Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέας Κουζουπής, Αρ. Υπόθεσης: 18462/2016, 10/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18462/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Αντρέας Κουζουπής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 5.4.2016 στην οδό Δημ. Βικέλα στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KJL690 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 119 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ.». H 2η κατηγορία αφορά απείθεια σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(2)(γ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 66/
- Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και στον τόπο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία ενώ είχε σταματήσει το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα στην ίδια οδό κατόπιν σήματος του Αστυφ. 3568 Γ. Συρανίδη του Τμήματος Τροχαίας Αρχηγείου και του ζητήθηκε από τον εν λόγω αστυφύλακα να οδηγήσει το όχημα του αριστερά εντός παρόδου για να αποφευχθεί κυκλοφοριακή συμφόρηση ή τροχαία σύγκρουση, αυτός παρέλειψε να υπακούσει. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. Αστ.577 Ιωάννης Σανταφιανός (ΜΚ1) Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε πρώτος ο Αστ.577 Ιωάννης Σανταφιανός. Αυτός ανέφερε ότι στις 5.4.2016 και ώρα 20:45, ενώ βρισκόταν με τον Αστ.3568 (στο εξής «ΜΚ2») στην Λεωφόρο Δημήτρη Βικέλα στο Στρόβολο για έλεγχο ταχύτητας, ο ΜΚ2 εντόπισε ένα μαύρο όχημα να οδηγείται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 119 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Ο ΜΚ2 ο οποίος φορούσε φωσφόρο γιλέκο και κρατούσε κόκκινο φανάρι, έκανε σήμα στον οδηγό του εν λόγω αυτοκινήτου να σταματήσει. Ο οδηγός υπάκουσε και σταμάτησε το όχημα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από το σημείο όπου βρίσκονταν οι ίδιοι. Ακολούθως, ο ΜΚ2 κατευθύνθηκε προς το μέρος του εν λόγω οχήματος, ενώ ο ΜΚ1 παρέμεινε στο πεζοδρόμιο. Σε κάποια στιγμή, ο ΜΚ1 άκουσε τον οδηγό να φωνάζει και άρχισε να κατευθύνεται προς το σημείο. Πλησιάζοντας το μπροστινό μέρος του οχήματος, αντιλήφθηκε ότι το όχημα κινείτο και ταυτόχρονα άκουσε τον ΜΚ2 να του λέει να φύγει από μπροστά για να μην χτυπήσει. Ο ΜΚ1 έφυγε αμέσως και στην συνέχεια το αυτοκίνητο έσβησε. Τότε, ο ΜΚ1 άκουσε ότι ο οδηγός, τον οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, φώναζε ζητώντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Ο ΜΚ2 προσπαθούσε να τον καθησυχάσει αλλά ο Κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να βρίζει. Επειδή η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ήταν ερειστική και επιθετική, ο ΜΚ1 πήγε στο περιπολικό για να καλέσει ενισχύσεις. Σε κάποια στιγμή, ο Κατηγορούμενος κρατώντας στο χέρι του το κινητό του τηλέφωνο έλεγε ότι βιντεογραφεί, καταγράφοντας τόσο τους δύο αστυφύλακες όσο και το περιπολικό. Ακολούθως, ξεκίνησε να κατευθύνεται προς το όχημα του. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 κατευθύνθηκαν προς αυτόν και ενώ τον πλησίασαν αυτός άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Ακολούθως, προσπάθησαν να του φορέσουν χειροπέδες αλλά ο Κατηγορούμενος άρπαξε τον ΜΚ1 από το δεξί χέρι και τον έριξε στο έδαφος. Ο ΜΚ2 τον έπιασε και έπεσαν και οι δυο στο έδαφος. Ο ΜΚ1 σηκώθηκε και μαζί με τον ΜΚ2 κατάφεραν εν τέλει να περάσουν χειροπέδες στον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος του είχε ζητήσει την αστυνομική του ταυτότητα. Πρόσθεσε όμως ότι και οι δύο αστυφύλακες φορούσαν ρούχα της Αστυνομίας με φωσφόρα γιλέκα στα οποία αναγράφονται οι λέξεις «Αστυνομία - Police». Επίσης το περιπολικό ήταν σταθμευμένο μέσα σε πάροδο και περίπου 15 μέτρα από τη θέση που σταμάτησε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, σε τέτοιο σημείο που μπορούσε ο Κατηγορούμενος να το δει. Σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να σταθμεύσει το όχημα του στην πάροδο όπου ήταν το περιπολικό αφήνοντας το όχημα του στη μέση του δρόμου. Όταν πλησίασε ο ίδιος το σημείο, είδε το αυτοκίνητο να κινείται με τέτοιο τρόπο ωσάν να προσπαθούσε να εκκινήσει. Στην συνέχεια, και ειδικότερα όταν άκουσε τον Κατηγορούμενο να ζητά τα κλειδιά του, αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 είχε πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Αστ.3568 Ιωάννης Συρανίδης (ΜΚ 2) Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 20:45 της 5.4.2016, διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στην Λεωφόρο Δημήτρη Βικέλλα στο Στρόβολο. Χρησιμοποιούσε το ταχύμετρο υπ' αριθμό 2624 την ορθότητα του οποίου έλεγξε πριν ξεκινήσει την περιπολία του. Με το εν λόγω ταχύμετρο στόχευσε σε απόσταση 284 μέτρων από το σημείο όπου στεκόταν, ένα σκουρόχρωμο όχημα το οποίο οδηγείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από κυκλικό κόμβο ΓΣΠ προς τη διασταύρωση νότιου παρακαμπτήριου και διαπίστωσε ότι κινείτο με ταχύτητα 119 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ που είναι το καθορισμένο όριο στον εν λόγω δρόμο. Το όχημα αυτό βρισκόταν μόνο του στη λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς να το ακολουθεί ή να προπορεύεται άλλο όχημα. Τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΚ1 φορούσαν φωσφορούχα υπηρεσιακά γιλέκα και στο σημείο όπου βρίσκονταν ο δρόμος φωτίζεται με λαμπτήρες υψηλής τάσης και είναι διπλής λωρίδας κυκλοφορίας. Χρησιμοποιώντας τον υπηρεσιακό κόκκινο φακό, ο ΜΚ2 έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει εντός παρακείμενης παρόδου. Αντί αυτού ο οδηγός σταμάτησε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σε απόσταση περίπου 20-25 μέτρων από το σημείο όπου στεκόταν ο ΜΚ
- Οι πινακίδες εγγραφής του οχήματος ήταν KJL690 και οδηγός ο Κατηγορούμενος. Αφού ο ΜΚ2 πλησίασε το όχημα, ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο για την ταχύτητα δείχνοντας του το ταχύμετρο και του υπέδειξε να οδηγήσει το όχημα του αριστερά εντός της παρόδου για να αποφευχθεί κυκλοφοριακή συμφόρηση ή τροχαία σύγκρουση. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση και άρχισε να φωνάζει. Ο ΜΚ2 του ζήτησε την άδεια οδηγού ή ταυτότητα και αυτός αρνήθηκε. Του ζήτησε να αναφέρει το όνομα του και δεν απάντησε. Την ίδια στιγμή ο ΜΚ1 ερχόταν προς το σημείο και τότε ο Κατηγορούμενος είπε απειλητικά «πέτου του να φύει που ομπρός μου να μεν τον ιτσιλλίσω». Ακολούθως, κλείδωσε τις πόρτες από το κεντρικό διακόπτη του οχήματος, έβαλε ταχύτητα και χρησιμοποιώντας το συμπλέκτη του οχήματος το εκκινούσε και το σταματούσε προς το μέρος του ΜΚ1 ο οποίος βρισκόταν μπροστά από το όχημα του. Ο ΜΚ1 έφυγε αμέσως από μπροστά και σχεδόν ταυτόχρονα ο ΜΚ2 βάζοντας το χέρι του μέσα στο όχημα έβγαλε τα κλειδιά. Ακολούθως πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα συλληφθεί. Πριν ο ΜΚ2 ολοκληρώσει την σύλληψη, ο Κατηγορούμενος θύμωσε περισσότερο και κατέβηκε από το όχημα ακολουθώντας τον ΜΚ1 ο οποίος κατευθυνόταν προς το περιπολικό για να καλέσει ενισχύσεις. Ενώ ο ΜΚ1 μιλούσε στον ασύρματο του περιπολικού, ο ΜΚ2 πλησίασε τον Κατηγορούμενο για να τον καθησυχάσει και να του εξηγήσει ξανά τον λόγο της ανακοπής. Ο Κατηγορούμενος ήταν ανένδοτος και κρατούσε στο χέρι του ένα κινητό τηλέφωνο και ισχυριζόταν ότι βιντεογραφούσε. Ο ΜΚ2 κάλεσε αρκετές φορές τον Κατηγορούμενο να σταματήσει και να βγει εκτός της λεωφόρου χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε επιχείρησαν και οι δυο αστυφύλακες να τον περιορίσουν ούτως ώστε να μην κτυπηθεί από διερχόμενα οχήματα και μετά από προσπάθεια κατάφεραν να του φορέσουν χειροπέδες. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στο Νόμο και αφού πληροφορήθηκε ότι είναι υπό σύλληψη η συμπεριφορά του άρχισε να γίνεται λογική, απολογείτο συνεχώς και έλεγε «δώστε μου ένα εξώδικο και να πάω στο κάλο, έκαμα μαλακία, ετέλιωσε.». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 εξήγησε ότι στόχευσε το όχημα του Κατηγορουμένου σε απόσταση 284 μέτρων και ακολούθως έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο. Εκείνη την ώρα κρατούσε το ταχύμετρο και το κόκκινο φανάρι το οποίο είναι ευδιάκριτο από μεγάλη απόσταση καθότι έχει μεγάλη φωτεινότητα. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι φορούσε το υπηρεσιακό φωσφόρο και στο σημείο υπάρχουν λαμπτήρες υψηλής τάσης που δημιουργούν συνθήκες ώστε να φαίνεται κάποιος άνθρωπος ακόμα και χωρίς να κρατά φανάρι. Μετά την ανακοπή, ο ΜΚ2 πλησίασε τον Κατηγορούμενο από την πλευρά του οδηγού. Ο Κατηγορούμενος ήταν έξαλλος από την πρώτη στιγμή. Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα δύο εγγραφές βίντεο (Τεκμήριο 4) και ο ΜΚ2 ρωτήθηκε για ποιο λόγο, καθυστέρησε η σύλληψη του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο λόγος που «καθυστέρησε» η σύλληψη του κατηγορούμενου είναι διότι προσπαθούσαν να δώσουν χρόνο στον Κατηγορούμενο να ηρεμήσει. Εφόσον εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια, τότε προέβησαν στη σύλληψη. Ο ΜΚ2 δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο των βίντεο, αλλά πρόσθεσε ότι δεν απεικονίζουν ολόκληρο το περιστατικό. Άριστος Νικολαΐδης (ΜΚ 3) Ο ΜΚ3 σταθμεύει στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου. Στις 5.4.2016 και περί τις 21:30, ο ΜΚ2 μετέφερε εκεί τον Κατηγορούμενο. Την 6.4.2016 ο ΜΚ3 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το ότι στις 5.6.2014 στην οδό Δημήτρη Βικέλα στον Στρόβολο, οδηγούσε το αυτοκίνητο KJL690 με ταχύτητα 119 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ και δεν συμμορφώθηκε σε σήμα ένστολου αστυνομικού. Του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον Νόμο και ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε. Κατηγορούμενος Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός ανέφερε ότι ουδέποτε του υποδείχθηκε η ταχύτητα του και δεν γνωρίζει αν κινείτο με την ταχύτητα για την οποία κατηγορείται. Κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εξέλθει από τον αυτοκινητόδρομο και εξακολουθούσε να έχει τον «κόφτη του αυτοκινήτου» (ως η ορολογία που χρησιμοποίησε) στα 118ΧΑΩ κάτι που κατά τον ίδιο σημαίνει ότι το όχημα του επιτρέπει να κινείται το περί τα 117 με 119ΧΑΩ. Είχε σχολάσει από τη δουλειά και ήταν κουρασμένος, οπότε αν έτρεχε με αυτήν την ταχύτητα, ήταν άθελα του. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν σταμάτησε είχε δει το περιπολικό το οποίο όμως δεν είχε αναμμένα φώτα. Επειδή δεν είχε ικανοποιηθεί σε σχέση με το ποιοι ήταν οι άνθρωποι που τον σταμάτησαν, αμέσως ζήτησε την ταυτότητα τους. Όπως ανέφερε, φοβήθηκε διότι δέχτηκε απειλές, ύβρεις και κτυπήματα στα παράθυρα της πόρτας συνοδηγού του αυτοκινήτου του. Όταν αντιλήφθηκε τι γινόταν θέλησε να ακολουθήσει τις διαταγές. Μόλις απενεργοποίησε το χειρόφρενο και έβαλε την πρώτη ταχύτητα, ο ΜΚ2 έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και πήγε προς το περιπολικό όπου ήταν ο συνάδελφος του. Έμειναν εκεί για κάποιο χρόνο κάτι που τον αναστάτωσε. Λόγω του φόβου του, μήπως του συμβεί κάτι ξεκίνησε να βιντεογραφεί με το κινητό του. Όταν επιτέλους τον πλησίασε ο αστυνομικός για να συζητήσουν, του ζήτησε να βγει από τον δρόμο όπου βρισκόταν για να σταματήσει άλλα αυτοκίνητα για βοήθεια. Σε κάποια στιγμή ο αστυνομικός τον άγγιξε κάτι το οποίο τον φόβισε και άρχισε να φωνάζει "βοήθεια, βοήθεια". Όταν αντιλήφθηκε ότι ο λόγος που ο αστυνομικός τον άγγιζε ήταν για να του βάλει χειροπέδες, ο Κατηγορούμενος αποδέχτηκε να του τις φορέσει. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την πεποίθηση ότι δεν κινείτο με 119ΧΑΩ. Σε υποβολή ότι ο ΜΚ2 ήταν ένστολος την ώρα του συμβάντος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είχε καταγραμμένο "Police" μπροστά αλλά πίσω από το γιλέκο. Σε υποβολή ότι ο ΜΚ2 του υπέδειξε να οδηγήσει το όχημα του αριστερά στην πάροδο για να αποφευχθεί η κυκλοφοριακή συμφόρηση και ότι δεν υπάκουσε, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν προσπάθησε να το πράξει, είχαν αφαιρεθεί τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έτσι η μοναδική επιλογή που είχε ήταν να κατέβει από αυτό. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, σημειώνω ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν σαφείς στις θέσεις τους και απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Η μαρτυρία του ΜΚ3 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Οι πτυχές της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκαν. Σε σχέση με την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 που είναι και η ουσιαστική μαρτυρία επί της οποίας η Κατηγορούσα αρχή στηρίζει την υπόθεση της, επισημαίνω ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες ήταν ήρεμοι και δεν φάνηκε να διακατέχονται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις τους. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθεροί στις θέσεις τους και επέμειναν σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία τους δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης αναλώθηκε σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα όπως για την συμπεριφορά των αστυνομικών μετά την ανακοπή και μετά την αφαίρεση των κλειδιών από το όχημα του Κατηγορουμένου. Επί ουσιαστικότερων πτυχών της υπόθεσης, οι μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν. Δεν αμφισβητήθηκε για παράδειγμα η ορθή λειτουργία του ταχυμέτρου, ούτε το όριο ταχύτητας, ούτε ότι δεν έγινε ορθή στόχευση του οχήματος του Κατηγορουμένου ή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το μοναδικό αυτοκίνητο που κινείτο στον δρόμο ήταν αυτό του Κατηγορουμένου. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε εν πολλοίς την θέση των μαρτύρων Κατηγορίας, ότι δηλαδή στις 5.4.2016 και ώρα 20:45 οδηγούσε το όχημα με αρ. Εγγραφής KJL690 στην Λεωφόρο Δημήτρη Βικέλα στο Στρόβολο, παρά την πρώην υπεραγορά Ορφανίδη. Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο όντως να κινείτο με την ταχύτητα των 119ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ και απολογήθηκε αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα. Η προσπάθεια του κατηγορουμένου σε σχέση πάντοτε με την παρούσα υπόθεση ήταν να πείσει ότι είχε επιχειρήσει να ακολουθήσει τις οδηγίες του ΜΚ2, όταν ο τελευταίος αποφάσισε να του πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Πλην όμως, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του. Από την μια επιχείρησε να πείσει ότι είχε φοβηθεί ότι θα του συνέβαινε κάποιο κακό για αυτό και ζήτησε από τους αστυνομικούς να του δείξουν αστυνομική ταυτότητα. Ο ίδιος επιχείρησε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία για να καταγγείλει ότι κάποια πρόσωπα του είχαν κλέψει τα κλειδιά του. Επιχείρησε επίσης να σταματήσει διερχόμενα αυτοκίνητα για να ζητήσει βοήθεια. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είδε ότι υπήρχε περιπολικό σταματημένο στην πάροδο και όταν του ζητήθηκε από τον ΜΚ2 να οδηγήσει το όχημα του στην πάροδο, αποφάσισε να ακολουθήσει τις οδηγίες. Οι δύο τούτες θέσεις δεν συμβαδίζουν. Πως είναι δυνατόν ο Κατηγορούμενος που, όπως ισχυρίστηκε, ήταν φοβισμένος και δεν ήξερε ότι είχε να κάνει με αστυνομικούς, να αποδέχεται να ακολουθήσει τις οδηγίες του κατά τον ισχυρισμό του, άγνωστου προσώπου το οποίο ειρήσθω εν παρόδω φορούσε αστυνομική στολή και φωσφόρο γιλέκο. Μάλιστα δε στη συνέχεια του περιστατικού, ο Κατηγορούμενος αποδέχτηκε να φορέσει τις χειροπέδες. Παρέμεινε άγνωστο αν τελικά ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι είχε να κάνει με αστυνομικά όργανα. Το σίγουρο είναι ότι οι θέσεις που πρόβαλε είναι αντιφατικές και δεν συνάδουν με την κοινή λογική. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα εξής ευρήματα: Στις 5.4.2016 και ώρα 20:45 στην Λεωφόρο Δημήτρη Βικέλα στο Στρόβολο, παρά την πρώην υπεραγορά Ορφανίδη, ενώ ο ΜΚ 2 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με το ταχύμετρο εντόπισε στα 284 μέτρα το όχημα με αρ. εγγραφής KJL690 να κινείται με ταχύτητα 119ΧΑΩ. Ο ΜΚ2 έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει εντός παρακείμενης παρόδου. Αντί αυτού ο οδηγός σταμάτησε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Αφού ο ΜΚ2 πλησίασε το όχημα, ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο για την ταχύτητα δείχνοντας του το ταχύμετρο και του υπέδειξε να οδηγήσει το όχημα του αριστερά εντός της παρόδου για να αποφευχθεί κυκλοφοριακή συμφόρηση ή τροχαία σύγκρουση. Αντί αυτού ο Κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε έξαλλη κατάσταση άρχισε να φωνάζει. Την ίδια στιγμή, ο ΜΚ1 ερχόταν προς το σημείο. Ο Κατηγορούμενος, κλείδωσε τις πόρτες από το κεντρικό διακόπτη του οχήματος, έβαλε ταχύτητα και χρησιμοποιώντας το συμπλέκτη του οχήματος το εκκινούσε και το σταματούσε προς το μέρος του ΜΚ1 ο οποίος βρισκόταν μπροστά από το όχημα του. Ο ΜΚ1 έφυγε αμέσως από μπροστά και σχεδόν ταυτόχρονα ο ΜΚ2 βάζοντας το χέρι του μέσα στο όχημα έβγαλε τα κλειδιά και το αυτοκίνητο έσβησε. Ακολούθησε η επεισοδιακή σύλληψη του Κατηγορουμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Το Άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) άτομο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, (β) σε οδό, (γ) με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας, (δ) ως αυτό ορίσθη από την αρμόδια αρχή. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο ήταν 50ΧΑΩ. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 595-596, η απόδειξη του αδικήματος του άρθρου 6 του Ν.86/72 με μαρτυρία γνώμης ενός μάρτυρα, π.χ. αστυνομικού στηριζόμενου στο ταχύμετρό του είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει κατηγορία. Δεδομένης της αξιολόγησης της μαρτυρίας κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε όχημα με αρ. εγγραφής KJL690 σε οδό με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου ήτοι με ταχύτητα 119 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. 2η Κατηγορία Ο Κανονισμός 58
(2)(γ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (γ) να υπακούει σε όλες τις οδηγίες αστυνομικού με στολή» Αυτό το οποίο προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι συντρέχουν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ήτοι ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε τον έλεγχο του οχήματος του, δεν υπάκουσε σε οδηγίες αστυνομικού με στολή και δεν μετακίνησε το όχημα του το οποίο βρισκόταν σταματημένο σε σημείο της Λεωφόρου Δημήτριου Βικέλα κατά τρόπο που εμπόδιζε την κυκλοφορία. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο