← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Έλενα Παναγιώτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7662/14, 10/1/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Έλενα Παναγιώτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7662/14, 10/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7662/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον

  1. Έλενα Παναγιώτου
  2. Νεκταρία Βλάχου
  3. Πολύκαρπος Γιαννακού --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10.01.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για την κατηγορούμενη 1 : κ. Π. Παύλου Για την κατηγορούμενη 2 : κ. Ν. Σαβεριάδης Για τον κατηγορούμενο 3 : κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 : παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 1 δήλωσε ότι δεν θα προβεί σε εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, όμως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων 2 και 3 εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Ως εκ τούτου κάλεσαν το Δικαστήριο να τους αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορούμενων και συναφώς εισηγήθηκε όπως κληθούν όλοι σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν στην παρούσα τις κατηγορίες 1 - 7, ενώ η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει επιπρόσθετα και την 8η κατηγορία. Οι κατηγορίες συγκεκριμένα είναι οι εξής: 1η κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (δηλ. πλαστογραφία επίσημου εγγράφου), κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333(α), 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. 2η κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (δηλ. κυκλοφορία επίσημου πλαστού εγγράφου), κατά παράβαση των άρθρων 371, 339, 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. 3η κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (δηλ. απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις), κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. 4η κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος (δηλ. πλαστοπροσωπία), κατά παράβαση των άρθρων 372, 360 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. 5η κατηγορία για πλαστογραφία επίσημου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. 6η κατηγορία για κυκλοφορία επίσημου πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 337 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  6. 7η κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε 8η κατηγορία (μόνον η κατηγορούμενη 2) για πλαστοπροσωπία, κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/
  7. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 11 μάρτυρες και στα πλαίσια της μαρτυρίας κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 30 τεκμήρια. Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση του τεκμηρίου της υπόθεσης (δηλ. του τεκμ.5) από την Αστυνομία έγινε σύμφωνα με το Νόμο χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Η μαρτυρία πολύ συνοπτικά ήταν η εξής : Μ.Κ.1 Α/Αστ. 2097 Σταύρος Αντωνίου Υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Κατηγόρησε γραπτώς τις κατηγορούμενες 1 και 2 στις 18.10.12 (βλ. τεκμήρια 2 και 3), οι οποίες δεν παραδέχτηκαν. Μ.Κ.2 Μιχάλης Νεοκλέους (κατά τον επίδικο χρόνο Αστ. 934) Υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στις ενέργειες και εξετάσεις στις οποίες προέβη στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης (βλ. κατάθεση του τεκμήριο 4 - διευκρίνισε αναφορικά με το τεκμ.4 ότι η ημερομηνία 12.10.13 στην 5η γραμμή είναι λανθασμένη και πως και η ορθή είναι 12.10.12). Κατέθεσε δε τα εξής έγγραφα : - το επίδικο πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος (τεκμήριο 5), - το έντυπο Αστ. 161 που συνέταξε και με το οποίο ζήτησε να εξεταστεί η γνησιότητα του τεκμηρίου 5 (τεκμήριο 6), - ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12 (τεκμήριο 7), - ένταλμα σύλληψης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12 (τεκμήριο 8), - ένταλμα σύλληψης εναντίον της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12, (τεκμήριο 9), - ανακριτική κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 12.10.12 (τεκμήριο 10), - ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 14.10.12 (τεκμήριο 11), - ανακριτική κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 14.10.12 (τεκμήριο 12), - ανακριτική κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης ημερ. 17.10.12 (τεκμήριο 13), - ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 17.10.12 (τεκμήριο 14), - ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 3 ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 15), - ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 3 ημερ. 2.5.13 (τεκμήριο 16), - γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου 3 (τεκμήριο 17), - την κατάθεση της Δέσποινας Ηλία ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 18- μόνον ως προς το γεγονός της λήψης της), - την κατάθεση του Νίκου Τοφαρίδη ημερ. 15.10.12 (τεκμήριο 19 - μόνον ως προς το γεγονός της λήψης της), και τέλος, - την κατάθεση του Κωνσταντίνου Βακανά ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 20- μόνον ως προς το γεγονός της λήψης της). Κατά την αντεξέταση του είπε μεταξύ άλλων ότι σαν ανακριτής εισηγήθηκε στις 4.5.13 την ποινική δίωξη όλων των κατηγορουμένων. Είπε επίσης ότι όσον αφορά τον τίτλο ιδιοκτησίας (τεκμήριο 5) δεν ζητήθηκε από ΥΠΕΓΕ η σύγκριση υπογραφών αλλά η γνησιότητα ή όχι του τίτλου. Μ.Κ.3 Αστ. 2635 Σοφία Ηλιάδου Υπηρετεί στο Εργαστήριο Εξέτασης Εντύπων της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Στο εργαστήριο τους εξετάζουν έγγραφα των οποίων αμφισβητείται η αυθεντικότητα. Κατέθεσε την έκθεση που ετοίμασε στις 10.4.13 (τεκμήριο 22). Το τεκμήριο που παρέλαβε για εξέταση είναι το τεκμήριο
  8. Το αποτέλεσμα της εξέτασης της είναι ότι το αμφισβητούμενο πιστοποιητικό εγγραφής δεν είναι πρωτότυπο αφού αποτελεί έγχρωμη αναπαραγωγή τύπου Laser. Μ.Κ.4 Δέσποινα Ηλία Είναι υπεύθυνη στο λογιστήριο της Πολυκλινικής Υγείας στη Λεμεσό. Αναγνώρισε την κατάθεση της ημερ. 16.10.12 (τεκμήριο 18) εις την οποία αναφέρει ότι με βάση τα αρχεία τους τουλάχιστον το τελευταίο έτος δεν εργαζόταν κοντά τους άτομο με το όνομα Έλενα Παναγιώτου, αρ. ταυτότητας 663384, ούτε γνωρίζει τέτοιο άτομο. Μ.Κ.5 Γεώργιος Σταύρου Είναι ο παραπονούμενος. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 25) και αφού την διάβασε είπε ότι είναι αυτά που συνέβησαν. Το τεκμήριο 5 είναι ο τίτλος που του παρέδωσε η 1η κατηγορούμενη για να το έχει στην κατοχή του σαν εγγύηση. Αντεξεταζόμενος δε επί μακρόν από τους συνηγόρους υπεράσπισης απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν. Μ.Κ.6 Α/Αστ. 2129 Κωνσταντίνος Γεωργούδης Αναγνώρισε την κατάθεση του (τεκμήριο 26). Αναφέρει εις αυτήν ότι στις 12.10.12 έλαβε κατάθεση από τον Γεώργιο Σταύρου (Μ.Κ.5) και ότι ο τελευταίος του παρέδωσε ένα τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚWP 565 (τεκμήριο 5) τον οποίο παρέδωσε στον Αστ. 934 (Μ.Κ.2). Μ.Κ.7 Νίκος Τοφαρίδης Είναι επαρχιακός λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ). Αναγνώρισε την κατάθεση του τεκμήριο
  9. Αναφέρει σ' αυτήν ότι έκανε έλεγχο στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τ.Ο.Μ για το ιστορικό του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KWP 565 και διεφάνη ότι αυτό είναι εγγεγραμμένο στην IRINA CEREVATOVA από τις 15.6.12 και ουδέποτε βρισκόταν εγγεγραμμένο σε κάποιο Γεώργιο Σταύρου. Επίσης είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο τίτλος (τεκμήριο 5) είναι πλαστός αλλά οι αριθμοί σε αυτόν και συγκεκριμένα το μέγεθος των γραμμάτων του φαίνονται παράξενοι. Μ.Κ.8 Κωνσταντίνος Βακανά Αναγνώρισε την κατάθεση του τεκμήριο
  10. Αναφέρει ότι είναι ο σύζυγος της Irina Cerevatova και πως η τελευταία έχει εγγεγραμμένο στο όνομα της το όχημα Mercedes με αρ. εγγραφής KWP
  11. Περί τις αρχές Αυγούστου του 2012 τον πήρε τηλέφωνο ο 3ος κατηγορούμενος που είναι φίλος του και του είπε ότι ήθελε το πιο πάνω αυτοκίνητο για να το οδηγήσει λίγη ώρα με σκοπό να κάνει εντύπωση σε κάποιους ξένους. Έτσι και έγινε. Αργότερα την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε τον τίτλο ιδιοκτησίας και το ΜΟΤ διότι τον έπιασε όπως του είπε η Αστυνομία των Βάσεων και δεν τον άφηναν αν δεν τους τα έδειχνε. Του είπε εντάξει και ο κατηγορούμενος 3 είπε ότι θα έστελνε κάποιον να τα πάρει. Μετά ήρθε στο πρακτορείο του κάποιος Κύπριος και του έδωσε το ΜΟΤ και αντίγραφο της ασφάλειας και του είπε ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας είναι στο συρταράκι του αυτοκινήτου. Την επόμενη μέρα ο κατηγορούμενος 3 του επέστρεψε το αυτοκίνητο αλλά από έλεγχο που έκαναν σε μεταγενέστερο στάδιο ανακάλυψαν ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου είχε χαθεί. Δεν γνωρίζει τις κατηγορούμενες 1 και
  12. Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν μετά που γύρισε πίσω το αυτοκίνητο το κοτσιάνι το είχε βάλει η σύζυγος του σε ένα ντουλαπάκι της κουζίνας. Μ.Κ.9 Irina Cerevatova Αναγνώρισε την κατάθεση της ημερ. 13.10.12 (τεκμήριο 27). Εις αυτήν αναφέρει ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KWP 565 Mercedes. Το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής βρίσκεται στην κατοχή της και συγκεκριμένα πάνω από το ψυγείο στην κουζίνα του σπιτιού της. Η τελευταία φορά που το είδε εκεί ήταν πριν 2 βδομάδες και δεν γνωρίζει αν είναι εκεί ακόμα. Δεν γνωρίζει τις κατηγορούμενες 1 και 2 ή τον παραπονούμενο. Μ.Κ.10 Φώτης Σταύρου Είναι αδελφός του παραπονούμενου (Μ.Κ.5) και ανέφερε ότι γνωρίζει την Irina Cerevatova, η οποία είναι η κατηγορούμενη
  13. Την γνώρισε στο σπιτάκι του στον Αρακαπά γύρω στις 6 του Σεπτέμβρη όταν πήγε εκεί με τον αδελφό του. Τους είπε ότι ήταν γιατρός και δούλευε στην Πολυκλινική Υγεία στη Λεμεσό. Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν ανέφερε 6 του Σεπτέμβρη, αν δεν κάνει λάθος ήταν το
  14. Την ξαναείδε μετά όταν παρήγγειλε κάποια καλλυντικά από τη γυναίκα του. Μ.Κ.11 Λοχ. 3004 Αντώνης Ιωάννου Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε τα ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων 1 και 2 και του παραπονούμενου (τεκμήρια 29, 28 και 30 αντίστοιχα). Το αδίκημα της πλαστογραφίας που είναι η 5η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι διέπεται από τα άρθρα 331, 333(α), 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  15. Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο
  16. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Κεφ.154, τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R.12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Με γνώμονα τα προαναφερόμενα, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 με το συγκεκριμένο αδίκημα. Σύμφωνα με τον ΜΚ5 (βλ. την κατάθεση του τεκμ.25), η Ιρίνα (κατηγορούμενη 1) όταν βρέθηκαν στο καφέ, δύο μήνες περίπου πριν την κατάθεση του ημερ.12.10.12, του έδειξε το κοτσιάνι με το όνομα της και μιαν φόρμα μεταβίβασης που ήταν ήδη υπογραμμένη. Έπιασε το κοτσιάνι να πάει να το ελέγξει με την τράπεζα αν ήταν στο όνομα της και εξοφλημένο, όπως πράγματι έκανε. Τα έγγραφα αυτά όπως ο ίδιος αναφέρει τα είχε στη συνέχεια φυλαγμένα στο συρτάρι του αυτοκινήτου του και δίδει λεπτομέρειες κάτω από ποιες συνθήκες μετά από λίγες μέρες η Ιρίνα (κατηγορούμενη 1) πήρε τα έγγραφα από το συρτάρι του αυτοκινήτου. Μετά από αυτά η Ιρίνα (κατηγορούμενη 1), πάντα σύμφωνα με τον ΜΚ5, του παρουσίασε το επίδικο πιστοποιητικό εγγραφής τεκμ.5 με βάση το οποίο το αυτοκίνητο ενεγράφη επ' ονόματι του. Προκύπτει συνεπώς με βάση τα ανωτέρω, σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία, ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι το κοτσιάνι, όπως το ονομάζει ο ΜΚ5, ήρθε καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή της 2ης κατηγορούμενης και εν πάση περιπτώσει ότι η κατηγορούμενη 2 πλαστογράφησε το έγγραφο αυτό με σκοπό να καταδολιεύσει. Με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας όμως βρίσκω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1 και 3 στην κατηγορία αυτή. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που επίσης αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι μέσω της 6ης κατηγορίας, πραγματεύεται το άρθρο 339 του Κεφ.
  1. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Μελέτη του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Μέσα από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που εκ πρώτης όψεως φανερώνει ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γνώριζαν περί της ύπαρξης του τεκμηρίου 5 και ότι αυτό ήταν πλαστογραφημένο, ούτε βεβαίως ότι στη βάση τέτοιας γνώσεως ενέργησαν κατά τρόπο δόλιο. Υπενθυμίζω δε εδώ ότι το τεκμ.5 έρχεται στο προσκήνιο, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο (ΜΚ5), όταν του παρεδόθη από την κατηγορούμενη 1 και ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να καταδεικνύει έστω απλή κατοχή του τεκμ.5 από τους κατηγορούμενους 2 και
  2. Κατά συνέπεια, κατά την κρίση μου ουδέν εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πληρούται εξ' αντικειμένου όσον αφορά τους κατηγορούμενους 2 και
  3. Αντίθετα βρίσκω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 1ης κατηγορούμενης. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της 7ης κατηγορίας, εδράζεται στα άρθρα 297, 298 και 20 του Κεφ.
  4. Τα άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
  5. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  6. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  7. Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  8. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  9. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  10. Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, όπως για παράδειγμα χρήματα. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση και έχοντας κατά νου τις λεπτομέρειες αδικήματος της 7ης κατηγορίας και πάντα μέσα από την ίδια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορούμενων. Η 2η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει επίσης την 8η κατηγορία για πλαστοπροσωπία κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι με σκοπό την καταδολίευση του ΜΚ5 ψευδώς παρέστησε τον εαυτό της ως την Irina Cerevatova από την Μολδαβία. Είναι ξεκάθαρο όμως μέσα από την μαρτυρία και θα συμφωνήσω με σχετική εισήγηση του κ.Σαβεριάδη ότι μιλούμε αναμφίβολα για παντελώς αβάσιμη κατηγορία. Διότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι η κατηγορούμενη 2 καθ' οιονδήποτε χρόνο παρέστησε τον εαυτό της κατά τον τρόπο που της αποδίδεται στην κατηγορία με σκοπό να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω απομένει να εξεταστούν οι κατηγορίες 1 - 4 που αφορούν κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (πλαστογραφίας η 1η, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η 2η και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις η 3η) και πλημμελήματος (πλαστοπροσωπίας η 4η). Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Έχοντας υπόψη όσα αναφέρονται ανωτέρω, την μαρτυρία και τα τεκμήρια που ετέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου και με δεδομένη την μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για τους κατηγορούμενους 2 και 3 στην κατηγορία 6 και για την κατηγορούμενη 2 στις κατηγορίες 5 και 8, θεωρώ ότι αναπόφευκτα οι κατηγορίες 2 και 4 θα πρέπει να απορριφθούν εν σχέση με όλους τους κατηγορούμενους. Όπως επίσης θεωρώ θα πρέπει να απορριφθεί, ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί η 1η κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης
  1. Συνεπώς μέσα από αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε από την κατηγορούσα αρχή και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, κρίνω ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας και της 7ης κατηγορίας όσον αφορά όλους τους κατηγορούμενους, τα συστατικά στοιχεία της 1ης και 5ης κατηγορίας για τους κατηγορούμενους 1 και 3, ενώ επιπρόσθετα τα συστατικά της 6ης κατηγορίας όσον αφορά την κατηγορούμενη
  2. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Καταληκτικά και υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω κρίνω ότι : Α. Έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 στις κατηγορίες 1, 3, 5, 6 και 7 που αντιμετωπίζει και συναφώς καλείται εν σχέση με αυτές να προβάλει την Υπεράσπιση της. Αυτή αθωώνεται στις κατηγορίες 2 και
  3. Β. Έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 2 στις κατηγορίες 3 και 7 που αντιμετωπίζει και συναφώς καλείται εν σχέση με αυτές να προβάλει την Υπεράσπιση της. Αυτή αθωώνεται στις κατηγορίες 1, 2, 4, 5, 6 και
  4. Γ. Έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 στις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7 που αντιμετωπίζει και συναφώς καλείται εν σχέση με αυτές να προβάλει την Υπεράσπιση του. Αυτός αθωώνεται στις κατηγορίες 2, 4 και
  5. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινική/Ενδιάμεση/Εκ πρώτης όψεως cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.