθεσης («intention») εκ μέρους του συνεργού, για τη διάπραξη του κύριου αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, πρόθεσης διάπραξης του υπό αναφορά, κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154, αδικήματος. Όπως αναφέρει το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης: «Είναι αρκετό, ., εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless)» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). (γ) Συνεπώς, για να αποδειχθεί από πλευράς κατήγορου, η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του κατηγορουμένου ως συνεργού, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος:
(1)γνώριζε τα γεγονότα που συνθέτουν τα συστατικά στοιχεία του κυρίου αδικήματος,
(2)αλλά παρ' αυτά, ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσο μπορούσε να διαπραχθεί το αδίκημα. (δ) Ως εκ τούτου, η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του κατηγορουμένου ως συνεργού, μπορεί να αποδειχθεί:
(1)είτε με απόδειξη πρόθεσης («intention») εκ μέρους του κατηγορημένου ως συνεργού, να διαπράξει το κυρίως αδίκημα,
(2)είτε με απόδειξη αδιαφορίας ή απερισκεψίας εκ μέρους του, κατά πόσο μπορούσε να διαπραχθεί το αδίκημα. (ε) Όταν ο κατηγορούμενος ως συνεργός, είναι διοικητικός σύμβουλος εταιρείας που της καταλογίζεται η διάπραξης του κυρίου αδικήματος, λόγω, του, ως εκ της θέσης του, γενικού καθήκοντος του να ενεργεί έντιμα και με εύλογη επιμέλεια («duty to act honestly and with reasonable diligence»), η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του, μπορεί να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) εκ μέρους του κατήγορου, από στοιχεία και περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, από τα οποία καταδεικνύεται, ότι:
(1)γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, τα γεγονότα που συνθέτουν τα συστατικά στοιχεία του κυρίου αδικήματος βάσει του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, και
(2)ότι, δεν επίδειξε εύλογη επιμέλεια και παρέβη το καθήκον του να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία («recklessness») αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε, παραδόθηκε και παρουσιάστηκε προς πληρωμή μια επιταγή.
  1. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016: «. η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή ευθύς αμέσως μετά την έκδοση της και ο εφεσίβλητος 2 ως διευθυντής και ιθύνων νους της εφεσίβλητης 1 (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω) και ως το μόνο πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει εάν υπήρχαν ή όχι διαθέσιμα κεφάλαια, για πληρωμή της επίδικης επιταγής όταν την υπέγραφε. Κατά συνέπεια κάθε άλλο συμπέρασμα από το ότι ο εφεσίβλητος 2 κατά την υπογραφή/έκδοση της επιταγής γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εφεσίβλητης 1 για πληρωμή της επιταγής, δεν θα είχε θέση υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Αποδείχτηκε επομένως και το στοιχείο της γνώσης και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία για απόδειξη του στοιχείου αυτού.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (ζ) Με την τροποποίηση του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, η απόδειξης από πλευράς κατηγορουμένου ως συνεργού, ότι, κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή (για την εταιρεία), είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι, κατά την εμφάνιση της, θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, δεν αποτελεί πλέον υπεράσπιση.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, κατηγορούνται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργοί στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα.
  1. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, η συνδρομή του Κατηγορουμένου 2 στη διάπραξη των αδικημάτων που του έχουν προσαχθεί, έχει εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετηθεί με την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 5 έως 7, και την εντολή που έδωσε για μη εξαργύρωση τους, Τεκμήριο 16 (βλ. Σαββας Χατζηγιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016 και Μιχάλη Ζίττη ν Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, 04/03/2016). Γεγονότα, που, ως προκύπτει από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας από πλευράς των Κατηγορουμένων, δεν αμφισβητούνται. Σχετικές μάλιστα θέσεις, ως η υπόθεση τους, υποβλήθηκαν στους ΜΚ1 και ΜΚ3, από πλευράς τους.
  2. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 για το σύνολο των προαναφερόμενων κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει σε αυτή την υπόθεση.
  3. Σε ότι αφορά την Κατηγορουμένη 3, η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο από πλευράς Παραπονούμενης, δεν δικαιολογεί αυτή να κληθεί από το Δικαστήριο σε απολογία. Και εξηγώ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η σχέση και εμπλοκή της Κατηγορουμένης 3 στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ήταν η εξής. Η Κατηγορουμένη 3, όπως και ο Κατηγορούμενος 2, είχαν αναφέρει τηλεφωνικώς, τόσο στον ΜΚ1, όσο και στην ΜΚ3, ότι η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και δεν μπορούσε να εξοφλήσει εμπρόθεσμα το χρέος της προς την Παραπονούμενη. Μάλιστα, ως αυτό προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΚ1, αυτή η επικοινωνία με την Κατηγορουμένη 3, χρονολογείται πρωθύστερα της έκδοσης των επίδικων επιταγών. Η Κατηγορούμενη 3, είναι αξιωματούχος της Κατηγορουμένης
  4. Δηλαδή, κατέχει την θέση της γραμματέα στην Κατηγορουμένη 1 (βλ. και το Τεκμήριο 14). Ως προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΚ1, η, κατά την Παραπονούμενη, συνδρομή της Κατηγορουμένης 3 στην διάπραξη των αδικημάτων από την Κατηγορουμένη 1, οφείλεται στο γεγονός ότι, ως έχει προαναφερθεί, αυτή είναι αξιωματούχος της. Ως υποστηρίχθηκε από τον ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του, εξ όσων «γνωρίζει από πληροφόρηση του από την Παραπονούμενη, δικαίωμα υπογραφής για την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία έχει και η Κατηγορουμένη 3» -όπως έχει και ο Κατηγορούμενος 2-. Κατά τον ΜΚ1, η Κατηγορούμενη 3, «υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας, αντιπρόσωπος και ως εξουσιοδοτημένη να υπογράφει τα έγγραφα της Κατηγορουμένης 1, παρείχε συνδρομή στην Κατηγορουμένη 1 η οποία εξέδωσε προς όφελος της Παραπονεμένης» τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως 7, οι οποίες, «αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν εντός εύλογου χρόνου, δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανάκλησης πληρωμής τους από τον εκδότη τους». Εντούτοις, ως διευκρίνισε, δεν γνωρίζει εάν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως 7, υπογράφτηκαν από την Κατηγορουμένη 3, ή εάν υπογράφτηκαν από τον Κατηγορούμενο
  5. Τέλος, κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι, η γνώση της Παραπονούμενης, σε ότι αφορά το ότι δικαίωμα υπογραφής για την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία έχει και η Κατηγορουμένη 3, αντλείται από το μητρώο που η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία τηρεί στον Έφορο Εταιρειών.
  6. Ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, απαρχή για τον ισχυρισμό της Παραπονούμενης ότι η Κατηγορουμένη 3 έχει διαπράξει τα αδικήματα που της καταλογίζονται, είναι το γεγονός ότι, η Κατηγορουμένη 3, είναι αξιωματούχος της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, και πιο συγκεκριμένα, γραμματέας της. Γενικά ομιλούντες, ο ρόλος του γραμματέα εταιρείας, είναι καθαρά λειτουργικός και διαχειριστικός. Ο γραμματέας μιας εταιρείας, δεν έχει εξουσία διοίκησης των υποθέσεων της εταιρείας. Ως ελέχθη από τον λόρδο Δικαστή Machaghten στην υπόθεση George Whitechurch Ltd v Cavanagh [1902] A.C. 117, 124, τα καθήκοντα του γραμματέα της εταιρείας, είναι «περιορισμένου και κάπως ταπεινού χαρακτήρα» («of a limited and of a somewhat humble character»)•, η δε θέσης του, ως χαρακτηρίστηκε από τον λόρδο Δικαστή Esher M.R. στην υπόθεση Barnett, Hoares, & Co v South London Tramways Co.
(1887)18 Q.B.D. 815, C.A., 817, «ενός απλού υπηρέτη; η θέσης του οποίου είναι να πράττει αυτό που εντέλλεται, και κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να υποθέσει ότι έχει εξουσία να προβεί στην οποιαδήποτε παράσταση; ούτε και μπορεί ο οποιοσδήποτε να υποθέσει ότι δηλώσεις του μπορούν κατ' ανάγκη να γίνουν αποδεκτές ως αξιόπιστες χωρίς περεταίρω διερεύνηση .» («a secretary is a mere servant; his position is that he is to do what he is told, and no person can assume that he has any authority to represent anything at all; nor can any one assume that statements made by him are necessarily to be accepted as trustworthy without further inquiry ...»). Στην υπόθεση Re Maidstone Building Provisions Ltd [1971] 3 All ER 363, όπου το αγγλικό Δικαστήριο (High Court) κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσο γραμματέας εταιρείας ήταν υπόλογος για δόλια διαπραγμάτευση («fraudulent trading»)•, -δηλαδή, της διεξαγωγής εμπορικής δραστηριότητας για την εταιρεία ενόσω αυτή ήταν αφερέγγυα-, αναφέρθηκαν, εν προκειμένω, τα εξής από τον Δικαστή J. Pennycuick V.C.: «Σε ότι αφορά την θέση του γραμματέα, είναι καθιερωμένο πέραν από κάθε αμφιβολία ότι ο γραμματέας, ενόσω εκτελεί τα καθήκοντα που αρμόζουν στην θέση ενός γραμματέα εταιρείας, δεν ασχολείται με την διοίκηση της εταιρείας. .» («So far as the position of the secretary is concerned, it is established beyond all question that a secretary, while performing the duties appropriate to the office of secretary, is not concerned in the management in the company.»). Πρόσφατη όμως νομολογία, τείνει να καταδείξει ότι, ο γραμματέας εταιρείας, μπορεί, υπό περιστάσεις, να διαδραματίσει ρόλο, πέραν του προαναφερόμενου δευτερεύοντα ρόλου, στα των υποθέσεων της εταιρείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Panorama Developments (Guilford) Ltd v Fidelis Furnishing Fabrics Ltd [1971] 2 Q.B. 711, CA, να κρίνει εταιρεία υπόλογο, σε εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων, για την ενοικίαση από αυτήν αυτοκινήτων από τον γραμματέα της, για χρήση από τον ίδιο αλλά φαινόμενα για την επιχείρηση της εταιρείας για σκοπούς που αφορούσαν τους υπαλλήλους της. Σύμφωνα με τα λόγια του λόρδου Δικαστή Denning, M.R.: «Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει. Ο γραμματέας εταιρείας είναι εξίσου σημαντικό πρόσωπο στις μέρες μας από ότι ήταν το
  1. Είναι αξιωματούχος της εταιρείας με εκτεταμένες αρμοδιότητες και ευθύνες. Αυτό διαφαίνεται όχι μόνο από την σύγχρονη περί Εταιρειών Νομοθεσία, αλλά και από τον ρόλο που διαδραματίζει στην καθημερινή διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Δεν είναι πλέον ένας απλός γραφέας. Πολύ συχνά προβαίνει σε παραστάσεις για λογαριασμό της εταιρείας και προσέρχεται για αυτήν σε συμφωνίες που αφορούν την καθημερινή λειτουργία της εταιρείας. Τόσο που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εξουσία να πράττει αυτά για λογαριασμό της εταιρείας. Σίγουρα δικαιούται να υπογράψει συμβάσεις που σχετίζονται με την διαχειριστική πλευρά των υποθέσεων της εταιρείας, όπως η εργοδότησης προσωπικού και η παραγγελία αυτοκινήτων κ. ο. κ. Όλα αυτά τα ζητήματα εμπίπτουν πλέον στην φαινόμενη εξουσιοδότηση του γραμματέα της εταιρείας.» («But times have changed. A company secretary is as much more important person nowadays than he was in
  2. He is an officer of the company with extensive duties and responsibilities. This appears not only in the modern Companies Act, but also by the role which he plays in the day-to-day business of companies. He is no longer a mere clerk. He regularly makes representations on behalf of the company and enters into contracts on its behalf which come within the day-to-day running of the company's business. So much so that he may be regarded as held out as having authority do such things on behalf of the company. He is certainly entitled to sign contracts connected with the administrative side of the of a company's affairs, such as employing staff, and ordering cars and so forth. All such matters now come within the ostensible authority of a company's secretary.»). Βάση αυτού του σκεπτικού, ως σχολιάζεται και στο σύγγραμμα Gower's, Principles of Modern Company Law, 6η έκδοση, σελίδα 199: «είναι συζητήσιμο . ότι ο γραμματέας έχει επίσης αποφοιτήσει ως ένα όργανο της εταιρείας; είναι ένας αξιωματούχος της εταιρείας με σημαντική εξουσία στον τομέα διαχείρισης και με εξουσία και καθήκον που αντλεί κατευθείαν από το καταστατικό της εταιρείας και τον περί Εταιρειών Νόμο. Και κατά την εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων του δικαιούται ξεκάθαρα να αρνηθεί την εμπλοκή των μελών, του διοικητικού συμβουλίου ή του εκτελεστικού διευθυντή. Εκεί που διαφέρει με αυτούς, είναι ως προς το ότι δεν έχει καμία ευθύνη για την πολιτική διοίκησης της εταιρείας, αλλά αντιθέτως διαδραματίζει ένα ρόλο διαχείρισης που διασφαλίζει ότι οι διοικητικές αποφάσεις εφαρμόζονται.» («It is arguable, ... that the secretary has also graduated as an organ of the company; he is an officer of the company with substantial authority in the administrative sphere and with powers and duties derived directly from the articles and the Company's Act. And in the performance of his statutory duties he is clearly entitled to resist interference from the members, board of directors or managing director. Where he differs from them in that he has no responsibility for corporate policy, as opposed to playing an administrative role in ensuring that the policy decisions are imposed.»).
  3. Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένης της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί από τον ΜΚ2, ως προς το ότι, εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να διαχειρίζεται τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 και να δεσμεύει αυτήν με την υπογραφή του, ήταν ο Κατηγορούμενος 2, σε συνδυασμό με την αμφιβολία που ο ΜΚ1 εξέφρασε ως προς το ποιο πρόσωπο εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 5 έως 7, και έδωσε την εντολή για να μην πληρωθούν, Τεκμήριο 16, θεωρώ, ότι, η απλή ιδιότητα της Κατηγορουμένης 3 ως γραμματέας της Κατηγορουμένης 1 και η, από αυτή την ιδιότητα της, αντιπροσώπευση της Κατηγορουμένης 1, δεν δικαιολογεί καταδίκη της για τα αδικήματα που της καταλογίζονται, ακόμη και στην περίπτωση όπου η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας κριθεί από το Δικαστήριο σε τελικό στάδιο ως αξιόπιστη και γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της.
  4. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, βρίσκω ότι, από πλευράς Παραπονούμενης, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, οι οποίοι έδωσαν μαρτυρία ως έχει προαναφερθεί, η οποία, αντικειμενικά κρινόμενη, ικανοποιεί οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να κληθούν από το Δικαστήριο σε απολογία. Σε ότι αφορά την Κατηγορουμένη 3, σε συνέχεια και καταληκτικά του προαναφερόμενου σκεπτικού μου, αυτή δεν καλείται σε απολογία και ως εκ τούτου, αθωώνεται και απαλλάσσεται. Έχοντας ως βάση το ίδιο σκεπτικό, επιδικάζω υπέρ της Κατηγορουμένης 3 και εναντίον της Παραπονούμενης, €500 έξοδα (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες από 368 έως 371 και Κ.Ο.Τ. ν Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603). 38. Προχωρώ στο να επεξηγήσω στους Κατηγορουμένους 1 και 2 τα δικαιώματα που έχουν προς υπεράσπιση τους, ως αυτά ενσωματώνονται στις πρόνοιες του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155 [x]. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155, έχει ως ακολούθως: «
(1)Μετά την εγκατάλειψη του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, το Δικαστήριο προχωρεί στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης κατά τον ακόλουθο τρόπο: (α) . (β) μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και, αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο. .». [ii] Βλ. Άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 ως έχει προαναφερθεί. [iii] Βλ. Wiseman and Another v Borman and Others
(1967)3 AllER 1047. [iv] Βλ. Morphitis v The Police
(1975)2 C.L.R. 138, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν Αριστοτέλους
(1992)2 Α.Α.Δ. 356, Γενικός Εισαγγελέας ν Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82 και Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου κ. α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 211. [v] Βλ. R. v Galbraith
(1981)2 AllER 1060 και Azinas and Another v The Police
(1981)2 C.L.R. 9. [vi] Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ξενάκη Μελή ν Vassos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015, ο χρόνος υπογραφής μίας επιταγής δεν είναι συστατικό στοιχείο των αδικημάτων του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154 και συνεπώς, και λανθασμένη αναφορά να γίνει στις λεπτομέρειες του αδικήματος, δεν τίθεται ζήτημα ευχέρειας καταδίκης του κατηγορουμένου και μάλιστα χωρίς καν ανάγκη τροποποίησης των λεπτομερών του, εάν η μαρτυρία που ικανοποιεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. [vii] Στην υπόθεση, Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι, η φράση «κατά ή περί», σε ότι αφορά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, όταν αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος πριν από την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό εκδόθηκε η επιταγή, και κατά την δίκη παρουσιαστεί μαρτυρία ότι η έκδοσης έγινε σε άλλη ημερομηνία, δεν δικαιολογεί στο εκ πρώτης όψεως απόρριψη της κατηγορίας, δεδομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αν το κρίνει αναγκαίο, να τροποποιήσει το κατηγορητήριο. Νοουμένου όμως, ότι, η διάστασης, χρονικά, είναι περιορισμένης εμβέλειας. Η χρονική διάστασης δύο μηνών, στην υπόθεση εκείνη, κρίθηκε ως περιορισμένης εμβέλειας. Βλ. επιπρόσθετα και την υποσημείωση (vi) ανωτέρω που αφορά ειδικά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154. [viii] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ix] Ελέχθησαν από το Εφετείο, στην εν λόγω υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016 εν προκειμένω τα εξής: «Σύμφωνα με το δεύτερο λόγο έφεσης «το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εδέχθη ότι υπήρχε αντάλλαγμα για την επιταγή». Το ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στο εύρημα αυτό ήταν εκ του περισσού και μέσα στη δικανική διεργασία του που αφορούσε την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο Εφεσίβλητος/ παραπονούμενος δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος αναφορικά με την επίδικη επιταγή. Υπενθυμίζεται η φύση της επιταγής που είναι αξιόγραφο και ο κομιστής του σύμφωνα με το Άρθρο 30
(1)των Περί Συναλλαγματικών Νόμου, ΚΕΦ. 262, θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε καλή αντιπαροχή για την λήψη της (βλ. Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). Το θέμα όμως, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεν ήταν αυτό. Δεδομένης της ανακοπής της πληρωμής της επίδικης επιταγής από τους Εφεσείοντες με τη δικαιολογία «παράβαση συμφωνίας» το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν το κατά πόσο οι Εφεσείοντες είχαν εύλογη αιτία ανάκλησης της, επί τη βάσει της προταθείσας δικαιολογίας κι όχι αν υπήρχε ή όχι νόμιμο αντάλλαγμα (βλ. NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Ποιν. Έφ. Αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014).». Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, που μνημονεύεται στην προαναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρθηκαν τα εξής: «. μια επιταγή από τη φύση της είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο, ο κομιστής του οποίου στη βάση του άρθρου 30
(1)των περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή για τη λήψη της, (Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). Το Δικαστήριο δεν σκέφτηκε αυτή την παράμετρο και ορθά οι εφεσείοντες επισημαίνουν ότι με τα παραδεκτά και μόνο γεγονότα, το βάρος είχε αυτόματα μετατεθεί στον εφεσίβλητο να δείξει αυτή την εύλογη αιτία κατά τρόπο που να απαλλάσσεται από την ποινική ευθύνη που το άρθρο 305(Α)
(2)εναποθέτει στο πρόσωπο εκείνο που προκαλεί με οποιοδήποτε τρόπο τη μη εξόφληση επιταγής που εξέδωσε οποτεδήποτε πριν, ή, κατά την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής, (δέστε N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου - ανωτέρω). Η ποινική αυτή ευθύνη είναι βεβαίως νομοθετική επιλογή και συνάδει με το αξιόγραφο μιας επιταγής, η οποία ισοδυναμεί με μετρητά. Η έκδοση επιταγής είναι κοινή συναλλακτική πρακτική και αποτελεί ένα γρήγορο και αποτελεσματικό μέσο εμπορικής δραστηριότητας. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τιμάται κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα, ώστε να υπάρχει ασφάλεια στις εμπορικές συναλλαγές. Επομένως η ποινικοποίηση της ανάκλησης χωρίς εύλογη αιτία ήρθε να προσθέσει και όχι να αφαιρέσει στην αποτελεσματικότητα της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος. Το ζητούμενο στην υπόθεση που παρερμήνευσε το Δικαστήριο ήταν κατά πόσο ο εφεσίβλητος είχε εύλογη αιτία ανάκλησης και όχι αν υπήρχε ή όχι νόμιμο αντάλλαγμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [x] Το Άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, έχει ως ακολούθως: «Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο καλεί αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και τον πληροφορεί ότι δύναται να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο, από τη θέση στην οποία βρίσκεται κατά τον εν λόγω χρόνο, οπότε δεν υπόκειται σε αντεξέταση ή ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.