← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αριστόδημος Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 12444/14, 31/1/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αριστόδημος Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 12444/14, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12444/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Αριστόδημος Νεοφύτου Ημερομηνία: 31.1.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Σαβεριάδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα 3 κατηγορίες προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 12, 13, 14

(1)και 22 του περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου 59/76 και των Κ.Δ.Π.173/77 και 98/
  1. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 11.11.13, στην Λεμεσό, στο κατάστημα με την ονομασία «LONDON», εν γνώσει του:
  2. Κατείχε αντίτυπα, δηλ. 223 DVD τα οποία ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, είτε με σκοπό την εμπορία τους, είτε σε τέτοια έκταση ώστε να επηρεάζει επιζήμια τους δικαιούχους πνευματικής ιδιοκτησίας των έργων αυτών (κατηγορία 1).
  3. Πρόσφερε για πώληση τα προαναφερόμενα αντίτυπα, τα οποία ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (κατηγορία 2).
  4. Έκθεσε εμπορικά και δημόσια τα εν λόγω αντίτυπα, τα οποία ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (κατηγορία 3). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμία εκ των κατηγοριών. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δέχθηκε μεν ότι δεν αποδείχθηκε τέτοια υπόθεση όσον αφορά την κατηγορία 3, αλλά υποστήριξε ότι αποδείχθηκε όσον αφορά τις άλλες δύο κατηγορίες και εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία σε αυτές. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα. Νομική πτυχή Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό τέτοια αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9) Τα επίδικα στην παρούσα αδικήματα εδράζονται στα εδάφια (γ), (β) και (δ) αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωµάτων Νόµου 59/76 (στο εξής ο Νόμος), το οποίο προβλέπει ότι: «14.—
(1)Οποιοσδήποτε ο οποίος εν γνώσει του— ........................................ (α) Παράγει για πώληση ή εκµίσθωση οποιοδήποτε αντίτυπο το οποίο ενέχει προσβολή του δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας το οποίο υπάρχει σε κάποιο έργο, ή συγγενικού δικαιώµατος, το οποίο προστατεύεται από τον παρόντα Νόµο, ή (β) πωλεί, εκµισθώνει ή διαφηµίζει την πώληση ή µίσθωση ή εκθέτει εµπορικά ή προσφέρει για πώληση ή εκµίσθωση οποιοδήποτε τέτοιο αντίτυπο, ή (γ) αποκτά κατοχή ή διανέµει αυτά τα αντίτυπα είτε µε σκοπό την εµπορία τους είτε σε τέτοια έκταση ώστε να επηρεάζει επιζήµια το δικαιούχο της πνευµατικής ιδιοκτησίας, ή (δ) εκθέτει εµπορικά και δηµόσια οποιοδήποτε τέτοιο αντίτυπο, ή ....................................... διαπράττει αδίκηµα ...» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων είναι: 1. Η ύπαρξη αντιτύπων, τα οποία ενέχουν προσβολή του δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας, το οποίο υπάρχει σε κάποιο έργο και το οποίο δικαίωμα προστατεύεται από τον Νόμο (κοινό συστατικό στοιχείο για όλα), 2. Ο κατηγορούμενος εν γνώσει του (κοινό συστατικό στοιχείο για όλα), 3. (
  1. i)Αποκτά κατοχή τέτοιων αντιτύπων, είτε µε σκοπό την εµπορία τους, είτε σε τέτοια έκταση ώστε να επηρεάζει επιζήµια τον δικαιούχο της πνευµατικής ιδιοκτησίας (συστατικό στοιχείο κατηγορίας 1). (
  2. ii)Προσφέρει για πώληση τέτοια αντίτυπα (συστατικό στοιχείο κατηγορίας 2). (iii) Εκθέτει εµπορικά και δηµόσια τέτοια αντίτυπα (συστατικό στοιχείο κατηγορίας 3). Όσον αφορά το υπ' αρ. 1 κοινό συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι υπάρχει κάποιο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο προστατεύεται από τον Νόμο 59/76. Η απόδειξη όμως κάτι τέτοιου δεν μπορεί να είναι γενική και αόριστη. Περιλαμβάνει κατά την κρίση μου και απόδειξη του ποιος είναι ο δικαιούχος του εν λόγω δικαιώματος καθότι δεν λογείται η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς συγκεκριμένο δικαιούχο. Άλλωστε αυτό προκύπτει τόσο από το σύνολο της επίδικης νομοθεσίας, η οποία αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του δικαιούχου τέτοιων δικαιώματων όσο και από την πολύ πρόσφατη υπόθεση Πατσαλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 87/15, ημερ. 20.1.17, όπου από τα λεχθέντα της συνάγεται ότι το βάρος, εξακολουθεί να είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, να αποδείξει με θετική μαρτυρία τόσο την ύπαρξη του πνευματικού δικαιώματος όσο και το ποιος είναι ο συγκεκριμένος δικαιούχος αυτού. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του προαναφερόμενου συστατικού στοιχείου κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει αναφορά και στις ακόλουθες πρόνοιες του Νόμου: Σύμφωνα με το άρθρο 2, «δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας» σηµαίνει το προβλεπόμενο ως τέτοιο από τον συγκεκριμένο Νόμο. Το άρθρο 7 του ίδιου Νόμου προσδιορίζει σε τι συνίσταται το δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα ότι συνιστάται στο αποκλειστικό δικαίωµα ελέγχου της διενέργειας στη Δηµοκρατία διαφόρων ρητά καθορισμένων ενεργειών όπως της αναπαραγωγής, διαφηµίσεως, πωλήσεως, εκµισθώσεως, διανοµής, δανεισµού, εκθέσεως στο κοινό του πρωτοτύπου και αντιγράφων κ.α., ολόκληρου του έργου ή ουσιώδους τµήµατος αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 4, ο Νόμος αναγνωρίζει δικαιώματα επί παντός προστατεύσιµου αντικειμένου, ο δικαιούχος του οποίου, ή προκειµένου περί περισσότερων δικαιούχων, οιοσδήποτε των δικαιούχων, είναι, κατά το χρόνο της γενέσεως του δικαιώματος προσοντούχο πρόσωπο ήτοι (
  3. i)άτοµο, το οποίο είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή έχει τη συνήθη διαµονή του στη Δηµοκρατία, (
  4. ii)νοµικό πρόσωπο, το οποίο συστάθηκε δυνάµει των νόµων της Δηµοκρατίας, ή (iii) υπήκοος Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ίδιο ισχύει και για νοµικά πρόσωπα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονται πραγµατικά και αδιάλειπτα µε την οικονοµία του Κράτους Μέλους, επί τη βάσει των νόµων του οποίου απέκτησαν νοµική προσωπικότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 2, «δικαιούχος» σηµαίνει τον αρχικό δικαιούχο, τον εκδοχέα ή τον δικαιούχο αποκλειστικής άδειας, αναλόγως της περιπτώσεως, του σχετικού µέρους του δικαιώµατος. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, «άδεια» σηµαίνει την νοµίµως χορηγουµένη άδεια, η οποία επιτρέπει την διενέργεια πράξεως, η οποία ελέγχεται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, προστατεύσιµα από τον Νόμο είναι υπό δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας και ταινίες. Σύμφωνα με το άρθρο 11, το αναγνωριζόμενο από τον Νόμο δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας αρχικώς ανήκει στον δηµιουργό. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου, αρχικός δηµιουργός της ταινίας είναι ο παραγωγός της ταινίας ενώ ο κύριος σκηνοθέτης της θεωρείται ως συνδηµιουργός της. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(4)σχετικά µε οποιαδήποτε διαδικασία αναφορικά µε ποινικά αδικήµατα, κατά παράβαση του παρόντος Νόµου, στην έννοια του όρου «δηµιουργός» θα συµπεριλαµβάνεται και κάθε πρόσωπο που αναπαράγει µε τη συγκατάθεση του δηµιουργού, όπως και κάθε εξουσιοδοτηµένος αντιπρόσωπος του. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1), το δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας είναι µεταβιβάσιµο είτε δι' εκχωρήσεως, είτε διά διατάξεως τελευταίας βουλήσεως, ή εκ του νόµου, ως κινητή περιουσία. Σύμφωνα με το εδάφιο 5 του ίδιου άρθρου, ουδεµία εκχώρηση δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας και ουδεµία αποκλειστική άδεια προς διενέργεια πράξεως ελεγχοµένης υπό δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας μπορεί να είναι έγκυρη, εκτός εάν γίνεται ή χορηγείται εγγράφως. Πέραν δε της απόδειξης του συγκεκριμένου πνευματικού δικαιώματος και του δικαιούχου αυτού, πρέπει, προς στοιχειοθέτηση του πρώτου συστατικού στοιχείου, να αποδειχθεί και ότι τα αντίτυπτα ενέχουν προσβολή του δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, «αντίτυπο» σηµαίνει εκείνο το οποίο αναπαράγεται µε τη µορφή εγγράφου, ηχογράφησης, κινηµατογραφικής ταινίας, εγγραφής µε ηλεκτρονικό ή άλλο µέσο ή µε οποιαδήποτε άλλη υλική µορφή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13, το δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται από όποιο πρόσωπο: (α) προβαίνει, προκαλεί ή επιτρέπει σε άλλο πρόσωπο να προβεί, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, στην τέλεση πράξης, η οποία ελέγχεται από δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας, (β) το οποίο, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, εισάγει στη Δηµοκρατία ή εξάγει από τη Δηµοκρατία για χρήση, εξαιρουµένης της ατοµικής ή οικιακής, ή διανέµει σ' αυτήν εµπορικά ή πωλεί ή ενοικιάζει ή δανείζεται ή µεταδίδει στο κοινό ή εκπέµπει ή εκθέτει δηµόσια ή µε οποιοδήποτε τρόπο διαφηµίζει οποιοδήποτε αντικείµενο το οποίο συνιστά προσβολή δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με το εδάφιο 9 του ίδιου άρθρου, σε οποιαδήποτε ποινική ή αστική διαδικασία σύµφωνα µε τον παρόντα Νόµο, το όνοµα, η δήλωση ή το σήµα του δικαιούχου, το οποίο εµφανίζεται στο προστατεύσιµο αντικείµενο, προσδιορίζει τον δικαιούχο, είναι αποδεκτό ως µαρτυρία αναφορικά µε την ταυτότητά του και θεωρείται ορθό µέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Περαιτέρω σύμφωνα με το εδάφιο 14 του ίδιου άρθρου, «δικαιούχος πνευµατικής ιδιοκτησίας» σηµαίνει το δηµιουργό, τον αρχικό δικαιούχο, τον εκδοχέα ή τον αποκλειστικό αδειούχο, αναλόγως της περίπτωσης, του σχετικού µέρους του δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ.3111 Γιώργος Αγρότης, του Ο.Π.Ε. Λεμεσού, ο οποίος στις 11.11.13 και µεταξύ των ωρών 12:15-12:50, κατόπιν πληροφορίας ότι στο µέρος πωλούνται η ενοικιάζονται παράνοµα ψηφιακοί δίσκοι (DVD, CD), οι οποίοι πιθανόν να είναι παράνοµα αντίγραφα κινηµατογραφικών ταινιών, μετέβηκε με δύο συναδέλφους του στο υποστατικό µε την ονοµασία LONDON VIDEO, που βρίσκεται στην οδό Ναβαρίνου 39β. Στο εν λόγω υποστατικό πωλούνταν και ενοικιάζονταν DVD και CD και υπεύθυνος αυτού ήταν ο κατηγορούμενος. Από έρευνα που έγινε στο υποστατικό, κοντά στην ταμειακή μηχανή και συγκεκριμένα σε ράφι κάτω από πάγκο, εντοπιστήκαν 223 DVD, τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνονταν να είναι παράνοµα αντίγραφα κινηµατογραφικών έργων. Δεν απέκλεισε ο μάρτυρας τα DVD να ήταν στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο και τοποθετημένα σε δύο μικρά κουτιά που έκλειναν από πάνω. Επιπλέον, ως ανέφερε, κάποιος που πήγαινε στο υποστατικό ως πελάτης δεν μπορούσε να τα δει εκεί που εντοπίσθηκαν. Στην συνέχεια τα 223 DVD κατασχεθήκαν. Όταν ο μάρτυρας πληροφόρησε σχετικά τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόµο εκείνος απάντησε «Κάµετε την δουλειά σας». Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Παντελής Πέταλης, Πιστοποιηµένος Πραγµατογνώµονας της Εταιρίας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (Ε.Π.Ο.Ε.), όσον αφορά την αναγνώριση κλεψίτυπων αντιτύπων οπτικοακουστικών προιόντων. Η εν λόγω εταιρεία εδρεύει στην Ελλάδα και λειτουργεί υπό την αιγίδα του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού. Αυτή έχει το δικαίωμα να εκπαιδεύει το προσωπικό της στην αναγνώριση ψηφιακών δίσκων, καθώς επίσης και στην διαδικτυακή έρευνα. Στα πλαίσια αυτά ο μάρτυρας έτυχε σχετικής εκπαίδευσης. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, μετά από πρόσκληση του από την Αστυνομία, για διενέργεια πραγµατογνωµοσύνης, στις 15.1.14 προέβη σε έλεγχο και λεπτοµερή εξέταση των 223 επίδικων DVD και ετοίμασε σχετική έκθεση (τεκμήριο 5), όπου καταλήγει ως τελικό συμπέρασμα ότι, χωρίς αμφιβολία όλοι οι εξετασθέντες ψηφιακοί δίσκοι (DVD) είναι κλεψίτυπα αντίτυπα των γνησίων. Στην ίδια έκθεση στο τέλος, επισυνάπτει «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΘΕΝΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ» (στο εξής η «Κατάσταση»), όπου αναγράφει τον τίτλο της ταινίας του κάθε DVD, την εταιρεία στην οποία ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα της ταινίας, το έτος κυκλοφορίας της και την ποσότητα των DVD κάθε ταινίας. Όσον δε αφορά το σε ποια εταιρεία ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα κάθε ταινίας, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αυτό το γνωρίζει:
(1)από μια βάση δεδομένων στην οποία καταχωρούνται οι ταινίες και οι εταιρείες στις οποίες ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα αυτών,
(2)από διαφημιστικό υλικό, το οποίο μοιράζουν οι εταιρείες και μπορεί να το βρει ο καθένας και στο οποίο αναγράφουν τις ταινίες τις οποίες έχουν κυκλοφορήσει και τις οποίες προτίθενται να κυκλοφορήσουν στο μέλλον, σε DVD και
(3)από τα γνήσια DVD, τα οποία κυκλοφορούν στην αγορά. Στην «Κατάσταση» αναγράφονται 58 διαφορετικές ταινιές και ως εταιρείες δικαιούχοι αυτών η ODEON Α.Ε. (για 10 εξ αυτών), η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΧΟΥ & ΕΙΚΟΝΑΣ Α.Ε. (για 2 εξ αυτών), η FEELGOOD ENTERTAINMENT A.E. (για 6 εξ αυτών), η VILLAGE (για 5 εξ αυτών) ενώ ως προς τις υπόλοιπες αναφέρεται η λέξη «INDEPENDENT». Ο μάρτυρας εξήγησε ότι κάθε εταιρεία έχει αποκλειστικά συμβόλαια με κάποιες Αμερικάνικες εταιρείες, οπότε τα DVD που κυκλοφορούν με κάθε ταινία ανήκουν σε συγκεκριμένη εταιρεία και μόνο σε εκείνη. Διευκρίνισε όμως ότι ο ίδιος δεν εκπροσωπεί οποιανδήποτε εκ των προαναφερόμενων εταιρειών. Σε σχέση με την «INDEPENDENT» είπε ότι οι ταινίες στην «Κατάσταση» ανήκουν σε ανεξάρτητες εταιρείες ή εταιρείες τις οποίες ο ίδιος δεν γνωρίζει και ότι γενικά πρόκειται για εταιρείες, οι οποίες δεν είναι μέλη της Κυπριακής Εταιρείας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων, δηλ. δεν έχουν ζητήσει προστασία των πνευματικών τους δικαιωμάτων επί των ταινιών, από την εν λόγω εταιρεία. Δεν γνωρίζει εάν τα πνευματικά δικαιώματα των εταιρειών (που εντάσσονται στις «INDEPENDENT»), προστατεύονται με οποιονδήποτε τρόπο στην Κύπρο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όλες οι ταινίες των επίδικων DVD έχουν ως δημιουργό κάποιο Αμερικανικό Στούντιο και ότι ο σκηνοθέτης και ο παραγωγός τους είναι Αμερικανός. Εξήγησε ουσιαστικά ότι από την στιγμή που κάποιος σκηνοθέτης και κάποιος παραγωγός πουλά την άδεια του σε ένα Στούντιο, εκχωρεί σε αυτό τα δικαιώματα για την εκμετάλλευση της ταινίας και έτσι το Στούντιο έχει κάθε δικαίωμα να την εμπορευτεί και να πουλήσει τα πνευματικά δικαιώματα επί της ταινίας σε κάποιαν άλλη εταιρεία όπως για παράδειγμα την ΟDEON. Η πώληση δε του δικαιώματος από το Στούντιο γίνεται με συμβόλαιο. Όταν δε ρωτήθηκε εάν ο ίδιος έχει δει τέτοιο συμβόλαιο είπε ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας, δεν ανήκει στην ODEON, ούτε και είναι νομικός αυτής για να δει τέτοιο συμβόλαιο και να γνωρίζει τους όρους του και ότι αυτό θα πρέπει να ζητηθεί από την ίδια την ODEON. Σε υποβολή ότι οι εταιρείες που κατέγραψε στην έκθεση του δεν έχουν καθόλου τα πνευματικά δικαιώματα των συγκεκριμένων ταινιών, είπε ουσιαστικά ότι τα έχουν και παρέπεμψε ως προς τούτο στα όσα προανέφερε, λέγοντας μάλιστα ότι έχει ζητήσει να σταλούν κάποιες βεβαιώσεις από τις εταιρείες, τις οποίες θα παρουσιάσει ο κύριος Ανδρέου. Συμφώνησε δε ότι για να υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα, αυτά είναι κάπου εγγεγραμμένα. Δήλωσε όμως ότι δεν γνωρίζει που είναι εγγεγραμμένα τα δικαιώματα που αφορούν τις ταινίες των επίδικων DVD, λέγοντας ότι αυτό δεν είναι η δουλειά του και ουσιαστικά ότι αυτό θα πρέπει να το απαντήσει η κάθε μια εκ των προαναφερόμενων εταιρειών. Τέλος ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Μιλτιάδης Ανδρέου, ο οποίος είναι ο Γραμματέας της Κυπριακής Εταιρείας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Λτδ. Σύμφωνα με αυτόν, μεταξύ των σκοπών για τους οποίους συστάθηκε η εταιρεία του είναι:
(1)Η προστασία των συµφερόντων και προάσπιση των πάσης φύσεως δικαιωµάτων πνευµατικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωµάτων («related rights») επί των οπτικοακουστικών έργων, των οποίων τα µέλη της εταιρείας είναι νόµιµοι δικαιούχοι,
(2)Η εκπροσώπηση σε όλα τα σχετικά fora τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό σε θέµατα που άπτονται της προστασίας πνευµατικής ιδιοκτησίας κάθε µορφής οπτικοακουστικών µέσων, εγγράφων και έργων,
(3)Η προστασία και η προβολή του θέµατος της νόµιµης χρήσης και προστασίας των δικαιωµάτων πνευµατικής ιδιοκτησίας επί των οπτικοακουστικών έργων, εγγράφων και κάθε άλλου προστατευόµενου από την εταιρεία έργου ή ψηφιακών βάσεων δεδοµένων, όπως αυτή θα καθοριστεί από την εταιρεία, σε όλα τα έντυπα και ηλεκτρονικά µέσα καθώς και η διοργάνωση εξειδικευµένων σεµιναρίων και
(4)Να συµµετέχει υπό οποιανδήποτε ιδιότητα σε δικαστικές ή άλλες διαδικασίες πολιτικής και/ή ποινικής φύσεως που σχετίζονται µε θέµατα παραβίασης πάσης φύσεως πνευµατικών δικαιωµάτων και συγγενικών δικαιωµάτων («related rights») επί οπτικοακουστικών µέσων, εγγράφων και γενικά έργων που ανήκουν ή κατέχονται από µέλη ή οποιοδήποτε ή οποιαδήποτε από τα εκάστοτε µέλη της εταιρείας και να παρέχει στις αρµόδιες υπηρεσίες της Κυπριακής Δηµοκρατίας και/ή σώµατα και/ή ανεξάρτητες αρχές όλες τις απαιτούµενες πληροφορίες και/ή µέσα και/ή επιστηµονική ή άλλη υποστήριξη δια την καλύτερη δυνατή διεκπεραίωση δικαστικών και/ή άλλων διαδικασιών εναντίον προσώπων που παραβιάζουν τέτοια δικαιώµατα πνευµατικής ιδιοκτησίας. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 8 πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την σύσταση της εταιρείας του, τα Μέλη, τους Διευθυντές και Γραμματείς της και ως τεκμήριο 12 το Ιδρυτικό Έγγραφο και το Καταστατικό της. Με βάση την έκθεση του Μ.Κ.1 (τεκμήριο 5), ότι τα κατασχεθέντα DVD ήταν αντιγράφα που έγιναν χωρίς της άδεια των νοµίµων δικαιούχων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι παραβιάζονται τα πνευματικά δικαιώµατα των εταιριών FEELGOOD, ODEON Α.Ε., ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΧΟΥ & ΕΙΚΟΝΑΣ Α.Ε. και VILLAGE, οι οποίες είναι μέλη της εταιρίας του και τις οποίες αυτή εκπροσωπεί στην Κύπρο. Ξεκαθάρισε από την κυρίως εξέταση του, σε σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα των ταινιών που αναφέρονται στο τεκμήριο 5, ότι αυτά δεν ανήκουν στην εταιρεία του αλλά σε εταιρείες που είναι μέλη αυτής και οι οποίες, όταν η εταιρεία του τους κοινοποίησε το τεκμήριο 5 και τους ζήτησε βεβαιώσεις ότι για τις συγκεκριμένες ταινίες έχουν τα αποκλειστικά δικαιώματα, την εμπορική εκμετάλλευση στην Κυπριακή αγορά, τους έστειλαν τα τεκμήρια 9-11 για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Πρόκειται για «Βεβαιώσεις» από τις εταιρείες FEELGOOD ENTERTAINMENT Α.Ε., VILLAGE ROADSHOW ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ ΤΑΙΝΙΩΝ Α.Ε. και ODEON Α.Ε. Σε κάθε μια από τις «Βεβαιώσεις» αυτές ο υπογράφων, ως νόμιμος εκπρόσωπος έκαστης των εν λόγω εταιρειών, οι οποίες έχουν ως έδρα την Ελλάδα, βεβαιώνει ότι η εταιρεία «είναι αποκλειστική νόµιµη δικαιούχος των δικαιωµάτων πνευµατικής ιδιοκτησίας, συγγενικών και εκµετάλλευσης (ενδεικτικά αναφεροµένων της κινηµατογραφικής προβολής, της αναπαραγωγής και διανοµής σε πάσης φύσεως υλικό φορέα), για τις γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας και της Κύπρου» συγκεκριμένων κινηματογραφικών ταινιών (τους τίτλους των οποίων και παραθέτει). Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν υπάρχει βεβαίωση από την εταιρεία ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΧΟΥ & ΕΙΚΟΝΑΣ Α.Ε. είπε ότι η εταιρεία του ζητά πάντα 2 ή 3 βεβαιώσεις και ότι δεν ζητά από όλα τα μέλη γιατί είναι μία γραφειοκρατική διαδικασία για τις εταιρείες αυτές. Ανέφερε επίσης ότι δεν είναι μέλη της εταιρείας του οι «INDEPENDENT» που αναφέρονται στο τεκμήριο
  1. Ερωτώμενος στην κυρίως εξέταση του να πει για κάθεμια εκ των ταινιών, από πότε οι συγκεκριμένες εταιρείες έχουν τα δικαιώματα τους, είπε ουσιαστικά ότι ο ίδιος δεν μπορεί να απαντήσει, συμπληρώνοντας, «εφόσον απευθυνθούμε στις εταιρείες οι οποίες μας παραχωρούν τις συγκεκριμένες βεβαιώσεις, αυτές κοιτάζουν μέσα στον κατάλογο τους και στα συμβόλαια τους κατά πόσο αυτές οι ταινίες ανήκουν σε αυτές και στον συγκεκριμένο χρόνο τον οποίο τους ζητούμε, μας βεβαιώνουν ότι οι ταινίες αυτές ανήκουν στα μέλη αυτά». Υποστήριξε δε ότι οι εν λόγω εταιρείες είχαν τα δικαώματα των συγκεκριμένων ταινιών εφόσον όταν τις ενημερώνουν για τον κατάλογο με τις ταινίες, λαμβάνουν υπόψη τους τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Στην αντεξέταση του όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει οιανδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ της εταιρείας του και των προαναφερόμενων εταιριών απάντησε ουσιαστικά ότι δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία και ότι η εταιρία του εκπροσωπεί τις εν λόγω εταιρείες ενόψει του ότι αυτές είναι μέλη της. Είπε δε ότι πρόκειται για εταιρίες της Ελλάδας και ότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή θέση σε αυτές. Ανέφερε επίσης ότι τα δικαιώματα εκμετάλλευσης στην Κυπριακή αγορά που έχουν οι συγκεκριμένες εταιρείες αναφέρονται σε συμφωνίες, οι οποίες δεν είναι προσβάσιμες από οποιονδήποτε, για τον λόγο ότι εκεί αναφέρονται αρκετά στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν ή να γνωστοποιηθούν σε κανέναν εκτός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Και ενώ αρχικά ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά είδε αρκετές από τις συμφωνίες των συγκεκριμένων ταινιών, στη συνέχεια είπε «εννοείται ότι δεν τις έχουμε δει και είναι αδύνατο να τις δούμε, ακόμα και εμείς που είμαστε άμεσα συμβαλλόμενοι με αυτές τις εταιρείες». Σε υποβολή ότι ουσιαστικά η εταιρεία του δεν έχει οποιαδήποτε δικαιώματα στην Κυπριακή Δημοκρατία είπε ότι η εταιρεία του εκπροσωπεί τα μέλη της και καταθέτει στο Δικαστήριο γραπτώς τις «Βεβαιώσεις» για τις οποίες μέλη της έχουν τα δικαιώματα για εμπορική εκμετάλλευση. Το ίδιο απάντησε και σε υποβολή ότι κανένα τέτοιο δικαίωμα δεν ανήκει σε μέλος της εταιρείας του. Δεν ήταν δε σε θέση να πει ποιοι ήταν οι δημιουργοί των συγκεκριμένων ταινιών (που αναφέρονται στα επίδικα), ούτε σε ποια χώρα παράχθηκαν. Συμπεράσματα Από την προαναφερθείσα μαρτύρια, αντικειμενικά εξεταζόμενη, χωρίς δηλ. να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας, ως επιβάλλεται στον παρόν στάδιο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα επίδικα DVD εντοπίσθηκαν μετά από έρευνα μέλους της Αστυνομίας, σε ράφι κάτω από πάγκο του υποστατικού. Ο Μ.Κ.3 δεν απέκλεισε αυτά να ήταν στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο και τοποθετημένα σε δύο μικρά κουτιά που έκλειναν από πάνω. Επιπλέον ως ανέφερε, κάποιος που πήγαινε στο υποστατικό ως πελάτης, δεν μπορούσε να τα δει εκεί που τα βρήκε ο ίδιος. Με βάση λοιπόν το σημείο στο οποίο εντοπίσθηκαν, τον τρόπο που ήταν τοποθετημένα και το ότι δεν ήταν ορατά σε κανένα πρόσωπο που έμπαινε στο υποστατικό, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ένα εκ των συστατικών στοιχείων της 3ης κατηγορίας και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος έκθεσε αυτά εμπορικά και δημόσια. Για τον ίδιο λόγο κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε ότι ο κατηγορούμενος πρόσφερε αυτά για πώληση, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της 2ης κατηγορίας. Αυτό γιατί τέτοια προσφορά θα πρέπει κατά την κρίση μου είτε να συνάγεται από τις περιστάσεις (όπως για παράδειγμα τα DVD να ήταν τοποθετημένα σε ράφια ή σε άλλο χώρο ή με τέτοιο τρόπο ώστε ο κάθε εν δυνάμει πελάτης να τα έβλεπε και να αντιλαμβανόταν ότι προσφέρονται προς πώληση μαζί με τα υπόλοιπα DVD που υπήρχαν στο υποστατικό) είτε να προκύπτει άμεσα (όπως για παράδειγμα εάν ο κατηγορούμενος λεκτικά ή με άλλο τρόπο τα πρόσφερε σε κάποιο πρόσωπο για πώληση). Κανένα όμως μέρος της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι υπήρξε προσφορά για πώληση των επίδικων DVD. Όσον δε αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων, το οποίο είναι κοινό, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από την μαρτυρία προκύπτει ότι τα εν λόγω DVD ήταν ψηφιακοί δίσκοι στους οποίους ήταν αποτυπωμένες συγκεκριμένες ταινίες. Ως έχει δε προαναφερθεί ο Νόμος 59/76 προστατεύει, όσον αφορά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίες και ταινίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτόματα ότι περιβάλλει με την προστασία του και τις συγκεκριμένες ταινίες εφόσον πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτές είναι αντικείμενα - φορείς κάποιου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο ανήκει σε συγκεκριμένο δικαιούχο, η έννοια του οποίου προσδιορίζεται ρητά στον Νόμο. Αυτό αποτέλεσε και τον κύριο στοιχείο αμφισβήτησης από πλευράς της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Στα πλαίσια εξέτασης του θέματος αυτού θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι όσον αφορά τα DVD εκείνα, τα οποία σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, αφορούν ταινίες ανεξάρτηρων εταιρειών (βλ. «INDEPENDENT» στην «Κατάσταση» του τεκμηρίου 5), προκύπτει σαφώς και αδιαμφισβήτητα, τόσο από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 όσο και του Μ.Κ.2, ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι φορείς κάποιου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ούτε ότι αυτό ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένο δικαιούχο. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί εάν τα πιο πάνω ισχύουν ή όχι αναφορικά με τις υπόλοιπες ταινίες. Σε σχέση με αυτές είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι έχει αποδειχθεί ότι υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα προστατεύσιμα από τον Νόμο, τα οποία έχουν ως δικαιούχους τις Ελληνικές εταιρείες ODEON Α.Ε., ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΧΟΥ & ΕΙΚΟΝΑΣ Α.Ε., FEELGOOD και VILLAGE. Αντίθετη είναι, ως έχει προαναφερθεί, η θέση της υπεράσπισης. Ως προς το θέμα αυτό η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  2. Όσον όμως αφορά τον Μ.Κ.1 είναι προφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι δεν είχε προσωπική γνώση αναφορικά με το σε ποιο ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα κάθε ταινίας. Τα όσα κατέγραψε στην «Κατάσταση» του τεκμηρίου 5, σε σχέση με τις πιο πάνω εταιρείες και τα δικαιώματα τους, προέρχονται, ως είπε, από βάση δεδομένων, στην οποία καταχωρούνται οι ταινίες και οι εταιρείες στις οποίες ανήκουν τα δικαιώματα, χωρίς όμως να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες έστω για το ποιος είναι αυτός που τηρεί την συγκεκριμένη βάση δεδομένων και από πού αντλεί τα δεδομένα που τίθενται εκεί. Επίσης γενική και αόριστη ήταν η σχετική αναφορά του σε διαφημιστικό υλικό, το οποίο μοιράζουν οι εταιρείες και στα γνήσια DVD τα οποία κυκλοφορούν στην αγορά. Προκύπτει λοιπόν ότι η μαρτυρία του επί αυτού είναι εξ ακοής και μάλιστα αγνώστου βαθμού. Τούτου λοιπόν δεδομένου αλλά και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, περιλαμβανομένου του ότι η υπεράσπιση αμφισβήτησε την θέση αυτή αλλά και το ουσιώδες του θέματος εφόσον αφορά βασικό συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων, κρίνω ότι με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δεν μπορεί να δοθεί στην προαναφερόμενη εξ ακοής μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα και αυτό ανεξάρτητα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η δίκη εφόσον τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορούν να μεταβληθούν με οποιοδήποτε τρόπο στο τέλος αυτής. Όσον δε αφορά τον Μ.Κ.2, ως έχει προαναφερθεί, ήταν ξεκάθαρο από τα όσα ο ίδιος ανέφερε, ότι τα πνευματικά δικαιώματα των εν λόγω ταινιών δεν ανήκουν στην εταιρεία του δηλ. στην Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Λτδ αλλά σε μέλη αυτής και συγκεκριμένα στις Ελληνικές εταιρείες ODEON Α.Ε., ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΗΧΟΥ & ΕΙΚΟΝΑΣ Α.Ε., FEELGOOD και VILLAGE. Ο ίδιος παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο εκπροσωπώντας τις προαναφερόμενες εταιρείες γιατί είναι μέλη της εταιρείας του. Το γεγονός αυτό αλλά και το ότι το Καταστατικό της εταιρείας του, μεταξύ των σκοπών αυτής, προβλέπει και την συμμετοχή της υπό οποιανδήποτε ιδιότητα και σε δικαστικές διαδικασίες ποινικής φύσεως που σχετίζονται µε θέµατα παραβίασης πάσης φύσεως πνευµατικών δικαιωµάτων που ανήκουν ή κατέχονται από µέλη της, δεν καθιστά την τελευταία δικαιούχο των εν λόγω δικαιωμάτων. Κάτι τέτοιο θα ερχόταν άλλωστε σε αντίθεση με τις «Βεβαιώσεις» που ο ίδιος ο Μ.Κ.2 προσκόμισε (τεκμήρια 9-11) εφόσον εκεί αναφέρεται ρητά ότι ο αποκλειστικός και νόμιμος δικαιούχος των δικαιωμάτων αυτών για την Ελλάδα και για την Κύπρο είναι οι 3 εκ των προαναφερόμενων Ελληνικών εταιρείων. Όσον δε αφορά την γνώση του Μ.Κ.2 για το ότι οι εν λόγω εταιρείες είναι οι δικαιούχοι των υπό εξέταση πνευματικών δικαιωμάτων, αυτή στηρίχθηκε βασικά στις συγκεκριμένες «Βεβαιώσεις», τις οποίες ως ανέφερε εξασφάλισε η εταιρεία του για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, μετά που κοινοποίησε στα προαναφερόμενα μέλη της το τεκμήριο 5, ώστε αυτά να βεβαιώσουν ότι για τις συγκεκριμένες ταινίες έχουν τα αποκλειστικά δικαιώματα, την εμπορική εκμετάλλευση στην Κυπριακή αγορά. Οι «Βεβαιώσεις» αυτές αποτελούν ασφαλώς εξ ακοής μαρτυρία. Αυτό φυσικά, μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, από μόνο του δεν αποτελεί λόγο για αποκλεισμό τέτοιας μαρτυρίας. Στα πλαίσια εξέτασης όμως της εν λόγω μαρτυρίας, θα πρέπει να ληφθούν υπόψην τα ακόλουθα: Ως προέκυψε από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 και συνάδει και με τα όσα είπε σχετικά ο Μ.Κ.2, οι ταινίες των επίδικων DVD έχουν ως δημιουργό κάποιο Αμερικανικό Στούντιο, στο οποίο εκχώρησε τα δικαιώματα του για εκμετάλλευση της ταινίας, ο σκηνοθέτης και παραγωγός τους, ο οποίος επίσης είναι Αμερικανός. Στη συνέχεια το Αμερικανικό αυτό Στούντιο μπορεί να πωλήσει, δυνάμει συμβολαίου, τα πνευματικά δικαιώματα επί της ταινίας σε κάποιαν άλλη εταιρεία. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ο αρχικός δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων των εν λόγω ταινιών δεν είναι οι προαναφερόμενες Ελληνικές εταιρείες αλλά κάποιος Αμερικανικός «οργανισμός» (άγνωστης μορφής), δηλ. κάποιο πρόσωπο που δεν είναι πολίτης ή νομικό πρόσωπο ούτε της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτε και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν πάση δε περιπτώσει, ως προκύπτει από το άρθρο 12 του Νόμου, το δικαίωµα πνευµατικής ιδιοκτησίας είναι µεταβιβάσιµο και δι' εκχωρήσεως, η οποία για να είναι όμως έγκυρη πρέπει να γίνεται εγγράφως. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι τα δικαιώματα εκμετάλλευσης στην Κυπριακή αγορά που έχουν οι συγκεκριμένες εταιρείες αναφέρονται σε συμφωνίες. Και ενώ αρχικά ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά είδε αρκετές από τις συμφωνίες των συγκεκριμένων ταινιών, στη συνέχεια είπε «εννοείται ότι δεν τις έχουμε δει και είναι αδύνατο να τις δούμε, ακόμα και εμείς που είμαστε άμεσα συμβαλλόμενοι με αυτές τις εταιρείες» κάτι που δείχνει ότι αυτός δεν έχει οποιαδήποτε προσωπική γνώση για το εάν πράγματι υπάρχουν συμφωνίες για τις συγκεκριμένες ταινίες, πόσο μάλλον για το περιεχόμενο τους και τους όρους τους. Το γεγονός δε ότι αυτές οι γραπτές συμφωνίες, σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, δεν είναι προσβάσιμες σε οποιονδήποτε (εκτός από τα συμβαλλόμενα μέρη), δεν μεταβάλλει το ότι η ύπαρξη αυτών πρέπει να αποδειχθεί θετικά (ιδιαίτερα σε ποινικές υποθέσεις όπως η παρούσα) εφόσον εάν δεν υπάρχουν δεν μπορεί, σύμφωνα με την επίδικη νομοθεσία, να θεωρείται έγκυρη η μεταβίβαση στις Ελληνικές εταιρείες, οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και κατ' επέκταση ότι αυτές είναι δικαιούχοι τέτοιων δικαιωμάτων. Η δε αναφορά του Μ.Κ.2 ότι η Κ.Ε.Π.Ο.Ε. Λτδ συμβάλλεται και συνδιαλλάσσεται ακόμα και με την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι για μια συγκεκριμένη ταινία, η οποία είναι στην «Βεβαίωση» της FEELGOOD, δημοσιοποιείται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και υπογράφεται ανακοίνωση από τον Υπουργό Εσωτερικών, η οποία αναγνωρίζει την Κ.Ε.Π.Ο.Ε. και τις συγκεκριμένες εταιρείες ‑ μέλη της, ως τους νόμιμους δικαιούχους των ταινιών αυτών, δεν μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον ενώ ανέφερε ότι είχε φέρει μαζί του και σχετικό έγγραφο, αυτό δεν κατατέθηκε στην κυρίως εξέταση του και σχετικό αίτημα του για κατάθεση στην επανεξέταση, για τους λόγους που αναφέρονται στα πρακτικά, δεν έγινε δεκτό. Εν πάση δε περιπτώσει η αναφορά του σε αναγνώριση από τον Υπουργό ότι και η εταιρεία του είναι νόμιμος δικαιούχος των ταινιών αυτών έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 9-11, τα οποία, ως λέχθηκε ανωτέρω, αναφέρουν ότι οι Ελληνικές εταιρίες είναι οι αποκλειστικοί νόμιμοι δικαιούχοι. Τα ίδια ισχύουν και για την αναφορά του Μ.Κ.2 ότι η εταιρεία του μαζί με τα μέλη της, συνδιαλλάσσεται με αρκετές εταιρείες όπως για παράδειγμα τη CYTA, στις οποίες παραχωρεί τα δικαιώματα ταινιών για προβολή από την τηλεόραση ή ακόμα και με κάποιες άλλες εταιρείες για δημόσια προβολή, με τους κινηματογράφους, η οποία αναφορά ήταν και γενική και αόριστη. Το περιεχόμενο των «Βεβαιώσεων» τεκμήρια 9-11 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση στα πλαίσια της γραμμής της ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη των επίδικων πνευματικών δικαιωμάτων και ότι δικαιούχοι αυτών είναι οι συγκεκριμένες εταιρείες. Παρά ταύτα τα πρόσωπα που έκαναν τις εν λόγω δηλώσεις δεν κλήθηκαν να καταθέσουν ώστε το Δικαστήριο να έχει την δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι αυτών μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Δεν δόθηκε δε οποιαδήποτε δικαιολογία για την μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω αλλά και το ότι, ως έχει προαναφερθεί, αυτές οι δηλώσεις αλλά και η σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.2, αφορούν βασικό συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων, κρίνω ότι με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, δεν μπορεί να δοθεί στην εν λόγω μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα, ούτε στο παρόν στάδιο εφόσον αυτά δεν μπορούν να μεταβληθούν με οποιοδήποτε τρόπο στο τέλος της δίκης. Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν κατά την κρίση μου εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο Ποινικό μας Δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί, για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ούτε το πρώτο και κοινό συστατικό στοιχείο όλων των επίδικων αδικημάτων και συναφώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις 3 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.