Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πιριπίτσης Πιριπίτση, Αρ. Υπόθεσης: 22085/2016, 16/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22085/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Πιριπίτσης Πιριπίτση Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ O Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12 15
(1), 17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 16.8.2016 παρά τον Κυκλικό Κόμβο Αγίου Ανδρέου στη Λευκωσία οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. Εγγραφής KRD803 χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε με την κατάθεση του Αστ.305 Νίκου Νικολάου ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο ανακριτικό φάκελο (βλ. Τεκμήριο 1) το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε. Σε αυτόν αναφέρεται ότι στις 16.8.2016 και περί ώρα 09:20 στον Κυκλικό Κόμβο Αγίου Ανδρέου κατήγγειλε τον οδηγό του οχήματος τύπου saloon με αρ. εγγραφής KRD803, ήτοι τον Πιριπίτση Πιριπίτση για το αδίκημα της παράλειψης χρήσης ζώνης ασφαλείας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος αφού πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, δεν απάντησε. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ ανέφερε ότι επιθεώρησε το όχημα και διαπίστωσε ότι σε αυτό υπήρχαν εγκατεστημένες ζώνες ασφαλείας. Ανέφερε περαιτέρω, ότι το πρόσωπο που κατήγγειλε εκείνη την ημέρα φαίνεται να είναι το πρόσωπο που είναι στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Είχε ελέγξει τα στοιχεία του κατηγορούμενου μέσω ταυτότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας την οποία του είχε παραδώσει. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μόνος του στο αυτοκίνητο και είχε παραλάβει την ειδοποίηση πληρωμής εξωδίκου (Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ ανέφερε ότι η ταυτότητα που πήρε στα χέρια του έφερε τον αριθμό ταυτότητας του Κατηγορουμένου και σε αυτή εικονιζόταν πρόσωπο το οποίο έμοιαζε με το πρόσωπο που είχε μπροστά του. Το σύστημα έδειξε επίσης ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KRD803 είναι εγγεγραμμένο στο εν λόγω πρόσωπο. Τα στοιχεία τα οποία αναγράφονται στον ανακριτικό φάκελο (διεύθυνση, επάγγελμα και τηλέφωνο) είναι όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε μετά από ερωτήσεις του ΜΚ. Αν ο εκάστοτε παραβάτης λέει ψέματα δεν είναι κάτι που μπορεί να γνωρίζει ο καταγγέλλων αστυνομικός κατά την στιγμή της καταγγελίας. Ο ΜΚ δήλωσε σίγουρος πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το πρόσωπο που κατήγγειλε εκείνη την ημέρα ήταν ο Κατηγορούμενος. Όπως ανέφερε, πριν εκδώσει εξώδικο στον εκάστοτε οδηγό, ελέγχει ότι τόσο το άτομο εναντίον του οποίου θα εκδοθεί όσο και οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος καταγράφονται ορθά, ούτως ώστε να μην κατηγορηθεί άδικα οποιοδήποτε άτομο το οποίο δεν διέπραξε αδίκημα. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα μια φωτογραφία στην οποία σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο απεικονίζεται ο ίδιος με δύο από τα αδέλφια του τον Ιανουάριο του 2016 (βλ. Τεκμήριο 3). Ζητήθηκε από τον ΜΚ να αναγνωρίσει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος φαίνεται σε αυτή. Ο μάρτυρας απάντησε ότι υπάρχουν αρκετές διαφορές και τα χαρακτηριστικά δεν προσομοιάζουν με το πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Υποδείχθηκε επίσης στον ΜΚ ένα δελτίο ταυτότητας το οποίο εκδόθηκε το 2004 και είχε λήξει το 2014 (βλ. Τεκμήριο 4). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι την στιγμή καταγγελίας δεν πρόσεξε ημερομηνία έκδοσης και λήξης διότι διαφορετικά θα συμβούλευε τον Κατηγορούμενο να την ανανεώσει. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΚ ήταν βέβαιος ότι ανέγραψε τον αριθμό ταυτότητας που έβλεπε εκείνη την ημέρα και ανέφερε ότι δεν είναι σύνηθες κάποιος να οδηγεί το αυτοκίνητο κάποιου άλλου και να έχει στην κατοχή του την ταυτότητα του ιδιοκτήτη. Μετά το πέρας της κατάθεσης του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας, το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KRD803 είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του, όμως η αγορά έγινε από την οικογένεια του και φυλάσσεται στο πατρικό του σπίτι που βρίσκεται στον Συνοικισμό «Άσπρες». Κατά την επίδικη ημέρα ο Κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε το επίδικο αυτοκίνητο και πιθανολόγησε ότι κάποιο άλλο από τα αδέλφια του με τα οποία ομοιάζει το οδήγησε. Σε κάθε περίπτωση, κανένα από τα αδέλφια του δεν πήρε την ταυτότητα του αλλά ούτε και ο ίδιος έδωσε την ταυτότητα του στον αστυνομικό. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο Τεκμήριο 1, ήτοι η Αγίου Ιλαρίωνος 60 είναι η διεύθυνση του αδελφού του που έχει εστιατόριο στο Καϊμακλί. Ο αριθμός τηλεφώνου ανήκει σε άλλο αδελφό του και ο ίδιος κατά τον χρόνο της καταγγελίας ήταν 49 ετών και όχι 50. Περαιτέρω, είναι δημόσιος και όχι ιδιωτικός υπάλληλος. Δεν διαψεύδει ότι ο αστυνομικός κατήγγειλε κάποιον, πλην όμως θεωρεί ότι πρόκειται για κάποιον από τα αδέλφια του. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι σχέσεις με τα αδέλφια του είναι τυπικές και συναντώνται κάποτε για καφέ. Παλιά, η οικογένεια διατηρούσε ένα περίπτερο στην Πλατεία Σολωμού και το επίδικο αυτοκίνητο αγοράστηκε για την οικογενειακή επιχείρηση αλλά ενεγράφη επ' ονόματι του. Δικαιούνται όμως να το χρησιμοποιούν και τα αδέλφια του. Σε ερώτηση αν ρώτησε τα αδέλφια του αν πήραν κάποιο εξώδικο, απάντησε ότι ρώτησε 3 από αυτούς όταν του επέδωσαν το Κατηγορητήριο στις 14.6.2017, πλην όμως αυτοί γελούσαν και δεν του απάντησαν. Δεν τους πίεσε να του απαντήσουν για να μην έρθει σε αντιπαράθεση μαζί τους. Τέλος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το Τεκμήριο 4 είναι η μοναδική ταυτότητα που κατέχει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, σημειώνω ότι ο μάρτυρας κατηγορίας ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Επισημαίνω επίσης ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την αλήθεια των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, ενώ από την μια ισχυρίζεται ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος το αυτοκίνητο του οποίου είναι ιδιοκτήτης, εντούτοις δεν φρόντισε να μάθει ποιο από τα αδέλφια του το είχε δήθεν οδηγήσει. Αρκέστηκε να ρωτήσει γενικά τρία από τα αδέλφια του και όταν δεν έλαβε απάντηση, δεν επέμεινε περισσότερο. Προτίμησε να προσέλθει στο Δικαστήριο και να προβάλει την εκδοχή του χωρίς όμως να είναι σε θέση να την τεκμηριώσει. Με περισσή αδιαφορία ανέφερε ότι είναι δουλειά της αστυνομίας να εξεύρει ποιο ήταν το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε, ξεχνώντας ότι ασχέτως του πως αγοράστηκε το επίδικο όχημα, ο ίδιος εξακολουθεί να είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αυτού. Συν τοις άλλοις, σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής αν ο Κατηγορούμενος ρώτησε αν κάποιος από τα αδέλφια του οδήγησε το αυτοκίνητο τη συγκεκριμένη ημερομηνία ανέφερε ότι δεν θυμούνταν. Αργότερα, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι δεν τους ρώτησε. Πέραν των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να ρίξει σκιές αναφερόμενος σε επουσιώδη ζητήματα, όπως στην αναφορά στο Τεκμήριο 1 ότι είναι ιδιωτικός υπάλληλος ενώ στην πραγματικότητα είναι δημόσιος υπάλληλος ή για το ότι κατά την διάπραξη του αδικήματος δεν ήταν 50 ετών αλλά 49 ½. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον ΜΚ στο εν λόγω έντυπο αναγράφονται οι πληροφορίες που δίνονται από τον εκάστοτε παραβάτη. Σε σχέση με την ηλικία κρίνω ότι η απόκλιση είναι τόσο ανεπαίσθητη που δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο κλονισμού της αναγνώρισης του Κατηγορουμένου από τον ΜΚ. Γενικά λαμβάνοντας υπόψη μου τη συνολική παρουσία του Κατηγορουμένου στο εδώλιο του μάρτυρα και αξιολογώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του καταλήγω να μην αποδεχτώ την θέση του. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση, κρίνω ότι η αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος, ήταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. KRD803 κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. Ο ΜΚ ήταν σαφής και πειστικός ότι το πρόσωπο που ανέκοψε εκείνη την ημέρα του επέδειξε δελτίο ταυτότητας στο οποίο φαίνονταν τα στοιχεία του Κατηγορουμένου και κατέγραψε με επιμέλεια τον αριθμό ταυτότητας που το δελτίο έφερε. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να κλονίζει τη βεβαιότητα του μάρτυρα ως προς το πρόσωπο του οδηγού που ανέκοψε και κατήγγειλε. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεών, καταλήγω στο εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος στις 16.8.2016 παρά τον Κυκλικό Κόμβο Αγίου Ανδρέου στη Λευκωσία οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. Εγγραφής KRD803 χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ To άρθρο 15
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/1986 (στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2 και Ν3 σε οποιαδήποτε οδό ή άλλο δημόσιο χώρο και κάθε πρόσωπο που επιβαίνει καθήμενο σε οποιοδήποτε κάθισμα του οχήματος αυτού, υποχρεούται να χρησιμοποιεί τα συστήματα ασφαλείας των οχημάτων των εν λόγω κατηγοριών.» Το άρθρο 17
(2)του προαναφερόμενου Νόμου προνοεί ότι: «Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 και των άρθρων 15 (Α) και 15 (Β), είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους 3 μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 500 λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής». Στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου αναφέρεται ότι σύστημα ασφάλειας οχήματος «περιλαμβάνει τις ζώνες ασφαλείας και τα συστήματα συγκράτησης ή και συστήματα συγκράτησης για παιδιά.» Οι περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (κατηγορίας Μ, Ν και Ο) των κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους, Κανονισμοί του 2005 ΚΔΠ285/2005 έχουν καταργηθεί με τους περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (κατηγορίας Μ, Ν και Ο) των κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους, Κανονισμούς του 2010 ΚΔΠ218/
- Το άρθρο 40 των τελευταίων κανονισμών παραπέμπει στο 13ο παράρτημα των εν λόγω Κανονισμών όπου καθορίζονται οι Κατηγορίες οχημάτων. Σύμφωνα με το εν λόγω παράρτημα οχήματα κατηγορίας Μ1 είναι τα «οχήματα τα οποία έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για τη μεταφορά επιβατών και περιλαμβάνουν το πολύ οκτώ θέσεις καθημένων πέραν του καθίσματος του οδηγού. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το όχημα το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήταν τύπου saloon και ότι ανήκει στην κατηγορία Μ
- Ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι στο εν λόγω όχημα υπήρχαν εγκατεστημένες ζώνες ασφαλείας. Εν όψει και των πιο πάνω ευρημάτων, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο