← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος Μπέσας, Αρ. Υπόθεσης: 22094/2015, 11/12/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος Μπέσας, Αρ. Υπόθεσης: 22094/2015, 11/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22094/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Κωνσταντίνος Μπέσας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: κα Λ. Λιασίδη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων κατηγορία για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72 (1η Κατηγορία). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 22.12.2013 στην συμβολή της Λεωφόρου Αγίου Ανδρέου με την οδό Κυριάκου Κολοκάση στην Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΧΗ939 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Νικόλας Μιχαηλίδης (ΜΚ 1) Υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 1) και απαντώντας περαιτέρω σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 22.12.2013 και περί ώρα 17:30 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής KSH853 στη Λεωφόρο Αγίου Ανδρέα στη Παλλουριώτισσα έχοντας κατεύθυνση από Λεωφόρο Καντάρας προς οδό Πουλίου Καποτά. Τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας ήταν αναμμένα στη κανονική στάση καθότι αυτά ανάβουν αυτόματα. Η ταχύτητα του ήταν περί τα 50ΧΑΩ και φορούσε το κράνος του. Κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, στο ύψος της οδού Κυριάκου Κολοκάση που βρίσκεται αριστερά ως η πορεία του, ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση επιχείρησε να εισέλθει στην οδό Κυριάκου Κολοκάση με αποτέλεσμα να του ανακόψει την ευθεία πορεία. Ο ΜΚ1 είχε δει το εν λόγω αυτοκίνητο τη στιγμή που ήταν ακριβώς μπροστά του. Χρησιμοποίησε αμέσως τα φρένα χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει τη σύγκρουση. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου βιάστηκε να στρίψει και έτσι ο ΜΚ1 δεν πρόλαβε καν να αντιληφθεί τι έγινε. Το αυτοκίνητο κτύπησε στη δεξιά πλευρά του ΜΚ1 με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τριφτεί στην άσφαλτο και να καταλήξει δίπλα από τη γωνία του πεζοδρομίου και να τραυματιστεί. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου κρατήθηκε για νοσηλεία και παρακολούθηση. Τη διερεύνηση του δυστυχήματος ανέλαβε η Αστυφύλακας 3788, η οποία έδειξε και επεξήγησε στον ΜΚ1 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ1 συμφώνησε με το σχέδιο και το υπέγραψε. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν κατείχε κανονική άδεια οδηγού αλλά μαθητική άδεια, η οποία είχε λήξει. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος είχε περίπου ένα έτος εμπειρία στην οδήγηση. Η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ήταν κυβισμού 50 cc και σε καλή κατάσταση αφού συντηρείτο τακτικά. Υπήρχε φωτισμός στον δρόμο και η μοτοσικλέτα του είχε αναμμένα τα φώτα. Ανέφερε ότι δεν έτρεχε, καθότι λίγο προηγουμένως είχε ξεκινήσει από μια στάση που είχε κάνει για να παραδώσει μια παραγγελία. Κινείτο στην μέση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και επανέλαβε ότι αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου όταν αυτό ήταν ήδη μπροστά του μέσα στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο ο ίδιος. Ήταν η θέση του ότι δεν θα μπορούσε να το είχε αντιληφθεί προηγουμένως, καθότι ο Κατηγορούμενος έτρεχε και βγήκε απότομα μπροστά του. Δεν ξέρει ακριβώς πόσα μέτρα μακριά βρισκόταν όταν αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο, αλλά υπολόγισε 1 με 2 μέτρα. Σε εκείνο το σημείο, ο Κατηγορούμενος είχε εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του ΜΚ1, έχοντας λάβει ήδη κλίση για να στρίψει. Αστυφύλακας 3788 Ε. Χριστοδούλου (ΜΚ2) Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 22.12.2013 και ώρα 1745 επισκέφθηκε τη σκηνή οδικού τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 1730 στην συμβολή της Λεωφόρου Αγίου Αντρέα με οδό Κυριάκου Κολοκάση στην Παλλουριώτισσα με εμπλεκόμενα οχήματα το αυτοκίνητο ΗΧΗ939 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και την μοτοσυκλέτα KSH853 που οδηγούσε ο ΜΚ1. Στη σκηνή βρήκε τα εμπλεκόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Παρών στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν μόνο ο Κατηγορούμενος ενώ ο οδηγός της μοτοσυκλέτας είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στην σκηνή, η ΜΚ2 παρατήρησε ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας, αλλά ο δρόμος φωτιζόταν με λαμπτήρες υψηλής ισχύος που παρείχαν ικανοποιητικό οδικό φωτισμό. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Η Λεωφόρος Αγίου Αντρέα είναι επίπεδος δρόμος, διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή που στο ύψος της συμβολής με την οδό Κυρ. Κολοκάση γίνεται διακεκομμένη. Η ορατότητα των οδηγών των δύο οχημάτων ήταν 100 μέτρα λόγω του πολύ καλού οδικού φωτισμού. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου, η ΜΚ2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2). Είχε εντοπίσει ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας KSH853 καθώς και ίχνη τριβής της λόγω της πτώσης της μετά την σύγκρουση. Με βάση τις πορείες των δύο οχημάτων, τις τελικές τους θέσεις, τα διάφορα ίχνη που εντόπισε στην άσφαλτο, τα σημεία επαφής και τις ζημιές των δύο οχημάτων, εντόπισε το σημείο σύγκρουσης στο δρόμο και το σημείωσε με το γράμμα X στο πρόχειρο σχέδιο. Η ΜΚ2 έδειξε και επεξήγησε στον Κατηγορούμενο το πρόχειρο σχέδιο και ο τελευταίος, ως ορθό το υπόγραψε. Αργότερα, η ΜΚ2, βασιζόμενη στο πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 4). Στις 7.1.2014, η ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 5). Ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανέφερε ότι στις 22.12.2013 και περί ώρα 17:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HXH939 στην Λεωφόρο Αγίου Αντρέα στην Παλλουριώτισσα και είχε κατεύθυνση από οδό Πουλίου Καπότα προς Λεωφόρο Καντάρας. Συγκεκριμένα κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και είχε πρόθεση να στρίψει στην οδό Κυριάκου Κολοκάση η οποία είναι δεξιά ως η πορεία του. Αφού έφτασε στο ύψος της εν λόγω οδού, σταμάτησε εντελώς το όχημα του και αφού έλεγξε ότι η αντίθετη κατεύθυνση είναι καθαρή ξεκίνησε να στρίβει. Ενώ βρισκόταν ήδη διαγώνια εντός των αντίθετων λωρίδων κυκλοφορίας, αντιλήφθηκε από απέναντι μια μαύρη σκιά σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ίδιο. Αμέσως σταμάτησε, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να αποφύγει τη σύγκρουση η οποία δεν ήταν δυνατή. Διαπίστωσε ότι μια μοτοσικλέτα κτύπησε στο μπροστινό αριστερό μέρος του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του. Από τη σύγκρουση, ο μοτοσικλετιστής έπεσε στην άσφαλτο μπροστά από το αυτοκίνητο, ενώ το μηχανάκι σύρθηκε στην άσφαλτο για λίγα μέτρα και κατέληξε κοντά στη γωνιά του πεζοδρομίου. Δεν γνωρίζει αν η μοτοσικλέτα με την οποία συγκρούστηκε είχε αναμμένο το φως πορείας του αφού δεν την είχε αντιληφθεί καθόλου προηγουμένως. Ο Κατηγορούμενος ειδοποίησε αμέσως αστυνομία και ασθενοφόρο και παρέμεινε στο μέρος μέχρι τη στιγμή που ήρθε η ΜΚ2 η οποία του έδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο με το οποίο συμφώνησε. και ως ορθό το υπόγραψε. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ2 ανέφερε ότι ενδεχομένως όντως ο Κατηγορούμενος να είχε σταματήσει πριν στρίψει, πλην όμως η τελική του θέση καθώς και το γεγονός ότι το μπροστινό μέρος του οχήματος του καταλαμβάνει μέρος της άσπρης συνεχόμενης γραμμής του Αλτ της οδού Κυριάκου Κολοκάση, δείχνει ότι έστριψε πριν να φτάσει ακριβώς στο ύψος της εν λόγω οδού. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης κατά την άφιξη της στην σκηνή του δυστυχήματος δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στην οδό Κυριάκου Κολοκάση. Αν υπήρχαν θα τα τοποθετούσε στο σχέδιο. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι δεν εξέτασε κατά πόσον λειτουργούσαν τα φώτα της μοτοσικλέτας. Αργότερα, επικοινώνησε με κάποια εταιρεία μέσω της οποίας πληροφορήθηκε ότι τα φώτα της μοτοσικλέτας ανάβουν αυτόματα. Δεν έλεγξε ούτε τα ελαστικά ούτε και τα φρένα της μοτοσικλέτας, πλην όμως ήταν η θέση της ότι από την στιγμή που υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης τα φρένα ενεργοποιήθηκαν. Τέλος, η ΜΚ2 διαφώνησε με την θέση του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος έτρεχε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι η κατάθεση του Κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Xρ. Κ. Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι και οι δύο μάρτυρες της Κατηγορούσας αρχής είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ξεκινώντας με την ΜΚ2 αναφέρω ότι μου έκανε θετική εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία της σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ήταν ήρεμη και δεν βρισκόταν σε αμηχανία. Περαιτέρω, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Σημειώνω ότι τα σχέδια (τεκμήρια 2 και 4) αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελούν περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267). Έχω επίσης υπόψη μου ότι αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ2 ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος καθώς και την μαρτυρία της σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου. Αποδέχομαι επίσης την θέση της σε σχέση με τις πορείες και το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων αφού έδωσε στο Δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα τα οποία μπορούν με ασφάλεια να οδηγήσουν σε ευρήματα. Σε σχέση με τον ΜΚ1 αναφέρω ότι ήταν γενικά ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του και απαντούσε με αμεσότητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση του. Πρέπει να επισημανθεί ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Επίσης, οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κα ν. Σμυρλή κα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Έτσι στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι η αναφορά του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος «έτρεχε» θέση με την οποία η ΜΚ2 διαφώνησε, δεν οδηγεί σε κλονισμό της αξιοπιστίας του πρώτου. Πέραν τούτου, προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο τελευταίος με τον όρο «έτρεχε» εννοούσε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε απότομα ή βιάστηκε να εισέλθει στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας ανακόπτοντας την πορεία του. Περαιτέρω, πρέπει να τονισθεί ότι στην παρούσα περίπτωση, δεν κρίνεται η ποινική ευθύνη του ΜΚ1 και κατά πόσον αυτός είναι υπεύθυνος ή συνυπεύθυνος στην πρόκληση του δυστυχήματος. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι η άρνηση του ΜΚ1 ότι θα μπορούσε να αντιληφθεί το όχημα του Κατηγορουμένου νωρίτερα, είναι κάτι το οποίο μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του. Η θέση αυτή βασίζεται στην υποκειμενική αντίληψη του ΜΚ1 και σχετίζεται με την πεποίθηση που έχει ο ίδιος σε σχέση με τυχόν δική του ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια σε σχέση με τα αντικειμενικά γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα. Ειρήσθω εν παρόδω, όσα ο ΜΚ1 ανέφερε, παρέμειναν αναντίλεκτα. Συνεπώς, οι υποβολές της υπεράσπισης ότι η μοτοσυκλέτα δεν ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση ή ότι τα φώτα της δεν ήταν σε λειτουργία παρέμειναν άνευ αντιλόγου και καταρρίπτονται από τις αναφορές του ΜΚ1 ότι η μοτοσυκλέτα συντηρείτο τακτικά και ότι τα φώτα πορείας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αναμμένα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, την έγγραφη μαρτυρία καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 22.12.2013 και περί ώρα 17:30 ο ΜΚ1 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα κυβισμού 50cc με αριθμούς εγγραφής KSH853 στη Λεωφόρο Αγίου Ανδρέα στη Παλλουριώτισσα έχοντας κατεύθυνση από Λεωφόρο Καντάρας προς οδό Πουλίου Καποτά. Την ίδια στιγμή, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HXH939 στην ίδια λεωφόρο και είχε κατεύθυνση από οδό Πουλίου Καπότα προς Λεωφόρο Καντάρας. Η Λεωφόρος Αγίου Ανδρέα είναι επίπεδος δρόμος διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για την κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή που στο ύψος της συμβολής με την οδό Κυρ. Κολοκάση που είναι δεξιά ως πορεία του Κατηγορουμένου, γίνεται διακεκομμένη. Ο Κατηγορούμενος κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του και είχε πρόθεση να στρίψει στην οδό Κυρ. Κολοκάση. Από την άλλη, ο ΜΚ1 κινείτο στη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του με ταχύτητα περί τα 50ΧΑΩ. Η ορατότητα των οδηγών των δύο οχημάτων ήταν 100 μέτρα λόγω του πολύ καλού οδικού φωτισμού. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ. Τα φώτα της μοτοσυκλέτας ήταν αναμμένα στη κανονική στάση. Προτού φτάσει ακριβώς απέναντι από την λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Κυριάκου Κολοκάση στην οποία θα έπρεπε να εισέλθει, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε για να υλοποιήσει την πρόθεση του να στρίψει στην εν λόγω οδό. Αφού διένυσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του ΜΚ1, εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο ΜΚ1 ανακόπτοντας την ευθεία πορεία του τελευταίου. Ο ΜΚ1 δεν είχε δει το όχημα του Κατηγορουμένου παρά μόνο τη στιγμή που αυτό ήταν ακριβώς μπροστά του. Χρησιμοποίησε τα φρένα χωρίς να καταφέρει να αποφύγει τη σύγκρουση. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα ο ΜΚ1 να τριφτεί στην άσφαλτο και να καταλήξει δίπλα από τη γωνία του πεζοδρομίου. Ο Κατηγορούμενος ο οποίος δεν είχε δει καθόλου τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ1, σταμάτησε αμέσως το όχημα του. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο ΜΚ1 και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας, αλλά ο δρόμος φωτιζόταν από οδικό φωτισμό με λαμπτήρες υψηλής ισχύος που παρείχαν ικανοποιητικό φωτισμό. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 746, 751, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο, όμως δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436). Περαιτέρω, η παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς της τροχαίας δεν στοιχειοθετεί αφ' εαυτής, αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος ο οποίος είχε πρόθεση να στρίψει στην οδό Κυριάκου Κολοκάση παρέλειψε να διαπιστώσει ότι στην αντίθετη κατεύθυνση της Λεωφόρου Αγίου Ανδρέου κινείτο ο Κατηγορούμενος παρά το ότι είχε ορατότητα 100 μέτρα λόγω του πολύ καλού οδικού φωτισμού. Η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή, αλλά παρέλειψε να λάβει σχετική προφύλαξη. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι η ορατότητα των 100 μέτρων δεν συσχετίζεται με το κατά πόσον η μοτοσικλέτα είχε ή δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας της. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος όφειλε να εντοπίσει την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ1. Εν πάση περιπτώσει, με βάση την αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας ήταν αναμμένα στη κανονική στάση. Ο Κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ανέφερε στην Κατάθεση του δεν είδε σε κανέναν χρονικό σημείο την μοτοσικλέτα. Όφειλε όμως να είναι πιο προσεκτικός προτού προχωρήσει να στρίψει δεξιά. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Χρυσοστόμου Κώστας ν. Αστυνομίας,
(2006)2 Α.Α.Δ. 157 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα γεγονότα εκείνα που αποτελούσαν κοινό έδαφος (ότι δηλαδή ο εφεσείων θα έστριβε δεξιά ενώ ο μοτοσυκλετιστής θα συνέχιζε την ευθεία πορεία του, ότι η ορατότητα στο σημείο εκείνο ήταν καλή και το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν είδε καθόλου, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, τον μοτοσυκλετιστή παρά μόνο μετά που τον κτύπησε), δικαιολογούν το εύρημα του δικαστηρίου ότι ο εφεσείων δεν είχε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις προσοχή.» Τονίζω τέλος πως για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του ΜΚ1 (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.