← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλος Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 18488/16, 30/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλος Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 18488/16, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 18488/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Παύλος Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεοδότου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (δοθείσα αυθημερόν) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 27.3.2016 στην οδό Φίλιου Τσιγαρίδη στο Λυθροδόντα της Επαρχίας Λευκωσίας: 1. Οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΥΧ350 χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000(1η Κατηγορία). 2. Ενώ είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του εν λόγω μηχανοκινήτου οχήματος εγκατέλειψε τούτο στην πιο πάνω οδό κατά τρόπο δυνάμενο να παρακωλύσει αδικαιολόγητα την τροχαία ή άλλη κίνηση κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(1)(ζ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 (2η Κατηγορία). 3. Οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 (3η Κατηγορία). 4. Οδηγούσε το ίδιο όχημα με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 (4η Κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις Κατηγορίες 1,3 και 4 για τις οποίες διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσώπησε τον εαυτό του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε η αστυφύλακας 3466 Δέσπω Τερλικκά (στο εξής «ΜΚ1») η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωριού. Η μάρτυρας υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση της (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι στις 15.6.2016 περί τις 11:55 πληροφόρησε τον ιδιοκτήτη του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΥΧ350 ότι την 27.3.2016 και ώρα 17:20 στο χωριό Λυθροδόντας και συγκεκριμένα στην οδό Φίλιου Τσιγαρίδη, το εν λόγω όχημα καταγγέλθηκε εξωδίκως για το αδίκημα της παρακώλυσης κυκλοφορίας. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και ο ιδιοκτήτης ανέφερε τα ακόλουθα: «Εγώ το οδηγούσα, αλλά εν ήβρα εξώδικο πάνω στο αυτοκίνητο μου». Η ΜΚ1 τον πληροφόρησε περαιτέρω, ότι θα καταγγελθεί για την οδήγηση του πιο πάνω οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας από τις 5.9.2015, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας από 3.7.2015 και χωρίς άδεια κυκλοφορίας από 31.12.
  1. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο εκείνος απάντησε «Εντάξει». Η ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπο το οποίο εκτύπωσε η ίδια από το σύστημα της Αστυνομίας μέσω του οποίου υπάρχει πρόσβαση στα αρχεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και στο οποίο φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ΕΥΧ350 για το οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν υπήρχε πιστοποιητικό καταλληλότητας, ασφάλειας και άδεια κυκλοφορίας. (Τεκμήριο 2). Ειδικότερα, στο εν λόγω έντυπο φαίνεται ότι η ημερομηνία επιθεώρησης του οχήματος ήταν στις 6.9.2013 και το πιστοποιητικό καταλληλότητας έληγε στις 5.9.
  2. Η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος φαίνεται ότι έληγε στις 31.12.2015 και η ασφάλεια του είχε ακυρωθεί στις 3.7.
  3. Τέλος η ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο ειδοποίησης εξωδίκου προστίμου (Τεκμήριο 3) που της έδωσε ο αστυφύλακας 707 και στο οποίο αναφέρεται ότι στην οδό Φίλιου Τσιγαρίδη ο υπεύθυνος οδηγός του οχήματος ΕΥΧ350 διέπραξε το αδίκημα της παρακώλυσης κυκλοφορίας. Επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους €50 το οποίο δεν πληρώθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 707 Ευαγόρας Ευαγόρου. (στο εξής «ΜΚ2») ο οποίος υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 4) στην οποία αναφέρεται ότι υπηρετεί στην Κοινοτική Αστυνόμευση στην ΑΔΕ Λευκωσίας. Στις 27.3.2016 και ώρα 17:20 στο χωριό Λυθροδόντας και συγκεκριμένα στην οδό Φίλιου Τσιγαρίδη, εξέδωσε στον υπεύθυνο οδηγό του οχήματος ΕΥΧ350 εξώδικο για το ποσό των €50 για το αδίκημα της παρακώλυσης κυκλοφορίας. Τοποθέτησε το εν λόγω εξώδικο στον ανεμοθώρακα του οχήματος, πλην όμως αυτό παρέμεινε απλήρωτο για χρονική περίοδο πέραν της προβλεπόμενης από το νόμο. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 το οποίο είχε προηγουμένως κατατεθεί στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ2 εξήγησε ότι η Φίλιου Τσιγαρίδη είναι οδός που βρίσκεται εντός του παλιού χωριού. Δεξιά και αριστερά του δρόμου δεν υπάρχουν πεζοδρόμια, ούτε χώρος για να περνούν οι πεζοί. Το πλάτος του δρόμου ήταν περίπου 5,5 μέτρα. Έτσι όποιος σταματήσει επί της οδού αυτομάτως παρακωλύει την κυκλοφορία. Τον κατηγορούμενο δεν τον εντόπισε στον χώρο. Όταν ανέλαβε καθήκον γύρω στις 16:00 το όχημα δεν βρισκόταν εκεί. Όταν είχε ξαναπεράσει γύρω στις 17:15 με 17:20 το όχημα βρισκόταν εκεί μαζί με άλλα οχήματα τα οποία καταγγέλθηκαν. Αργότερα, περίπου στις 21:00 που είχε ξαναπεράσει από την περιοχή, είχε μετακινηθεί το όχημα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος. Αυτός ανέφερε ότι όντως τοποθέτησε το αυτοκίνητο, στο σημείο όπου εντοπίστηκε. Πλην όμως, το αυτοκίνητο είναι χαλασμένο εδώ και καιρό. Ειδικότερα, είχε κάποιο πρόβλημα με το gearbox και το έσπρωξαν μαζί με άλλο πρόσωπο για να το τοποθετήσουν στο εν λόγω σημείο. Ο λόγος ήταν για να μπορεί να εντοπιστεί εύκολα από πλατφόρμα η οποία το παρέλαβε. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν οδηγεί καθότι έχει πρόβλημα με τα μάτια του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι για τις μετακινήσεις του χρησιμοποιεί το λεωφορείο ακριβώς διότι αντιμετωπίζει πρόβλημα με τα μάτια του. Πάσχει επίσης από καρδιακή ανεπάρκεια. Προς τούτο, τον βοηθούν οι συγγενείς του. Δεν έχει σήμερα αυτοκίνητο για να κυκλοφορεί. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ΕΥΧ350 είναι, ως ανέφερε, ακινητοποιημένο αφού δεν κατάφερε να εντοπίσει εξάρτημα για την επισκευή του σε συμφέρουσα τιμή. Το ακινητοποίησε στο σπίτι του στο Αρεδιού μέχρι να εντοπίσει το απαραίτητο εξάρτημα. Σε σχέση με την παρουσία του εκείνη την ημέρα στον Λυθροδόντα ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε ζήσει εκεί για 7 ½ χρόνια. Τον Μάρτιο του 2016 διέμενε στο Αρεδιού και την συγκεκριμένη ημέρα τον μετέφερε ένα φίλος - συγγενής στον Λυθροδόντα με μοναδικό σκοπό να σπρώξουν το όχημα από ένα ακατοίκητο σπίτι, σε σημείο όπου θα το εντοπίσει εύκολα η πλατφόρμα που κάλεσαν για να το παραλάβει. Τέλος ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι παραδέχτηκε στην ΜΚ1 ότι οδηγούσε το εν λόγω όχημα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι και οι δύο Μάρτυρες Κατηγορίας ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Ήταν ήρεμοι και σταθεροί στις απαντήσεις τους και απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία τους δεν πλήγηκε σε κανένα σημείο. Εξάλλου η αντεξέταση τους ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Αποδέχομαι την μαρτυρία τους στο σύνολό της. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Φαινόταν αβέβαιος για αυτά που κατέθετε ενώ δεν ήταν διαφωτιστικός σε σχέση με τα γεγονότα. Για παράδειγμα δεν ανέφερε ποια ήταν τα πρόσωπα που τον μετέφεραν στον Λυθροδόντα για να σπρώξει το επίδικο όχημα. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι επρόκειτο για φίλο του, στην συνέχεια ανέφερε ότι επρόκειτο για συγγενή του. Επίσης, δεν γνώριζε ποια πλατφόρμα ειδοποιήθηκε για να παραλάβει το επίδικο όχημα καθώς ως ανέφερε κάποιος τρίτος ειδοποίησε χωρίς και πάλι να τον κατονομάσει. Το σημαντικότερο όλων, είναι ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία εξήγηση ως προς το ότι ανέφερε στην ΜΚ1 ότι οδηγούσε το όχημα, όταν η τελευταία του επίστησε την προσοχή του στο αδίκημα. Προσπάθησε να πείσει, ανεπιτυχώς ότι ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο. Εντούτοις, τόσο το ύφος του όσο και ο τόνος του δεν ήταν πειστικά. Πέραν τούτου, επισημαίνω ότι η ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε στον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, χωρίς ίχνος δισταγμού απορρίπτω τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου και θεωρώ τα όσα προέβαλε στο Δικαστήριο προϊόν δεύτερης σκέψης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Επισημαίνω ότι το μοναδικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος όντως οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα ΕΥΧ350 κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε ότι το όχημα δεν διέθετε πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας αλλά ούτε και ότι ο Κατηγορούμενος δεν καλυπτόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου. Ως προς το επίδικο ζήτημα, λοιπόν η Κατηγορούσα Αρχή βασίστηκε σε δύο πυλώνες προκειμένου να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου. Πρώτον, στηρίχτηκε στην περιστατική μαρτυρία που εφοδίασε ο ΜΚ2. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 εφόσον η υπόθεση στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να αναφέρει με καθαρότητα και ένα προς ένα τα αποδειχτικά στοιχεία που ευρίσκει ότι συνιστούν κρίκους περιστατικής μαρτυρίας και να τα συνδέει με τη σειρά σε αλυσίδα που τελικά να δένει τον κατηγορούμενο ως το δράστη. Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι στην απουσία λογικής εξήγησης από τον Κατηγορούμενο, μπορεί η προσφερθείσα μαρτυρία να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας που αποτελούν εύρημα του δικαστηρίου και μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΧ350 εκείνη την ημέρα στην οδό Φίλιου Τσιγαρίδη στον Λυθροδόντα είναι ότι: - Ο Κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΥΧ350 - Στις 16:00 το όχημα δεν βρισκόταν στην συγκεκριμένη οδό. - Στις 17:15 το όχημα βρισκόταν εκεί μαζί με άλλα οχήματα τα οποία καταγγέλθηκαν από τον ΜΚ2 - Περίπου στις 21:00 της ίδιας ημέρας το όχημα είχε ήδη μετακινηθεί. - Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε προφορικά στην ΜΚ1 ότι ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το εν λόγω όχημα Η σημασία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έχει χαρακτηριστεί σαν η κορωνίδα της μαρτυρίας. Ένας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί με μόνο τη δική του ομολογία αφού το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330, 365 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 203, 225 (απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε) λέχθηκαν τα εξής: "Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Για τη σημασία της ομολογίας παραπέμπουμε και στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 166, 172 (απόφαση Νικήτα, Δ.): "Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65." Για την αξία της προφορικής ομολογίας λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γρηγόρης Γρηγορίου v. Αστυνομίας , Ποιν. Εφ. 14/08 ημερ. 12/7/10: «Ο λόγος έφεσης 5 αναφέρεται στις δηλώσεις του εφεσείοντα προς την αστυνομία. Σύμφωνα με την εισήγηση λανθασμένα έγινε αποδεκτό ότι ο εφεσείων έκανε αυτές τις δηλώσεις με αποτέλεσμα το Κακουργιοδικείο να στηριχθεί σ΄ αυτές και να τον καταδικάσει ..Είναι γνωστό ότι η ομολογία ενοχής συνήθως αποκαλείται ως η βασιλίδα των μαρτυριών. Ωστόσο, το δικό μας σύστημα της ποινικής δίκης δεν έχει αναγάγει σε απόλυτο βαθμό την αξία της. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα όπου η ομολογία είναι προφορική, αυτή εξετάζεται ως θέμα πραγματικό το οποίο συναρτάται με τις περιβάλλουσες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν η ομολογία γίνει αποδεκτή και ενταχθεί στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία το δικαστήριο έχει καθήκον να προβληματιστεί και να εξετάσει την αλήθεια του περιεχομένου της για να αποφασίσει τελικά κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Βλ. R. v. Sfoggaras 22 CLR 13 και Volettos v. Republic
(1961)CLR 168. Στην R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ΄ ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική.» Στην προκειμένη περίπτωση, υπό το φως των δεδομένων που συνθέτουν τους κρίκους της περιστατικής μαρτυρίας όπως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω, καθώς και το γεγονός ότι η παραδοχή του Κατηγορουμένου στις αστυνομικές αρχές έγινε αβίαστα και χωρίς ίχνος πίεσης ή παραπλάνησης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όντως ο Κατηγορούμενος στις 27.3.2016 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΧ350 στην οδό Φίλιου Τσιγαρίδη στον Λυθροδόντα. Στα πλαίσια αξιολόγησης της περιστατικής μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες αλλά ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση όπως αυτό που στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος προσπάθησε ανεπιτυχώς να προωθήσει, ότι δηλαδή έσπρωξε το όχημα του στην εν λόγω οδό. Περαιτέρω, όπως προέκυψε από την αναντίλεκτη μαρτυρία, κατά τον ουσιώδη χρόνο το όχημα δεν διέθετε πιστοποιητικό καταλληλότητας και άδεια κυκλοφορίας και ότι ο Κατηγορούμενος δεν καλυπτόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η, 3η και 4η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.