Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Ηροδότου, Αρ. Υπόθεσης: 22396/2015, 15/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22396/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Ανδρέας Ηροδότου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους (για την απόφαση η κα Ε. Θεοδότου) Για Κατηγορούμενη: κ. Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 5.3.2015 στην Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στην Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HEH434 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πιο κάτω παραθέτω τις σημαντικότερες πτυχές της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα και παράλληλα προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου. Αστ.4950, Χριστόδουλος Κουππής (ΜΚ 1) Ως πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Αστυφύλακας 4950, Χριστόδουλος Κουππής. Υιοθετώντας την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Α.Δ.Ε Λευκωσίας. Στις 5.3.2015 και ώρα 19:40 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την ίδια μέρα και ώρα 19:30 στην Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στην Λευκωσία με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΕΗ434 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και το αστυνομικό όχημα με αριθμούς εγγραφής KSB854 που οδηγούσε ο Αστ.3450 Μάριος Μιχαήλ (ΜΚ2) με συνοδηγό τον Ε/Αστ 6206 Παναγιώτη Παναγιώτου (ΜΚ3). Κατά την άφιξη του στην σκηνή, ο ΜΚ1 βρήκε τα αυτοκίνητα στην τελική τους θέση και τους οδηγούς παρόντες. Στην παρουσία τους ετοίμασε ένα πρόχειρο σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 2) σημειώνοντας σε αυτό κατόπιν υπόδειξης του ΜΚ2, το σημείο σύγκρουσης. Στην σκηνή δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να δείχνει διαφορετικό σημείο σύγκρουσης. Με βάση το πρόχειρο, ο ΜΚ1 ετοίμασε συμμετρικό σχεδιάγραμμα (βλ. Τεκμήριο 3). Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του ΜΚ1 στην σκηνή του δυστυχήματος και της συνομιλίας που είχε με τον κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι ο τελευταίος μύριζε έντονα οινόπνευμα, είχε κόκκινο πρόσωπο και η ομιλία του ήταν συγχυσμένη. Έτσι του δημιουργήθηκε εύλογη υπόνοια ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και του ζήτησε να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση. Λήφθηκε δείγμα εκπνοής με ένδειξη 115mg% και στην συνέχεια ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις της Τροχαίας Λευκωσίας όπου έγινε τελικός έλεγχος αλκοόλης με αποτέλεσμα 59 mg% (βλ. Τεκμήριο 8) Ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Στο δρόμο όπου έγινε το δυστύχημα υπάρχει ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Πρόκειται για δρόμο διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι λωρίδες διαχωρίζονται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Στο σημείο του δρόμου όπου βρίσκεται η συμβολή της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Μελέτιου Μεταξάκη, υπάρχει διάβαση πεζών που ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Οι πάσσαλοι των εν λόγω φώτων τροχαίας ήταν τέτοιου ύψους που επιτρέπουν στους οδηγούς των αυτοκινήτων να τους δουν. Ο ΜΚ1 ανέφερε περαιτέρω ότι για να τεθεί σε λειτουργία η διάβαση πεζών πρέπει να πιεστεί σχετικό κουμπί από κάποιον πεζό και ακολουθεί η εναλλαγή από πράσινο σε κόκκινο ώστε να σταματήσουν τα αυτοκίνητα. Ο ΜΚ1 έλεγξε ότι η πιο πάνω διάβαση πεζών λειτουργούσε κανονικά. Ο Κατηγορούμενος ο οποίος κινείτο πίσω από το αστυνομικό όχημα είχε ορατότητα πέραν των 50 μέτρων προς αυτό. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Ως προς τις ζημιές που προκλήθηκαν από το ατύχημα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ΗΕΗ434 υπέστη ζημιά σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος ενώ το αστυνομικό αυτοκίνητο KSB854 υπέστη ζημιά στο πίσω μέρος. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο σχετικό έντυπο περιγραφής ζημιών (βλ. Τεκμήριο 6) Τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο ΜΚ3 τραυματίστηκαν ελαφρώς στον αυχένα και μετέβηκαν από μόνοι τους στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου και έτυχαν των απαραίτητων εξετάσεων και απολύθηκαν. Στις 20.3.2015 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 4) και ακολούθως του υποδείχθηκε από τον ΜΚ1 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε το σχέδιο ως ορθό. Λίγο αργότερα ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Συγγνώμη έκαμα λάθος και απολογούμαι, δεν εφαίνουνταν τα φώτα της διάβασης» (βλ. Τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τα δύο οχήματα είχαν ακινητοποιηθεί σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Μεταξύ τους όμως δεν είχαν απόσταση καθώς το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε ακριβώς στο πισινό μέρος του αστυνομικού οχήματος. Το σημείο σύγκρουσης ήταν εμφανέστατο από τις ζημιές και την τελική θέση του αυτοκινήτου HEH434 και δεν χρειαζόταν να του υποδειχθεί από κάποιον οδηγό. Υπήρχαν κομμάτια γυαλιών στον δρόμο, όπως επίσης και κάποια μικρά πλαστικά κομμάτια προφυλακτήρα, τα οποία εντοπίστηκαν αφότου τα οχήματα μετακινήθηκαν από την τελική τους θέση. Ο ΜΚ1 δεν γνωρίζει κατά πόσον έπρεπε βάσει των αστυνομικών διατάξεων, το επίδικο δυστύχημα να εξεταστεί από κάποιον ανώτερο του βαθμού που είχε ο οδηγός του αστυνομικού οχήματος. Εν πάση περιπτώσει, όπως ανέφερε, σε πολλές περιπτώσεις απλοί αστυνομικοί εξετάζουν δυστυχήματα στα οποία εμπλέκεται αστυνομικό όχημα αναλόγως πάντοτε με τις οδηγίες που λαμβάνουν. Τέλος, ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολή ότι είπε στον Κατηγορούμενο ότι πληρώνοντας το εξώδικο που αφορούσε την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, θα τελειώσει η υπόθεση. Αντέταξε ότι ο κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί στην παρουσία του γιου του, ότι θα εκδιδόταν εξώδικο πρόστιμο για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης αδίκημα το οποίο όντως ρυθμίστηκε εξώδικα. Εναντίον του όμως εκκρεμούσε και το αδίκημα που εκδικάζεται στην παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν σαφής και κατανοητή. Μου έκανε θετική εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ήταν ήρεμος και δεν βρισκόταν σε αμηχανία. Περαιτέρω, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κρίνω ορθό να αναφερθώ στο παρόν στάδιο στους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί της αστυνομικής διάταξης αρ.21 η οποία υπαγορεύει την εξέταση δυστυχημάτων στα οποία εμπλέκεται αστυνομικό όχημα από αστυνομικό ιεραρχικά ανώτερο από τον οδηγό του αστυνομικού οχήματος. Έχω την άποψη ότι η υπεράσπιση δεν έθεσε στον ΜΚ1 οποιαδήποτε θέση ότι ο τελευταίος δεν εξέτασε με τον δέοντα επαγγελματισμό και αμεροληψία το επίδικο δυστύχημα. Η άνευ ετέρου παραπομπή στις αστυνομικές διατάξεις και τυχόν παραβίαση τους δεν αποτελεί αυτοτελές κριτήριο κλονισμού της αξιοπιστίας ή της αμεροληψίας του μάρτυρα. Δεν έγινε οποιαδήποτε υποβολή ότι ο ΜΚ1 ενήργησε με σκοπό να ευνοήσει τους συναδέλφους του και πέρα από το γεγονός ότι είναι όλοι μέλη της αστυνομικής δύναμης, δεν έγινε οποιαδήποτε νύξη ότι ο ΜΚ1 σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με τους ΜΚ2 και ΜΚ
- Σε κάθε περίπτωση, αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνω ότι πρόκειται για καθόλα αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι στο σύνολο της την μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Κρίνω επίσης ότι ο ΜΚ1 ενήργησε με επαγγελματισμό και αμεροληψία και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης ή παγίδευσης του Κατηγορουμένου. Αστ.3450 Μάριος Μιχαήλ (ΜΚ 2) Ο ΜΚ2, υιοθετώντας την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 9), ανέφερε ότι εργάζεται στην ΜΜΑΔ και στις 5.3.2015 και ώρα 19:30 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Λευκωσία με το υπηρεσιακό όχημα KSB
- Οδηγός του οχήματος ήταν ο ίδιος και συνοδηγός ο Ε/ΑΣΤ 6206 Παναγιώτης Παναγιώτου (ΜΚ3). Τα φωτά του οχήματος του ήταν αναμμένα στην κανονική στάση και οι φάροι σε λειτουργία. Οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση από την οδό Μάρκου Δράκου προς τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν την διάβαση πεζών που ελέγχεται από φωτά τροχαίας, είδε το φανάρι να γίνεται κόκκινο και ταυτόχρονα άκουσε ένα διακεκομμένο χαρακτηριστικό ήχο από το παράθυρο του συνοδηγού που ήταν ανοιχτό. Επίσης στα αριστερά ως η πορεία του, είδε μια γυναικά να στέκεται κοντά στον πάσαλο φώτων τροχαίας με σκοπό να διασταυρώσει το δρόμο. Ο ΜΚ2 σταμάτησε το όχημα του πριν την διάβαση πεζών και είδε την κοπέλα να εισέρχεται στην διάβαση πεζών. Προτού η πεζή προχωρήσει αρκετά ώστε να βρεθεί μπροστά από το αστυνομικό όχημα, ο ΜΚ2 άκουσε ένα δυνατό χτύπημα και ταυτόχρονα ένοιωσε ένα σπρώξιμο προς τα εμπρός. Ακολούθως, το όχημα ακινητοποιήθηκε. Τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο συνοδηγός του, κατέβηκαν από το όχημα για να δουν τι είχε συμβεί. Τότε, είδε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΕΗ434 να βρίσκεται σφηνωμένο στο πίσω μέρος του αστυνομικού οχήματος. Ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Κατηγορούμενος. Ακολούθως, ο ΜΚ2 ενημέρωσε την Τροχαία Λευκωσίας και στο σημείο προσήλθε ο ΜΚ1 ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση. Μεταξύ άλλων, ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ο ΜΚ2 υπόγραψε ως ορθό (Τεκμήριο 2). Στην συνέχεια, λόγω πόνων στο κεφάλι, μετέβη στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου όπου έτυχε των απαραίτητων εξετάσεων και απολύθηκε. Κατά την αντεξέταση, ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να περιγράψει την διάβαση πεζών, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ως προς τον τρόπο λειτουργίας της. Είχε εν πάση περιπτώσει ακούσει ένα χαρακτηριστικό θόρυβο από το παράθυρο του συνοδηγού το οποίο ήταν ανοιχτό. Δεν θυμάται αν το δικό του παράθυρο ήταν κλειστό και δεν γνωρίζει αν ο θόρυβος ακούγεται μόνο από το σημείο που κάποιος πεζός πατά το κουμπί ή αν ακούγεται σε ολόκληρη τη διάβαση. Σε κάθε περίπτωση, όταν είδε την κοπέλα που επιχειρούσε να διασταυρώσει σταμάτησε πριν τη γραμμή στάσης της διάβασης. Διαφώνησε ότι σταμάτησε απότομα πάνω στη διάβαση καθώς και ότι έβαλε πισινή και χτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 δεν γνωρίζει εάν το όχημα της αστυνομίας είχε υποστεί ζημιές και ποιες διότι όταν έγινε το δυστύχημα πρώτη του έγνοια ήταν να δει εάν τα εμπλεκόμενα στο δυστύχημα πρόσωπα ήταν καλά. Ειδικότερα, αμέσως κατέβηκε από το περιπολικό, και πήγε να δει εάν χτύπησε ο κατηγορούμενος. Ακολούθως, έψαξε για την πεζή αλλά δεν την εντόπισε. Σε ερώτηση αν τα αυτοκίνητα άλλαξαν θέση, ο ΜΚ2 απάντησε ότι τα αυτοκίνητα παρέμειναν στην θέση τους μέχρι που ήρθε ο ΜΚ1 να σχεδιαγραφήσει τη σκηνή. Μετά την λήψη μέτρων ήρθαν στο σημείο εκπρόσωποι της ασφαλιστικής εταιρείας του Κατηγορουμένου. Έχοντας κατά νου την συνολική εικόνα του ΜΚ2 στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του θεωρώ ότι αυτός δεν προσήλθε με σκοπό να παραπλανήσει ή να αναφέρει κάτι περισσότερο από αυτό το οποίο γνωρίζει σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Ομολογουμένως, κατά την μαρτυρία του ο μάρτυρας παρουσίαζε ασθενή μνήμη, η οποία όμως δικαιολογείται εκ της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος. Πέραν τούτου όμως, δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ούτε και προσπάθεια παρουσίασης διαφορετικής εικόνας από αυτή που ο ΜΚ2 αποτύπωσε στην κατάθεση που ετοίμασε. Εξάλλου, η μαρτυρία του ΜΚ2, στα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση σημεία, ταυτίζεται με την μαρτυρία του ΜΚ3 στην μαρτυρία του οποίου υπεισέρχομαι αμέσως πιο κάτω. Τέλος, η μαρτυρία του ΜΚ2 ταυτίζεται και συμβαδίζει με την αρχική θέση που έδωσε ο Κατηγορούμενος μέσω της ανακριτικής του κατάθεσης στις 20.3.2015 (Τεκμήριο 4). Ε/Αστ.6206 Παναγιώτης Παναγιώτου (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 συμφώνησε με το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 10). Ήταν ο συνοδηγός στο υπηρεσιακό όχημα KSB854 το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ2 κινούμενος στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Οι φάροι και τα φώτα του περιπολικού ήταν αναμμένα. Περί τις 19:30 είδε τα φωτά τροχαίας της διάβαση πεζών που βρίσκεται κοντά στο παντοπωλείο Αγίου Αντωνίου να ανάβουν κόκκινο στρογγυλό φως καθώς και μια γυναικά να στέκεται στα αριστερά ως η πορεία τους με σκοπό να διασταυρώσει το δρόμο. Ο ΜΚ2 σταμάτησε το περιπολικό αλλά πριν προλάβει η πεζή να περάσει μπροστά από το περιπολικό, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα και ταυτόχρονα ο ΜΚ3 ένοιωσε ένα σπρώξιμο προς τα εμπρός. Αμέσως κατέβηκαν από το όχημα για να δουν τι είχε συμβεί. Τότε αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΕΗ434 οδηγός του οποίου ήταν ο Κατηγορούμενος, είχε χτυπήσει στο πίσω μέρος του περιπολικού. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί μια διάβαση πεζών και δη η συγκεκριμένη, πλην όμως είναι βέβαιος ότι όταν σταμάτησαν, το φανάρι ήταν κόκκινο. Περαιτέρω, το περιπολικό σταμάτησε σε κάποια απόσταση πριν από τη διάβαση αλλά δεν ήταν σε θέση να την προσδιορίσει επακριβώς. Η σύγκρουση ήταν δυνατή και για κάποια δευτερόλεπτα προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Αφού κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, δεν απομακρύνθηκαν από αυτό καθώς εντός αυτού υπήρχε οπλισμός. Σε σχέση με τις ζημιές που υπήρχαν στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας ο ΜΚ3 ανέφερε ότι όταν αργότερα μετέβησαν στο νοσοκομείο με το περιπολικό ακουγόταν θόρυβος από την περιοχή των εξώστ αλλά δεν γνωρίζει κατά πόσον υπήρχαν πολλές ζημιές σε αυτό. Τέλος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι μετά που επισκέφτηκε τις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου, μετέβη στον αστυνομικό σταθμό όπου ετοίμασε την κατάθεση του. Παρόντες ήταν τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ
- Κανένας όμως δεν τους είπε τι να γράψουν στην κατάθεση και ο κάθε ένας από τους δύο επιβαίνοντες στο περιπολικό χρησιμοποίησε διαφορετικό Η/Υ για να γράψει την κατάθεση του. Θεωρώ ότι ο ΜΚ3 ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του. Κατηγορούμενος Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που είχε αναφέρει στην κατάθεση που έδωσε στις 20.3.2015 (Τεκμήριο 4). Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος είχε μέσω της κατάθεσης του αναφέρει ότι στις 5.3.2015 περί τις 19:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΕΗ434 στην Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία με κατεύθυνση από το Καϊμακλί προς το Στρόβολο. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στο αυτοκίνητο ήταν μόνος φορώντας την ζώνη ασφαλείας. Τα φώτα πορείας του οχήματος του ήταν αναμμένα στην κανονική τους στάση. Στο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών, ο ίδιος βρισκόταν πίσω από ένα περιπολικό της Αστυνομίας και προχωρούσε κανονικά. Ξαφνικά και χωρίς οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα, το περιπολικό σταμάτησε και λόγω της κοντινής απόστασης, ο Κατηγορούμενος το χτύπησε στο πίσω μέρος. Συνεχίζοντας την κατάθεση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που το περιπολικό σταμάτησε απότομα. Μετά το συμβάν, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τον πλησίασαν οι αστυνομικοί που επέβαιναν σε αυτό για να δουν αν είναι καλά. Οι αστυνομικοί ζήτησαν και έλαβαν τα στοιχεία του και στην συνέχεια ειδοποίησαν και ήρθε στο μέρος ο Αστ.4950 ο οποίος ετοίμασε ένα πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και ακολούθως υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε έλεγχο αλκοόλης. Στην συνέχεια το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου μεταφέρθηκε με ρυμουλκό στις εγκαταστάσεις της Τροχαίας Λευκωσίας όπου και κρατήθηκε. Εκεί, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελικό έλεγχο αλκοόλης με αποτέλεσμα 59%. Στην συνέχεια, ο Αστ.4950 του εξέδωσε ένα εξώδικο και ο Κατηγορούμενος αποχώρησε. Την ημέρα της κατάθεσης, ήτοι στις 20.3.2015 ο Κατηγορούμενος μετέβη στην Τροχαία Λευκωσίας για να παραλάβει το όχημα του και ο Αστ.4950 του υπέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ήταν σημειωμένο το σημείο σύγκρουσης. Ο Κατηγορούμενος το υπόγραψε ως ορθό. Κατά την μαρτυρία του στο εδώλιο του μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος, απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου του, ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του ακολουθώντας το περιπολικό της αστυνομίας σε κανονική απόσταση, αντί κοντινή όπως είχε αναφέρει στην κατάθεση του. Περαιτέρω, αν και στην κατάθεση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που σταμάτησε το περιπολικό, εντούτοις κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι άναψε κόκκινο και σταμάτησε τόσο ο ίδιος όσο και το περιπολικό. Επισημαίνω, ότι στην γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 5), αφού πρώτα ο Κατηγορούμενος ζητά συγγνώμη για το λάθος του, αναφέρει επίσης ότι δεν φαίνονταν τα φώτα τροχαίας. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος ήγειρε στην συνέχεια ένα παντελώς καινοφανή αλλά και μη πειστικό ισχυρισμό, ήτοι ότι το περιπολικό σταμάτησε πάνω στη διάβαση πεζών και ακολούθως κινήθηκε προς τα πίσω για να περάσει πεζός. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν σε ποιο σημείο σταμάτησε το περιπολικό σε σχέση με τη διάβαση. Κατά την κυρίως εξέταση, υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και αρχικά δεν μπορούσε να αναγνωρίσει αν το είχε δει προηγουμένως. Στην συνέχεια αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτό αλλά ανέφερε ότι όσα περιέχονται στο σχέδιο είναι ψεύδη. Ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός που του υπέδειξε το σχέδιο του είπε να υπογράψει και να μην φοβάται. Για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης πλήρωσε εξωδίκως €300 και του επιβλήθηκαν 3 βαθμοί ποινής. Κανένας δεν του είπε ότι η υπόθεση θα καταλήξει στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του για ποιο λόγο υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο και την κατάθεση και γιατί έδειξε τόση εμπιστοσύνη στον εξεταστή της υπόθεσης. Απάντησε ότι θεώρησε ότι ως αστυνομικός, έπρεπε να δείξει εμπιστοσύνη στην αστυνομία. Η εκδοχή του κατηγορουμένου δεν με έχει πείσει και θεωρώ ότι όσα αναφέρει ο Κατηγορούμενος αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Προσπάθησε ανεπιτυχώς, να πείσει ότι δεν διάβασε τα όσα αναγράφονται τόσο στην κατάθεση όσο και στην γραπτή κατηγορία πριν τα υπογράψει. Εντούτοις, τόσο το ύφος του αλλά και οι δικαιολογίες του δεν ήταν πειστικές. Όταν υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο ότι στο τέλος της Κατάθεσης του είχε γράψει με δικά του γράμματα ότι έχει διαβάσει την κατάθεση του, δεν έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις. Περαιτέρω, δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι ένα πρόσωπο το οποίο έχει υπηρετήσει στην αστυνομία δεν μπορεί να αναγνωρίσει και να κατανοήσει την σημασία μιας ανακριτικής κατάθεσης και μιας γραπτής κατηγορίας, έγγραφα στα οποία μάλιστα περιλαμβάνονται παραδοχές του Κατηγορουμένου και τα οποία κατατέθηκαν στην δίκη άνευ οποιασδήποτε ένστασης ως προς την θεληματικότητα τους. Η σημασία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έχει χαρακτηριστεί σαν η κορωνίδα της Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν μαρτυρίας. Από την άλλη όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330, 365). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας λοιπόν κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, την έγγραφη μαρτυρία, τις παραδοχές του Κατηγορουμένου που περιλαμβάνονται στην κατάθεση του και αξιολογώντας τις με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση ενοχοποιητικών δηλώσεων Κατηγορουμένου (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 364, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109), καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 5.3.2015 και ώρα 19:30, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με το υπηρεσιακό όχημα KSB
- Οδηγός του οχήματος ήταν ο ΜΚ2 και συνοδηγός ο ΜΚ
- Ήταν νύχτα, ο καιρός αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Τα φωτά του υπηρεσιακού οχήματος ήταν αναμμένα στην κανονική στάση και οι φάροι του σε λειτουργία. Ο ΜΚ2 οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση από την οδό Μάρκου Δράκου προς τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Η Λεωφόρος Διγενή Ακρίτα είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι λωρίδες διαχωρίζονται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Στο σημείο του δρόμου όπου βρίσκεται η συμβολή της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Μελέτιου Μεταξάκη, υπάρχει διάβαση πεζών που ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Οι πάσσαλοι των εν λόγω φώτων τροχαίας είναι τέτοιου ύψους που επιτρέπουν στους οδηγούς των αυτοκινήτων να τους δουν. Για να τεθεί σε λειτουργία η διάβαση πεζών και να ανάψει το κόκκινο για τα οχήματα, πρέπει να πιεστεί σχετικό κουμπί από κάποιον πεζό. Η διάβαση πεζών ελέγχθηκε και λειτουργούσε κανονικά. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος, υπάρχει ικανοποιητικός οδικός φωτισμός και η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΕΗ434 και κινείτο πίσω από το αστυνομικό όχημα. Είχε δε ορατότητα πέραν των 50 μέτρων προς αυτό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν την διάβαση πεζών, το φανάρι έγινε κόκκινο για τα οχήματα και κάποια πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία των πιο πάνω αυτοκινήτων. Το αστυνομικό όχημα σταμάτησε πριν από την διάβαση πεζών. Προτού η πεζή προχωρήσει αρκετά ώστε να βρεθεί μπροστά από το αστυνομικό όχημα, το όχημα του Κατηγορουμένου κτύπησε στο πίσω μέρος του αστυνομικού οχήματος σπρώχνοντας το περί τα δύο μέτρα μπροστά και σφηνώθηκε σε αυτό. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε έχοντας καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του να ανέρχεται σε 59 mg%. Τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές ενώ οι ΜΚ2 και ΜΚ3 τραυματίστηκαν ελαφρώς στον αυχένα και μετέβηκαν από μόνοι τους στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου και έτυχαν των απαραίτητων εξετάσεων και απολύθηκαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος είχε καθήκον να ασκεί ιδιαίτερη επιτήρηση και να επιδείξει αυξημένη προσοχή στο δρόμο στο επίδικο σημείο και χρόνο από τη στιγμή που πλησίαζε διάβαση πεζών, η οποία ελεγχόταν από φώτα τροχαίας τα οποία ήταν εμφανή για τους οδηγούς. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος όφειλε να διατηρεί απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, ώστε σε κάθε περίπτωση που αυτό ακινητοποιούταν, να ακινητοποιήσει και ο ίδιος με ασφάλεια το όχημα του. Με δεδομένο ότι η ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος εκτεινόταν πέραν των 50 μέτρων προς την κατεύθυνση που κινούταν το αστυνομικό όχημα, η ευθύνη του Κατηγορουμένου έγκειται στο γεγονός ότι παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα ώστε να δει έγκαιρα ότι το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2 είχε σταματήσει σε κόκκινο φως στην διάβαση πεζών. Συνακόλουθα, ο ίδιος παρέλειψε να λάβει ως όφειλε, αποτρεπτικά μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης παρά το γεγονός ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατ' ακολουθία, βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο