← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΔΟΥ ν. P & I DELICATESSEN LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8998/16, 24/1/2017

ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΔΟΥ ν. P & I DELICATESSEN LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8998/16, 24/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8998/16 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΔΟΥ Παραπονούμενη v.

  1. P & I DELICATESSEN LTD, Αρ. Εγγραφής ΗΕ 187097
  2. ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΓΚΑΤΖΙΑΝΙΔΗΣ, Αρ. Ελλην. Ταυτ. 05-303303 Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Π. Κονταξής. Για τον Κατηγορούμενο : κα Γρηγορίου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την 1η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη δυνάμει του άρθρου 305Α

(1)και
(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η τελευταία κατηγορείται ότι στις 12.3.16 εξέδωσε προς την παραπονούμενη έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου υπ' αριθμό 20087591 ημερ. 12.3.16 για το ποσό των €900.-, η οποία αφού εμφανίστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκε καθ' ότι η 1η κατηγορούμενη ανακάλεσε την πληρωμή της, χωρίς εύλογη αιτία και η οποία παραμένει ανεξόφλητη μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την 2η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)και
(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αυτός κατηγορείται ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης για την συμμετοχή του στην διάπραξη από μέρους της 1ης κατηγορούμενης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Σημειώνεται εξ αρχής και με αφορμή την θέση της υπεράσπισης η οποία προβάλλεται διά της τελικής αγόρευσης της συνηγόρου των κατηγορουμένων, ότι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 και οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχθούν εφόσον τέτοια κατηγορία δεν συνάδει ούτε με τις λεπτομέρειες αδικήματος ούτε με την προσαχθείσα μαρτυρία. Διαπιστώνω ότι μέσω της μαρτυρίας, η παραπονούμενη κατέστησε σαφές πώς εγκαλεί τους κατηγορούμενους για το αδίκημα της ανάκλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305A
(2)το οποίο περιλαμβάνεται εις την έκθεση αδικήματος. Επίσης, οι κατηγορούμενοι προώθησαν και στήριξαν την όλη υπεράσπιση τους σε αυτήν η οποία παρέχεται από το εν λόγω άρθρο. Εν προκειμένω και δεδομένων των πιο πάνω, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της υπόθεσης σύμφωνα με τις αρχές οι οποίες διέπουν το άρθρο 305Α
(2), επί τη βάση του οποίου στηρίχθηκε η υπόθεση της παραπονούμενης αλλά και η υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξέταση ποινικής ευθύνης δυνάμει του άρθρου 305Α
(2), καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το ίδιο το άρθρο, χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση της ανάκλησης επιταγής λόγω εύλογης αιτίας, η οποία παρέχεται από το πιο πάνω άρθρο. (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/4/2014 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/4/2016 ). Στην υπόθεση TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, (βλ. ανωτέρω), λεχθήκαν τα ακόλουθα: «..Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. Συνεπώς ο πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.» Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 είναι: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ανάκληση, από τον εκδότη της, της εξόφλησής της πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και Philippa Estates Ltd ανωτέρω). Το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ΄ όσον αυτός επικαλεστεί και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του. Ο εκδότης της επιταγής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά επίστευε ότι εδικαιούτο να ανακαλέσει την εξόφληση της επιταγής και ότι η πεποίθηση του αυτή υπήρξε εύλογη υπό τις περιστάσεις (N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει πώς ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης. Στην υπό κρίση υπόθεση ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Κατά το στάδιο της Ακρόασης δηλώθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο:
  1. Η επιταγή με αριθμό 20087591 εκδόθηκε από την κατηγορούμενη 1 και ανακλήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 ως διευθυντή της κατηγορούμενης
  2. Η υπογραφή πάνω στην επιταγή είναι του κατηγορούμενου
  3. Από πλευράς παραπονουμένης, μαρτυρία έδωσε η ίδια (ΜΚ1) και ο Χριστόφορος Πιτσιλλίδης, τραπεζικός υπάλληλος (ΜΚ2). Κατά την μαρτυρία τους κατατέθηκε σειρά Τεκμηρίων. Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1) κατέθεσε ενόρκως και παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες η Νανά Γεωργίεβα Σιαποβα (ΜΥ2) και ο Γεώργιος Γεωργίου (ΜΥ3), οι οποίοι με την σειρά τους κατέθεσαν σειρά Τεκμηρίων. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας πάντοτε κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας προς τούτο. Εις ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, αποτελεί κοινό έδαφος το γεγονός ότι σύμφωνα με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 1.11.15 (Τεκμήριο 1) το οποίο υπογράφηκε από τον 2ο κατηγορούμενο, η 1η κατηγορούμενη ενοικίασε από την παραπονούμενη μια οικεία για να διαμένουν σε αυτήν υπαλλήλοι της. Το ποσό των €900, για το οποίο εξεδόθηκε η επίδικη επιταγή αποτελεί μέρος των συμφωνημένων ενοικίων η οποία δόθηκε στην παραπονούμενη από τον 2ο κατηγορούμενο, όταν ενημερώθηκε ότι οι υπαλλήλοι της κατηγορούμενης 1 θα φύγουν από το διαμέρισμα. Αποτελεί επίσης, κοινό έδαφος το γεγονός πώς ο λογαριασμός ρεύματος για την ενοικιαζόμενη οικεία ήταν εις το όνομα της κατηγορούμενης
  4. Δεν αμφισβητείται από πλευράς υπεράσπισης η κατάθεση της επιταγής από την παραπονούμενη και η επιστροφή της με την ένδειξη ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε. Ενόψει των παραδεκτών και αδιαμφησβήτητων γεγονότων, εναπομείναν επίδικο ζήτημα παρέμεινε το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία να ανακαλέσουν την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Ως προς τα ουσιώδη γεγονότα και εναπομείναν επίδικο θέμα, η διαφορά των δύο πλευρών διαπιστώνω να είναι η εξής: Σύμφωνα με τους κατηγορούμενους, στην πορεία της ενοικίασης, παρουσιάστηκαν κάποια προβλήματα με την ηλεκτροδότηση του υποστατικού. Ενημερώθηκε η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ) από τη σύζυγο του κατηγορούμενου 1 προς τούτο, ο οποίος απουσίαζε στο εξωτερικό, και της λέχθηκε από την ΑΗΚ ότι πιθανό να χρειαζόταν αύξηση φορτίου ηλεκτροδότησης, το οποίο ζητήθηκε από την κατηγορούμενη 1 με επιστολή ημερ. 8.1.16 (Τεκμήριο 5). Αμέσως η ΑΗΚ επικοινώνησε τηλεφωνικώς και ενημέρωσε τους κατηγορούμενους ότι το πρόβλημα που παρουσιάζεται οφείλεται στο ότι κάποιο άλλο υποστατικό έπαιρνε ρεύμα από τον μετρητή της ενοικιαζόμενης οικείας. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 1 έστειλε επιστολή ημερ. 8.1.16 (Τεκμήριο 6) ζητώντας διαχωρισμό του μετρητή. Εις το κτίριο το οποίο βρίσκεται η ενοικιαζόμενη οικεία βρίσκεται η οικεία στην οποία διαμένει η παραπονούμενη, άλλο υποστατικό το οποίο ενοικιάζεται ως περίπτερο και άλλο υποστατικό το οποίο ενοικιάζεται σε άλλο πρόσωπο. Κατά τους κατηγορούμενους, η παραπονούμενη παραδέχθηκε στους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1 ότι άλλο υποστατικό έπαιρνε ρεύμα από την ενοικιαζόμενη οικεία και θα τους έδιδε κάποιο ποσό όταν θα ερχόταν ο επόμενος λογαριασμός ρεύματος. Όταν ο κατηγορούμενος 2 επέστρεψε από το εξωτερικό οι υπαλλήλοι τον ενημέρωσαν ότι θέλουν να φύγουν από το υποστατικό λόγω της υποκλοπής ρεύματος, εφόσον και οι ίδιοι τους συνεισέφεραν στην πληρωμή ρεύματος. Τότε ο κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε την παραπονούμενη ότι θα εγκαταλείψουν το υποστατικό και η ίδια της αποδέχτηκε και δόθηκε η επίδικη επιταγή μεταχρονολογημένη λόγω της υποκλοπής ρεύματος και εφόσον θα εξοφλείτο ο τελευταίος λογαριασμός ρεύματος. Οι υπαλλήλοι έφυγαν από το υποστατικό γύρω στις 20.2.16 και στις 23.2.16 ήρθε ο επόμενος λογαριασμός ρεύματος για το ποσό των €1383,93σ (Τεκμήριο 7). Κατά τη μεταβίβαση του ρεύματος από την κατηγορούμενη 1 προς την παραπονούμενη ο τελικός λογαριασμός ρεύματος ανήλθε στο ποσό των €1359,51σ (Τεκμήριο 8) ο οποίος περιλαμβάνει το ποσό των €175,58σ για κατανάλωση από 23.2.16 - 1.3.16, περίοδο κατά την οποία σύμφωνα με τους κατηγορούμενους ήδη είχαν εγκαταλείψει το υποστατικό οι υπαλλήλοι της κατηγορούμενης
  5. Λόγω του ότι οι κατηγορούμενοι πλήρωσαν το ποσό των €1359,51σ και η παραπονούμενη αρνήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ως είχε υποσχεθεί, ο κατηγορούμενος 2 ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Από την άλλη, αποτελεί θέση της παραπονούμενης ότι αν και της είχε λεχθεί από τον 2ο κατηγορούμενο ότι θα διέμεναν στην οικεία 2-3 άτομα, στη συνέχεια έμεναν 6, μετά 7 και μετά 10 άτομα και κατά τους χειμερινούς μήνες γινόταν υπερκατανάλωση ρεύματος λόγω της θέρμανσης, και γι' αυτούς τους λόγους ο λογαριασμός της ΑΗΚ έφερε το συγκεκριμένο ποσό. Αποτελεί επίσης θέση της παραπονούμενης ότι κανένα άλλο υποστατικό δεν λάμβανε ρεύμα από το ενοικιαζόμενο υποστατικό και κάθε υποστατικό του κτιρίου της είχε ξεχωριστό μετρητή. Έχοντας σκιαγραφήσει τις ουσιαστικές πτυχές της διαφοράς των δυο πλευρών και έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας εν σχέση με τα ουσιώδη επίδικα θέματα τα οποία καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση αλλά και τα αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά γεγονότα, διαπιστώνω ότι μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της παραπονούμενης αλλά και οι θέσεις οι οποίες προβληθήκαν μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης, περιστράφηκαν γύρω από επουσιώδη ζητήματα για την υπόθεση, για παράδειγμα πότε και από ποιον τερματίστηκε η ενοικίαση, πόσα άτομα έμεναν στην ενοικιαζόμενη οικεία και για ποιο λόγο έφυγαν οι υπαλλήλοι της κατηγορούμενης 1 από την εν λόγω οικεία. Τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στο Δικαστήριο είναι κατεγραμμένα στα πρακτικά χωρίς να χρειάζεται η επανάληψη τους. Αξιολογώντας την μαρτυρία της παραπονούμενης διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι δεν ήταν σαφής στις απαντήσεις της αναφορικά με ποια ενοίκια ήταν πληρωμένα και πότε δόθηκε η επίδικη επιταγή στην ίδια, τα ζητήματα βεβαίως αυτό δεν αποτελούν την ουσία της υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη την ουσία της διαφοράς των μερών. Δεν ήταν επίσης σαφής και πειστική εις ότι αφορά τη θέση της ότι έμεναν πολλά άτομα μέχρι και 10 στο ενοικιαζόμενο υποστατικό, εφόσον κατά την ίδια μπήκε στο υποστατικό 2 φορές μόνο και στήριξε τη θέση της αυτή στο ότι είδε κουβέρτες στο πάτωμα και καναπέ καθώς και άτομα τα οποία άπλωναν ρούχα. Δεν μπορούσε όμως να πει με ακρίβεια πόσα άτομα συγκεκριμένα έβλεπε να μένουν στο υποστατικό και σε ποιο χρόνο. Επαναλαμβάνω όμως ότι τα πιο πάνω δεν αφορούν ουσιώδη επίδικα θέματα, σύμφωνα και με τη νομολογία εις την οποία αναφέρθηκα αρχικά. Σημειώνεται μόνο ότι το Δικαστήριο κατόπιν της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν μπορεί να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα στηριζόμενη σε αυτήν, πέραν των όσων προκύπτουν από τα αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά γεγονότα. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η παραπονούμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο εν σχέση με ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Η ίδια της επέμενε ότι για κάθε υποστατικό υπήρχε ξεχωριστός μετρητής, αρνούμενη ότι άλλο υποστατικό έπαιρνε ρεύμα από την ενοικιαζόμενη οικεία. Από την άλλη όμως, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ3, επιθεωρητή της Α.Η.Κ., στην μαρτυρία του οποίου θα αναφερθώ πιο κάτω, υπήρχε ένας κοινός μετρητής για την ενοικιαζόμενη οικεία και για άλλο υποστατικό στο κτίριο της παραπονούμενης (Τεκμήριο 14) και ο λογαριασμός της ΑΗΚ (Τεκμήριο 7 και 8), ο οποίος ήταν εις το όνομα της κατηγορούμενης 1 και πληρωνόταν από αυτήν, αφορούσε και τα δυο αυτά υποστατικά. Πέραν τούτου, η αναλήθεια της παραπονούμενης ξεπροβάλλει και πάλι από την μαρτυρία του ΜΥ3 ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 15 την αίτηση η οποία υποβλήθηκε από την παραπονούμενη για να τοποθετηθεί ξεχωριστός μετρητής στο άλλο υποστατικό στις 7.1.16, ο οποίος εγκαταστάθηκε στις 15.3.16 και συνδέθηκε στις 29.3.
  6. Επ' αυτού του ουσιώδες ζητήματος η παραπονούμενη δεν φαίνεται να είπε την αλήθεια και ως εκ τούτου η μαρτυρία της δεν κρίνεται αξιόπιστη, και πέραν των όσων δεν έχουν αμφισβητηθεί, για παράδειγμα η έκδοση, κατάθεση και ανάκληση της επιταγής και έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της. Από πλευράς παραπονούμενης παρουσιάστηκε ο Χριστόφορος Πιτσιλλίδης (ΜΚ2), ο οποίος εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου στο κατάστημα Παραλιμνίου. Ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 15.3.16 η οποία όμως ανακλήθηκε με γραπτές οδηγίες του πελάτη, δηλ. της κατηγορούμενης 1, προς την τράπεζα στις 29.2.
  7. Σύμφωνα με το έντυπο το οποίο είχε στην κατοχή του, το οποίο δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο, ο λόγος ανάκλησης ο οποίος δηλώθηκε ήταν οικονομικές διαφορές. Η μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Πέραν τούτου να σημειωθεί ότι παρ' όλο όπου δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο το έντυπο ανάκλησης εις το οποίο αναφέρθηκε ο ΜΚ2, η ύπαρξη του και το περιεχόμενο του όπως μεταφέρθηκε από τον μάρτυρα στο Δικαστήριο, δεν αμφισβητήθηκε. Στρεφόμενη τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1 - κατηγορούμενου 2, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως μετά την κλήση του σε απολόγια και ως μάρτυρας υπεράσπισης της κατηγορούμενης 1, τα όσα ισχυρίστηκε καταγράφονται με λεπτομέρεια στην γραπτή δήλωση του Τεκμήριο Α. Η ουσία της μαρτυρίας του αποτέλεσε τα όσα ήδη καταγράφηκαν πιο πάνω. Ο ΜΥ1 ήταν σταθερός στις θέσεις του κατά την αντεξέταση του. Ήταν έντονος και πεπεισμένος ότι η παραπονούμενη έπρεπε να πληρώσει μέρος του λογαριασμού ρεύματος (Τεκμήριο 8) το οποίο πλήρωσε η κατηγορούμενη 1 για την ενοικιαζόμενη οικεία εφόσον κατά τον ίδιο η ίδια παραδέχτηκε ότι άλλο υποστατικό έπαιρνε ρεύμα από την ενοικιαζόμενη οικεία. Με απλότητα και έντονο ύφος ήταν επίμονος στη θέση του ότι ναι μεν η επιταγή εκδόθηκε με την υπογραφή του όπως και η ανάκληση έγινε από τον ίδιο, αυτή όμως ήταν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις εφόσον η κατηγορούμενη 1, αναγκάστηκε να πληρώσει μεγάλο ποσό στην ΑΗΚ ενώ η παραπονούμενη ανέλαβε, κατά τον ΜΥ1, να πληρώσει κάποιο ποσό, χωρίς να το πράξει. Ήταν έντονος και επίμονος ότι συζήτησε με την παραπονούμενη, προσπάθησε να επιλύσει το ζήτημα εξού και εξέδωσε την μεταχρονολογημένη επιταγή με την υπόσχεση της παραπονούμενης ότι θα πλήρωνε κάποιο ποσό για το ρεύμα. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ετίθετο θέμα διαχωρισμού του μετρητή της ηλεκτρικής της ενοικιαζόμενης οικείας και κανένα άλλο υποστατικό δεν λάμβανε ρεύμα από τον μετρητή της ενοικιαζόμενης οικείας και ο λόγος της υπερκατανάλωσης ήταν το γεγονός ότι έμεναν πολλά άτομα σε αυτήν και η υπερβολική λειτουργεία της θέρμανσης στο ενοικιαζόμενο υποστατικό. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε έντονα την εν λόγω υποβολή επιμένοντας ότι και άλλο υποστατικό έπαιρνε ρεύμα από τον ίδιο μετρητή και εις ότι αφορά την θέρμανση υπήρχε ξεχωριστός λογαριασμός. Η θέση αυτή του ΜΥ1 ενισχύεται και επιβεβαιώνεται όπως θα διαφανεί πιο κάτω από τον λειτουργό της ΑΗΚ (ΜΥ3) ο οποίος επιβεβαίωσε ότι και άλλο υποστατικό λάμβανε ρεύμα από τον μετρητή της ενοικιαζόμενης οικείας αλλά και για την θέρμανση υπήρχε ξεχωριστός λογαριασμός. Εις ότι αφορά την υποβολή της θέσης ότι ο λογαριασμός ήταν ψηλός λόγω του ότι έμεναν στην οικεία πολλά άτομα, ο ΜΥ1 αρνήθηκε κάτι τέτοιο και η θέση του επί του προκειμένου κρίνεται πειστική εφόσον επαναλάμβανε ότι στην οικεία έμεναν 4 άτομα και μόνο κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων για κάποιες μέρες έμενε η κόρη μιας υπαλλήλου η οποία ήρθε από το εξωτερικό και για τον καιρό που έλειπε ο ίδιος του περίπου ένα μήνα, έμενε σε αυτήν η αδελφή του. Κρίνεται επίσης πειστικός αναφορικά με τη θέση του ότι όταν έδωσε την επιταγή στην παραπονούμενη δεν γνώριζε ακριβώς ποιο ποσό θα πλήρωνε στην ΑΗΚ. Αργότερα, πληροφορήθηκε το συγκεκριμένο ποσό και μετά που οι υπαλλήλοι έφυγαν από την ενοικιαζόμενη οικεία και κατά την μεταβίβαση του λογαριασμού από την κατηγορούμενη 1 στην παραπονούμενη. Μετά όπου έμαθε το συγκεκριμένο ποσό προέβηκε στην ανάκληση της πληρωμής της. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΥ1, ούτε προσπάθεια του να αποκρύψει την αλήθεια. Αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία μάλιστα ενισχύεται και από την μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ
  8. Η ΜΥ2, Νανά Γεωργίεβα Σιάποβα, εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατηγορούμενη 1 και ήταν πρόσωπο το οποίο έμενε στην ενοικιαζόμενη οικεία. Ανέφερε τα προβλήματα που είχαν με το ρεύμα και όταν πληροφορήθηκε ότι γινόταν υποκλοπή ρεύματος μίλησε η ίδια της με την παραπονούμενη η οποία ανέφερε ότι θα διευθετήσει το θέμα, χωρίς όμως να πράξει οτιδήποτε. Ανέφερε επίσης ότι λόγω του ότι το ρεύμα το πλήρωναν από μισό με την κατηγορούμενη 1 αποφάσισαν να φύγουν από την ενοικιαζόμενη οικεία γιατί οι λογαριασμοί ρεύματος ήταν πολύ ψηλοί. Της υποβλήθηκε η θέση ότι όλη μέρα ήταν αναμμένο το element για ζεστό νερό και η θέρμανση εξού και ο λογαριασμός έφερε μεγάλο ποσό. Θέση της ίδιας ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αλήθεια γιατί όλη μέρα έλειπαν από το σπίτι γιατί βρίσκονταν στη δουλειά. Κάποιες μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα, όπως η ακριβής ημερομηνία όπου έφυγαν από την ενοικιαζόμενη οικεία, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία της, αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά της και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασε την εκδοχή που μετέφερε στο Δικαστήριο. (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Η μάρτυρας αυτή με απλό και άμεσο λόγο μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα η ίδια γνώριζε εν σχέση κυρίως με την προβαλλόμενη υπεράσπιση. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στα λεγόμενα της, τα οποία ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τις θέσεις του ΜΥ
  1. Η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους της υπεράσπισης παρουσιάστηκε ο Γεώργιος Γεωργίου (ΜΥ3), επιθεωρητής ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και βρίσκεται στην υπηρεσία της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 σχέδιο μετρητών για το υποστατικό ιδιοκτησίας της παραπονουμένης. Εξήγησε ότι εις το σχέδιο απεικονίζεται ολόκληρο το υποστατικό το οποίο περιλαμβάνει το υποστατικό με αριθμό C1 το οποίο χρησιμοποιείται για εμπορικούς σκοπούς και οι κατοικίες με χαρακτηριστικά Η1 και Η
  2. Εξήγησε ότι σήμερα είναι εγκατεστημένοι 4 μετρητές, ένας για το υποστατικό C1, ένας για το σπίτι Η1 που έχει 2 μετρητές, ένα για το ρεύμα και άλλο για τη θέρμανση και ο 4ος μετρητής είναι για το σπίτι Η
  3. Εις ότι αφορά το σπίτι Η2, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 14, η εκγατάσταση του μετρητή έγινε στις 15.3.16 και συνδέθηκε στις 29.3.
  4. Η αίτηση για μετρητή στο Η2 έγινε στις 7.1.16 και η αίτηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Η αίτηση έγινε από την παραπονούμενη. Με την αίτηση της η παραπονούμενη, ανέφερε ο μάρτυρας, ζητούσε διαχωρισμό εγκατάστασης υφιστάμενου μετρητή ο οποίος αφορούσε το υποστατικό Η1 όπως φαίνεται εις το Τεκμήριο 14, με αριθμό μετρητή
  6. Διευκρίνισε ότι η αίτηση διαχωρισμού αφορούσε το υποστατικό Η
  7. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, εξήγησε, ότι τα υποστατικά Η1 και Η2 έφεραν κοινό λογαριασμό εις το όνομα P & I DELICATESSEN LTD, κατηγορούμενης 1, ενώ για το υποστατικό Η2 δεν υπήρχε ξεχωριστός λογαριασμός για την κατανάλωση. Προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ3, και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι η οικεία Η1 είναι αυτή η οποία ενοικιαζόταν από την κατηγορούμενη
  8. Υποδυκνείοντας εις το μάρτυρα τους λογαριασμούς της ΑΗΚ τεκμήρια 7 και 8 οι οποίοι είναι εις το όνομα της κατηγορούμενης 1, ανέφερε ότι οι εν λόγω λογαριασμοί αφορούσαν και τα δυο υποστατικά Η1 και Η
  9. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την αναφορά για την κλήση η οποία έγινε στις 5.1.16 αναφορικά με το ενοικιαζόμενο υποστατικό και εξήγησε ότι τέτοια βλάβη για υποστατικό χωρίς ρεύμα μπορεί να προκληθεί όταν καεί η ασφάλεια ή λόγω υπερφόρτωσης. Για την προκειμένη περίπτωση δεν γνωρίζει πως προκλήθηκε η βλάβη. Ανέφερε επίσης ότι η αίτηση για διαχωρισμό του μετρητή από την παραπονούμενη έγινε αμέσως μετά την αναφερόμενη βλάβη. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε πόση ήταν η κατανάλωση για το υποστατικό Η2 μετά τον διαχωρισμό του μετρητή από αυτό του υποστατικού Η
  10. Ανέφερε ότι για την περίοδο 29.3 - 25.4 ανήλθε σε €40.-, την επόμενη περίοδο €57.- στη συνέχεια €82.- και €142.- Διευκρίνησε επίσης αντεξεταζόμενος ότι ο λογαριασμός για τη θέρμανση είναι ξεχωριστός και από τους λογαριασμούς της ΑΗΚ φαίνεται ότι γινόταν χρήση αυτών. Ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο η αυξημένη χρήση των σωμάτων θέρμανσης αυξάνουν το κόστος του ρεύματος και απάντησε ότι η παροχή ρεύματος εις τα σώματα θέρμανσης είναι διακοπτόμενη από την ΑΗΚ και δεν είναι συνεχής. Κατά την επαναξέταση ερωτήθηκε κατά πόσο ο κοινός λογαριασμός ρεύματος για τα υποστατικά Η1 και Η2 αφορούσε και την παροχή θέρμανσης και απάντησε ότι εάν υπήρχαν σώματα θέρμανσης στο Η2 τότε ο λογαριασμός θα αφορούσε και τη θέρμανση για το Η
  11. Ο μάρτυρας αυτός είχε σταθερό και άμεσο λόγο. Ανέφερε τα όσα γνωρίζει και αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά και ανέφερε τη γνώμη του για όσα ερωτήθηκε και αφορούν γενικά την εργασία του. Ουσιαστικά η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο από πλευράς παραπονουμένης. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας έδωσε την γνώμη του εν σχέση με κάποια ζητήματα, όπως για παράδειγμα που οφείλεται η υπερκατανάλωση ρεύματος σε ένα υποστατικό ή κατά πόσο το ποσό του Τεκμηρίου 7 και 8, είναι ψηλό ή χαμηλό. Επ' αυτών των ζητημάτων να αναφέρω ότι ο μάρτυρας εξέφραζε γενικά τη γνώμη του, χωρίς να τεκμηριώσει την θέση του με συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία να ανταποκρίνονται στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Επομένως οι θέσεις του επί των πιο πάνω ζητημάτων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής και ανταποκρινόμενη στα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε. Όπως έχω προαναφέρει η μαρτυρία του ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη απέκρυψε την αλήθεια από το Δικαστήριο εφόσον η ίδια της ουδέποτε ανέφερε ότι για το υποστατικό Η1 το οποίο ενοικίαζε η κατηγορούμενη 1 και το υποστατικό Η2 υπήρχε κοινός μετρητής και κοινός λογαριασμός ο οποίος πληρωνόταν από την κατηγορούμενη
  12. Αντίθετα καθ' όλη την μαρτυρά της αλλά και κατά την αντεξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης αποτέλεσε θέση της πλευράς της παραπονούμενης ότι υπήρχε ξεχωριστός μετρητής για κάθε υποστατικό και ουδέποτε αποκαλύφθηκε από πλευράς παραπονουμένης ότι μετά το πρόβλημα το οποίο παρατηρήθηκε στην ενοικιαζόμενη οικεία με την ηλεκτροδότηση, έγινε αίτηση από την παραπονούμενη για να τοποθετηθεί ξεχωριστός μετρητής για την άλλη οικεία. Ο ΜΥ3, ενισχύει επίσης την θέση του ΜΥ1 ο οποίος ήταν έντονος ότι το ρεύμα που πληρωνόταν για την ενοικιαζόμενη οικεία αφορούσε και άλλο υποστατικό πέραν του ενοικιαζόμενου. Με την τελική αγόρευση του ο κ Κονταξής προβάλει ότι το θέμα το οποίο τίθεται είναι πόσο ήταν το ύψος της κατανάλωσης του τρίτου υποστατικού ακόμα και αν γινόταν μεταβίβαση ρεύματος σε τρίτο υποστατικό, από το ενοικιαζόμενο. Πέραν τούτου, θέτει το ερώτημα για ποιο λόγο το κόστος ρεύματος δεν ήταν υψηλού κόστους από την πρώτη περίοδο ενοικίασης. Τα ζητήματα όμως αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν επίδικα θέματα στα πλαίσια της παρούσας, ούτε το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων δύναται να προβεί σε υπολογισμούς πόσο ρεύμα κατανάλωνε το κάθε υποστατικό, ούτε αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης. Αυτά τα ζητήματα αφορούν την αστική πτυχή της διαφοράς των μερών και τα οποία δεν δύναται να εξεταστούν στα πλαίσια εξέτασης ποινικής υπόθεσης όπως η φύση της παρούσας, όπου το εναπομείναν επίδικο ζήτημα αποτελεί το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι με εύλογη αιτία και καλόπιστα ανακάλεσαν την πληρωμή της επίδικης επιταγής, στηριζόμενοι στην πεποίθηση ότι πλήρωναν ρεύμα και για άλλο υποστατικό. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα παραδεκτά γεγονότα και αυτά τα οποία δεν αμφισβητηθήκαν αλλά και τα ζητήματα ουσίας τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: - Η επιταγή με αριθμό 20087591 εκδόθηκε από την κατηγορούμενη 1 και ανακλήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 ως διευθυντή της κατηγορούμενης
  13. - Η υπογραφή πάνω στην επιταγή είναι του κατηγορούμενου
  14. - Ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της κατηγορούμενης
  15. - Η επίδικη επιταγή ανακλήθηκε στις 29.2.16 με γραπτές οδηγίες προς την τράπεζα και ο λόγος όπου δόθηκε ήταν «οικονομικές διαφορές» - Η επίδικη επιταγή δόθηκε στην παραπονούμενη για την πληρωμή ενοικίων. - Η κατηγορούμενη 1 ενοικίαζε από την παραπονούμενη μια οικεία στην οποία διέμεναν υπαλλήλοι της. - Υπήρχε κοινός μετρητής της ηλεκτρικής για την ενοικιαζόμενη οικεία Η1, την οποία ενοικίαζε η κατηγορούμενη 1, επί του Τεκμηρίου 14 και την οικεία Η2 επί του Τεκμηρίου
  16. Για τα εν λόγω υποστατικά ο λογαριασμός της ΑΗΚ ήταν κοινός και ήταν εις το όνομα της κατηγορούμενης
  17. - Η παραπονούμενη υπέβαλε αίτηση στις 7.1.16 στην ΑΗΚ για διαχωρισμό του μετρητή και εγκατάσταση ξεχωριστού μετρητή στην οικεία Η2 (Τεκμήριο 15). Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, των παραδεκτών και αδιαμφησβήτητων γεγονότων, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ένας έκαστος εκ των κατηγορουμένων αντιμετωπίζει και έχουν καταγραφεί πιο πάνω, έχουν αποδειχθεί. Κατωτέρω θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι ο λόγος για τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή της επίδικης επιταγής συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2). Στην υπόθεση TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, (βλ. ανωτέρω), λεχθήκαν τα ακόλουθα εν σχέση με το ζήτημα της εύλογης αιτίας: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.» Αυτό το οποίο εξετάζεται για την απόδοση ποινικής ευθύνης δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 δεν είναι το αντικειμενικώς εσφαλμένο της πράξης ανάκλησης αλλά η ανειλικρίνεια και η κακή πίστη του κατηγορουμένου, όπως αναδεικνύεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 246/2009 Αντρέας Αντρέου ν. Vangel Art Ltd κ.α. ημερ. 24.01.2012: «Θα παρατηρήσουμε δε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης». Χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με την όποια αστική διαφορά πιθανό να υφίσταται μεταξύ των μερών, διαπιστώνω ότι σύμφωνα με τα Τεκμήρια 14 και 15 και την μαρτυρία κυρίως του ΜΥ3 ο οποίος επιβεβαιώνει τη θέση των κατηγορουμένων ότι για την περίοδο όπου η κατηγορούμενη 1 ενοικίαζε το υποστατικό ο λογαριασμός της ΑΗΚ αφορούσε και κατανάλωση ρεύματος άλλου υποστατικού. Τονίζω ότι, η θέση αυτή του ΜΥ3 δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω ότι τα όσα πίστευαν οι κατηγορούμενοι κατά την ανάκληση της επιταγής, επιβεβαιώνονται από την μαρτυρία την οποία προσκόμισε η υπεράσπιση. Τα όσα παρέθεσαν στο Δικαστήριο οι κατηγορούμενοι μέσω της μαρτυρίας τόσο του ΜΥ1 όσο και των λοιπών μαρτύρων υπεράσπισης καταδυκνείουν ότι οι κατηγορούμενο ενήργησαν καλόπιστα και με ειλικρίνεια. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 305 Α
(2)
(2), «επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει κατατεθεί το σχετικό έντυπο. Ο ΜΚ2 όμως ανέφερε ότι δόθηκαν γραπτώς οι οδηγίες για ανάκληση σύμφωνα με έντυπο το οποίο είχε στην κατοχή του και ο λόγος ο οποίος δηλώθηκε στην τράπεζα κατά την ανάκληση είναι «οικονομικές διαφορές» και αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης δεν απασχόλησε καμία πλευρά. Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ο λόγος ο οποίος δίδεται στην τράπεζα να συνάδει και σχετίζεται με τα όσα ένας κατηγορούμενος αναφέρει στην μαρτυρία του. Υπό τις περιστάσεις διαπιστώνω ότι ο λόγος ο οποίος αναφέρθηκε κατά την ανάκληση δηλαδή οικονομικές διαφορές, είναι αυτός ο οποίος με λεπτομέρεια προωθήθηκε από τους κατηγορούμενους μέσω του ΜΥ1 και των λοιπών μαρτύρων υπεράσπισης, χωρίς να διακρίνω ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Κρίνω επομένως ότι η αιτία που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι για την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής, ήταν ειλικρινής και συνιστά εύλογη αιτία μέσα στην έννοια του πιο πάνω άρθρου, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει και δεν είναι άλλο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Υπό το φως των πιο πάνω, η υπόθεση απορρίπτεται, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ένα σετ εξόδων να υποβληθεί λόγω της κοινής εκπροσώπησης των κατηγορουμένων. (Υπ.) ................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.