Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Shenouda Milad Shafik Tawedrous, Αρ. Υπόθεσης: 4784/15, 26/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4784/15 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Shenouda Milad Shafik Tawedrous Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26/1/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Χρ. Αδάμου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις συνολικά κατηγορίες για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της ληστείας, της ληστείας και της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1-3η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος μαζί με άγνωστο πρόσωπο συνωμότησε να διαπράξει κακούργημα, δηλαδή ληστεία και στις 20/2/2015 στη Λεμεσό, έκλεψε από την Χρύσω Κωνσταντίνου μια γυναικεία τσάντα που περιείχε προσωπικά της έγγραφα και το χρηματικό ποσό των Ε300= και κατά ή αμέσως πριν, ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησε πραγματική βία κατά της πιο πάνω, με σκοπό να αποκτήσει ή να κατακρατήσει τα κλαπέντα, καθώς και ότι την ίδια μέρα διέπραξε επίθεση εναντίον της που προκάλεσε σε αυτήν πραγματική σωματική βλάβη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήρια 1-3 οι καταθέσεις του αστυφ. 2258 Α. Μιχαήλ, του αστυφ. 4798 Ν. Οικονομίδη και του αστυφ. 2061 Δ. Σαζού, ως Τεκμήριο 4 ο φωτογραφικός φάκελος Λεμεσού με Αρ. 136/2015 και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα ότι υπήρξε νομότυπη η λήψη και διακίνηση των τεκμηρίων της υπόθεσης και ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 είναι οι φωτογραφίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Παραδεκτό γεγονός έγινε και το περιεχόμενο της έκθεσης του ιατρού που εξέτασε την Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 5). Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν, οι Χρύσω Κωνσταντίνου, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, ο αστυφ. 288 Μ. Μενελάου, η αστυφ. 4789 Σοφία Μιχαήλ και ο Νάσερ Σάλεχ (Μ.Κ.1-5). Οι μάρτυρες αυτοί και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τoν ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Μετά δε την κλήση του τελευταίου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον πάτερ Αρσένιο Morris (Μ.Υ.1). Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές. Αυτή της παραπονούμενης (Μ.Κ.1) η οποία επέμενε στη θέση ότι αναγνώρισε οπτικά τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που της επιτέθηκε μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο το βράδυ της 20/2/2015, την ώρα που σχόλανε από την εργασία της μαζί με τον εργοδότη της (Μ.Κ.2), ο οποίος επίσης αναχωρούσε και ο οποίος ενεπλάκη στο περιστατικό προσπαθώντας να την βοηθήσει. Ο κατηγορούμενος, ασκώντας εναντίον της σωματική βία, της απέσπασε την τσάντα της, η οποία περιείχε διάφορα προσωπικά της αντικείμενα και το ποσό των Ε300= και της προκάλεσε σωματικές βλάβες. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την διάπραξη των αδικημάτων. Δήλωσε όμως πλήρη άγνοια για όσα συνέβησαν δηλώνοντας ότι δεν είχε καμία απολύτως εμπλοκή αφού εκείνη τη μέρα και ώρα βρισκόταν στο σπίτι που διέμενε με ομοεθνείς του. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αναλυτικά αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της ξεκινώντας από τους αστυφύλακες που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση της υπόθεσης και ήταν οι Μ.Κ.3 και
- Αυτοί κατέθεσαν με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξαν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει την θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς. Για αυτό και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή εκτός μόνο όσων πιο κάτω αναφέρονται. Η Μ.Κ.4 που ήταν και η εξεταστής της υπόθεσης, προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία λέγοντας ότι λήφθηκαν καταθέσεις από ομοεθνείς του κατηγορούμενου οι οποίοι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι αυτός την μέρα και ώρα διάπραξης των αδικημάτων βρισκόταν μαζί τους στο σπίτι όπου διέμεναν και αναφέροντας επίσης ότι εξετάσεις που έγιναν σε δειγματοληψία που λήφθηκε από το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου της Μ.Κ.1 και στάληκε για επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξε ότι το γενετικό υλικό που υπήρχε δεν ανήκε στον κατηγορούμενο. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση αποδέχομαι ότι οι ομοεθνείς του κατηγορούμενου προέβαλαν στις καταθέσεις τους ότι αυτός κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν μαζί τους στο σπίτι που διέμεναν. Δεν μπορώ όμως να αποδεχθώ και την αλήθεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Και αυτό γιατί ο ισχυρισμός αυτός είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης και αποδοχή του θα καθόριζε ουσιαστικά και την τύχη της. Πρόκειται για πολύ ουσιαστικό και σημαντικό ισχυρισμό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός χωρίς την κλήτευση των ατόμων που προέβησαν στην αρχική δήλωση στο Δικαστήριο ώστε να υποστούν τη βάσανο της αντεξέτασης για να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της αξιοπιστίας τους. Πλήρης όμως βαρύτητα προσδίδεται στον ισχυρισμό της μάρτυρος ότι το γενετικό υλικό που εντοπίσθηκε δεν ανήκει στον κατηγορούμενο αφού αυτό είναι γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Μ.Κ.5 ήταν ο μεταφραστής ο οποίος κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής στις 27/2/2015 να εκτελέσει χρέη διερμηνέα προς τον κατηγορούμενο. Και αυτός μαρτύρησε τα όσα εκτυλίχθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ως μεταφραστή χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του για αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση είναι η μαρτυρία της Μ.Κ.1 και ιδιαίτερα το μέρος αυτής που σχετίζεται με την αναγνώριση του κατηγορούμενου. Η μάρτυρας αυτή, μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρακολουθώντας την όλη στάση και συμπεριφορά της μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, που ήταν αυθόρμητη και πηγαία, είμαι πεπεισμένη ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής και ότι μαρτύρησε μόνο την αλήθεια. Αυτή περιέγραψε τα γεγονότα όπως διαδραματίσθηκαν και δήλωσε εντελώς βέβαιη ότι το άτομο που άσκησε βία εναντίον της τραυματίζοντας την και αρπάζοντας της την τσάντα είναι ο κατηγορούμενος. Ενόψει της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτήν, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ενώ το μέρος αυτής που σχετίζεται με την αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του δράστη θα εξετασθούν στη συνέχεια αναλυτικά. Μ.Κ.2 ήταν ο εργοδότης της παραπονούμενης. Και αυτός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας που περιέγραψε μόνο όσο είδε και έζησε χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη μαρτυρία του. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι αυτός βλέποντας τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίσει διευκρινίζοντας πάντως ότι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου δεν είχε την ευκαιρία να τον δει καλά. Προσπάθησε η υπεράσπιση να κλονίσει την αξιοπιστία των Μ.Κ.1 και 2 και ιδιαίτερα της πρώτης, επικαλούμενη κάποιες διαφορές που εντοπίζονται στα σχεδιαγράμματα που ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε από τον κάθε μάρτυρα να ετοιμάσει κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Όμως και πέρα από το ότι τα σχέδια δεν είναι επί κλίμακας έτσι ώστε να αναμένεται ακριβής αποτύπωση και οι διαφορές που εντοπίζονται δεν είναι ουσιώδεις. Η αξιοπιστία τους όμως δεν μπορεί να κλονισθεί και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είναι δυνατό να αναμένεται από δύο απλούς ανθρώπους που δεν διαφάνηκε να έχουν εξειδικευμένες γνώσεις για ετοιμασία σχεδιαγραμμάτων να απεικονίσουν με πλήρη ακρίβεια και ακόμα περισσότερο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, κτίρια ή άλλα αντικείμενα σε ένα σχέδιο. Και μάλιστα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα όταν τούτο τους ζητήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Η Μ.Κ.1 δήλωσε μάλιστα σαφώς ότι δεν είναι σε θέση να υπολογίσει αποστάσεις. Υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ότι η Μ.Κ.1 για να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν σε θέση να παρατηρήσει το πρόσωπο του δράστη, επίτηδες τοποθέτησε στο Τεκμήριο 6 που είναι το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε το αυτοκίνητο της κάτω από ηλεκτρικό λαπτήρα, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.2 που τοποθέτησε τον λαπτήρα σε άλλο σημείο. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση αυτή της υπεράσπισης. Και αυτό γιατί πέρα από τα πιο πάνω και την πολύ θετική εντύπωση που σχημάτισα για τη Μ.Κ.1 ως μάρτυρα της αλήθειας, σε καμία περίπτωση δεν διαφάνηκε ότι αυτή είχε οποιαδήποτε στοιχεία εμπάθειας προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου και ούτε διαφάνηκε λόγος για να αισθάνεται κάτι τέτοιο. Αντίθετα με πλήρη ειλικρίνεια και χωρίς κανένα δισταγμό ανάφερε πράγματα που θα μπορούσε να θεωρήσει ότι θα ήταν προς όφελος του κατηγορούμενου. Όπως για παράδειγμα ότι την στιγμή που ο δράστης άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της και της άρπαξε την τσάντα δεν φορούσε γάντια και ο φωτισμός δεν ήταν το ίδιο καλός σε όλα τα σημεία. Δεν δίστασε επίσης να πει ότι ο κατηγορούμενος όταν η ίδια μαζί με τον σύντροφο της τον εντόπισαν στις 27/2 δεν προσπάθησε να τρέξει και να διαφύγει. Σημαντικό είναι ότι και οι δύο μάρτυρες τοποθέτησαν το αυτοκίνητο της Μ.Κ.1 πλησίον του κύριου δρόμου όπου σύμφωνα και με τους δύο υπήρχε οδικός φωτισμός. Διευκρίνησε μάλιστα ο Μ.Κ.2 ότι το αυτοκίνητο της Μ.Κ.1 φωτιζόταν από δύο στύλλους οδικού φωτισμού. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος τόσο με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία όσο και ενόρκως, υποστήριξε ότι δεν έχει καμία απολύτως εμπλοκή με την υπόθεση και δήλωσε παντελή άγνοια για τα όσα του αποδίδονται. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας το ύφος και την συμπεριφορά του δεν έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια του για αυτό και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Αντίθετα η εντύπωση που σχημάτισα ήταν ότι απλώς προσπαθούσε να αποδείξει την αθωότητα του αδιαφορώντας πλήρως για την αλήθεια. Απαντούσε και προσάρμοζε τα όσα έλεγε με τρόπο που θεωρούσε ότι θα τον βοηθήσει στο να πείσει για την ειλικρίνεια του. Πέρα από όλα τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του ήταν τέτοια που δεν μου επέτρεψαν να σχηματίσω καλή εντύπωση για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Σε πολλές περιπτώσεις χαμογελούσε ειρωνικά, σε άλλες απέφευγε επιμελώς να βλέπει προς το Δικαστήριο, ενώ ακόμα και στο βλέμμα του διαφαινόταν πονηριά. Συγκεχυμένες αλλά και ασαφείς ήταν οι απαντήσεις του ως προς το ποσό των χρημάτων που θα εισέπραττε ως αμοιβή για την εργασία του, πως αυτό καταβαλλόταν αλλά και ποιο ήταν τελικά το ύψος του ποσού αυτού. Επέμενε στον ισχυρισμό ότι ως αμοιβή για την εργασία του και για την περίοδο από 12/1-23/4 που θα εργαζόταν ως εποχιακός εργάτης θα είσπραττε το ποσό των Ε700= και ότι το ποσό αυτό θα το λάμβανε ολόκληρο κατά την αναχώρηση του στο αεροδρόμιο. To ίδιο θα γινόταν όπως είπε και για όλους τους άλλους συναδέλφους του αφού όλοι δεν θα πληρώνονταν τον μισθό τους κατά την παραμονή τους στην Κύπρο, αλλά θα τους καταβαλλόταν μόνο με την αναχώρηση τους από την χώρα με την λήξη της εργοδότησης τους. Στη συνέχεια όμως και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης είπε ότι κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής και εργασίας του, του καταβάλλονταν κάποια ποσά χρημάτων για βασικές του ανάγκες και ότι αυτά θα αποκόπτονταν από τον μισθό του. Τους ισχυρισμούς του αυτούς τους διαφοροποίησε και σε άλλες περιπτώσεις λέγοντας σε μια από αυτές ότι όσα ποσά ζητούσε και λάμβανε θα αφαιρούνταν από τον μισθό του και σε άλλη ότι τα χρήματα αυτά δεν ήταν μέρος του μισθού του. Ασαφής υπήρξε και ως προς το ποσό των χρημάτων που μπορούσε κάποιος υπάλληλος να ζητήσει και να λάβει, καθώς και για το ποσό που ο ίδιος ζητούσε και λάμβανε κατά διαστήματα. Σε κάποιο σημείο προέβαλε ότι «Όταν εργαζόμουν και χρειαζόμουν Ε10=, Ε20=, Ε30= ζητούσα και τα έπαιρνα αφού έτσι και αλλιώς θα αφαιρούνταν από τον μισθό μου, δεν είχα πρόβλημα, όποτε ζητούσα έπαιρνα». Σε άλλο όμως σημείο είπε ότι πληρωνόταν μηνιαία το ποσό των Ε100= με Ε150=. Δεν έδωσε περαιτέρω καμία εξήγηση γιατί θα λάμβανε κατά την αναχώρηση του ολόκληρο το ποσό των Ε700= ως αμοιβή για την εργασία του εφόσον και σύμφωνα πάντα με κάποιους ισχυρισμούς του, κατά καιρούς του καταβάλλονταν και άλλα ποσά για τα οποία όπως προαναφέρεται δεν παρέμεινε σταθερός. Ερωτώμενος εάν στις 20/2/15 είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε ποσό χρημάτων απάντησε ότι κρατούσε Ε20=. Στη συνέχεια όμως είπε ότι το ποσό αυτό το κρατούσε την ημέρα της σύλληψης του, που ήταν η 27/2/2015. Όταν στη συνέχεια της αντεξέτασης του υποδείχθηκε η διαφοροποίηση απάντησε ότι αυτό που είχε πει ήταν ότι το ποσό των Ε20= το κρατούσε στις 20/2 και όχι τη μέρα που συνελήφθη δηλαδή στις 27/2. Διαφοροποιώντας και σε άλλο σημείο τη θέση του είπε ότι την ημέρα της σύλληψης του κρατούσε μόνο Ε1=, γιατί το ποσό των Ε20= το είχε ξοδέψει αγοράζοντας τσιγάρα και μία κάρτα τηλεφώνου, λέγοντας μετά ότι την κάρτα την είχε αγοράσει μία μέρα πριν από την σύλληψη του. Εκτός των αντιφάσεων που παρατηρούνται στις απαντήσεις του, απορίες δημιουργούνται πως είναι δυνατόν να θυμάται τα πιο πάνω με τόσες μάλιστα λεπτομέρειες για γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τόσο καιρό προηγουμένως. Παρόμοιες απορίες δημιουργεί επίσης η βεβαιότητα του για κάποιες κινήσεις τόσο του ιδίου όσο και άλλων προσώπων το βράδυ της 20/2. Θυμόταν δηλαδή ότι την ημέρα εκείνη ο ίδιος ασχολήθηκε με την καθαριότητα του σπιτιού και ότι κανένας συγκάτοικος του δεν έφυγε από το σπίτι εκτός μόνο ο ξάδελφος του που απουσίασε για λίγο για να μιλήσει με την σύζυγο του. Οι απορίες αυτές εύλογα δημιουργούνται καθότι δεν είναι τόσο απλό κάποιος να θυμάται ακριβώς τις κινήσεις όχι μόνο του ιδίου αλλά και άλλου προσώπου ένα συγκεκριμένο βράδυ ακόμα και μια βδομάδα μετά, εάν θεωρηθεί ως δεδομένο ότι ανακάλεσε στην μνήμη μου τα όσα συνέβησαν το βράδυ της 20/2 όταν συνελήφθη στις 27/2. Καθόλου πειστικά είναι επίσης τα όσα προέβαλε για να δικαιολογήσει πως βρέθηκε και τι έκανε μέσα στον κάλαθο σκουπιδιών όταν τον εντόπισε η Μ.Κ.1 στις 27/2. Ενώ δέχθηκε δηλαδή ότι την ημέρα εκείνη βρισκόταν όντως σκυφτός μέσα σε κάλαθο, απέρριψε ότι το έκανε γιατί έψαχνε μέσα σε αυτόν και προέβαλε ότι απλώς στεκόταν δίπλα από τον κάλαθο γιατί εκεί υπήρχε σύνδεση στο διαδίκτυο. Όπως υποστήριξε ενόσω στηριζόταν στον κάλαθο και ενώ φορούσε καπέλο και μιλούσε στο τηλέφωνο, αυτό του έπεσε μέσα στον κάλαθο και για αυτό έσκυψε μέσα για να το ψάξει. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος προσπαθώντας να καταδείξει ότι δεν είχε κυκλοφορήσει στην περιοχή που διαπράχθηκε η ληστεία ισχυρίσθηκε ότι ποτέ δεν είχε μεταβεί στο χωριό Επισκοπή όπου βρισκόταν η υπεραγορά και ότι οι μοναδικές φορές που έφυγε από το Κολόσσι στο οποίο διέμενε κατά τον επίδικο χρόνο ήταν δύο φορές για να πάει εκκλησία και μία φορά για να μεταβεί στο immigration. Σε αντίθεση όμως με τον ισχυρισμό του ότι μετέβη στην εκκλησία δύο μόνο φορές ο Μ.Υ.1 ιερέας της εκκλησίας ανάφερε σε κάποιο σημείο ότι πριν την επίδικη ημερομηνία είχε δει τον κατηγορούμενο σε διάφορες λειτουργίες. Ο Μ.Υ.1 είναι ιερέας της Αιγυπτιακής Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Κύπρο. Αυτός δεν είχε καμία γνώση για τα περιστατικά της υπόθεσης, υποστήριξε όμως την αθωότητα του κατηγορούμενου, βασιζόμενος στην καλή γνώμη που ο ίδιος έχει σχηματίσει για το πρόσωπο αυτού και τον οποίο χαρακτήρισε ως πολύ καλό άνθρωπο. Όπως είπε ο κατηγορούμενος είναι πνευματικό του παιδί και φιλοξενείται από την εκκλησία από τις αρχές Μαΐου του 2015, ημερομηνία δηλαδή μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και όταν ο κατηγορούμενος βρέθηκε σε δυσμενή θέση μη έχοντας που να διαμείνει αφού το συμβόλαιο εργοδότησης που είχε με τον Κύπριο εργοδότη του είχε λήξει αλλά ήταν υποχρεωμένος να παραμείνει στην Κύπρο σύμφωνα και με τους όρους που είχαν τεθεί από το Δικαστήριο για εξασφάλιση της παρουσίας του. Ως εκκλησία, παρέχουν στον κατηγορούμενο διαμονή και διατροφή και ανάλογα και με τις δυνατότητες τους και κάποια μικρή χρηματική βοήθεια. Με την παρουσίαση της μαρτυρίας αυτής, ο κατηγορούμενος κατέστησε επίδικο τον καλό του χαρακτήρα και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σαφές εύρημα ως προς την αξία της μαρτυρίας αυτής. Οι κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο που μαρτυρία για τον καλό χαρακτήρα κατηγορούμενου πρέπει να αξιολογείται είναι : (α) η σχετικότητα του καλού χαρακτήρα και της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου με τα επίδικα θέματα, (β) το Δικαστήριο πρέπει να υπενθυμίζει και προειδοποιεί τον εαυτό του για την σχετικότητα του καλού χαρακτήρα του κατηγορούμενου σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης του επίδικου αδικήματος. (βλ. το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 449, R. v. Vye
(1993)97 CrAppR 134, Antoniou and Others v. R
(1958)23 CLR 98). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η μαρτυρία αυτή του Μ.Υ.1 για τον καλό χαρακτήρα του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και αυτό γιατί όπως διαφάνηκε, ο μάρτυρας δεν γνωρίζει επαρκώς τον κατηγορούμενο ώστε να ήταν σε θέση να μαρτυρήσει επί του θέματος. Με τον κατηγορούμενο γνωρίστηκαν όπως είπε τον περασμένο χρόνο. Δεν διαφάνηκε επίσης η φύση της επαφής που είχε αυτό το χρονικό διάστημα με τον κατηγορούμενο. Είπε ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος είναι πνευματικό του παιδί, δεν έχει όμως διευκρινισθεί τι ακριβώς επαφή έχει μαζί του, πόσο συχνή και σε ποιο επίπεδο έτσι ώστε να μπορεί να διακριβωθεί κατά πόσον μπορεί να έχει σχηματίσει για αυτόν αντικειμενική άποψη. Γνώρισε ουσιαστικά τον κατηγορούμενο μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και όταν ο τελευταίος είχε πλέον κατηγορηθεί ενώπιον Δικαστηρίου και βρισκόταν κάτω από συνθήκες που έδιδαν στον κατηγορούμενο το κίνητρο να προσπαθήσει να δημιουργήσει την εικόνα ατόμου με καλό χαρακτήρα. Ο μάρτυρας τίποτε δεν γνώριζε για την πραγματική ζωή του κατηγορούμενου προηγουμένως, πριν δηλαδή την επίδικη ημερομηνία, ούτε για το διάστημα που βρισκόταν στην Κύπρο, ούτε και ενόσω ζούσε στην πατρίδα του. Δέχθηκε μάλιστα αντεξεταζόμενος όταν ρωτήθηκε να πει τι γνωρίζει για τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου ότι γνώριζε απλώς «γενικού θέματος πληροφορίες», διευκρινίζοντας ότι γνώριζε που κατοικούσε στο Κάιρο, ότι είναι πατέρας τριών παιδιών, ότι εργαζόταν στην χώρα του με μεροκάματο και ήλθε στην Κύπρο για να αυξήσει το εισόδημα του. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία του γινόταν αποδεκτή δεν θα ήταν και πάλι ικανή να κλονίσει την αρνητική εντύπωση που σχημάτισα για τον κατηγορούμενο ως μάρτυρα της αλήθειας. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν τα στοιχεία που περιβάλλουν την αναγνώριση του κατηγορούμενου από την Μ.Κ.1 ως του δράστη, είναι τέτοια που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασισθεί σε αυτήν. Η αξιοπιστία της μάρτυρος έχει ήδη κριθεί αφού και όπως προαναφέρεται, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και στην οποία δεν διέκρινα σε καμία στιγμή οποιοδήποτε στοιχείο εμπάθειας έναντι του κατηγορούμενου. Έχοντας λοιπόν υπόψη ότι επειδή η αναγνώριση είναι ουσιαστικά η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει και συνδέει τον κατηγορούμενο με τα διαπραχθέντα αδικήματα θα πρέπει να εξετασθεί με ιδιαίτερη προσοχή προς αποφυγή λάθους και για να διαφανεί εάν είναι καλής ποιότητας σε βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί σε αυτήν και να καταλήξει σε εύρημα ενοχής του κατηγορούμενου. Σε σχέση με αναγνώριση κατηγορούμενου βασική είναι η Αγγλική απόφαση R. v. Turnbull and others [1976] 3 All ER 549, στην οποία τέθηκαν οι κατευθυντήριες αρχές που πρέπει να ακολουθούνται και οι οποίες υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε διάφορες υποθέσεις όπως την Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.
- Με βάση τις καθιερωμένες αυτές νομολογιακά αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσον θα αποδεχθεί ή όχι αναγνώριση προσώπου πρέπει να λάβει υπόψη του διάφορα στοιχεία σε συσχετισμό πάντα με την ανάγκη σχετικής προειδοποίησης για τους κινδύνους που εμπεριέχει η στήριξη σε αναγνώριση στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας έτσι ώστε να αποκλείεται το λάθος. Τέτοια στοιχεία είναι: (α) για πόσο χρονικό διάστημα διήρκησε η οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο (β) από πόση απόσταση (γ) από ποιες συνθήκες (ορατότητα, φωτισμός, κ.λ.π.) (δ) αν το πρόσωπο που αναγνώρισε τον κατηγορούμενο τον γνώριζε ή όχι, πόσες φορές τον είχε δει προηγουμένως κ.λ.π. (ε) εάν η αναγνώριση στηρίχθηκε σε παρατεταμένη ή παροδική μόνο ματιά (fleeting glance) Αν η αναγνώριση είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με ασφάλεια, έστω και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Όταν όμως η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο εκτός εάν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Θεωρώ ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στην εξεταζόμενη περίπτωση καθιστούν την αναγνώριση καλής ποιότητας που πρέπει να γίνει αποδεκτή. Και αυτό αφού έγινε η σχετική προειδοποίηση του Δικαστηρίου προς τον εαυτό του για τους κινδύνους που εμπεριέχει η αποδοχή της αναγνώρισης αυτής. Στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της αποδοχής της αναγνώρισης ως τέτοιας είναι τα ακόλουθα.
- Η Μ.Κ.1 από την πρώτη στιγμή με την πρώτη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία την ίδια μέρα που έγινε η ληστεία σε βάρος της στις 20/2/2105 (Τεκμήριο Α), δήλωσε ότι το πρόσωπο του δράστη, της ήταν γνωστό γιατί κάπου τον είχε ξαναδεί και ότι αν τον ξανάβλεπε θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Και αυτό παρόλο που την συγκεκριμένη στιγμή δεν μπορούσε να θυμηθεί που τον είχε ξανασυναντήσει.
- Λίγες μόνο μέρες μετά τη ληστεία και συγκεκριμένα στις 25/2/2015 και αφού θυμήθηκε που είχε δει προηγουμένως το δράστη, μετέβη εκ νέου στην αστυνομία και το ανάφερε με δεύτερη της κατάθεση (Τεκμήριο Β) δίδοντας και κάποιες λεπτομέρειες. Είπε συγκεκριμένα ότι μπόρεσε να θυμηθεί ότι τον είχε δει δύο φορές προηγουμένως σε συγκεκριμένο δρόμο. Την πρώτη φορά, δέκα περίπου μέρες πριν την διάπραξη των αδικημάτων, είδε το δράστη μαζί με ένα άλλο ακόμα άτομο να περπατούν κοντά στην υπεραγορά Smart που βρίσκεται στο δρόμο Κολοσσίου -Ερήμης και να κατευθύνονται προς το Κολόσσι. Για δεύτερη φορά είδε και τα δύο αυτά άτομα στην ίδια περιοχή.
- Από την πρώτη στιγμή στην πρώτη της κατάθεση, περιέγραψε στην αστυνομία τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη, τα οποία πράγματι συνάδουν με αυτά του κατηγορούμενου, τον οποίο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της δίκης. Τον περιέγραψε ως άτομο Αραβικής καταγωγής, ηλικίας 25-30 χρόνων, μικροκαμωμένο και μελαχρινό όπως είναι ο κατηγορούμενος.
- Με την πρώτη της κατάθεση (Τεκμήριο Α) περιέγραψε τα ρούχα που φορούσε ο δράστης τη μέρα διάπραξης των αδικημάτων, λέγοντας ότι φορούσε μαυρόασπρο τρικό με ρόμβο. Στη δεύτερη της κατάθεση (Τεκμήριο Β) είπε επίσης ότι και τις προηγούμενες φορές που τον είχε δει, φορούσε τα ίδια ρούχα με την επίδικη ημερομηνία.
- Η αναγνώριση έγινε λίγες μόνο μέρες μετά τη ληστεία όταν είδε τον κατηγορούμενο στην ίδια περιοχή που τον είχε δει και προηγουμένως. Τον αναγνώρισε επίσης και όταν τον είδε στην αστυνομία και στην συνέχεια κατά τη δίκη όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου.
- Είχε επαρκή χρόνο να τον παρατηρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό όταν ο δράστης προσπαθούσε να της αποσπάσει την τσάντα. Όταν ο δράστης άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της και βρέθηκε κοντά της σε απόσταση «αναπνοής» όπως η ίδια την χαρακτήρισε, αλλά και στην συνέχεια όταν βρέθηκαν απέναντι ο ένας από τον άλλο, παλεύοντας μεταξύ τους στην προσπάθεια τους ο καθένας να αποσπάσει την τσάντα από τον άλλο.
- Είχε την ευκαιρία να τον δει υπό καλές συνθήκες παρατήρησης και φωτισμού και να παρατηρήσει τα χαρακτηριστικά του. Αυτό συνέβη όταν η Μ.Κ.1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και βρέθηκε ακριβώς απέναντι από τον δράστη και μάλιστα από τέτοια απόσταση που ουσιαστικά συνιστούσε άμεση επαφή. Αυτό έγινε στην προσπάθεια και των δύο να αποσπάσουν ο ένας την τσάντα από τον άλλο και ενώ το πρόσωπο του δράστη που ήταν γυρισμένο προς το δρόμο φωτιζόταν όχι μόνο από τον φωτισμό που εξέπεμπαν οι λαπτήρες του δρόμου, αλλά και από τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων. Σύμφωνα με τις αρχές που τέθηκαν από τη νομολογία η αναγνώριση για να γίνει αποδεκτή θα πρέπει να είναι σαφής, θετική και χωρίς επιφυλάξεις. Και στην συγκεκριμένη περίπτωση εμπεριέχει και τα δύο αυτά στοιχεία. Η Μ.Κ.1 δήλωσε απόλυτα βέβαιη και θετική ότι το πρόσωπο που της επιτέθηκε και της άρπαξε την τσάντα ήταν ο κατηγορούμενος, δηλώνοντας ότι δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να θέλει να ενοχοποιήσει ένα αθώο. Και αυτό πράγματι συνάγεται όχι μόνο από την απόλυτα θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας, αλλά και από το γεγονός ότι ξεκάθαρα δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το δεύτερο πρόσωπο που συμμετείχε στη διάπραξη των αδικημάτων. Και αυτό παρά το ότι όταν μαζί με την αστυνομία μετέβη στο σπίτι του κατηγορούμενου είδε να βρίσκονται εκεί κάποια άτομα που ο σωματότυπος τους έμοιαζε με αυτόν του δεύτερου προσώπου. Με ειλικρίνεια όμως ανάφερε ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το δεύτερο πρόσωπο, δεικνύοντας και με τον τρόπο αυτό ότι δεν είχε ως στόχο να ενοχοποιήσει οποιοδήποτε άτομο για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος της. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως τον δράστη της ληστείας δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Κατ' αρχήν ο Μ.Κ.1 δεν είχε την ευκαιρία να δει τον δράστη από κοντά, ούτε και υπό τις ίδιες συνθήκες που τον είδε η Μ.Κ.1 και πιο πάνω περιγράφονται. Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί ότι παρόλο που δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως τον δράστη, τον περιέγραψε και αυτός ως άνδρα αδύνατο και κοντό με ύψος γύρω στα 1.60 με 1.65 μ., όπως ακριβώς είναι και ο κατηγορούμενος. Το γεγονός επίσης ότι δεν ανευρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στο χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου της Μ.Κ.1 δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Και αυτό γιατί και όπως είναι νομολογημένο, ανυπαρξία γενετικού υλικού δεν καταδεικνύει χωρίς άλλο την μη ανάμιξη κάποιου κατηγορούμενου στο έγκλημα (βλ. Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας 2011
(2)ΑΑΔ 221). Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 20/2/2015 η Μ.Κ.1 εργαζόταν στην υπεραγορά Χ΄ Γιάννη που βρίσκεται στο χωριό Επισκοπή και της οποίας η είσοδος βρίσκεται στον κύριο δρόμο. Την ημέρα εκείνη η Μ.Κ.1, μαζί με τον εργοδότη της (Μ.Κ.2), αναχώρησαν από την εργασία τους γύρω στις 8.00 μ.μ. και κατευθύνθηκαν ο καθένας προς το αυτοκίνητο του που και τα δυο ήταν σταθμευμένα στο χώρο στάθμευσης που βρίσκεται στο πλάι της υπεραγοράς. Ο χώρος που το αυτοκίνητο της Μ.Κ.1 ήταν σταθμευμένο ήταν πλησίον του κύριου δρόμου και φωτιζόταν από τους ηλεκτρικούς λαπτήρες του δρόμου. Μια άλλη συνάδελφος τους που σχόλασε την ίδια ώρα μαζί τους, είχε ήδη αναχωρήσει από το μέρος. Ενώ η Μ.Κ.1 εισήλθε στο αυτοκίνητο της έχοντας ήδη ξεκινήσει την μηχανή και ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του οδηγού και αστραπιαία άπλωσε το χέρι του μπροστά της και πήρε την τσάντα της, που την είχε τοποθετήσει στη θέση του συνοδηγού. Ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο αυτό δεν φορούσε γάντια. Η Μ.Κ.1 αντέδρασε και άρπαξε την τσάντα, με τον κατηγορούμενο να εξακολουθεί επίσης να την τραβά. Αυτή και στην προσπάθεια της να τον αποτρέψει βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και ο καθένας από αυτούς τραβούσε την τσάντα προς το μέρος του. Η Μ.Κ.1 προσπάθησε να κλωτσήσει τον κατηγορούμενο και αυτός την κτυπούσε με τα χέρια του στο πρόσωπο και στο χέρι της προσπαθώντας να της αποσπάσει την τσάντα. Κατά τον χρόνο αυτό η Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος βρέθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλο και σε πολύ κοντινή απόσταση. Το πρόσωπο του κατηγορούμενου ήταν γυρισμένο προς το δρόμο και φωτιζόταν τόσο από τους λαπτήρες του δρόμου, όσο και από τα φώτα διερχόμενων αυτοκινήτων και έτσι η Μ.Κ.1 μπόρεσε να παρατηρήσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Στην φάση αυτή ενεπλάκη και δεύτερο άτομο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, ο οποίος επίσης κτύπησε τη Μ.Κ.
- Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η Μ.Κ.1, συνέχισαν και οι δύο να τραβούν την τσάντα ενώ βρίσκονταν ο ένας απέναντι από τον άλλο, οπόταν σε κάποια στιγμή η δεύτερη έπεσε κάτω στο έδαφος. Τότε ο κατηγορούμενος συνεχίζοντας να τραβά την τσάντα έσερνε την Μ.Κ.1 στο έδαφος, πετυχαίνοντας τελικά να της την αποσπάσει. Κατά την εξέλιξη των πιο πάνω, ο Μ.Κ.2 που βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, κατέβηκε από αυτό κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο της Μ.Κ.
- Τότε το δεύτερο πρόσωπο που βρισκόταν στο μέρος ήλθε προς το μέρος του και του επιτέθηκε δίδοντας του γροθιά στο πρόσωπο. Ο Μ.Κ.2 αντιστάθηκε και τον κλώτσησε στα πόδια. Το δεύτερο άτομο και μαζί με τον κατηγορούμενο διέφυγαν τρέχοντας κατευθυνόμενοι προς τα χωράφια που βρίσκονται στο πίσω μέρος της υπεραγοράς. Το δεύτερο άτομο ήταν ψηλός 1.80 με 1.85 εκ. και γεροδεμένος. Μέσα στην τσάντα της η ΜΚ1 είχε το χρηματικό ποσό των Ε300=, κάρτες της Τράπεζας Κύπρου και της Ελληνικής Τράπεζας, της VSB Bank, μία κάρτα της Συνεργατικής Κουρείου, την ταυτότητα της ίδιας και του συμβίου της Γιώργου Σωτηρίου Παντελή καθώς και άλλα προσωπικά της είδη. Στο σημείο της ληστείας δεν υπήρχαν κάμερες κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Αμέσως μετά το συμβάν οι Μ.Κ.1 και 2 μετέβησαν στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής όπου και κατήγγειλαν το περιστατικό. Κατά την μετάβαση της εκεί η Μ.Κ.1 έφερε εμφανή εκδορά στο πάνω χείλος και παραπονείτο για ζάλη. Για αυτό και παραπέμφθηκε για εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε μικροεκδορές στα άνω χείλη, εκδορές στην έσω επιφάνεια του αριστερού γόνατος και μώλωπες στο γλουτό, μηρό αριστερά χωρίς άλλες κακώσεις. Αμέσως μετά η Μ.Κ.4 μαζί με άλλους συναδέλφους της, μετέβησαν στην σκηνή όπου προέβησαν σε επιτόπιες εξετάσεις χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε επιλήψιμο. Στις 21/2/2015 και ώρα 10.50 ο αστυφ. 2061 Δ. Σαζός έλαβε από το εξωτερικό χερούλι της πόρτας του οδηγού του αυτοκινήτου της Μ.Κ.1 δειγματοληψία. Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας προέκυψε ότι το γενετικό υλικό που εντοπίσθηκε δεν ανήκει στον κατηγορούμενο. Επειδή στο μεταξύ η Μ.Κ.1 είχε θυμηθεί που είχε δει τον δράστη προηγουμένως, στις 25/2/2015 προσήλθε στην αστυνομία όπου και έδωσε σχετική κατάθεση. Προσπαθούσε επίσης μαζί με τον σύντροφο της να τον εντοπίσει κάνοντας βόλτες στην περιοχή που τον είχε δει προηγουμένως. Στις 27/2/2015 και ενώ η Μ.Κ.1 ήταν βόλτα μαζί με τον σύντροφο της στον κύριο δρόμο Κολοσσίου αναζητώντας τον δράστη, πρόσεξε σε κάποια απόσταση από την υπεραγορά Smart, ένα άντρα που έμοιαζε να είναι Αραβικής καταγωγής να περπατά. Αυτός ήταν ο κατηγορούμενος. Όταν η Μ.Κ.1 τον είδε, τον αναγνώρισε ως το άτομο που της επιτέθηκε στις 20/2/2015 και της άρπαξε την τσάντα κτυπώντας την, για αυτό και αναστατώθηκε. Πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και την ειδοποίησε σχετικά ενώ παράλληλα μαζί με τον συμβίο της πλησίασαν τον άνδρα αυτό. Ο συμβίος της του πρόσφερε τσιγάρο και συνομίλησαν για λίγο. Ακολούθως αφίχθηκε στο μέρος ο Μ.Κ.3 ο οποίος και μετά από υπόδειξη της Μ.Κ.1 ότι το πρόσωπο που βρισκόταν εκεί ήταν αυτός που της είχε επιτεθεί και της είχε αρπάξει την τσάντα, τον πλησίασε και τον πληροφόρησε για την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Αυτός δεν είπε οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.3 του ζήτησε να του παρουσιάσει τα στοιχεία του αλλά ο κατηγορούμενος δεν είχε οτιδήποτε στην κατοχή του και ο Μ.Κ.3 τον κάλεσε να μεταβεί μαζί του στον αστυνομικό σταθμό της Επισκοπής. Εκεί και μετά από σχετικό έλεγχο, διαπιστώθηκαν τα στοιχεία του κατηγορούμενου. Κατά τον έλεγχο των στοιχείων του με τη βοήθεια μεταφραστή, του Μ.Κ.5, προσήλθε η Μ.Κ.1 η οποία αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που της επιτέθηκε και ασκώντας βία εναντίον της, της απέσπασε την τσάντα. Ο Μ.Κ.3 και με τη βοήθεια του Μ.Κ.5, επέστησε την προσοχή στον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτε και δεν έκαμε οτιδήποτε. Στις 28/2/2015 και ώρα 0005 τον συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος και πάλι με τη βοήθεια του Μ.Κ.5, του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση. Αμέσως μετά ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του και απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει. Στη συνέχεια της ίδιας μέρας έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην οποία αρνήθηκε κάθε ανάμιξη στην υπόθεση. Όταν η Μ.Κ.1 είδε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό και τον αναγνώρισε ως τον δράστη ταράχτηκε ξανά. Μετά την αναγνώριση του κατηγορούμενου στον αστυνομικό σταθμό ως του δράστη, η Μ.Κ.1 μετέβη στο σπίτι του κατηγορούμενου στο Κολόσσι όπου αυτός διέμενε μαζί με άλλους συμπατριώτες του σε μια προσπάθεια αναγνώρισης του δεύτερου δράστη. Εκεί υπήρχαν 2 με 3 άτομα που είχαν τον ίδιο σωματότυπο με το δεύτερο δράστη, όμως η Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει. Στην κατοχή του κατηγορούμενου δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να σχετίζεται με την ληστεία. Η λήψη και διακίνηση των τεκμηρίων της υπόθεσης έγινε νομότυπα. Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και το οποίο είναι όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το οποίο την βαρύνει εξ' ολοκλήρου (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Θα προχωρήσω πρώτα να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της ληστείας (2η κατηγορία). Το αδίκημα αυτό σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 282 του Ποινικού Κώδικα, διαπράττεται, όταν κάποιος: (α) κλέβει κάτι, (β) κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής, χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, (γ) με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που κλάπηκε ή με σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού που κλάπηκε. Από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, προκύπτει ότι είναι απαραίτητο για στοιχειοθέτηση του αδικήματος, να υπάρχει ταυτόχρονη σύνδεση της χρήσης ή απειλής χρήσης βίας με τον σκοπό, διαφορετικά το αδίκημα της ληστείας δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί. Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος άρπαξε από την Μ.Κ.1 την τσάντα της η οποία περιείχε μέσα εκτός από προσωπικά της αντικείμενα και το ποσό των €300= που η Μ.Κ.1 είχε μέσα στην τσάντα της. Για να μπορέσει ο κατηγορούμενος να αποσπάσει από την Μ.Κ.1 την τσάντα της και όσα περιέχονταν σε αυτήν άσκησε εναντίον της πραγματική βία κτυπώντας την και σέρνοντας την στο έδαφος μέχρι να πετύχει τον σκοπό του. Είναι δε αναμφίβολο ότι τα χρήματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής. Κρίνεται λοιπόν ότι τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ληστείας έχουν αποδειχθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η σύνδεση δηλαδή των πιο πάνω, με τον σκοπό, απόκτησης δηλαδή ή κατακράτησης εκείνου που κλάπηκε ή αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού που έχει κλαπεί. Όπως προέκυψε από τα γεγονότα ο κατηγορούμενος άσκησε βία εναντίον της Μ.Κ.1, με σκοπό να της αποσπάσει την τσάντα της με ότι αυτή περιείχε κάτι που πέτυχε αφού πήρε την τσάντα και έφυγε. Η άσκηση βίας εναντίον της έγινε με σκοπό την απόκτηση της τσάντας και την εξουδετέρωση οποιασδήποτε αντίστασης είχε προβάλει η Μ.Κ.1. Κρίνεται λοιπόν ότι και τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ληστείας έχουν αποδειχθεί και έτσι και το αδίκημα αυτό έχει στοιχειοθετηθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 1ης κατηγορίας το οποίο βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί την βάση της κατηγορίας και συνίσταται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει μόνο στο στάδιο της πρόθεσης και είναι χωρίς σημασία εάν αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί. Επιπρόσθετα κάποιος συνωμότης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας από τους συνωμότες έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνοιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (βλ. Mulcanyv. R.
(1868)L.R. 34 H.L., 328, O´Connelliv. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. V. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα : «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως ούτε συνωμοσία. Το πότε συνβαίνει το ένα και πότε ο άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (βλ. R. V. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. V. Mills, 47 Cr. App. R.49, R. V. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. V. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παραγρ. 28-9». Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος πέτυχε και άρπαξε από την Μ.Κ.1 την τσάντα της βοηθούμενος από ένα άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί του και ο οποίος κατά τον χρόνο που η Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος τραβούσαν την τσάντα επενέβη βοηθώντας τον κατηγορούμενο. Η ανάμιξη του δεύτερου αυτού προσώπου δεν περιορίσθηκε εδώ. Όταν ο Μ.Κ.2 κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο της Μ.Κ.1 για να την βοηθήσει, το δεύτερο αυτό πρόσωπο επενέβη κτυπώντας τον Μ.Κ.2 προφανώς για να τον εμποδίσει και να διευκολύνει έτσι τον κατηγορούμενο στην επίτευξη του στόχου του. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου και του δεύτερου προσώπου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους την οποία και υλοποίησαν. Κρίνεται συνεπώς ότι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Θα εξετάσω τέλος αν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 3ης κατηγορίας της επίθεσης δηλαδή προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All ER 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος μαζί με το δεύτερο άγνωστο άνδρα άσκησαν εναντίον της Μ.Κ.1 πραγματική βία χωρίς τη συγκατάθεση της και με πρόθεση, αφού της επιτέθηκαν αρπάζοντας της την τσάντα. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη η Μ.Κ.1 προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο και το δεύτερο πρόσωπο που συμμετείχε. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής αναφοράς η οποία αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός όταν η Μ.Κ.1 εξετάσθηκε μετά την επίθεση που υπέστη. Τα τραύματα που υπέστη η Μ.Κ.1 από την επίθεση συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της έννοιας του Νόμου. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ).............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Criminal/final Subject/ listia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο