ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8921/2017, 22/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8921/2017 ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Πελεκάνος και κ. Μ. Σάββα. Κατηγορούμενος, παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για επιφύλαξη νομικού ερωτήματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο)
- Με απόφαση μου ημερ. 24/10/2017 έκρινα ότι τρία πορίσματα, δύο διοικητικά και ένα ποινικό, αποτελούν έγγραφα που θα πρέπει να παραδοθούν στην Υπεράσπιση, εκτός εάν η Κατηγορούσα Αρχή, μετά από γραπτό αίτημα της, στοιχειοθετούσε λόγους άρνησης με βάση το άρθρο 7
(4)της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 («Κεφ. 155»). 2. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, αφού παρέδωσε τα δύο διοικητικά πορίσματα στους συνηγόρους Υπεράσπισης, αιτήθηκε όπως επιφυλαχθεί το ακόλουθο νομικό ερώτημα για το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με το ποινικό πόρισμα: «ΔΕΔΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24.10.17 ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΟΤΙ: (α) το πόρισμα των ποινικών ανακριτών που είχε ετοιμαστεί μετά το πέρας της διερεύνησης της υπό εκδίκασης υπόθεσης εμπίπτει εντός του ορισμού που θέτει το άρθρο 7
(2)του Κεφ.155 και είναι σχετικό αναφορικά με τα επίδικα θέματα που αναμένεται ή ενδέχεται να εγερθούν, και (β) κάλεσε την Κατηγορούσα Αρχή να καταχωρίσει γραπτό υπόμνημα στο οποίο να αναφέρει τους ακριβείς λόγους σύμφωνα με άρθρο 7
(4)του Κεφ. 155 για τους οποίους αρνείται να παραδώσει το πόρισμα στην Υπεράσπιση και να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο για επιθεώρηση, ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ όπως επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 148 του Κεφ. 155 το ακόλουθο νομικό ερώτημα που ηγέρθη κατά τη διάρκεια της δίκης: Κατά πόσο το πόρισμα των ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών που είχαν διοριστεί από το Γενικό Εισαγγελέα στην παρούσα υπόθεση για να διεξάγουν ανακρίσεις σε σχέση με το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων και το οποίο περιέχει σύνοψη της συλλεγείσας μαρτυρίας, αξιολόγηση της και τις συστάσεις των ανακριτών προς το Γενικό Εισαγγελέα και ετοιμάστηκε μετά το πέρας της διερεύνησης της υπόθεσης κατ' αναλογία των συνοπτικών εκθέσεων που ετοιμάζονται από ανακριτές της Αστυνομίας, αποτελεί έγγραφο που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα για τους σκοπούς του άρθρου 7
(2)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155, και κατ' επέκταση η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να παράσχει πρόσβαση στην Υπεράσπιση εκτός και εάν εξηγήσει την άρνηση της να το παράσχει στη βάση των προνοιών του άρθρου 7
(4)και
(5)του Κεφ.155.» 3. Με την αγόρευση της αναφέρθηκε στην νομολογία επί του θέματος και στους λόγους που θα πρέπει το Δικαστήριο να επιφυλάξει το προαναφερθέν ερώτημα για γνωμοδότηση. Η επιχειρηματολογία της ως προς το νομικό πλαίσιο ήταν η ακόλουθη:
(1)Η εξουσία επιφύλαξης νομικού ερωτήματος με βάση το άρθρο 148
(1)αποτελεί υποχρέωση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου όταν το αίτημα υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα, εάν και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο, ότι δηλαδή το ζήτημα είναι αμιγώς νομικό (βλ. Ποινική Δικονομία, 2η έκδοση, κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 341, Re Attorney - General of the Republic
(1971)12 JSC 1510) και είναι συνυφασμένο με τα γεγονότα της υπόθεσης.
(2)Το τι συνιστά νομικό ερώτημα αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην Re Hadjicostas
(1984)1 CLR 513.
(3)Το ερώτημα εκτός από αμιγώς νομικό, πρέπει να εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης (βλ. Δημοκρατία ν. Kirnouyan
(1996)2 ΑΑΔ 126). Η έννοια της «δίκης» περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου (βλ. Δημοκρατία ν. Ford (No. 1)
(1995)2 ΑΑΔ 29). Δεν εγείρεται σε οποιοδήποτε στάδιο αλλά στο στάδιο που είναι απαραίτητο να αποφασιστεί για να προχωρήσει η διαδικασία (βλ. Re Charalambous
(1974)2 CLR 37, Police v Ekdotiki Eteria Inomenoi Dimosiographi Dias Ltd
(1982)2 CLR 63, Pastellopoulos v Republic
(1985)2 CLR 165) και να χρήζει άμεσης απάντησης (βλ. Πατίκκη
(2002)2 ΑΑΔ 175).
(5)Η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και για ζητήματα καινοφανή (βλ. Δημοκρατία ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:C486, Νομικό Ερώτημα 372, 18/10/2016). 4. Προχώρησε και εισηγήθηκε ότι:
(1)το ερώτημα που τίθεται είναι αμιγώς νομικό και καινοφανές, αφορά την ερμηνεία και την εμβέλεια του άρθρου 7
(2)του Κεφ. 155. Δεν τίθεται ακαδημαϊκά, αφορά απόφαση που σχετίζεται με το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αποκάλυψης δυνάμει του άρθρου 7 του Κεφ. 155, και
(2)έχει εγερθεί σε κατάλληλο στάδιο, μετά από ενδιάμεση απόφαση, οπότε και χρήζει άμεσης απάντησης. Με την απόφαση του το Δικαστήριο διέταξε την Κατηγορούσα Αρχή να παραδώσει το έγγραφο οπότε είναι κρίσιμο για την έκβαση της υπόθεσης και συναρτάται άμεσα με την διεξαγωγή δίκαιης δίκης.
- Ο κ. Πελεκάνος εισηγήθηκε ότι το ερώτημα δεν είναι νομικό, ούτε αφορά ζήτημα που χρήζει ερμηνείας. Αντίθετα θα προκληθεί καθυστέρηση. Αν η Κατηγορούσα Αρχή θεωρούσε ότι το Δικαστήριο ενήργησε χωρίς ή καθ' υπέρβαση εξουσίας όφειλε να αιτηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, με αίτηση για ένταλμα Certiorari, ακύρωση των οδηγιών του.
- Το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, προνοεί τα ακόλουθα: 148.-
(1)Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου.
- Η νομική ανάλυση της ευπαίδευτης συνηγόρου με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Το Δικαστήριο είναι υπόχρεο να επιφυλάξει νομικό ερώτημα για γνωμάτευση σε αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα, εφόσον το ερώτημα είναι αμιγώς νομικό και εγείρεται στο κατάλληλο στάδιο κατά τη διάρκεια της δίκης.
- Το τι συνιστά νομικό ερώτημα αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην Re Hadjicostas
(1984)1 CLR 513, όπου στη σελ. 519 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική: 'What amounts to a pure question of law is perhaps easy to define but hard to apply to the particular circumstances of a case. The question of law raised, whatever its nature, must necessarily be one relevant to the facts of the case. A pure question of law cannot be one extricated or detached from the facts of the case for in those circumstances it would be an academic question of law. It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law.' Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το τι συνιστά αμιγές νομικό ερώτημα είναι ίσως εύκολο να οριστεί αλλά δύσκολο να εφαρμοστεί στις συγκεκριμένες περιστάσεις μιας υπόθεσης. Το νομικό ερώτημα που εγείρεται, παρά τη φύση του, πρέπει οπωσδήποτε να σχετίζεται με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ένα αμιγές νομικό ερώτημα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί ή διαχωριστεί από τα γεγονότα της υπόθεσης γιατί σε τέτοια περίπτωση θα είναι ακαδημαϊκό νομικό ερώτημα. Μου φαίνεται ότι όταν ένα ζήτημα περιστρέφεται γύρω από την εφαρμογή του νόμου σε δοσμένα γεγονότα, εγείρει αμιγές νομικό ερώτημα. Εφόσον τα γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το νόμο δεν τελούν υπό αμφισβήτηση, το ζήτημα είναι νομικό. Απλά εγείρει ερωτήματα που άπτονται της ερμηνείας και σκοπού του νόμου. Αναζήτηση της εμβέλειας του νόμου είναι πάντοτε ερώτημα νομικό.» 9. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί αποδεκτό γεγονός η ύπαρξη του πορίσματος (βλ. Τεκμήρια Α - Δ) και ότι αφορά έγγραφο που προηγήθηκε της καταχώρισης της δίωξης του κατηγορουμένου. 10. Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα έχω ικανοποιηθεί ότι το ερώτημα που τίθεται εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα είναι αμιγώς νομικό, έχει εγερθεί κατά τη δίκη και σε κατάλληλο στάδιο, μετά δηλαδή της απάντησης του κατηγορητηρίου και της απόφασης μου για τον τρόπο που θα πρέπει να τύχει διαχείρισης το εν λόγω έγγραφο. 11. Ενόψει της ικανοποίησης των πιο πάνω προϋποθέσεων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι αφορά ζήτημα καινοφανές που άπτεται της ερμηνείας του άρθρου 7
(2)του Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 186(Ι)/2014 για να συνάδει με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, 2012/13/ΕΕ, πρέπει, δυνάμει του άρθρου 148
(1)να επιφυλαχθεί το νομικό ερώτημα για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου παραπέμπεται για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο το ακόλουθο νομικό ερώτημα: «Κατά πόσο το πόρισμα των ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών που είχαν διοριστεί από το Γενικό Εισαγγελέα στην παρούσα υπόθεση για να διεξάγουν ανακρίσεις σε σχέση με το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων και το οποίο περιέχει σύνοψη της συλλεγείσας μαρτυρίας, αξιολόγηση της και τις συστάσεις των ανακριτών προς το Γενικό Εισαγγελέα και ετοιμάστηκε μετά το πέρας της διερεύνησης της υπόθεσης κατ' αναλογία των συνοπτικών εκθέσεων που ετοιμάζονται από ανακριτές της Αστυνομίας, αποτελεί έγγραφο που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα για τους σκοπούς του άρθρου 7
(2)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155, και κατ' επέκταση η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να παράσχει πρόσβαση στην Υπεράσπιση εκτός και εάν εξηγήσει την άρνηση της να το παράσχει στη βάση των προνοιών του άρθρου 7
(4)και
(5)του Κεφ.155» . (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο