← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Τζιόλας, Αρ. Υπόθεσης: 8368/2017, 4/12/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Τζιόλας, Αρ. Υπόθεσης: 8368/2017, 4/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8368/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Μάριος Τζιόλας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Καρεκλάς Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής στις ακόλουθες κατηγορίες: 1. Υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72 2. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12 15
(1), 17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 3. Παράλειψη Συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(2)(γ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/1984 και 4. Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2,7,19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72 Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα αρχή. Με αυτά συμφώνησε ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, στις 3.1.2017 περί ώρα 19:37, ο Αστυφύλακας 2671 Α. Περατικός διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας- Κοκκινοτριμιθιάς, παρά την έξοδο της Δένειας. Κατά τον έλεγχο ταχύτητας, ο εν λόγω Αστυφύλακας στόχευσε με ταχύμετρο, το όχημα με αρ. εγγραφής KWX167 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο και διαπίστωσε ότι αυτό κινείτο με ταχύτητα 207ΧΑΩ αντί 100ΧΑΩ που είναι το επιτρεπτό όριο στον συγκεκριμένο δρόμο. Ο αστυφύλακας, ο οποίος φορούσε μακρυμάνικο φωσφορούχο, εισήλθε στην πορεία του εν λόγω οχήματος και έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει, πλην όμως ο τελευταίος αν και αντιλήφθηκε την παρουσία του αστυφύλακα, δεν σταμάτησε και απομακρύνθηκε από το σημείο αναπτύσσοντας ταχύτητα. Σε εκείνο το σημείο, ο Αστυφύλακας διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έφερε ζώνη ασφάλειας. Ακολούθως, ο Αστυφύλακας 2671 μπήκε στο υπηρεσιακό όχημα και ακολούθησε το όχημα του Κατηγορουμένου το οποίο εξήλθε του αυτοκινητοδρόμου από την έξοδο προς Δένεια. Κατά την καταδίωξη, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κινούμενος σε όλη την επιφάνεια του οδοστρώματος, αναγκάζοντας άλλα οχήματα να βγουν εκτός του δρόμου. Ειδικότερα, παρά την είσοδο του χωριού Κοκκινοτριμιθιά, προσπέρασε όχημα σε χρονικό σημείο που ερχόταν άλλο όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση. Αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα, ο Κατηγορούμενος έφτασε στον κυκλικό κόμβο Ακακίου στον οποίο εισήλθε χωρίς να σταματήσει και ακολούθησε πορεία προς το χωριό Ακάκι προσπερνώντας και πάλι προπορευόμενα οχήματα. Ο αστυφύλακας κατάφερε εν τέλει να τον προσπεράσει και αφού μπήκε μπροστά του, ανέκοψε την πορεία του. Επεστήθη η προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο για τα αδικήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και αυτός απάντησε «αδελφέ συγνώμη». Ο Κατηγορούμενος σήμερα δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε και με βαθμούς ποινής. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 ετών και κατάγεται από την Ελλάδα. Ζει στην Κύπρο από την ηλικία των 2 ετών. Η σύζυγος του κατάγεται από τη Ρωσία και διαμένουν μαζί σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Ο Κατηγορούμενος προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης και διατηρεί καλές σχέσεις με τον αδελφό του και τους γονείς του. Φοίτησε μέχρι την Α' τάξη του Γυμνασίου και ακολούθως εγκατέλειψε το σχολείο λόγω μαθησιακών δυσκολιών. Σε ηλικία 13 ετών ξεκίνησε να εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων σε ιδιωτικά γκαράζ για 12 χρόνια και στην συνέχεια εργάστηκε ως υπάλληλος σε εταιρεία κατασκευής γυψοσανίδων. Σε ηλικία 16 ετών ξεκίνησε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών (κάνναβη και κοκαΐνη), την οποία συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Σε ηλικία 25 ετών, γνώρισε την σύζυγο του με την οποία δεν απέκτησε παιδιά. Η σχέση του με τη σύζυγο του χαρακτηρίζεται από εντάσεις και βία εκ μέρους του ιδίου, ένεκα της χρήσης ουσιών από τον Κατηγορούμενο. Επίσης, ο Κατηγορούμενος παρακολουθείται από ιδιώτη ψυχίατρο, λόγω ψυχικών προβλημάτων. Ούτε ο Κατηγορούμενος αλλά ούτε και η σύζυγος του εργάζονται και η οικογένεια συντηρείται αποκλειστικά από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα που τους παρέχει το Κράτος. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής ευημερίας και ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Επισήμανε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου καθώς και την άμεση παραδοχή του. Εξέφρασε την απολογία του Κατηγορουμένου καθώς και την υπόσχεση του να είναι πιο προσεχτικός στο μέλλον. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρές, όπως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Πέραν τούτου, η σοβαρότητα των αδικημάτων διαφαίνεται και μέσα από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία όμοια φύσης αδικήματα παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Πρέπει να επισημανθεί ότι η οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα καθώς και η αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδήγηση αποτελούν στις πλείστες των περιπτώσεων, τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών ή και θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, καθ' όλο τον χρόνο που αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Μέσα από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου αναδύεται ένας έντονα αντικοινωνικός χαρακτήρας που δείχνει αδιαφορία για την ασφάλεια όλων των προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Σε μια εποχή που τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις και έχουν αποβεί πληγή για την κυπριακή κοινωνία το Δικαστήριο έχει καθήκον για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο έχει βεβαίως καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει στο πρόσωπο του παραβάτη που έχει απέναντι του. Η εξατομίκευση όμως της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως είναι και το αδίκημα της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του παραβάτη λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Επίσης στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Στην υπόθεση Εμαννουήλ Κυριακάκης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 134, επικυρώθηκε η ποινή άμεσης φυλάκισης, των 15 ημερών για ταχύτητα 202 αντί 100 ΧΑΩ. Σε εκείνη την υπόθεση εφεσείων ήταν άτομο λευκού ποινικού μητρώου χωρίς βαθμούς ποινής και είχε παραδεχτεί άμεσα τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ούτε οι προσωπικοί παράγοντες ούτε και οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος θα πρέπει να εξουδετερώσουν μια ποινή η οποία, υπό τις περιστάσεις, θα πρέπει να είναι αυστηρή και αποτρεπτική. Στην προκειμένη περίπτωση η ποινή δικαιολογείτο να είναι αυστηρή και αποτρεπτική ένεκα του ύψους της ταχύτητας, που ήταν υπερδιπλάσια του επιτρεπομένου ορίου, του γεγονότος ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και έχουν καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές και του γεγονότος ότι ο εφεσείων πράγματι επέδειξε εγωιστική αδιαφορία για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο.» Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμά του Γ. Πική Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, Sentencing Revised, 2007, στη σελίδα 245, σε αδικήματα που αφορούν σε υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, το μέγεθος της υπέρβασης δεν είναι το μοναδικό κριτήριο για την επιλογή της τιμωρίας. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τη φύση και την έκταση του κινδύνου που δημιουργήθηκε στο δρόμο από την υπέρβαση αυτή. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι οδηγός ο οποίος κινείται με μεγάλη ταχύτητα, σίγουρα θα έχει περιορισμένο χρόνο αντίδρασης σε οτιδήποτε συμβαίνει στον δρόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος δεν αρκέστηκε σε μια στιγμιαία παράβαση του ορίου ταχύτητας. Ασχέτως του γεγονότος ότι η κίνηση με την πιο πάνω ταχύτητα είναι κάτι το οποίο συνέβη στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο που το όχημα του Κατηγορουμένου τέθηκε στο στόχαστρο του ταχυμέτρου, η εγωιστική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί στιγμιαία. Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν βρέθηκε από την μια στιγμή στην άλλη να κινείται με αυτή την ταχύτητα. Ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί το σφάλμα του και να επαναφέρει την ταχύτητα του και κατά το χρονικό σημείο που το όχημα του κινείτο με 150 ΧΑΩ, ή όταν κινείτο με 180 ΧΑΩ ακόμα και όταν κινείτο με 200 ΧΑΩ. Εντούτοις, ο Κατηγορούμενος δεν το έπραξε και συνέχισε να αναπτύσσει ταχύτητα μέχρι την ταχύτητα των 207ΧΑΩ. Στην παρούσα περίπτωση, η θέση του Κατηγορουμένου επιβαρύνεται έτι περαιτέρω ένεκα του ότι η έκνομη του συμπεριφορά δεν περιορίστηκε στο αδίκημα της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος αδιαφόρησε παντελώς στο σήμα αστυνομικού και συνέχισε την πορεία του διαπράττοντας και άλλα σοβαρά οδικά αδικήματα θέτοντας σε κίνδυνο τους υπόλοιπους οδηγούς αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλω στον Κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη ως μετριαστικούς παράγοντες το λευκό ποινικό του μητρώο καθώς και την άμεση παραδοχή του η οποία δείχνει την μεταμέλεια του και εξοικονομεί δικαστικό χρόνο και έξοδα. Έχω επίσης κατά νου τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω και ειδικότερα ότι πρόκειται για άτομο που αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας καθώς επίσης και το γεγονός ότι αντιμετωπίζει προβλήματα εξάρτησης. Όλοι αυτοί οι μετριαστικοί παράγοντες θα προσμετρήσουν προς όφελος του Κατηγορουμένου, πλην όμως δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, που υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από την φυλάκιση σε συνδυασμό με στέρηση άδεια οδήγησης. Σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού επιβάλλεται συνήθως ως μέτρο που στοχεύει να δώσει στον παραβάτη μια ύστατη ευκαιρία για να αναμορφώσει την οδική του συμπεριφορά. Το μέτρο αυτό υπενθυμίζει στον παραβάτη ότι η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 299, Louroutziatis v. Republic
(1983)2 CLR 125, Μιχαήλ Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465). Συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ενός μηνός πλέον 6 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα. Στην 4η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ενός μηνός πλέον 4 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Οι ποινές φυλάκισης καθώς και οι ποινές στέρησης άδειας οδήγησης που έχουν επιβληθεί ανωτέρω, να συντρέχουν. Στις Κατηγορίες 2 και 3 αντί επιβολής οποιασδήποτε ποινής, διατάσσεται ο Κατηγορούμενος να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1000 για να τηρεί την τάξη και να είναι καλής διαγωγής για περίοδο δύο ετών από σήμερα. [Υπ.] .............. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.