← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννα Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 9849/2017, 14/12/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννα Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 9849/2017, 14/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9849/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Μαριάννα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για την Κατηγορουμένη: κ. Γ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7

(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 21.1.2017 στην Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΜΑΚ361, και της ζητήθηκε από τον Ε/Α 5191 Ν. Πέτρου, να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας (ΜΚ). Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Κατηγορούμενη επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση της. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε ο Ειδικός Αστυφύλακας 5191 Νικόλας Πέτρου (ΜΚ). Αυτός υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι στις 21.1.2017 και ώρα 01:35 στην Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΑΚ361 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την διάρκεια συνομιλίας με την τελευταία, διαπίστωσε ότι αυτή μύριζε έντονα οινόπνευμα. Τότε, ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγμα εκπνοής στην μηχανή υπ' αριθμόν 49510 για προκαταρτική εξέταση, κάτι που έπραξε με ένδειξη 40mg%. Ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και την ενημέρωσε ότι είναι υποχρεωμένη να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να το πράξει δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα και μετά πάροδο 20 λεπτών, χωρίς στο μεταξύ η Κατηγορούμενη να καταναλώσει οτιδήποτε, η τελευταία οδηγήθηκε για τελική εξέταση στην συσκευή τελικής εξέτασης με αριθμό 80-003345 που ήταν εγκατεστημένη σε υπηρεσιακό όχημα . Η Κατηγορούμενη όμως δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Η ένδειξη στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient Sample». Την ίδια μέρα περί τις 02:05, ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορούμενη για το αποτέλεσμα και αφού της επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «εγώ προσπάθησα να φυσήσω». Ακολούθως, την πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και η Κατηγορούμενη απάντησε «προσπάθησα να φυσήσω αλλά δεν τα κατάφερα». Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ ανέφερε ότι προκειμένου να διενεργεί ελέγχους αλκοόλης, έχει τύχει εκπαίδευσης στο Τμήμα Τροχαίας της Αστυνομίας τόσο στον χειρισμό της συσκευής προκαταρκτικής εξέτασης όσο και της συσκευής τελικής εξέτασης. Ο ΜΚ παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο το έντυπο ημερομηνίας 21.01.17 (βλ. Τεκμήριο 2) στο οποίο καταγράφονται οι ενέργειες του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παρουσίασε επίσης το έντυπο με τίτλο "Breath Alcohol Analysis Record", το οποίο εκδόθηκε από την συσκευή τελικής εξέτασης αλκοόλης μετά το πέρας του ελέγχου (βλ. Τεκμήριο 3). Εξήγησε ότι η συσκευή τελικής εξέτασης με αριθμό 80003345 είχε υποστεί τεχνικό έλεγχο (calibration) στις 16.12.
  2. Ανέφερε περαιτέρω, ότι η συσκευή με την έναρξη της προβαίνει από μόνη της σε διαγνωστικό έλεγχο και σε περίπτωση που διαπιστώσει λάθος στη διαδικασία του αυτοελέγχου της, διακόπτει αμέσως τη λειτουργία της. Σε τέτοια περίπτωση, υπάρχει εγχειρίδιο που συμβουλεύει τι πρέπει να πράξει ο εκάστοτε χειριστής. Στην περίπτωση που η μηχανή διαπιστώσει ότι όλα λειτουργούν εντάξει, τότε αναγράφεται η ένδειξη "pass" κάτι που σημαίνει ότι η μηχανή έχει ελεγχθεί με επιτυχία. Στο τεκμήριο 3 καταγράφεται ότι η μηχανή διενήργησε τους πιο πάνω ελέγχους και η ένδειξη ήταν «Pass». Εξήγησε περαιτέρω, ότι η μηχανή παρέχει χρόνο 3 λεπτών για το κάθε δείγμα. Σε αυτά τα 3 λεπτά μπορεί κάποιος να φυσήξει συνολικά τέσσερεις φορές. Αν το υποβαλλόμενο στην εξέταση πρόσωπο αποτύχει να δώσει το πρώτο δείγμα, τότε η μηχανή διακόπτει τη διαδικασία και εκτυπώνει το αποτέλεσμα (Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη φύσηξε τόσο στην συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης όσο και στην συσκευή τελικής εξέτασης. Στην πρώτη περίπτωση ήταν επιτυχής ενώ στην δεύτερη ανεπιτυχής. Κατά τον χρόνο τριών λεπτών που παρέχει η συσκευή τελικής εξέτασης, η Κατηγορούμενη πρόλαβε να φυσήξει συνολικά 4 φορές. Έχοντας κατά νου την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά του ΜΚ και αφού αποτίμησα τη συνολική του παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας του, κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Εξάλλου δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας του μέσα από την αντεξέταση. Έγιναν μόνο κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες ο μάρτυρας απάντησε με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές.. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι ο ΜΚ ήταν ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Αποδέχομαι ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να αντικρούει τα όσα ανέφερε, προβαίνω σε ευρήματα ως η μαρτυρία του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/
  3. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Ακολούθως, ο ΜΚ ευλόγως και ως είχε εξουσία ζήτησε από την Κατηγορούμενη να μεταβεί σε χώρο όπου υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή της Κατηγορουμένης στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης από την Κατηγορούμενη. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η Κατηγορουμένη απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής, δεδομένου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία επιχείρησε 4 φορές να φυσήξει στην συσκευή τελικής εξέτασης, χωρίς όμως να υπάρξει επιτυχής καταγραφή στην συσκευή. Το εδάφιο
(4)του άρθρου 7 προνοεί ότι όποιος «άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου «δείγμα εκπνοής σημαίνει τοιαύτην ποσότηταν εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως». Επίσης, ο όρος «εκπνοή» σημαίνει «τον εκπνεόμενο αέρα κατά την φυσική λειτουργίαν της αναπνοής» Στην απόφαση ημερομηνίας 1.11.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος στην κατηγορία της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του αστυνομικού και, κατ' επέκταση, ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED - NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «. δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Η απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) εκδόθηκε 9 μήνες μετά από την απόφαση ημερομηνίας 13.2.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Προφανώς, βρισκόμαστε προ περίπτωσης αντικρουόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα ανέμενε κανείς ότι, στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), ως μεταγενέστερη, θα γινόταν αναφορά στην προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω). Εντούτοις, ως φαίνεται η τελευταία δεν τέθηκε υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίαζε υπό διαφορετική σύνθεση. Εν όψει της ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153:- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be."» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και με πλήρη σεβασμό προς τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία επιλέγοντας ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσει. Προτού εκθέσω το σκεπτικό μου, θεωρώ ότι η αναφορά στις αντίστοιχες αγγλικές διατάξεις και προσέγγιση των αγγλικών Δικαστηρίων στο ζήτημα, ίσως καταστεί βοηθητική. Ειδικότερα, το Section 8
(3)του Road Traffic Act του 1972 προνοούσε τα ακόλουθα: «A person who, without reasonable excuse, fails to provide a specimen of breath for a breath test under subjection
(1)or
(2)above shall be guilty of an offence» Από την απλή ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τον ρήμα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πράξη η οποία δυνατόν να οδηγήσει στην διάπραξη του αδικήματος. Ενώ λοιπόν στην Κύπρο χρησιμοποιούνται τα ρήματα «αρνείται ή αποφεύγει» στην Αγγλία χρησιμοποιείτο μόνο το ρήμα 'fails" που μεταφράζεται σε «αποτυγχάνει». Βέβαια η αγγλική νομοθεσία προνοεί ότι στον όρο «αποτυχία» περιλαμβάνεται και η «άρνηση». Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 191: «'Fails' includes 'refuses' and 'failure' has to be construed accordingly (s. 12
(1)). 'Providing a specimen of breath' means providing a specimen of breath in sufficient quantity to enable the test to be carried out». Όπως προκύπτει από την απόφαση R. v. Chapman [1969] 2 All E.R. 321 στην οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) στην περίπτωση που οι αστυνομικοί διενεργήσουν ορθά τα αναγκαία προκαταρκτικά - για λήψη των δειγμάτων εκπνοής - και το πρόσωπο που υποβάλλεται σε έλεγχο αποτύχει να δώσει δείγμα με τον τρόπο που του υποδείχθηκε τότε πρόκειται για καθαρή υπόθεση ενοχής ("It was a clear case of guilt if the necessary preliminaries had been correctly gone through by the police officers"). Όπως φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω, η προσέγγιση στην Αγγλία είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη, νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της μηχανής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο. Αυτό που απομένει στον εκάστοτε οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Έχω την άποψη, ότι δεν μπορεί η προσέγγιση στην Κύπρο να είναι διαφορετική από ότι στην Αγγλία, παρά την χρήση διαφορετικής ορολογίας. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)Α.Α.Δ. 443). Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Από την άλλη , οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους και λαμβάνοντας υπόψη και το σκοπό του νόμου. βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59. Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι έπραξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) όπου, αφού αναφέρθηκε αρχικά στην γραμματική ερμηνεία του ρήματος «αποφεύγω» με αναφορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας («προσπαθώ να μην κάνω κάτι»), εξήγησε στην συνέχεια ότι το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, με την έννοια ότι κάποιος «προσπαθεί να μην κάνει κάτι» παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να μην αρνείται να το πράξει. Προσπαθώντας να επεκτείνω την πιο πάνω σκέψη και κατά συνέπεια κατάληξη, θεωρώ ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην ουσία επεσήμανε ότι το ρήμα «αποφεύγω» στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με μόνο την γραμματική του σημασία καθότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ταύτιση της ερμηνείας του ρήματος "αποφεύγω" με την ερμηνεία του ρήματος "αρνούμαι". Κάτι τέτοιο θα ήταν πλεονασμός. Καταγράφω τέλος την άποψη ότι ο σκοπός του νομοθέτη, όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο, δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει την αποτυχία (περιλαμβανομένης και της άρνησης) παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση ποινικά κολάσιμη πράξη και να εναποθέσει έτσι στον εκάστοτε Κατηγορούμενο το βάρος επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Το άρθρο 7
(4)του νόμου δεν καταλείπει την εν λόγω υπεράσπιση μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που αποφεύγει να δώσει δείγμα εκπνοής. Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που σκόπιμα αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Είναι όμως εύλογο να παρέχεται η εν λόγω υπεράσπιση σε άτομα τα οποία προσπάθησαν πραγματικά και ειλικρινά (genuinely) να δώσουν δείγμα εκπνοής και δεν τα κατάφεραν, ως ήταν και ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης όταν της επιστήθηκε η προσοχή της στον νόμο από τον ΜΚ. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω να ακολουθήσω τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Συνεπώς, από την στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είχαν διενεργηθεί τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής από την Κατηγορουμένη για σκοπούς τελικής εξέτασης και ένεκα του ευρήματος ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο ορθά καθότι ο ΜΚ προέβη σε όλους τους απαραίτητους ελέγχους, καταλήγω ότι η ένδειξη "Insufficient Sample" στην συσκευή είναι αρκετή για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Η Κατηγορούμενη δεν προώθησε οποιαδήποτε θέση η οποία να μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί υπό το πρίσμα της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 17η έκδοση παράγραφος 4.262 γίνεται παραπομπή στην απόφαση Placlett v. DPP
(2008)EWHC 1335 στην οποία ο οδηγός αρχικά αρνήθηκε να δώσει δείγμα και αποχώρησε από τον χώρο όπου θα γινόταν η εξέταση. Ακολούθως, άλλαξε γνώμη και επέστρεψε για να δώσει δείγμα. Η μηχανή εξέτασης ήταν σε λειτουργία καθ' όλη την διάρκεια του πιο πάνω επεισοδίου με αποτέλεσμα όταν επέστρεψε ο οδηγός για να δώσει δείγμα, είχε στην διάθεση του μόνο ένα λεπτό αντί τρία που παρέχει η μηχανή. Κατά την διάρκεια του ενός λεπτού, ο οδηγός προσπάθησε να δώσει δύο δείγματα τα οποία όμως δεν ήταν επιτυχή. Αποφασίστηκε ότι δεν δόθηκε στον οδηγό η κατάλληλη ευκαιρία να δώσει ικανοποιητικό δείγμα και έτσι αθωώθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, δόθηκε στην Κατηγορούμενη ολόκληρος ο χρόνος που παρέχει η συσκευή τελικής εξέτασης προκειμένου να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Φάνηκε να επιχειρεί να δώσει δείγμα τέσσερεις φορές. Δεν κατόρθωσε σε καμιά από τις «προσπάθειες» της να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο η μηχανή τελικής εξέτασης λειτουργούσε ορθά, εντούτοις η Κατηγορουμένη δεν έδωσε καμία αιτιολογία για την αποτυχία της να δώσει δείγμα. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.