Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Yuliya Savyel Yeva, Αρ. Υπόθεσης: 8499/2016, 14/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8499/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Yuliya Savyel Yeva Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 16.1.2016 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΜΒΜ955, και της ζητήθηκε από τον Αστυφύλακα 2682 Χ. Δημητριάδη, να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ εύλογου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας (ΜΚ). Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε ο Αστυφύλακας 2682 Χαράλαμπος Δημητριάδης (ΜΚ). Αυτός υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής των συσκευών ελέγχου αλκοόλης για προκαταρκτική και τελική εξέταση. Στις 16.1.2016 και ώρα 01:19 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΒΜ955 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας με την Κατηγορούμενη διαπίστωσε ότι μύριζε έντονα η αναπνοή της οινόπνευμα και συμπεριφερόταν αφύσικα δηλαδή έτρεμαν τα χέρια της και είχε ταραγμένη ομιλία. Τότε, της ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 40312 πράγμα που έπραξε με ένδειξη 54mg%. (βλ. Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και αφού την ενημέρωσε ότι είναι υποχρεωμένη να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να το πράξει δυνατόν να συνιστά αδίκημα, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε «μα ήπια μόνο δύο ποτά». Την ίδια μέρα και μετά πάροδο 20 λεπτών, χωρίς στο μεταξύ η Κατηγορούμενη να καταναλώσει οτιδήποτε, η τελευταία οδηγήθηκε για τελική εξέταση στην συσκευή 80-004867 που ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα με αρ. Εγγραφής KUC
- Η Κατηγορούμενη όμως δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Η ένδειξη στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient Sample». Εκδόθηκε σχετικό έντυπο με τίτλο "Breath ‑Alcohol Analysis Record" (βλ. Τεκμήριο 3) το οποίο η Κατηγορούμενη αρνήθηκε να υπογράψει. Ακολούθως, ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορούμενη για το αποτέλεσμα και αφού της επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «τώρα τι θα γίνει». Την ίδια ημέρα ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορούμενη ότι θα καταγγελθεί και εκείνη απάντησε «θέλω τα στοιχεία σας, αν ήμουν Κυπραία δεν θα με καταγγέλλατε, επειδή είμαι ξένη». Την κατηγορούμενη παρέλαβε από το σημείο, ο σύζυγός της. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ ανέφερε ότι αρχικά η κατηγορουμένη μιλούσε άπταιστα ελληνικά, αλλά όταν πληροφορήθηκε για την τελική εξέταση ισχυρίστηκε ότι δεν μιλά ελληνικά και απαίτησε να της απευθύνουν τον λόγο στην γλώσσα της ή στα αγγλικά. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι από την αρχή μέχρι το τέλος η Κατηγορούμενη προσπαθούσε να δυσκολέψει το έργο των αστυνομικών οι οποίοι επέδειξαν πάρα πολλή υπομονή. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ διαφώνησε ότι το επίπεδο των ελληνικών που μιλούσε η Κατηγορούμενη δεν είναι τέτοιου βαθμού ώστε να καταλαβαίνει όσα της έλεγαν και επανέλαβε ότι από τη συνομιλία που είχε μαζί της διαπίστωσε ότι γνωρίζει καλά ελληνικά. Όταν αργότερα του είπε ότι δεν μπορεί να μιλά ελληνικά συνομιλούσαν στα αγγλικά. Υποβλήθηκε θέση ότι δεν επεξηγήθηκε στην Κατηγορουμένη ο τρόπος με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει για τελική εξέταση. Ο ΜΚ ανέφερε ότι εξήγησε με σαφήνεια στην Κατηγορουμένη. Μάλιστα έδειξε στην Κατηγορουμένη πρακτικά πώς να φυσήξει, φυσώντας ο ίδιος σε στόμιο (πίνα), ακριβώς όπως έπρεπε να γίνει το τεστ Η Κατηγορούμενη αντί να ακολουθήσει τις οδηγίες, ήτοι να φυσήξει συνεχόμενα για διάρκεια 6 με 8 δευτερόλεπτων, φυσούσε μόνο για ένα δευτερόλεπτο και μετά σταματούσε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Κατά την μαρτυρία της, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι όντως ανακόπηκε από την αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν η θέση της ότι ο αστυφύλακας δεν θα μπορούσε να μυριστεί την αναπνοή της ούτε μπορούσε να δει ότι έτρεμαν τα χέρια της, διότι βρισκόταν στο αυτοκίνητο. Ανέφερε επίσης, ότι ρώτησε τον αστυφύλακα τι πρέπει να κάνει και ο αστυφύλακας της είπε να δώσει δείγμα εκπνοής φυσώντας. Την πρώτη φορά το έκανε, αλλά ο αστυφύλακας της είπε ότι δεν είναι έτσι που πρέπει να το κάνει και της ζήτησε να το επαναλάβει. Το ξαναέκανε για δεύτερη φορά και πάλι της είπε ότι «Δεν είναι έτσι». Την τρίτη φορά, ο αστυνομικός της είπε ότι θα πρέπει να φυσήξει μια τελευταία φορά και αν δεν τα καταφέρει θα πάει στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση της Κατηγορουμένης ότι δεν μπόρεσε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα διότι δεν της επεξήγησαν κανονικά πώς έπρεπε να το κάνει. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι καταλάβαινε τι της έλεγε ο αστυνομικός, μέχρι τη στιγμή που της είπαν να πάει στο αυτοκίνητο για να δώσει το τελικό δείγμα. Τότε υποψιάστηκε ότι κάτι δεν γινόταν όπως έπρεπε και γι΄ αυτό ζήτησε από τον αστυφύλακα να της μιλούν στα αγγλικά για να είναι σίγουρη τι της έλεγαν. Αρνήθηκε υποβολή ότι σκόπιμα έδινε δείγμα μόνο για ένα δευτερόλεπτο και όχι για τη διάρκεια που της έδειχνε ο αστυνομικός. Ανέφερε ότι ο αστυφύλακας δεν της έδειξε οτιδήποτε αλλά της έλεγε τι να κάνει. Κρατούσε το στόμιο αλλά δεν της έδειξε στην πράξη πως πρέπει να φυσήξει και έτσι δεν γνώριζε πόση ώρα πρέπει να φυσήξει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, σημειώνω ότι ο μάρτυρας κατηγορίας ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Επισημαίνω επίσης ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Η Κατηγορούμενη από την άλλη, δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, και μου έδωσε την εντύπωση ότι είπε όσα είπε σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων της. Η Κατηγορούμενη επιβεβαίωσε εν πολλοίς την θέση του ΜΚ, ότι στις 16.1.2016 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΜΒΜ955, και αφού ανακόπηκε της ζητήθηκε από τον Αστυφύλακα 2682 Χ. Δημητριάδη, να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση. Από εκεί και πέρα, η Κατηγορούμενη προσπάθησε να πείσει ότι δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που της έλεγε ο αστυνομικός. Εντούτοις, η ίδια παραδέχτηκε ότι μιλά ελληνικά και σε κάποιο στάδιο λόγω ανασφάλειας θέλησε να μιλήσει στα αγγλικά. Η Κατηγορούμενη παραδέχτηκε επίσης ότι ο αστυφύλακας της είπε ότι δεν φυσά με τον ορθό τρόπο, κάτι που επιβεβαιώνει την θέση του ΜΚ ότι όντως προσπάθησε να εξηγήσει στην Κατηγορούμενη τι ήταν αυτό που έπρεπε να πράξει. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την θέση της Κατηγορουμένης ότι δεν της υποδείχθηκε ο τρόπος με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει που ήταν και η μοναδική θέση υπεράσπισης που υπεβλήθη κατά την αντεξέταση του ΜΚ. Γενικά λαμβάνοντας υπόψη μου τη συνολική παρουσία της Κατηγορουμένης στο εδώλιο του μάρτυρα και αξιολογώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας της καταλήγω να μην αποδεχτώ την θέση της. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση, κρίνω ότι η αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύει ότι στις 16.1.2016 και ώρα 01:19 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία, ο ΜΚ ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΒΜ955 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Ο ΜΚ ευλόγως και νομίμως ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 40312 πράγμα που έπραξε με ένδειξη 54mg%. Ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και αφού την ενημέρωσε ότι είναι υποχρεωμένη να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να το πράξει δυνατόν να συνιστά αδίκημα, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο. Την ίδια μέρα και μετά πάροδο 20 λεπτών, χωρίς στο μεταξύ η Κατηγορούμενη να καταναλώσει οτιδήποτε, η τελευταία οδηγήθηκε για τελική εξέταση στην συσκευή 80-004867 που ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα με αρ. Εγγραφής KUC
- Εξηγήθηκε στην κατηγορούμενη ο τρόπος με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει, πλην όμως η τελευταία δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Η ένδειξη στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient Sample». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/
- Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Ακολούθως, ο ΜΚ ευλόγως και ως είχε εξουσία ζήτησε από την Κατηγορούμενη να μεταβεί σε χώρο όπου υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή της Κατηγορουμένης στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης από την Κατηγορούμενη. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η Κατηγορουμένη απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής. Το εδάφιο
(4)του άρθρου 7 προνοεί ότι όποιος «άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου «δείγμα εκπνοής σημαίνει τοιαύτην ποσότηταν εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως». Επίσης, ο όρος «εκπνοή» σημαίνει «τον εκπνεόμενο αέρα κατά την φυσική λειτουργίαν της αναπνοής» Στην απόφαση ημερομηνίας 1.11.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος στην κατηγορία της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του αστυνομικού και, κατ' επέκταση, ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED - NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «. δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Η απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) εκδόθηκε 9 μήνες μετά από την απόφαση ημερομηνίας 13.2.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Προφανώς, βρισκόμαστε προ περίπτωσης αντικρουόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα ανέμενε κανείς ότι, στην απόφαση Αραμπίδης (ανωτέρω), ως μεταγενέστερη, θα γινόταν αναφορά στην προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω). Εντούτοις, ως φαίνεται η τελευταία δεν τέθηκε υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίαζε υπό διαφορετική σύνθεση. Εν όψει της ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153:- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be."» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και με πλήρη σεβασμό προς τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία επιλέγοντας ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσει. Προτού εκθέσω το σκεπτικό μου, θεωρώ ότι η αναφορά στις αντίστοιχες αγγλικές διατάξεις και προσέγγιση των αγγλικών Δικαστηρίων στο ζήτημα, ίσως καταστεί βοηθητική. Ειδικότερα, το Section 8
(3)του Road Traffic Act του 1972 προνοεί τα ακόλουθα: «A person who, without reasonable excuse, fails to provide a specimen of breath for a breath test under subjection
(1)or
(2)above shall be guilty of an offence» Από την απλή ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως διαφοροποίηση ως προς τον ρήμα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πράξη η οποία δυνατόν να οδηγήσει στην διάπραξη του αδικήματος. Ενώ λοιπόν στην Κύπρο χρησιμοποιούνται τα ρήματα «αρνείται ή αποφεύγει» στην Αγγλία χρησιμοποιείτο μόνο το ρήμα 'fails" που μεταφράζεται σε «αποτυγχάνει». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 191: «'Fails' includes 'refuses' and 'failure' has to be construed accordingly (s. 12
(1)). 'Providing a specimen of breath' means providing a specimen of breath in sufficient quantity to enable the test to be carried out». Όπως προκύπτει από την απόφαση R. v. Chapman [1969] 2 All E.R. 321 στην οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) στην περίπτωση που οι αστυνομικοί διενεργήσουν ορθά τα αναγκαία προκαταρκτικά - για λήψη των δειγμάτων εκπνοής - και το πρόσωπο που υποβάλλεται σε έλεγχο αποτύχει να δώσει δείγμα με τον τρόπο που του υποδείχθηκε τότε πρόκειται για καθαρή υπόθεση ενοχής ("It was a clear case of guilt if the necessary preliminaries had been correctly gone through by the police officers"). Όπως φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω, η προσέγγιση στην Αγγλία είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη, νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της μηχανής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο. Αυτό που απομένει στον εκάστοτε οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Έχω την άποψη, ότι δεν μπορεί η προσέγγιση στην Κύπρο να είναι διαφορετική από ότι στην Αγγλία, παρά την χρήση διαφορετικής ορολογίας. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)Α.Α.Δ. 443). Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Από την άλλη , οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους και λαμβάνοντας υπόψη και το σκοπό του νόμου. βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59. Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι έπραξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) όπου, αφού αναφέρθηκε αρχικά στην γραμματική ερμηνεία του ρήματος «αποφεύγω» με αναφορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας («προσπαθώ να μην κάνω κάτι»), εξήγησε στην συνέχεια ότι το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, με την έννοια ότι κάποιος «προσπαθεί να μην κάνει κάτι» παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να μην αρνείται να το πράξει. Προσπαθώντας να επεκτείνω την πιο πάνω σκέψη και κατά συνέπεια κατάληξη, θεωρώ ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην ουσία επεσήμανε ότι το ρήμα «αποφεύγω» στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με μόνο την γραμματική του σημασία καθότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ταύτιση της ερμηνείας του ρήματος "αποφεύγω" με την ερμηνεία του ρήματος "αρνούμαι". Κάτι τέτοιο θα ήταν πλεονασμός. Καταγράφω τέλος την άποψη ότι ο σκοπός του νομοθέτη, όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο, δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει την αποτυχία (περιλαμβανομένης και της άρνησης) παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση ποινικά κολάσιμη πράξη και να εναποθέσει έτσι στον εκάστοτε Κατηγορούμενο το βάρος επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Το άρθρο 7
(4)του νόμου δεν καταλείπει την εν λόγω υπεράσπιση μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που αποφεύγει να δώσει δείγμα εκπνοής. Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που σκόπιμα αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Είναι όμως εύλογο να παρέχεται η εν λόγω υπεράσπιση σε άτομα τα οποία προσπάθησαν πραγματικά και ειλικρινά (genuinely) να δώσουν δείγμα εκπνοής και δεν τα κατάφεραν, ως ήταν και ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης όταν της επιστήθηκε η προσοχή της στον νόμο από τον ΜΚ. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω να ακολουθήσω τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Συνεπώς, από την στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είχαν διενεργηθεί τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής από την Κατηγορουμένη για σκοπούς τελικής εξέτασης και ένεκα του ότι δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο ότι συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο ορθά, καταλήγω ότι η ένδειξη "Insufficient Sample" στην συσκευή είναι αρκετή για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Πέραν των πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει όντως μαρτυρία ότι η Κατηγορουμένη δεν ακολούθησε τις οδηγίες που της δόθηκαν αφού αντί να φυσήξει συνεχόμενα για 6 με 8 δευτερόλεπτα φυσούσε μόνο για ένα δευτερόλεπτο και μετά σταματούσε. Παρά το ότι υποδείχθηκε στην Κατηγορούμενη το λάθος, συνέχισε να το επαναλαμβάνει. Προκύπτει συνεπώς ότι η Κατηγορούμενη δεν είχε ειλικρινή πρόθεση να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Εκτός των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη δεν προώθησε οποιαδήποτε θέση η οποία να μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί υπό το πρίσμα της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Η θέση ότι δεν κατάλαβε τι της έλεγε ο αστυφύλακας έχει ανατραπεί μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εξάλλου δεν απαιτείται η χρήση ειδικής ορολογία από τους αστυφύλακες για την κλήση κάποιου προσώπου να δώσει δείγμα. Παραπέμπω στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 172 όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων, τα εξής: «By virtue of s 12 'fail' in relation to providing a specimen (whether of breath or blood or urine) includes 'refuse', and 'failure' shall be construed accordingly. So long as clear words are used to show to the defendant that he is being required to give a sample of breath, that suffices, and no particular form of words is needed to show that he is refusing (R. v. Clarke
(1969)2 All ER 1008). So long as the constable when making the requirement honestly and reasonably believes that he is heard and understood, the person concerned may be said to have been 'required' to take the test even if that person may not in fact have heard or understood because he was in a dazed or confused state. Εν όψει των πιο πάνω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο