← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελένης Φιλαρέτου, Αρ. Υπόθεσης: 22575/2015, 24/11/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελένης Φιλαρέτου, Αρ. Υπόθεσης: 22575/2015, 24/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22575/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Ελένης Φιλαρέτου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Στυλιανού Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη «την 16.10.2014 στη συμβολή Λεωφόρου Μακαρίου με την οδό Καλλιθέας στη Λακατάμεια της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRN654 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή».H Κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες Κατηγορίας. Πρώτος ήταν ο Α/Αστυφύλακας 2483 Στέλιος Πιερή (ΜΚ1) ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1). Στις 16.10.2014 και ώρα 20:50 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο είχε γίνει την ίδια μέρα και περί ώρα 20:00 στην συμβολή της Λεωφόρου Μακαρίου με την οδό Καλλιθέας στην Λακατάμεια. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KRN654 που οδηγούσε η Κατηγορούμενη και η τετράτροχη μοτοσυκλέτα με αριθμό εγγραφής D-2128086 που οδηγούσε ο Ορέστης Παρτασής (ΜΚ2). Τα οχήματα είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση πριν την άφιξη του ΜΚ1 στην σκηνή. Στην παρουσία της Κατηγορουμένης, ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 3) στο οποίο τοποθέτησε με το γράμμα «X1» το σημείο σύγκρουσης το οποίο του υπέδειξε η Κατηγορούμενη. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στην σκηνή δεν υπήρχαν ίχνη που να δείχνουν σημείο επαφής των δυο οχημάτων. Ο ΜΚ1 διαπίστωσε περαιτέρω ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύκτας με αίθριο καιρό και στο σημείο υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Στην οδό Καλλιθέας υπήρχε πινακίδα τροχαίας «ΑΛΤ» και άσπρη συνεχής γραμμή για υποχρεωτική στάση. Η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία των δύο οχημάτων ήταν περί τα 50 μέτρα. Σε σχέση με τις ζημιές επί των δύο οχημάτων, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης υπέστη ζημιά στον μπροστινό δεξιό φτερό, ενώ η τετράτροχη μοτοσυκλέτα υπέστη ζημιά στο μπροστινό αριστερό τροχό. Ο ΜΚ2 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με Ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Μετά την αναχώρηση του από την σκηνή του δυστυχήματος, ο ΜΚ1 επισκέφτηκε το Τμήμα των Πρώτων Βοηθειών όπου συνάντησε τον ΜΚ2, ο οποίος ανέφερε ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδηγού και πιστοποιητικού ασφάλειας. Όπως είπε, είχε σταματήσει κανονικά στο ΑΛΤ στην οδό Καλλιθέας. Ο ΜΚ2 υπέδειξε διαφορετικό σημείο σύγκρουσης το οποίο ο ΜΚ1 τοποθέτησε στο σχέδιο με το γράμμα «X». Η μοτοσυκλέτα έχει επιθεωρηθεί από τον Λοχία 4721 Θεοκλέους ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκμήριο 6) το περιεχόμενο της οποίας είναι παραδεκτό από τους διαδίκους. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση στην μοτοσυκλέτα δεν υπήρχε εφαρμοσμένη εγκατάσταση φώτων. Στις 19.10.2014, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη (βλ. Τεκμήριο 2), στην οποία η τελευταία είχε αναφέρει ότι στις 16.10.2014 περί τις 20:00 οδηγούσε το όχημα της στην Λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση την Λευκωσία και με πρόθεση να εισέλθει στην οδό Καλλιθέας η οποία είναι δεξιά του δρόμου ως η πορεία της. Μόλις η Κατηγορούμενη εισήλθε στην οδό Καλλιθέας, είδε μπροστά της μια μικρή τετράτροχη μοτοσυκλέτα χωρίς φώτα. Σύμφωνα με την Κατηγορούμενη, η ίδια οδηγούσε κανονικά στην πορεία της και ο οδηγός της τετράτροχης οδηγούσε στην δική της πορεία. Αμέσως, η Κατηγορούμενη έκανε προσπάθεια αποφυγής στρίβοντας το τιμόνι αριστερά, χωρίς όμως εν τέλει να αποφευχθεί η σύγκρουση. Κατέβηκε από το όχημα της και πήγε κοντά στον οδηγό της τετράτροχης ο οποίος είχε κτυπήσει στο πόδι. Επρόκειτο για ένα νεαρό ο οποίος παρακαλούσε την Κατηγορουμένη να μην τηλεφωνήσει στην Αστυνομία διότι δεν έχει άδεια οδηγού. Μετά το δυστύχημα μαζεύτηκαν φίλοι του νεαρού οι οποίοι έπιασαν την τετράτροχη και την απομάκρυναν από το σημείο του δυστυχήματος. Η Κατηγορούμενη τηλεφώνησε στον σύζυγό της, ο οποίος μετά από λίγο ήρθε στο μέρος και κάλεσαν Αστυνομία. Ο ΜΚ1 εντόπισε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης σε φαρμακείο που βρίσκεται στη Λεωφόρο Μακαρίου. Μετά από την μελέτη του, παρατήρησε μεταξύ άλλων, ότι η κάμερα ήταν τοποθετημένη έξω από το φαρμακείο αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου KRN
  2. Το πεδίο λήψης της κάμερας κάλυπτε μέρος της Λεωφόρου Μακαρίου με κατεύθυνση προς Λευκωσία και μέρος της οδού Καλλιθέας. Ειδικότερα, στο βίντεο διακρίνεται μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Καλλιθέας στην οποία εισέρχονται τα αυτοκίνητα που στρίβουν από την Λεωφόρο Μακαρίου. Φαίνεται δηλαδή μέρος της λωρίδας στην οποία ισχυρίζεται ότι οδηγούσε η Κατηγορούμενη. Φαίνεται επίσης ένα μικρό κομμάτι από την γωνιά της άσπρης γραμμής του «ΑΛΤ» της οδού Καλλιθέας. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά την ώρα που οι δύο οδηγοί ανέφεραν ότι έγινε το δυστύχημα, διακρίνονται στο βίντεο τα φώτα πορείας ενός οχήματος, το οποίο εισέρχεται με κλίση δεξιά από την Λεωφόρο Μακαρίου στην οδό Καλλιθέας. Ακολούθως, τα οχήματα που ακολουθούν σταματούν και φαίνεται ένα πρόσωπο να τρέχει προς το σημείο. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη δεν οδηγούσε στην πορεία της όπως ισχυρίζεται στην ανακριτική της κατάθεση, άλλα στην πορεία του ΜΚ
  3. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν μετέβη στον χώρο του δυστυχήματος, εκεί βρισκόταν μόνο το όχημα της κατηγορούμενης καθότι η τετράτροχη είχε μεταφερθεί από φίλους του ΜΚ2 στην οικία του τελευταίου όπου εντοπίστηκε αργότερα. Πέραν του γεγονότος ότι η εν λόγω μοτοσυκλέτα δεν ήταν εγγεγραμμένη και ο ΜΚ2 δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλισης, ο τελευταίος δεν έφερε ούτε κράνος ασφαλείας. Για τα εν λόγω τροχαία αδικήματα σχηματίστηκε άλλος ποινικός φάκελος εναντίον του ΜΚ
  4. Ο ΜΚ1 επανέλαβε ότι ο ΜΚ2 είχε αναφέρει από την πρώτη μέρα στο Νοσοκομείο, ότι σταμάτησε κανονικά στο «ΑΛΤ» της οδού Καλλιθέας. Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 ότι στο σχέδιο του δυστυχήματος το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο ΜΚ2 ήταν 4,20 μέτρα πριν το σημείο «ΑΛΤ». Ο ΜΚ1 προσπάθησε να πείσει ότι το να σταματήσει κάποιος 4 μέτρα πριν την γραμμή στάσης του «ΑΛΤ» είναι κάτι φυσιολογικό. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 το σημαντικό είναι ότι ο ΜΚ2 βρισκόταν στην πορεία του κάτι που επιβεβαίωσε μέσω του κλειστού κυκλώματος που λήφθηκε από το φαρμακείο. Ακολούθησαν ερωτήσεις επί του περιεχομένου του κλειστού κυκλώματος. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο DVD στο οποίο υπάρχει καταχωρημένο το σχετικό βίντεο (βλ. Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε στο βίντεο να φαίνεται το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης να στρίβει δεξιά στην οδό Καλλιθέας. Εντούτοις, το μόνο που φαίνεται την ώρα του δυστυχήματος, είναι τα φώτα πορείας ενός αυτοκινήτου να εισέρχονται στην οδό Καλλιθέας. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον ΜΚ1, ένεκα του ότι η κάμερα ήταν τοποθετημένη με τρόπο ώστε να φαίνεται η γωνιά του «ΑΛΤ» της οδού Καλλιθέας, το γεγονός ότι δεν φαίνεται το όχημα της Κατηγορουμένης στο βίντεο, δείχνει ότι αυτό δεν είχε στρίψει κανονικά στην οδό Καλλιθέας αλλά είχε εισέλθει στην εν λόγω οδό καταλαμβάνοντας την λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινούταν ο ΜΚ
  5. Ο ΜΚ1 ανέφερε αρχικά ότι σε κανένα σημείο δεν φαίνεται το όχημα ή μέρος του οχήματος της κατηγορούμενης. Στην συνέχεια ανέφερε ότι στο βίντεο (χρόνος 19:48:06) φαίνεται το πισινό φανάρι του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης το οποίο φαίνεται να βρίσκεται στην δική της πορεία κυκλοφορίας. Όταν ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να τοποθετήσει στο σχέδιο το πίσω φανάρι του οχήματος της κατηγορούμενης αυτός απάντησε ότι δεν μπορεί καθότι άλλο είναι το σχέδιο και άλλο το DVD (αυτολεξεί η απάντηση ήταν «Δεν μπορώ άλλο σχέδιο άλλο dvd»). Ο ΜΚ1 συμφώνησε τέλος ότι στην λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Καλλιθέας που θα έπρεπε να εισέλθει κανονικά η Κατηγορούμενη υπήρχαν μικρά γυαλιά οχημάτων κοντά στη κεντρική γραμμή που διαχωρίζει το δρόμο (σημείο Ψ). Αυτά σύμφωνα με τον ΜΚ1, δεν ήταν αρκετά για να υποδείξουν το σημείο σύγκρουσης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει πιθανότητα τα εν λόγω γυαλιά να πετάχτηκαν λόγω της σύγκρουσης. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν ο Ορέστης Παρτασής (ΜΚ2) ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 8). Σε αυτήν ανέφερε ότι λίγο καιρό προηγουμένως είχε αγοράσει μια τετράτροχη μοτοσικλέτα μάρκας LEFAN η οποία δεν ήταν εγγεγραμμένη και την οποία χρησιμοποιούσε σε χωράφια κοντά στο σπίτι του. Στις 16.10.2014 και γύρω στις 20:00 του τηλεφώνησαν κάποιοι φίλοι του να πάει σε κάποια καφετερία. Παρόλο που δεν κατείχε ούτε άδεια οδηγού ούτε ασφάλεια χρησιμοποίησε την πιο πάνω μοτοσυκλέτα. Ήταν νύκτα και η μοτοσυκλέτα δεν είχε φώτα. Έτσι τοποθέτησε τόσο μπροστά όσο και πίσω φανάρια ποδηλάτου και ξεκίνησε να πάει στην καφετερία χωρίς να φέρει κράνος. Ενώ οδηγούσε την μοτοσικλέτα στην οδό Καλλιθέας και κινείτο κανονικά στην πορεία του με κατεύθυνση την διασταύρωση με την Λεωφόρο Μακαρίου, πριν φτάσει στην γραμμή του «ΑΛΤ», βρέθηκε αιφνιδιαστικά στην πορεία του ένα αυτοκίνητο, ερχόμενο από την Λεωφόρο Μακαρίου. Ο ΜΚ2 δεν πρόλαβε να αντιδράσει και έτσι επήλθε η σύγκρουση των δύο οχημάτων, ένεκα της οποίας χτύπησε στο αριστερό πόδι. Ο ΜΚ2 φοβήθηκε λόγω του ότι δεν κατείχε άδεια οδηγού και είπε στην οδηγό του αυτοκινήτου να μην τηλεφωνήσουν στην Αστυνομία. Ακολούθως, μαζεύτηκε κόσμος στο σημείο. Ήρθαν και κάποιοι φίλοι του ΜΚ2 από τους ο οποίους ο τελευταίος ζήτησε να μεταφέρουν την μοτοσικλέτα στο σπίτι του. Λίγο αργότερα, ήρθε στην σκηνή ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε τον ΜΚ2 στο νοσοκομείο. Στις 8.12.2014, ο ΜΚ2 επισκέφθηκε το σημείο του δυστυχήματος μαζί με αστυνομικό στον οποίο υπέδειξε το σημείο στο οποίο έγινε η σύγκρουση. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ2 υπέδειξε στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3) το σημείο που είναι σημειωμένο με το γράμμα «Χ». Ανέφερε ότι σταμάτησε πίσω από τη γραμμή του «ΑΛΤ» και είχε πρόθεση να κατευθυνθεί δεξιά. Το αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε το είδε για πρώτη φορά την στιγμή της σύγκρουσης. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν μαθητής στην Γ' Λυκείου, ηλικίας περίπου 17 χρονών και οδηγούσε στα χωράφια τους τελευταίους τρεις μήνες πριν το ατύχημα. Κατά την ημέρα του ατυχήματος ήταν η πρώτη φορά που οδηγούσε σε δρόμο με τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα. Η καφετέρια όπου ήθελε να πάει ήταν σε απόσταση περίπου 700‑800 μέτρων από το σπίτι του. Δεν θυμάται αν μετά το δυστύχημα είχε δώσει οδηγίες σε οποιοδήποτε να μετακινήσει τη μοτοσικλέτα από το σημείο. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην κατάθεση του είχε αναφέρει ακριβώς αυτό, θυμήθηκε ότι έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες σε κάποιους φίλους του να μετακινήσουν την μοτοσικλέτα. Ζητήθηκε από τον ΜΚ2 να περιγράψει με ακρίβεια πώς έγινε το ατύχημα. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι σταμάτησε 20‑ 30 εκατοστά πριν τη γραμμή του «ΑΛΤ». Αμέσως μόλις σταμάτησε και πριν προλάβει να δει δεξιά και αριστερά τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο από την αριστερή πλευρά. Ο ΜΚ2 ρωτήθηκε γιατί όταν κλήθηκε από τον αστυνομικό να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης, υπέδειξε σημείο που βρίσκεται 4,20 μέτρα πριν από την γραμμή του «ΑΛΤ». Αρχικά ο ΜΚ2 δεν μπορούσε να κατανοήσει τον λόγο που τοποθετήθηκε το σημείο σύγκρουσης σε απόσταση 4,20 μέτρων και επέμεινε ότι είχε σταματήσει 20-30 εκατοστά πριν την γραμμή του «ΑΛΤ». Στην συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι όντως βρισκόταν 4,20 μέτρα πριν την γραμμή στάσης του «ΑΛΤ». Ακολούθως πάλι άλλαξε την απάντηση του λέγοντας ότι ήταν ακριβώς πάνω στο «ΑΛΤ». Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης το όχημα της Κατηγορούμενης ήταν ευθεία απέναντι του και θα μπορούσε να δει τα φώτα του αλλά δεν τα είχε δει. Επέμεινε όμως ότι βρισκόταν στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η κατηγορούμενη μέσω του ευπαιδεύτου συνηγόρου της, εισηγήθηκε, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851). Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Η Κατηγορούμενη στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι η μαρτυρία του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του ΜΚ2 είναι αλληλοσυγκρουόμενη και αντιφατική. Βασική θέση του ΜΚ2 ήταν ότι η κατηγορούμενη του είχε ανακόψει το δρόμο. Ανάφερε ειδικότερα ότι πριν φτάσει στην γραμμή του «ΑΛΤ» της οδού Καλλιθέας, αιφνιδιαστικά βρέθηκε στην πορεία του ένα αυτοκίνητο ερχόμενο από την Λεωφόρο Μακαρίου. Ο ΜΚ2 δεν πρόλαβε να αντιδράσει και έτσι επήλθε η σύγκρουση. Σε πλήρη αντίφαση με τα πιο πάνω, ο ΜΚ2 κατά την προφορική του μαρτυρία, ανέφερε ότι σταμάτησε 20-30 εκατοστά πίσω από τη γραμμή του «ΑΛΤ» και είχε πρόθεση να κατευθυνθεί δεξιά ενώ το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης το είδε για πρώτη φορά την στιγμή της σύγκρουσης. Υποστηρίζει δηλαδή από την μια ότι δεν είχε φτάσει στην γραμμή του ΑΛΤ, ενώ από την άλλη αναφέρει ότι σταμάτησε λίγο πίσω από την γραμμή του ΑΛΤ. Ο ΜΚ2 δεν ήταν σαφής ως προς το που έγινε το δυστύχημα, αν δηλαδή έγινε σε σημείο που βρίσκεται 4,20 μέτρα πριν από το ΑΛΤ ή 20-30 εκατοστά πριν την γραμμή του ΑΛΤ και αν το όχημα που οδηγούσε βρισκόταν σε κίνηση ή όχι. Έδωσε δύο αντικρουόμενες εκδοχές, από τις οποίες το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να επιλέξει κατά το δοκούν την ορθή. Πέραν των πιο πάνω δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα τα οποία να καθορίζουν το σημείο της σύγκρουσης. Υπό αυτό το πρίσμα η μαρτυρία του ΜΚ2 εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Πέραν των πιο πάνω, σύγχυση προκαλεί επίσης και η ίδια η μαρτυρία του ΜΚ1 καθότι όταν ζητήθηκε από αυτόν να τοποθετήσει στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το πισινό φανάρι του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης το οποίο φαινόταν στο βίντεο, αυτός ανάφερε ότι δεν μπορεί να το πράξει καθότι άλλο είναι το βίντεο και άλλο είναι το σχέδιο. Εξ αυτής της δήλωσης, φαίνεται ότι δεν είναι δυνατό κάποιος βλέποντας το βίντεο να διαπιστώσει με βεβαιότητα σε ποιο σημείο βρισκόταν το όχημα της Κατηγορουμένης όταν εισήλθε στην οδό Καλλιθέας και αν καταλάμβανε μέρος της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και πόσο. Τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει την θέση του μοτοποδηλάτου κατά την στιγμή της σύγκρουσης, αφήνει δυσαναπλήρωτα κενά στην τεκμηρίωση της κατηγορίας. Στην Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 746, 751, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως ήταν η τροχαία κίνηση στην οδό Καλλιθέας ή ότι η κατηγορούμενη εισήλθε απότομα στην εν λόγω οδό με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του ΜΚ2. Ακόμα κι αν δεχτώ την θέση των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι η Κατηγορουμένη εισήλθε στην οδό Καλλιθέας καταλαμβάνοντας μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία θα έπρεπε να κινείται ο ΜΚ2, τούτο δεν αποδεικνύει από μόνο του αμέλεια της Κατηγορουμένης. Παραμένουν σοβαρά αναπάντητα ερωτήματα ως προς το που βρισκόταν ο ΜΚ2 την δεδομένη στιγμή, αν κινείτο και με ποια ταχύτητα κινείτο ή αν ήταν σταματημένος. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο, όμως δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436). Περαιτέρω, η παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς της τροχαίας δεν στοιχειοθετεί αφ' εαυτής, αμέλεια. Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, κρίνω ότι η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι επαρκής έτσι ώστε να κληθεί η κατηγορούμενη να παρουσιάσει την υπεράσπιση της. Επιπρόσθετα, η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εγγενώς αδύνατη και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Έχω την άποψη ότι αν η Κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία, θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Συνεπώς, η Κατηγορουμένη θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Με βάση τα πιο πάνω, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.