← Κύπρος

SEAWAVE FISHERIES LIMITED ν. Σ.Μ. ΨΑΡΑΓΟΡΕΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1142/17, 6/12/2017

SEAWAVE FISHERIES LIMITED ν. Σ.Μ. ΨΑΡΑΓΟΡΕΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1142/17, 6/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 1142/17 SEAWAVE FISHERIES LIMITED και

  1. Σ.Μ. ΨΑΡΑΓΟΡΕΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΣΑΒΒΑΣ ΜΑΡΚΟΥ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντωνιάδης Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Κουρίδης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της ως άνω ποινικής υπόθεσης, ο κατηγορούμενοι 1 και 2, μετά την απόσυρση των κατηγοριών 3 - 6 και 9 - 18, κατηγορούνται ότι κατά ή περί τις 20.12.11 και 3.7.12 εξέδωσαν δύο επιταγές ύψους €5.541,54 και €2.987, αντίστοιχα, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και ο εκδότης παρέλειψε να τις εξοφλήσει εντός 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 155. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στις 13.10.17 ο συνήγορος των κατηγορουμένων ήγειρε, ως προδικαστικό θέμα, θέμα παράβασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αγόρευσε σχετικώς. Υποστήριξε ότι επειδή οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν τα έτη 2011 και 2012, ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της έκδοσης των επιταγών και της δίωξης είναι πολύ μεγάλος, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Προς υποστήριξη της εισήγησης του, αναφέρθηκε σε νομολογία που πραγματεύεται το θέμα της καθυστέρησης και γενικότερα της δίκαιης δίκης (Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100), σε νομολογία που αναφέρεται στο στάδιο στο οποίο τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί (Δημοκρατία ν. Λώρη Ηρακλέους (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 225, Αστυνομία ν. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160), καθώς και στην υπόθεση Γιωργάλλας ν. Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060. Ο κ. Αντωνιάδης ζήτησε χρόνο για να τοποθετηθεί επί των όσων ο κ. Κουρίδης ανέφερε, χρόνος που του δόθηκε. Τοποθετούμενος στις 2.11.17 μέσω γραπτής αγόρευσης, ο κ. Αντωνιάδης εισηγήθηκε ότι το θέμα που οι κατηγορούμενοι εγείρουν δεν μπορεί να εξετασθεί και να αποφασιστεί προδικαστικώς για τους εξής λόγους. Πρώτον, επειδή είναι απαραίτητο να ακουστεί μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση και τη συμπεριφορά των παραπονουμένων και των κατηγορουμένων στο διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Αναφέρθηκε δε σε σειρά ενεργειών των κατηγορουμένων που συνέτειναν ή προκάλεσαν, κατά τη θέση του, την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης. Εισηγείται επίσης ότι το αίτημα των κατηγορουμένων δεν συνάδει με την άρνηση από μέρους τους ενοχής στις κατηγορίες, αφού, από τη μια ζητούν την απαλλαγή τους χωρίς δίκη και από την άλλη να προχωρήσουν σε ακρόαση αρνούμενοι τις κατηγορίες. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο αποδέχτηκε την καταχώρηση του κατηγορητηρίου με βάση το άρθρο 43 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι κατηγορούμενοι δεν δικαιολογούνται να ζητούν την απόρριψη των κατηγοριών εναντίον τους χωρίς να έχουν προκύψει νέα γεγονότα μεταξύ της καταχώρησης του κατηγορητηρίου και του αιτήματος για απόρριψη της υπόθεσης. Τέλος, ο κ. Αντωνιάδης επισημαίνει πως η μοναδική περίπτωση που ποινικά αδικήματα παραγράφονται είναι τα αδικήματα για τα οποία η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες (άρθρο 88 του Κεφ. 155). Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει το θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου, το δε Δικαστήριο αναμφίβολα οφείλει, μέσα στα πλαίσια των δικών του αρμοδιοτήτων, να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των δικαιωμάτων που το Άρθρο 30.2 κατοχυρώνει (βλ. Άρθρο 35 του Συντάγματος). Το ερώτημα είναι κατά πόσον, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων για παραβίαση του ως άνω δικαιώματος τους μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση να εξετασθεί και να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο, ήτοι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και με τα γεγονότα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 δίδεται το στίγμα της νομολογίας για την αντιμετώπιση αιτημάτων της φύσης του αιτήματος των κατηγορουμένων. Στην υπόθεση εκείνη, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένη την απόφαση του Κακουργιοδικείου να απαλλάξει τον εφεσίβλητο προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, αποδεχόμενο εισήγηση του δικηγόρου του ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής (σελ. 230 - 231): «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376 αποφασίστηκε πως η απάντηση στο ερώτημα του κατά πόσον από μόνη της η καθυστέρηση (στη διεκπεραίωση της υπόθεσης στην περίπτωση εκείνη) χωρίς τη συνύπαρξη άλλων παραμέτρων που να καθιστούν τη δίκη που θα διεξαχθεί μη δίκαιη μπορεί να οδηγήσει σε τερματισμό της δικαστικής διαδικασίας και συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, είναι αρνητική. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, δεν εξετάζεται in abracto, αλλά τίθεται κάτω από τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη όπως λόγου χάριν, της απώλειας μαρτυρίας, της δυσκολίας στην εξασφάλιση μαρτυρικού υλικού, της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου κ.λπ. Στην προκειμένη περίπτωση, το μόνο γεγονός επί του οποίου ο κ. Κουρίδης βασίστηκε για να στηρίξει την εισήγησή του ότι η δίκη των κατηγορουμένων δεν θα είναι δίκαιη είναι το γεγονός ότι οι επιταγές στις οποίες η παρούσα υπόθεση αφορά εκδόθηκαν τα έτη 2011 και 2012, χωρίς να έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να τείνει να καταδείξει ότι λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου επηρεάζεται η δυνατότητα των κατηγορουμένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους αποτελεσματικά. Αν και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων είναι αναμφίβολα μεγάλος, κρίση μου είναι ότι με μόνο δεδομένο τον διαρρεύσαντα χρόνο από τη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης, δεν μπορεί να αποφασιστεί, στο στάδιο τούτο, αν το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη παραβιάστηκε. Σύμφωνα με τη νομολογία που πιο πάνω αναφέρθηκε, η ενδεχόμενη παραβίαση του δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, δεν εξετάζεται in abracto. Δεν υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, υπόβαθρο γεγονότων, που θα έπρεπε μάλιστα να είναι κοινό, ως προς πώς η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης θα επηρεάσει πράγματι τους κατηγορούμενους στην υπεράσπιση τους. Σημειώνω εξάλλου ότι θέση των παραπονουμένων είναι ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων είναι που προκάλεσε ή συνέτεινε στην καθυστέρηση. Τα όσα αναφέρονται, βεβαίως, στην αγόρευση του κ. Αντωνιάδη σε σχέση με το θέμα τούτο, δεν αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, και η τυχόν επίδραση τους στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα της παράβασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος θα εξετασθεί εάν και εφόσον τα γεγονότα στα οποία ο κ. Αντωνιάδης αναφέρεται αποδειχθούν με μαρτυρία κατά την ακρόαση. Κρίνω εν τέλει ότι μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας θα είναι δυνατή η διαπίστωση των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπόθεσης κατά τον χρόνο που καταχωρήθηκε καθώς και των όποιων τυχόν εγγενών αδυναμιών ή δυσμενών επιπτώσεων στους κατηγορούμενους ενόψει του χρόνου που καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονείται ότι το κατά πόσον υπάρχει παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, αφού είναι μέσα σε αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη (Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718, 1749). Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι πως το θέμα που οι κατηγορούμενοι ήγειραν δεν μπορεί να εξετασθεί προδικαστικώς. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.