Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέα Κυπριανού, Aρ. Υπόθεσης: 30835/14, 19/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 30835/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Ανδρέα Κυπριανού --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19.01.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Αντωνιάδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα μία κατηγορία για παρακώλυση οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, όπως αυτές τροποποιήθηκαν, ο κατηγορούμενος την 15η Σεπτεμβρίου 2013 στη Γερμασόγεια, της επαρχίας Λεμεσού, εσκεμμένα παρακώλυσε όργανο τηρήσεως της τάξεως δηλ. τον Ε/Αστ.5468 Θ. Θεμιστοκλέους από τη Λευκωσία κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ότι ο κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί από την 2η κατηγορία που αντιμετώπιζε με βάση το αρχικό κατηγορητήριο κατόπιν διακοπής της από την κατηγορούσα αρχή στις 27/10/
- Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως, ενώ περαιτέρω κάλεσε δύο μάρτυρες για την υπεράσπιση του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2844 Στέλιος Πογιατζής. Ο μάρτυρας αυτός υιοθέτησε την κατάθεση του (τεκμ.1). Αναφέρει σε αυτήν ότι στις 15/09/13, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμ.2) στην οποία δεν παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά αντίθετα ισχυρίστηκε ότι είχε δεχτεί επίθεση από τον Ε/Αστ.
- Επίσης κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε ότι δεν παραδέχεται τις κατηγορίες (τεκμ.3). Ακολούθως του έδωσε σχετικό ιατρικό έντυπο για να επισκεφθεί το Νοσοκομείο και να εξεταστούν τα κατ' ισχυρισμό τραύματα του. Τέλος, ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι θα κινείτο νομικά εναντίον του αστυνομικού και περαιτέρω θα υπέβαλλε μέσω δικηγόρου παράπονο στην ανεξάρτητη αρχή παραπόνων. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ξεκίνησε ποινική ανάκριση εναντίον του μέλους της Δύναμης. Επίσης είπε ότι ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι θα επισκεφθεί το Νοσοκομείο, δεν υπάρχει όμως στο φάκελο της υπόθεσης ιατρικό πιστοποιητικό. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Θέμης Θεμιστοκλέους. Κατ' αρχήν ανέφερε ότι ο αριθμός 5468 ήταν ο αριθμός αστυνομικού που είχε στην υπηρεσία. Στη συνέχεια δε ανέγνωσε την κατάθεση του ημερ.15/09/13 (τεκμ.4) ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία σημειώνεται κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Αναφέρει σε αυτήν ότι υπηρετεί στο Τμήμα Β του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι απεσπασμένος στον ΕΟΜΟ. Την 15/09/13 ανέλαβε καθήκον για περιπολία στη Λεμεσό και ενώ η ώρα 16:03 βρισκόταν μαζί με τον Αστ.3370 στη Λεωφ. Γεωργίου Α' στη Γερμασόγεια πρόσεξε ότι στη συμβολή των φώτων τροχαίας Γεωργίου Α με Π.Τσαγγάρη και ενώ ο σηματοδότης ήταν κόκκινος, όχημα με αρ. εγγραφής LAL432, χρώματος μαύρου, μάρκας Smart, να παραβιάζει το κόκκινο φως και να κινείται από Γερμασόγεια προς Λεμεσό. Στη συνέχεια αφού έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για ασφαλή ανακοπή και έλεγχο του οχήματος σταμάτησε το όχημα. Οδηγός ήταν η Μιχαέλλα-Ντανιέλλα Παπαδόπουλος, την οποία πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και ότι θα καταγγελθεί και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο απάντησε «Εν τω πρόσεξα ότι ήταν κόκκινο». Τότε ο συνοδηγός που βρισκόταν στο όχημα κατέβηκε από αυτό και πλησιάζοντας τον άρχισε να φωνάζει με έντονο ύφος «Εν θα την καταγγείλεις ρε, εν είδα να ρέξουμε με κότσινο φώς». Τότε ανέφερε στο εν λόγω άτομο ότι αυτό που κάνει είναι αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός συνέχισε να φωνάζει δυνατά «Εφορέσετε μια στολή και είσαστε μάγκες. Εν θα την καταγγείλεις ρε ακούεις ήντα που σου λαλώ; Έχει και αύριο μέρα». Από τις φωνές του συνοδηγού οχήματα που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα σταμάτησαν και παρακολουθούσαν και κόσμος από τα διπλανά καταστήματα βγήκαν για να δουν τι γίνεται. Ακολούθως πληροφόρησε τον συνοδηγό ότι για το αδίκημα της ανησυχίας είναι υπό σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε προσπαθώντας να του πάρει τον Η/Υ εξωδίκων που κρατούσε στα χέρια του «Εν θα την καταγγείλεις εν θα κάμνετε ότι θέλετε». Τότε του ανέφερε ότι διαπράττει και το αδίκημα της παρεμπόδισης εκτέλεσης του καθήκοντος αστυνομικού εν στολή, του επέστησε την προσοχή του στο Nόμο και απάντησε «Είσαι μάγκας ρε που εν να μου βάλεις χειροπέδες. Εν να τα πω αύριο τούτα. 'Εσιει τζιε αύριο μέρα». Στη συνέχεια αναφέρεται στη σύλληψη του κατηγορούμενου και την μεταφορά του στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Σε ότι αφορά την οδηγό του οχήματος εκδόθηκε εξώδικο. Σε διευκρινιστική ερώτηση δε απάντησε ότι ΕΟΜΟ είναι ο Ειδικός Ουλαμός Μοτοσικλετών του Αρχηγείου. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι έχει περάσει αρκετός καιρός και δεν θυμάται σε ποιο σημείο ακριβώς είναι τα φώτα τροχαίας στη Λεωφ.Γεωργίου Α'. Κινούνταν είπε από τη Γερμασόγεια με κατεύθυνση το κέντρο της Λεμεσού, δηλαδή από ανατολικά προς δυτικά και σταμάτησαν το όχημα της Μιχαέλλας (στο εξής ΜΥ1) μετά τα φώτα τροχαίας της συμβολής Γεωργίου Α' με Π. Τσαγάρη. Δεν γνωρίζει αν εκεί είναι η Pizza Hut, δεν είναι από τη Λεμεσό και πιθανόν να είναι. Σταμάτησαν το όχημα της ΜΥ1 που είχε περάσει τα φώτα σε απόσταση από τα φώτα μπορεί παραπάνω από 100 μέτρα. Στη συνέχεια διαφώνησε ότι έκανε νεύμα στην ΜΥ1 μόλις πέρασε τα φώτα για χρήση κινητού τηλεφώνου από την ίδια και ανέφερε ότι το αδίκημα ήταν ξεκάθαρο δηλ. πέρασε με κόκκινο σηματοδότη. Την στιγμή που διαπίστωσαν την παράβαση κινούνταν με τη μοτοσικλέτα και ήταν σε απόσταση 10-15 μέτρα από το όχημα της ΜΥ1 που προπορευόταν. Δεν θεώρησε σοβαρό το θέμα της απόστασης των 10-15 μέτρων για να το πει στην κατάθεση του. Όσον αφορά την παράβαση που έγινε ήταν 100% σίγουρος και εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο. Δεν γνωρίζει τι απέγινε το εξώδικο και αν καταχωρήθηκε ποινική δίωξη η οποία ανεστάλη από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ακολούθως εξήγησε ότι ο δρόμος έχει 2 κατευθύνσεις και μπροστά του ήταν το όχημα της ΜΥ1, ενώ στην αριστερή λωρίδα ήταν ένα Pajero χρώματος κόκκινου. Μεταξύ του και του οχήματος της ΜΥ1, SΜΑRΤ μαύρο, δεν υπήρχε κανένα όχημα. Το SMART ελάττωσε ταχύτητα, έλεγξε δεξιά πιθανότατα εάν ερχόταν αυτοκίνητο και αφού δεν είδε αυτοκίνητο ανέπτυξε ταχύτητα και πέρασε τα φώτα. Δεν ανέφερε αυτά τα πράγματα στην κατάθεση του γιατί το σημαντικό ήταν η παράβαση που έγινε και η εξέλιξη της, παρά να γράψει για κάποιο αυτοκίνητο που ναι μεν θυμάται το χρώμα και το μοντέλο και δεν είχε νούμερα, στοιχεία να το αναφέρει. Η τροχαία κίνηση τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα στον παραλιακό δρόμο ήταν αραιή. Δεν αναφέρει αυτό το πράγμα στην κατάθεση του διότι επικεντρώθηκε στα αδικήματα που έγιναν. Ανέφερε στη συνέχεια ότι σταμάτησε το όχημα της ΜΥ1 σε τρίτη λωρίδα της κατεύθυνσης που οδηγούσαν και οι δύο, την οποία παίρνεις για να στρίψεις δεξιά προς πάροδο, όπου εκεί έκρινε ότι ήταν ασφαλές τόπος να σταματήσει το όχημα. Είπε πιο συγκεκριμένα ότι ο δρόμος έχει δύο λωρίδες που κινούνται δυτικά και όταν κάποιος θέλει να κινηθεί δεξιά για να πιάσει δευτερεύουσα αρτηρία, ο δρόμος σχηματίζει μια νησίδα με εσοχή νησίδας όπου μπορούσε να μπει το αυτοκίνητο, μπορούν να μπουν 2, 3 αυτοκίνητα για να στρίψουν δεξιά σε πάροδο. Σε αυτή τη λωρίδα σταμάτησε το όχημα και έλαβε τα δέοντα μέτρα ότι είναι ορατοί και σταματημένοι εκεί με ασφάλεια. Η Μιχαέλλα πήγαινε προς Λεμεσό και δεν έστριψε οπουδήποτε. Στη συνέχεια πήγε στο παράθυρο της οδηγού, της ανέφερε το αδίκημα και ζήτησε την άδεια οδηγού για να διαπιστώσει αν υπήρχε άδεια και για να εξακριβώσει την ταυτότητα του παραβάτη. Όταν της επίστησε την προσοχή της στο Νόμο η οδηγός απάντησε «Εν τω πρόσεξα ότι ήταν κόκκινο». Ακολούθως ο μάρτυρας είπε ότι ο συνοδηγός κατέβηκε από το όχημα και πλησιάζοντας τον άρχισε να φωνάζει και του είπε όσα αναφέρει στην κατάθεση του και αρνήθηκε ότι ο συνοδηγός του είπε ότι «αρχικά κύριε αστυνομικέ εκάματε νεύμα στη Μιχαέλλα ότι μιλούσε στο τηλέφωνο και τώρα μας λέτε ότι πέρασε με κόκκινο φως». Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν φώναζε και διαβάζοντας την κατάθεση του συνέχισε να περιγράφει το συμβάν. Παρά τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προσπαθούσε να παραμείνει ψύχραιμος, γνωρίζοντας εκ πείρας αλλά και κατόπιν συνεδριών που κάνουν με ψυχολόγους ότι το πρώτο πράγμα που κάνει ο ανθρώπινος οργανισμός είναι να δικαιολογηθεί για να γλυτώσει που το εξώδικο. Στην προκειμένη περίπτωση προσπαθούσε να δικαιολογήσει την Μιχαέλλα με την οποία κάποια σχέση θα υπήρχε. Η Μιχαέλλα απάντησε δεν πρόσεξα και προσπάθησε ο ίδιος να δικαιολογήσει το αδίκημα που διέπραξε. Αρνήθηκε δε υποβολή ότι η Μιχαέλλα απάντησε ότι «δεν παραδέχομαι ότι πέρασα με κόκκινο». Επίσης αναφέρθηκε στην προσπάθεια του κατηγορούμενου να του πιάσει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, την πληροφόρηση του ότι διαπράττει αδίκημα και την επίστηση της προσοχής του στο νόμο αλλά και το τι ανέφερε ο κατηγορούμενος, και αρνήθηκε υποβολές ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε όσα αναφέρει και ότι δεν προσπάθησε να πιάσει το υπολογιστή. Ο ίδιος ανέφερε παρέμεινε ήρεμος. Είπε ακόμη ότι ο Αστ.3370 δεν είχε καμία εμπλοκή στο επεισόδιο και αρνήθηκε ότι ο ρηθείς αστυφύλακας προσέγγισε τον κατηγορούμενο την ώρα που ήταν κοντά του και αφού τον άρπαξε του έβαλε χειροπέδες. Έχουν τύχει εκπαίδευσης και επειδή έλεγχε την κατάσταση δηλαδή το να βάλει χειροπέδες στον κατηγορούμενο δεν χρειαζόταν να επέμβει παρά μόνον όταν χρειάστηκε να ειδοποιήσει για να σταλεί όχημα να μεταφέρουν τον συλληφθέντα. Ο Αστ.3370 θέλει να πιστεύει ήταν σε ετοιμότητα και πιθανόν να επέμβαινε αν τον κτυπούσε και έπεφτε κάτω, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τον τράβηξε (τον κατηγορούμενο) και ακολούθως του έβαλε χειροπέδες. Αρνήθηκε επίσης ότι μαζί με τον αστ.3370 τράβηξαν τον κατηγορούμενο και τον πήραν στο δασούδι που ήταν απέναντι από το σημείο που βρίσκονταν. Μετά από σύλληψη κάποιος μένει για να επιθεωρεί τα οχήματα, ειδικά όταν πρόκειται για μοτοσικλέτες. Εάν έφευγαν και οι δύο πιθανόν οι μοτόρες του να επιδέχονταν κάποιο βανδαλισμό. Ο ίδιος έβαλε τις χειροπέδες στον κατηγορούμενο και τον οδήγησε στο δασούδι και ο αστ.3370 έμεινε εκεί για να προσέχει τις μοτοσικλέτες. Ακολούθως ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος ήρθε για να ζητήσει εξηγήσεις τον έσπρωχνε βίαια και του φώναζε να σταματήσει να ζητά εξηγήσεις, και πως στη συνέχεια ο αστ.3370 τον άρπαξε ώστε να του βάλουν χειροπέδες. Αρνήθηκε επίσης ότι τον πήραν μέσα στους θάμνους στο δασούδι και τον διέταξε να γονατίσει, όπως επίσης ότι ο κατηγορούμενος ρώτησε «Γιατί να γονατίσω; Αφού δεν έκανα κάτι παράνομο». Ακόμη αρνήθηκε ότι τον έσπρωξε και έβαλε τα πόδια του μέσα στα πόδια του και τον κλωστούσε με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να πέσει στο έδαφος και στη συνέχεια έβαλε το πόδι του πάνω στην πλάτη του και τον απότρεπε να σηκωθεί. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο δασούδι εν αναμονή του υπηρεσιακού οχήματος για μεταφορά του. Σε ερώτηση για το αν γνωρίζει περί παραπόνου του κατηγορούμενου την ίδια μέρα εναντίον του απάντησε ότι είναι δικαίωμα του, ενώ εν σχέση με το κατά πόσο του έχει επιδοθεί η αγωγή 3854/14 ανέφερε ότι έδωσε το έντυπο της αγωγής στον Αστυνομικό Διευθυντή του τμήματος του, ο οποίος του είχε αναφέρει ότι θα το δει με τη Νομική Υπηρεσία αλλά νομίζει ως τώρα δεν προχώρησε διότι έβαλαν επιτροπή να εξετάσει όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος. Τέλος ανέφερε ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας που παρέδωσε τον κατηγορούμενο δεν ζητήθηκε στην παρουσία του να πάει γιατρό και δεν έχει γνώση αν πήγε. Δεν έγιναν οποιαδήποτε τραύματα από τον ίδιο. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εκτός από την κατάθεση που έδωσε εν σχέση με την υπόθεση αυτή, κινήθηκε νομικά εναντίον του συγκεκριμένου αστυνομικού με την αγωγή 3854/14 και μετά που έδωσε την κατάθεσή του επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, γιατί είχε τραύματα που τον χτύπησε και την επόμενη ημέρα επισκέφθηκε εξωτερικό γιατρό. Συγκεκριμένα τον κύριο Σολομωνίδη. Επίσης έκανε καταγγελία στην Αστυνομία για να ασκηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του και έστειλε επιστολή μέσω της δικηγόρου του για να εξεταστεί το γεγονός από την Αστυνομία, χωρίς να έχει λάβει οποιανδήποτε απάντηση από την Αστυνομία. Στην αντεξέταση του αναγνώρισε κατ'αρχήν το Τεκμήριο 2 λέγοντας ότι είναι η κατάθεση του. Στη συνέχεια ανέφερε ότι η αγωγή που καταχώρησε βρίσκεται στο στάδιο της εξέτασης. Όσον αναφορά την επιστολή που είπε ότι έστειλε μέσω της δικηγόρου του, ανέφερε ότι την έστειλαν στην Αστυνομία για να διερευνηθεί η υπόθεση, όμως δεν πήραν καμία απάντηση. Ακολούθως ανέφερε ότι εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού την ίδια ημέρα που συνέβη το περιστατικό, γιατί είχε εμφανή σημάδια από τα τραύματα που είχε πάνω του από το χτύπημα του αστυνομικού. Όπως ανέφερε ο αστυνομικός κινήθηκε απειλητικά εναντίον του, τον χτύπησε χωρίς λόγο και επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο για να εξετάσουν τα τραύματα του. Την επόμενη ημέρα πήγε σε εξωτερικό γιατρό, τον κύριο Σολομωνίδη, ο οποίος του είπε τα ίδια πράγματα που του είπαν στο Νοσοκομείο. Την συγκεκριμένη ημέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2013, ανέφερε ότι ξεκίνησε μαζί με τη φίλη του τη Μιχαέλα για να πάνε στη Λεμεσό. Η Μιχαέλα ήταν η οδηγός και ο ίδιος καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Είδε τους αστυνομικούς ενώ ευρίσκονταν στον παραλιακό δρόμο, όπως τους είδε και η Μιχαέλα. Ο ένας ήταν ο μάρτυρας Θέμης Θεμιστοκλέους. Προχωρώντας όπως αναφέρει στην κατάθεση του και αφού πέρασαν τα φώτα τροχαίας, σε κάποιο σημείο ήρθε δίπλα από το αυτοκίνητο της Μιχαέλας ο κύριος Θεμιστοκλέους και έκανε νόημα με το χέρι του ότι μιλά στο τηλέφωνο. Στο αυτοκίνητο κουβέντιαζαν. Το φανάρι της τροχαίας ήταν πράσινο, γι' αυτό και πέρασαν. Την ώρα που ήρθε ο αστυνομικός πρώτα πήγε προς την οδηγό του αυτοκινήτου στη Μιχαέλα και της ανέφερε ότι πέρασε με κόκκινο φως. Δεν τους έδωσε εκεί στο παράθυρο δικαίωμα να ζητήσουν εξηγήσεις, απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο, και τότε κατέβηκε κάτω και ευγενικά τον προσέγγισε για να ζητήσει εξηγήσεις για το συγκεκριμένο θέμα. Του ανέφερε ότι τους έκανε σήμα γιατί μιλούσαν στο κινητό και στη συνέχεια αφού προχώρησε μπροστά, τους είπε ότι πέρασαν με κόκκινο φως και δεν συνέβη κανένα από τα δύο. Και η συμπεριφορά, η απάντηση του ήταν να τον σπρώξει βίαια προς τα πίσω και να του πει "δεν θα μου πεις εσύ πώς θα κάνω τη δουλειά μου." Ερωτώμενος για ποιον λόγο αφού δεν ήταν ο ίδιος οδηγός αλλά η Μιχαέλα και είναι εκείνην θα κατάγγελλαν πήγε προς το μέρος του αστυνομικού, απάντησε ότι ήταν για να ζητήσει εξηγήσεις για το θέμα, γιατί ήταν παρών και είδε πώς έγινε το περιστατικό. Θεώρησε καλό να κατεβεί και να ζητήσει τον λόγο, πάντα ευγενικά, χωρίς να είναι προκλητικός ή οτιδήποτε στον αστυνομικό. Ήταν μαζί της, είχαν κάποια φιλική σχέση και κατέβηκε να ρωτήσει, να ζητήσει τον λόγο εκ μέρους της. Αρνήθηκε δε ότι κατέβηκε για να παίξει τον μάγκα της Μιχαέλας και να κάνει show της Μιχαέλας ότι αν είναι μαζί της δεν τη γράφει ούτε η Αστυνομία. Η Μιχαέλα διευκρίνισε ήταν φιλενάδα του και είχαν ερωτική σχέση. Αφού συμφώνησε ότι αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα για το νομικό σύστημα και πώς πρέπει να κινηθεί κάποιος πολίτης ή όταν επιθυμεί να διασφαλίσει τα δικαιώματα του, ερωτήθηκε γιατί ενώ αντιλήφθηκε ότι ο αστυνομικός έκανε λάθος σε εκείνο που είπε της Μιχαέλας, δεν περίμενε και να της πει "Μιχαέλα εγώ θα έρθω μάρτυρας στο Δικαστήριο και θα πω ότι ο αστυνομικός έκανε λάθος, δεν υπήρχε αυτό το πράγμα" και κατέβηκε κάτω και ζήτησε τον λόγο από τον αστυνομικό. Απάντησε πάλιν ότι θεώρησε σωστό τη δεδομένη χρονική στιγμή να κατεβεί κάτω και να μιλήσει ευγενικά με τον αστυνομικό και να του ζητήσει τον λόγο που τους έγραψε, χωρίς να ισχύει καμία από τις δύο κατηγορίες. Η συμπεριφορά που είχε απέναντι του δημιούργησε το όλο σκηνικό πιο μετά, δηλαδή μπορούσε να του πει όμορφα και ωραία "τάραξε το αυτοκίνητο σου, να έρθω εκεί να συζητήσουμε το θέμα" και όχι να τον σπρώχνει βίαια στον δρόμο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ακόμα και αυτό που λέει ότι κατέβηκε κάτω και πήγε να ζητήσει ευγενικά τον λόγο από τον αστυνομικό, είναι παρακώλυση του έργου του. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι πράγματι η Μιχαέλα πέρασε με κόκκινο φως και ο αστυνομικός είναι γι' αυτό που τη σταμάτησε. Επίσης σε υποβολή ότι ουδέποτε έστειλε οποιανδήποτε επιστολή σε οποιανδήποτε Αρχή στην Αστυνομία εναντίον του αστυνομικού απάντησε ότι το έκανε μέσω της δικηγόρου του. Αρνήθηκε επίσης ότι όταν την πλησίασε ο αστυνομικός στο παράθυρο του οδηγού της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο για κόκκινο φως και η ίδια απάντησε ότι «δεν το είδα ότι ήταν κόκκινο» και τότε είναι που αποφάσισε να κατέβει κάτω από το αυτοκίνητο. Ακόμη αρνήθηκε ότι κατέβηκε κάτω από το αυτοκίνητο και πλησίασε τον Θέμη, τον αστυνομικό και άρχισε να του φωνάζει, επαναλαμβάνοντας ότι ο αστυνομικός του είπε "δεν θα μου πεις εσύ πώς θα κάνω τη δουλειά μου" και τον έσπρωξε βίαια προς τα πίσω. Δεν του είπε "κύριε διαπράττεις αδίκημα αυτήν τη στιγμή." Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Μιχαέλα τη συγκεκριμένη ημέρα είναι Smart, πολύ μικρό αυτοκίνητο. Όταν ερωτήθηκε δε αφού ήταν τόσο μικρό, γιατί άνοιξε και κατέβηκε να πάει προς τον Θέμη και δεν του είπε από το παράθυρο "κύριε κάνεις λάθος;", απάντησε ότι δεν του έδωσε το δικαίωμα να μιλήσει μέσα από το αυτοκίνητο. Ήρθε μέσα από το παράθυρο της Μιχαέλας και της είπε "πέρασες με κόκκινο φως", και απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο προς τη μηχανή του και κατέβηκε κάτω για να ζητήσει ευγενικά τον λόγο. Η μηχανή του ήταν πίσω από το αυτοκίνητο, σε απόσταση 3-4 μέτρα από το αυτοκίνητο, ενώ η άλλη μηχανή του άλλου αστυνομικού ήταν μπροστά από το αυτοκίνητο. Αρνήθηκε υποβολή ότι όχι μόνο κινήθηκε προς το μέρος του Θέμη, αλλά επιπλέον φώναζε δυνατά, και ότι φώναζε τις φράσεις "φορέσατε μία στολή και είσαστε μάγκες; Δεν θα την καταγγείλεις κύριε, ακούεις τι σου λαλώ, έχει και αύριο ημέρα." Όσον αφορά την τροχαία κίνηση είπε ότι είχε κάμποσα αυτοκίνητα στον δρόμο. Όμως κινούνταν, δεν ήταν σταματημένα να μην μπορούν να κινηθούν, να καθυστερούν. Την ώρα που κατέβηκε κάτω, δεν είδε αυτοκίνητα να σταματούν, ούτε και κατέγραψε κάποιο αριθμό αυτοκινήτου που περνούσε από εκεί. Επίσης είπε ότι δεν τον χτύπησε στον δρόμο που ήταν εκεί που του ζήτησε τις εξηγήσεις, οπότε κανένας δεν ήρθε να του πει να έρθει μαζί του στην Αστυνομία, απλά αυτό που έκανε τον έσπρωχνε βίαια προς τα πίσω. Συμφωνεί ότι εκεί στην περιοχή υπάρχουν καταστήματα αλλά κανένας δεν βγήκε έξω να πει οτιδήποτε. Όταν ο αστυνομικός τον πήρε στο δασούι τον χτύπησε. Η Μιχαέλα μετά που του έβαλε χειροπέδες και τον πέρασε απέναντι στο δασούι και ο συγκεκριμένος αστυνομικός έκανε ότι έκανε, έβαλε το πόδι του μέσα στα πόδια του, τον κλώτσησε και έπεσε κάτω και στάθηκε από πάνω του με τα δύο του πόδια ανάμεσα του σώματος του, εμποδίζοντας τον να σηκωθεί από το έδαφος, ήρθε απέναντι και έβλεπε τη σκηνή και ο συγκεκριμένος αστυνομικός της έλεγε να πάει στο αυτοκίνητο και να κάτσει. Η Μιχαέλα του ανέφερε "τι κάνετε εκεί με ποιο δικαίωμα κάνετε ό, τι κάνετε, τι είστε αστυνομικοί ή χούλιγκαν; Μόνο οι χούλιγκαν κάνουν αυτά τα πράγματα." Και αυτός της φώναζε και της είπε να πάει πίσω στο αυτοκίνητο και να καθίσει. Στο σημείο που τον πήρε στο δασάκι, δεν φαίνεται καθόλου ο δρόμος. Τον πήρε εκεί που έχει δέντρα θάμνους. Για να πάνε στο δασάκι τον πήρε από το χέρι, αφού του έβαλε χειροπέδες και τον πέρασε απέναντι, διασταύρωσαν τον δρόμο. Δεν έφερε κάποια αντίσταση, περπατούσε και τη στιγμή που τον έπαιρνε απέναντι δεν είχε αυτοκίνητα στον δρόμο. Ακολούθως απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με το που ακριβώς ευρίσκεται το δασάκι εν σχέση με την θάλασσα και είπε ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν είχε κόσμο στην παραλία. Εκεί που ήταν είπε δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος και η παραλία δεν φαίνεται από εκεί. Δηλαδή είναι λίγο ανηφορικός ο δρόμος και γέρνει προς τα κάτω, όμως δεν φαίνεται παραλία. Τα καταστήματα είναι απέναντι, δεν φαίνονται τα καταστήματα εκεί. Δεν είσαι ορατός από τα καταστήματα γιατί είχε θάμνους μπροστά. Επίσης είπε ότι δεν είχε κάποιο καφέ εκεί που ήταν. Στη συνέχεια είπε ότι όταν πήγε στο μέρος του αστυνομικού δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του. Έστεκε εκεί στη μοτοσυκλέτα και κάτι έψαχνε προς τη μοτοσυκλέτα, σε ένα κουτί της και μόλις του ζήτησε τον λόγο τον έσπρωξε αφού του ανέφερε ότι δεν θα του πει πώς θα κάνει τη δουλειά του. Δεν πήγε με απειλητικές διαθέσεις προς το μέρος του και δεν φώναζε, προκαλώντας ανησυχία και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο με το αδίκημα της ανησυχίας. Αρνήθηκε επίσης ότι προσπάθησε να του αποσπάσει το κομπιούτερ έκδοσης εξωδίκων που κρατούσε και ότι του είπε «δεν θα την καταγγείλεις, δεν θα κάνεις ό, τι θέλεις.» Μετά το δασάκι τον μετέφερε περιπολικό της Αστυνομίας στον Σταθμό Γερμασόγειας. Στο περιπολικό ήταν δύο αστυνομικοί και τους είπε τι έγινε. Δεν το είπε όμως στην κατάθεση του αυτό. Δεν θυμάται ποιοι είναι αυτοί οι αστυνομικοί. Τον οδήγησαν στο τμήμα και του είπαν να τα πει στην κατάθεσή του, αυτά που έλεγε στο αυτοκίνητο και τα είπε. Τέλος είπε ότι όταν τον χτυπούσε ο αστυνομικός ο Θέμης, ο άλλος ο αστυνομικός που ήταν μαζί του με τη μοτόρα ήταν εκεί και έβλεπε. Εν σχέση με αυτόν δεν έστειλε επιστολή γιατί δεν έκανε τίποτε εναντίον του. Αυτός ήταν εκεί στο δασάκι και μετά που ήρθε η Μιχαέλα εκεί στο δασάκι και είδε τη σκηνή την τράβηξε πιο πίσω από τη σκηνή προς τον δρόμο. Η Μιχαέλα ήρθε στη Γερμασόγεια και έδωσε και εκείνη κατάθεση την επόμενη ημέρα γιατί είναι Ρουμάνα στην καταγωγή και ζήτησε η Αστυνομία να έχει διερμηνέα εκεί που έδινε κατάθεσή. Η μαρτυρία του ολοκληρώθηκε με διάφορες υποβολές, στις οποίες επανέλαβε τους δικούς του ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Ως ΜΥ1 κατέθεσε η Μιχαέλλα Παπαδοπούλου. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι την συγκεκριμένη ημέρα ξεκινήσαν από το χωριό για να πάνε στο Mall για καφέ, ήταν μία Κυριακή μεσημέρι. Περάσαν φώτα και είδαν σταματημένες δύο μοτόρες, δύο αστυνομικούς και έκαναν κάποιον έλεγχο. Προχώρησαν και σε κάποια φάση είδε μέσα στο καθρεφτάκι ότι έρχονταν από πίσω τους, πέρασε από δίπλα από το αυτοκίνητο από το παράθυρο της, γιατί το αυτοκίνητο της είναι αριστεροτίμονο, της έκανε νόημα και πέρασε μπροστά και της έκανε νόημα να σταματήσει. Την σταμάτησε ακριβώς στα φώτα τροχαίας, τα φώτα ήταν ένα μέτρο πριν τα φανάρια, ήρθε μέσα στο παράθυρο, όταν ερχόταν της έκανε νόημα με το τηλέφωνο, όταν ήρθε κατάλαβε ότι δεν μιλούσε στο τηλέφωνο και της είπε ότι «πέρασες με κόκκινο» και αυτή του είπε ότι «δεν πέρασα με κόκκινο.». Καταρχήν, δεν υπήρχαν φώτα τροχαίας πίσω τους για πολύ μεγάλο διάστημα, σε κάποια στιγμή ήταν διάβαση πεζών και απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο ο αστυνομικός. Τότε κατέβηκε ο Ανδρέας για να τον ρωτήσει γιατί να μας γράψει, αφού δεν πέρασε με κόκκινο, του φώναξε και του είπε «εσύ να μπεις μέσα στο αυτοκίνητο» και του είπε ο Ανδρέας "γιατί να μπω στο αυτοκίνητο;" και του είπε "να μπεις τώρα μέσα στο αυτοκίνητο". Ο Ανδρέας δεν μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο, τον ρώτησε τον λόγο "γιατί να μπω στο αυτοκίνητο, αφού δεν έκανα κάτι; Ήρθα να σε ρωτήσω ποιος είναι ο λόγος να μας γράψεις.» Ήρθε και ο άλλος ο αστυνομικός, γιατί ήταν δύο, τον έσπρωξαν πάνω στο αυτοκίνητο, πάνω στην πόρτα του συνοδηγού του έβαλαν χειροπέδες πίσω και τότε ο Ανδρέας είπε "γιατί να μου βάλεις χειροπέδες, τι έκανα; Γιατί με σπρώχνετε;" και είπε "τη δουλειά μου κάνω" και είπε "ποια δουλειά;". Μετά τον τράβηξε, τον πήρε απέναντι στον δρόμο, ήταν ένα δάσος, αυτή έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο που τον πήρε απέναντι, μόλις άδειασε ο δρόμος κατέβηκε και πήγε απέναντι είπα του "κύριε, τι είναι αυτά που κάνεις;" επειδή τον έριξε κάτω και τον χτυπούσε και της είπε "τη δουλειά μου κάνω" και του είπε "ποια δουλειά; Δεν είστε χούλιγκαν, είστε αστυνομικός, ούτε οι χούλιγκαν συμπεριφέρονται έτσι." Και της είπε "εσύ να φύγεις, να πας μέσα στο αυτοκίνητο" και του είπε "δεν φεύγω, πουθενά δεν πάω, δεν φεύγω." Του είπε "τι είναι αυτά που κάνεις;" ρώτησε 2 ‑ 3 φορές και της είπε "τη δουλειά μου κάνω". Μετά φώναξαν την Αστυνομία και τους πήραν στον Σταθμό. Την επόμενη ημέρα την φώναξαν να δώσει κατάθεση. Δεν την άφησαν εκείνην την ημέρα να δώσει κατάθεση, διότι είπαν ότι είναι υποχρεωμένοι να της φέρουν διερμηνέα. Τους είπε ότι τα ελληνικά της είναι αρκετά καλά και μπορεί να δώσει κατάθεση, αλλά δεν την άφησαν και πήγε την επόμενη. Ήταν ανέφερε η οδηγός του αυτοκινήτου. Τέλος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι θα του κάνει αγωγή, διότι τον έδερε χωρίς λόγο και να προχωρήσει νομικά. Γνωρίζει δε ότι πήγε στον γιατρό εκείνην την ημέρα, η ίδια τον πήρε στο Νοσοκομείο και την επόμενη ημέρα πήγε και σε δεύτερο γιατρό για να πιάσει μία άλλην γνώμη. Στην αντεξέταση της αρνήθηκε ότι υπήρξε συνεννόηση της ουσιαστικά με τον κατηγορούμενο και την δικηγόρο του για να έρθει στο Δικαστήριο αλλά και για το τι θα πει και ανέφερε ότι ήρθε σαν μάρτυρας για να πει την αλήθεια τι έγινε εκείνην την ημέρα. Αρνήθηκε δε ότι δεν έδωσε κατάθεση για το περιστατικό, λέγοντας ότι έχει δώσει κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να πει ψέματα για έτσι πράγματα, ούτε για να βοηθήσει τον φίλο της. Oι δύο αστυνομικοί ανέφερε, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, έσπρωξαν τον Ανδρέα πάνω στο αυτοκίνητο στην πόρτα του συνοδηγού και του έβαλαν χειροπέδες. Ο Ανδρέας δεν έκανε όμως κάτι, τον έβαλαν στην πόρτα, του έβαλαν τις χειροπέδες και δεν κουνιόταν από εκεί. Ήταν και οι δύο αστυνομικοί εκεί που του έβαλαν χειροπέδες και τον έσπρωξαν πάνω στο αυτοκίνητο. Πρώτα ο ένας και μετά ήρθε και ο δεύτερος, του έβαλαν χειροπέδες και μετά ο ένας τον πήρε απέναντι στον δάσος, τον έριξε κάτω. Πήγε με τον άλλο τον αστυνομικό, ο άλλος ο αστυνομικός δεν τον έδερε, δεν του έκανε κάτι, δεν του έκανε τίποτε, του είπε του άλλου να σταματήσει. Συμφώνησε ακόμη ότι εκείνη την ημέρα οδηγούσε ένα αυτοκίνητο Smart με αριθμό εγγραφής LAL434 (προφανώς εκ λάθους συμφώνησε με τoν εν λόγω αριθμό εγγραφής αφού με βάση το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι ο ορθός αριθμός εγγραφής είναι LAL432, όμως επειδή δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία για την υπόθεση δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω το θέμα αυτό), το οποίο είναι πολύ μικρό. Όταν κάποιος κάθεται στη θέση του συνοδηγού, όπως και σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο είπε, μπορεί να βλέπει έξω από το παράθυρο του οδηγού. Η απόσταση δε που υπάρχει από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού μέχρι τον συνοδηγό στο αυτοκίνητο της είναι ένα μέτρο και κάτι, δεν ξέρει ακριβώς. Ο αστυνομικός ήρθε προς το μέρος της, πάνω στο παράθυρο, του έδωσε την άδεια και της είπε ότι πέρασε με κόκκινο και του είπε "δεν πέρασα με κόκκινο" και απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο, έφυγε. Δεν θυμάται ακριβώς τι της είπε και αν της είπε ότι θα την καταγγείλει για το κόκκινο. Της ζήτησε την άδεια και της είπε ότι πέρασε με κόκκινο και έφυγε, μάλλον ήταν να την γράψει, δεν ξέρει ακριβώς. Όση ώρα συνομιλούσαν με τον αστυνομικό, ο Ανδρέας ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, συνοδηγός. Δεν είπε κάτι ο Ανδρέας που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Ο αστυνομικός έφυγε, δεν τους άφησε να μιλήσουν και απλά κατέβηκε κάτω ο Ανδρέας και πήγε στο μέρος του αστυνομικού να τον ρωτήσει γιατί να τους γράψει, αφού δεν πέρασαν με κόκκινο. Όταν έφυγε ο αστυνομικός από την πόρτα της κρατούσε την άδεια της και πήγε προς τη μηχανή του. Σε υποβολή δε ότι ο αστυνομικός εκείνην την ώρα κάνοντας το καθήκον του προσπαθούσε να την καταγγείλει, να την γράψει, απάντησε ίσως, δεν ξέρει τι πήγε να κάνει, του έδωσε την άδεια της και απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο προς τη μηχανή του και το μόνο που της είπε είναι ότι πέρασε με κόκκινο, λογικά πρέπει να πήγε να την γράψει. Στον αστυνομικό απάντησε ότι δεν πέρασε με κόκκινο, εκεί που την έγραψε δεν υπήρχαν καν φώτα τροχαίας. Δεν γνωρίζει είπε αν η οδός στην οποία οδηγούσε είναι η Γεωργίου Α' στη Γερμασόγεια, αλλά ήταν ο παραλιακός δρόμος και πήγαιναν προς το Mall. Εκεί στη συγκεκριμένη περιοχή που την σταμάτησε ο αστυνομικός δεν υπήρχαν είπε φώτα τροχαίας και σταμάτησε ακριβώς πριν από τα φώτα, τα τελευταία φώτα που πέρασαν ήταν πολύ πιο πίσω, πολύ μακριά. Ήταν σε μεγάλη απόσταση και την σταμάτησε ακριβώς μέσα στα φώτα, ένα μέτρο πριν το φανάρι, τα φώτα. Αρνήθηκε δε ότι είχε φώτα πριν και δεν τα πρόσεξε γι' αυτό πέρασε με κόκκινο. Αν ήταν να περάσει με κόκκινο ανέφερε τα λάθη ήταν ανθρώπινα, δεν υπήρχε λόγος να φτάσει εδώ και να μην το παραδέχεται. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν κάνει λάθος, αλλά δεν έκανε κάτι, δεν πέρασε με κόκκινο, ξεκίνησαν να πάνε να πιούν ένα καφέ και έγιναν όλα αυτά χωρίς λόγο. Την κατηγόρησε είπε, ήρθε εδώ και (ο αστυνομικός) δεν ήρθε ποτέ. Όσες φορές ήρθε, την κάλεσαν να έρθει, ο κύριος δεν ήρθε ποτέ να πει "ναι κυρία μου πέρασες με κόκκινο", αφού δεν υπήρχαν φώτα. Στην υπόθεση που ήταν Κατηγορούμενη έχει απαλλαχθεί από την κατηγορία γιατί όπως ανέφερε δεν πέρασε με κόκκινο. Στη συνέχεια όμως είπε ότι η υπόθεση διακόπηκε, απλά δεν ξέρει τον Νόμο, απλά ξέρει ότι ήταν δύο αστυνομικοί και δεν ήρθε κανένας. Ανέφερε πάλιν στη συνέχεια, ερωτώμενη σχετικά, ότι μόλις κατέβηκε Ανδρέας τον ρώτησε "γιατί να μας γράψετε, αφού δεν περάσαμε με κόκκινο", και του είπε "εσύ να μπεις μέσα στο αυτοκίνητο". Ο Ανδρέας ρώτησε "γιατί να μπω μέσα στο αυτοκίνητο, αφού δεν κάναμε κάτι". Του είπε 2 ‑ 3 φορές, ύστερα ήρθαν, τον έσπρωξαν πάνω στην πόρτα του συνοδηγού και του έβαλαν χειροπέδες. Ακολούθως ο ένας αστυνομικός τον πήρε και ο άλλος έμεινε εκεί μαζί της και μετά ήρθε μαζί της απέναντι και του είπε που τον έριξε κάτω να σταματήσει και μετά κάλεσαν την Αστυνομία και τους πήραν στον Σταθμό. Ο αστυνομικός κλώτσησε τον Ανδρέα με το πόδι και μετά έβαλε το πόδι του, ο Ανδρέας ήταν ξαπλωμένος κάτω με τα χέρια δεμένα πίσω. Όταν πέρασαν τον δρόμο και μετά του φώναξε ο άλλος αστυνομικός να σταματήσει και δεν τον χτυπούσε άλλο και μίλησε μαζί της. Αρνήθηκε ότι ο Ανδρέας είπε του αστυνομικού "εν θα την καταγγείλεις ρε, εν είδα να ρέξει με κόκκινο". Επίσης σε άλλο σημείο είπε ότι ήταν αγχωμένη επειδή έγιναν όλα αυτά που έγιναν και είδε τον Ανδρέα κάτω, τον έσπρωχνε κάτω με το πρόσωπο μέσα στα χώματα. Τον κρατούσε με το γόνατο. Ανέφερε ακόμη ότι δεν είναι γνώστης της περιοχής και δεν γνωρίζει τους δρόμους. Απλά εκεί πέρασαν πρώτα φώτα ένα πολύ μεγάλο διάστημα, κάποια στιγμή υπήρχαν φώτα διασταύρωσης πεζών και ξανά προχώρησαν και τους σταμάτησαν ακριβώς στα φώτα. Όταν λέει "πέρασα τα φώτα και μετά από ένα μεγάλο διάστημα", εννοεί προχώρησαν αρκετά ως τα φώτα που την σταμάτησε. Επέμεινε όμως ότι δεν πέρασε με κόκκινο. Ως ΜΥ2 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Σκορδή. Eίναι Πρωτοκολλητής του Ε. Δ. Λεμεσού και υπεύθυνος στο τμήμα πολιτικών υποθέσεων και έχει υπό τη φύλαξη του τους φακέλους αυτούς. Ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του τον φάκελο της αγωγής 3854/14 εις την οποία ενάγοντας είναι ο Ανδρέας Κυπριανού και εναγόμενος ο Θέμης Θεμιστοκλέους, και κατέθεσε πιστό αντίγραφο κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου εν σχέση με την εν λόγω αγωγή (τεκμήριο 5), πιστό αντίγραφο σημειώματος εμφάνισης (τεκμήριο 6) και κατάλογο αποκάλυψης εγγράφων με επισυνημμένη ένορκη δήλωση (τεκμήριο 7). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η ρηθείσα αγωγή σύμφωνα με το πρακτικό ημερομηνίας 19.11.2016 έχει επαναοριστεί για ακρόαση στις 03.04.
- Ανέφερε ακόμη ότι στην υπόθεση έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση στις 16.06.2015 και λογικά για να καταχωρηθεί δεν έγιναν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του ενάγοντα. Είπε επίσης ότι δεν είναι σε θέση ο ίδιος να γνωρίζει αν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο κλητήριο, τεκμήριο 5, ευσταθούν. Τέλος ανέφερε ότι όσον αφορά την τροποποίηση κλητηρίου και μέχρι ποιο στάδιο υπόκειται ένα κλητήριο σε τροποποίηση, προνοεί η Διάταξη 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Ο ΜΚ1 συνάγεται από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ότι κατέθεσε ουσιαστικά μόνον όσον αφορά τις ενέργειες του να λάβει ανακριτική κατάθεση και να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο. Επίσης για τον εφοδιασμό του κατηγορούμενου με έντυπο για να επισκεφθεί το Νοσοκομείο για εξέταση. Η μαρτυρία του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τυπική. Εν πάση περιπτώσει γίνεται αποδεκτή, χωρίς να υφίσταται σημειώνεται κανένας λόγος για αντίθετη κατάληξη, ενώ σημασία έχει να αναφερθεί ότι δεν υπάρχει εν σχέση με την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα εισήγηση από την υπεράσπιση για μη αποδοχή της για οποιοδήποτε λόγο. Αναφορικά με τον ΜΚ2 ευθέως αναφέρω ότι αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ήπιος και απάντησε άμεσα, με σαφήνεια και φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και θα μπορούσε να λεχθεί ότι με τις απαντήσεις του και τον τρόπο που κατέθεσε δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης της μαρτυρίας ή της αξιοπιστίας του, η οποία θα πρόσθετα σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Κρίνω εν πάση περιπτώσει ότι ήταν ειλικρινής και κατέθεσε τα γεγονότα ακριβώς όπως τα έζησε και εκτυλίχθηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα. Κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του. Βεβαίως παρεμβάλλω εδώ πως δεν μου έχουν διαφύγει όσα ανέφερε στην αγόρευση της σχετικά με τον μάρτυρα αυτό η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας, δεν απαντούσε με αμεσότητα, απέφευγε να απαντήσει και απαντούσε άλλα, δεν κατέθεσε με άνεση λες και βίωσε τα γεγονότα, υπάρχουν κενά και αντιφάσεις στη μαρτυρία του, με μεγαλύτερη όταν αυτός είπε ότι δεν του επιδόθηκε η αγωγή και δεν θυμόταν. Με όλο το σεβασμό διαφωνώ μαζί της. Εκτός των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω αναφέρω και τα εξής. (α) Δεν εντοπίζονται κενά και αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Το Δικαστήριο σημειώνω ανέτρεξε στη μαρτυρία του την οποία έχει μελετήσει ενδελεχώς και αυτό που εν πάση περιπτώσει με βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί είναι πως δεν υπάρχουν κενά ή ουσιώδεις αντιφάσεις που να πλήττουν τον πυρήνα της μαρτυρίας του ή την αξιοπιστία του. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν αρχικά ότι του επιδόθηκε αγωγή δεν αποτελεί θεωρώ κάτι ουσιαστικό και εν πάση περιπτώσει εξήγησε κατά την αντεξέταση του στη συνέχεια ότι δεν θυμόταν και το θυμήθηκε τώρα που αναγνώρισε την υπογραφή του στο χαρτί γιατί μόλις έλαβε την αγωγή την έδωσε στον αξιωματικό του ο οποίος θα έβλεπε το θέμα με τη νομική υπηρεσία και ανέλαβε την εξέταση του θέματος, εξήγηση την οποία αποδέχομαι ως λογική. Παρεμβάλλω ότι όπως προκύπτει από το σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή 3854/14 δηλ. το τεκμήριο 6, εμφάνιση καταχωρήθηκε εκ μέρους του σαν εναγόμενου από δικηγόρο της Δημοκρατίας και όχι από ιδιώτη δικηγόρο, κάτι που βεβαίως επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του. (β) Δεν εντοπίζονται επίσης στη μαρτυρία του οι αναφερόμενες από την υπεράσπιση υπεκφυγές. (γ) Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν θυμόταν αν πλησίον των συγκεκριμένων φώτων τροχαίας που έγινε η παράβαση είναι η Pizza Hut, την ίδια στιγμή που εξηγεί ότι δεν είναι από τη Λεμεσό, δεν μπορεί να προσδώσει επ'ουδενί αναξιοπιστία στον μάρτυρα. (δ) Ακόμη το γεγονός ότι κάποια πράγματα που ανέφερε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τα είχε καταγράψει στην κατάθεση του, θεωρώ ότι ήταν λογικό να μην αναφερθούν. Διότι δεν αναμένεται από ένα μάρτυρα που δίνει κατάθεση να καταγράφει την παραμικρή λεπτομέρεια, ακόμη και επουσιώδη. Αντίθετα βέβαια αναμένεται η καταγραφή όλων των ουσιωδών / σημαντικών λεπτομερειών, που σχετίζονται άμεσα με το θέμα για το οποίο καταθέτει. Έτσι και εδώ το γεγονός ότι δεν είπε στην κατάθεση του ότι η απόσταση του από το όχημα της ΜΥ1 ήταν 10-15 μέτρα, ή ότι ο δρόμος έχει 2 κατευθύνσεις και μπροστά του ήταν το όχημα της ΜΥ1, ενώ στην αριστερή λωρίδα ήταν ένα Pajero χρώματος κόκκινου, μεταξύ του και του οχήματος της ΜΥ1 δεν υπήρχε κανένα όχημα και ότι το όχημα της ΜΥ1 ελάττωσε ταχύτητα, έλεγξε δεξιά πιθανότατα εάν ερχόταν αυτοκίνητο και αφού δεν είδε αυτοκίνητο ανέπτυξε ταχύτητα και πέρασε τα φώτα, ή ακόμη ότι η τροχαία κίνηση ήταν αραιή, κρίνονται στοιχεία επουσιώδη. Η ουσία του πράγματος είναι ότι ο μάρτυρας κατά την περιπολία του όπως ανέφερε διαπίστωσε το όχημα της ΜΥ1 να διαπράττει το συγκεκριμένο αδίκημα, σταμάτησε το όχημα κατά τον τρόπο που εξήγησε και βεβαίως το Δικαστήριο εδώ αφορά περισσότερο το τι επακολούθησε. Επίσης να σημειώσω ότι όπως είναι λογικό κατά την αντεξέταση ενός μάρτυρα από κάποιο συνήγορο υπεράσπισης τίθενται διάφορα θέματα και λεπτομέρειες, τα οποία ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα ερωτηθεί για να τα σημειώσει στην κατάθεση του και συνεπώς ενώπιον του Δικαστηρίου στο βαθμό που μπορεί να θυμηθεί δίνει τις απαντήσεις του. Δεν είναι μεμπτό συνεπώς το γεγονός ότι ο μάρτυρας ανέφερε κάποια πράγματα, λεπτομέρειες ουσιαστικά επί των ουσιωδών γεγονότων, που δεν είχε αναφέρει στην κατάθεση του. (ε) Έγινε πολλής λόγος από την συνήγορο του κατηγορούμενου για το ότι ο μάρτυρας δεν θυμόταν. Είπε ακόμη ότι δεν κατέθεσε με άνεση λες και βίωσε τα γεγονότα. Δεν θα συμφωνήσω μαζί της. Κατ' αρχήν να υπενθυμίσω ότι ο μάρτυρας αναγνώρισε την κατάθεση του, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση ως τεκμήριο 4 ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού την ανέγνωσε αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (βλ. αρ.25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Είναι δηλαδή μέρος της μαρτυρίας του. Από εκεί και πέρα το γεγονός ότι σε κάποια σημεία στην αντεξέταση του ο μάρτυρας για την ακρίβεια των λεγομένων του παρέπεμπε στην κατάθεση του και υιοθετούσε τα λεγόμενα του εκεί, με δεδομένη και την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την στιγμή που επισυνέβησαν τα γεγονότα μέχρι τη στιγμή της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, σχεδόν 3 χρόνια δηλαδή μετά, δεν καθιστά τον μάρτυρα και αναξιόπιστο. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν και έδωσε τις απαντήσεις του, μέσα από τις οποίες φαίνεται ότι βίωσε τα γεγονότα που κατέθετε, είναι δε λογικό για κάποια θέματα προκειμένου να είναι απόλυτα ακριβής να παραπέμπει στην κατάθεση του, την οποία σημειώνεται ετοίμασε την ίδια μέρα του περιστατικού οπότε τα γεγονότα ήταν πολύ φρέσκα στο μυαλό του. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω τα εξής. Ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, διαβάζοντας από το σύγγραμμα του κ.Κακογιάννη στη σελ.253, ότι «Αυτό που λέγεται σε μιαν κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική». Με όλο το σεβασμό προς τη συνήγορο, η παραπομπή της δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την περίπτωση μας. Έχοντας ανατρέξει στο σύγγραμμα η Απόδειξη του Γιώργου Κακογιάννη, σελ.253, διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας πραγματεύεται την ανώμοτη κατάθεση (ή διαφορετικά την ανώμοτη δήλωση) κατηγορούμενου. Είναι σε τούτη την κατάθεση που ο Λόρδος SHAW (στην R v. Goughlan
(1976)64 CR. APP. R. 11, σελ.17) αναφέρεται και σημειώνει συγκεκριμένα όσα ανέφερε η κα Αντωνιάδου. Εν πάση περιπτώσει επί του τελευταίου είναι πολύ καλά γνωστή η Νομολογία και δεν θα επεκταθώ. Δεν έχει τούτο όμως καμία σχέση με την κατάθεση του μάρτυρα στην προκειμένη, η οποία κατατέθηκε αφού ο μάρτυρας ορκίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και στη συνέχεια αντεξέταστηκε. (στ) Συνοψίζοντας αναφέρω ότι έχοντας μελετήσει ενδελεχώς και σφαιρικά την μαρτυρία του, και όχι απομονώνοντας συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας όπως προφανώς έκανε με σεβασμό λέω η συνήγορος του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι επιβεβαιώνεται του λόγου το αληθές ότι δηλαδή το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία. Ερχόμενος στον κατηγορούμενο αναφέρω ότι αυτός δεν με έχει πείσει. Η μαρτυρία του κατά την κρίση μου χαρακτηρίζεται από έλλειψη λογικής και κενά, γενικότητα και αοριστία, ενώ εν σχέση με άλλη μαρτυρία της υπεράσπισης, επί ουσιαστικών πτυχών της υπόθεσης, είναι αντιφατική. Προσθέτω δε ότι με βάση την εικόνα που αναδύεται από τη μαρτυρία γενικότερα προκύπτει ότι αφενός ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια αλλά περαιτέρω και η αναξιοπιστία του κατηγορούμενου και της Υπεράσπισης γενικότερα. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ούτε λίγο ούτε πολύ ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προσέγγισε τον αστυνομικό (ΜΚ2) για να ζητήσει εξηγήσεις, η απάντηση του αστυνομικού ήταν να τον σπρώξει βίαια προς τα πίσω και να του πει «δεν θα μου πεις εσύ πως θα κάνω τη δουλειά μου». Και συνέχισε να τον σπρώχνει βίαια προς τα πίσω (βλ. μαρτυρία κατηγορούμενου, μαζί και την κατάθεση του τεκμ.2). Κατ' αρχήν σημειώνω ότι η θέση αυτή του κατηγορούμενου δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Δεν είχε προηγηθεί οτιδήποτε που να δικαιολογεί αυτή την αντίδραση από τον αστυνομικό. Όμως το σημαντικό εδώ είναι ότι η μαρτυρία της ΜΥ1 διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του κατηγορούμενου επί του σημείου αυτού σε βαθμό που η μαρτυρία του κατηγορούμενου να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή ως πραγματική. Η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι κατέβηκε ο κατηγορούμενος για να ρωτήσει τον αστυνομικό γιατί να τους γράψει, αφού δεν πέρασε με κόκκινο και ο αστυνομικός του φώναξε και του είπε «εσύ να μπεις μέσα στο αυτοκίνητο». Ο κατηγορούμενος του απάντησε "γιατί να μπω στο αυτοκίνητο;" και του είπε "να μπεις τώρα μέσα στο αυτοκίνητο". Ο κατηγορούμενος δεν μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο, τον ρώτησε τον λόγο "γιατί να μπω στο αυτοκίνητο, αφού δεν έκανα κάτι; Ήρθα να σε ρωτήσω ποιος είναι ο λόγος να μας γράψεις.». Ήρθε και ο άλλος ο αστυνομικός, γιατί ήταν δύο, τον έσπρωξαν πάνω στο αυτοκίνητο, πάνω στην πόρτα του συνοδηγού του έβαλαν χειροπέδες πίσω και τότε ο Ανδρέας είπε "γιατί να μου βάλεις χειροπέδες, τι έκανα; Γιατί με σπρώχνετε;" και είπε "τη δουλειά μου κάνω" και είπε "ποια δουλειά;". Σε άλλο σημείο δε της μαρτυρίας της η ΜΥ1 ανέφερε ότι ο αστυνομικός του είπε να μπει στο αυτοκίνητο 2-3 φορές. Είναι προφανές με βάση τα πιο πάνω η σοβαρή αντίφαση στη μαρτυρία της Υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος μιλά για άμεση αντίδραση του αστυνομικού με σπρώξιμο και συνέχιση με βίαια σπρωξίματα, ενώ η ΜΥ1 δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο και δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Η ΜΥ1 στην ουσία δεν αναφέρεται σε βίαια σπρωξίματα όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος και όταν μιλά για σπρώξιμο αναφέρεται προφανέστατα στη σύλληψη που ακολούθησε. (β) Δεν αποδέχομαι επίσης, ως μη λογική, την μαρτυρία του για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε ο αστυνομικός όταν τους έκανε σήμα να σταματήσουν. Τους έκανε σήμα ανέφερε να σταματήσουν γιατί η ΜΥ1 μιλούσε στο τηλέφωνο και στη συνέχεια όταν σταμάτησαν πλησίασε την ΜΥ1 και της είπε ότι πέρασε με κόκκινο φως. Δεν στέκει αυτό στη λογική και εν πάση περιπτώσει ο αστυνομικός δεν είχε κανένα απολύτως λόγο θεωρώ να τους σταματήσει και να τους καταγγείλει για το ότι πέρασαν με κόκκινο φως, χωρίς πράγματι να το έχουν κάνει. (γ) Ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός ήρθε στο παράθυρο της ΜΥ1, της είπε πέρασες με κόκκινο και απομακρύνθηκε. Οπότε επειδή δεν τους έδωσε το δικαίωμα εκεί στο παράθυρο να ζητήσουν εξηγήσεις κατέβηκε να ζητήσει το λόγο. Είναι προφανές όμως ότι δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ο αστυνομικός σύμφωνα με την ΜΥ1 της ανέφερε την παράβαση και της ζήτησε άδεια οδηγού. Η διαδικασία αυτή προφανώς διήρκησε κάποιο χρόνο, μέχρι και η ΜΥ1 να εντοπίσει την άδεια της και να του την δώσει. Οπότε αφενός δεν είναι αλήθεια ότι της είπε ότι πέρασε με κόκκινο και απομακρύνθηκε, ενώ περαιτέρω μέσα στο χρονικό διάστημα που αναφέρθηκε μπορούσε να πει τι ήθελε στον αστυνομικό, με δεδομένη μάλιστα την πολύ μικρή απόσταση μεταξύ τους. Η εν λόγω αναφορά του όμως και η παράλειψη του να αναφερθεί ακόμη και στην αξίωση του αστυνομικού να δει την άδεια της οδηγού, έγινε θεωρώ απλά για να δικαιολογήσει την θέση του ότι δεν τους έδωσε την ευκαιρία να ζητήσουν εξηγήσεις και γι' αυτό κατέβηκε από το αυτοκίνητο. (δ) Έγινε λόγος από τον κατηγορούμενο για τραύματα και εμφανή σημάδια του ως εκ του κτυπήματος, όπως ισχυρίστηκε, από τον αστυνομικό. Όλως περιέργως όμως τίποτε δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όπως π.χ. κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό ή βεβαίωση, πλην σημειώνω από το κλητήριο της αγωγής που καταχώρησε (τεκμ.5) και ενός καταλόγου αποκάλυψης εγγράφων στα πλαίσια της ίδιας αγωγής (τεκμ.7), τα οποία βεβαίως από μόνα τους δεν μπορούν να αποδείξουν οτιδήποτε. Παρέμεινε συνεπώς στη μαρτυρία του θεωρώ ένα μεγάλο κενό, αφού οι αναφερόμενοι τραυματισμοί του συναρτώνται άμεσα με την θέση του για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα την συγκεκριμένη ημέρα. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του επί του σημείου τούτου κρίνεται ως γενική και αόριστη. Ο ΜΚ2 είπε τον πήρε απέναντι στο δασάκι, έβαλε το πόδι του μέσα στα πόδια του, τον κλώτσησε και έπεσε κάτω και στη συνέχεια τον εμπόδιζε να σηκωθεί από το έδαφος. Από εκεί και πέρα που ακριβώς είχε τραύματα και τι είδους τραύματα είχε, και εν τέλει πως συνάδουν αυτά με την εν λόγω ενέργεια του αστυνομικού που τον έριξε κάτω είναι στοιχεία άγνωστα στο Δικαστήριο. Παρεμβάλλω εδώ ίσως εκ του περισσού ότι τα γεγονότα στο κλητήριο τεκμ.5 δεν μπορούν να αποδείξουν οτιδήποτε. Κατ' επέκταση οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου παρέμειναν μετέωροι και έκθετοι σε απόρριψη. Περαιτέρω όμως και ανεξάρτητα των ανωτέρω αναφέρονται και τα εξής. Μελετώντας την έκθεση απαιτήσεως τεκμ.5 και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί των σωματικών βλαβών που ισχυρίζεται ότι υπέστη, πραγματικά έχω διερωτηθεί εάν μιλούμε για το ίδιο περιστατικό για το οποίο το Δικαστήριο έχει ακούσει γεγονότα. Διότι η συμπεριφορά του αστυνομικού όπως την έχει περιγράψει ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να έχει προκαλέσει όλα αυτά τα πράγματα, πάντα σύμφωνα με την κοινή λογική. Επίσης σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σε κτυπήματα από τον αστυνομικό με τα πόδια και τα χέρια του σε διάφορα μέρη του σώματος του, όπως δηλαδή περιγράφει και με έκπληξη διαβάζει το Δικαστήριο στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. (ε) Ανέφερε ότι ο άλλος αστυνομικός τράβηξε την ΜΥ1 πίσω από τη σκηνή προς το δρόμο. Μιλούσε για την σκηνή στο δασάκι όπου σύμφωνα με τον ίδιο ο ΜΚ2 τον κλώτσησε και έπεσε κάτω και στη συνέχεια τον εμπόδιζε να σηκωθεί. Η ΜΥ1 όμως δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο και αντίθετα ανέφερε ότι είπε στον ΜΚ2 όταν της είπε να πάει στο αυτοκίνητο ότι δεν φεύγει και μετά είπε ήρθε η Αστυνομία και τους πήρε στον σταθμό. (στ) Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί εδώ το γεγονός της μη υποβολής συγκεκριμένων θέσεων προς τον ΜΚ2 για σχολιασμό. Συγκεκριμένα δεν υποβλήθηκε ποτέ στον ΜΚ2 ότι είτε ο άλλος αστυνομικός είτε η ΜΥ1 ήταν εκεί και έβλεπαν την σκηνή στο δασάκι, αλλά ούτε και οτιδήποτε για τον ισχυριζόμενο διάλογο του ΜΚ2 μαζί με την ΜΥ1. Όπως επίσης δεν υποβλήθηκε στο εν λόγω μάρτυρα ότι ο άλλος αστυνομικός τράβηξε την ΜΥ1 πιο πίσω από τη σκηνή προς τον δρόμο. Είναι προφανές όμως με βάση τα ανωτέρω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι ουσιώδεις και θα έπρεπε να υποβληθούν στον βασικό μάρτυρα κατηγορίας για να τους σχολιάσει. Η πλευρά του κατηγορούμενου είχε υποχρέωση θεωρώ αυτά τα ουσιώδη θέματα να τα θέσει στον μάρτυρα για να δώσει τις απαντήσεις του και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στην αλήθεια. Στην υπόθεση Tekinder Pal. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassier KG v The Jonitexo Ltd
(1087)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
- Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, ΜΚ5 στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, χωρίς καμιά ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ..» Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στη δική μας περίπτωση, κρίνω ακριβώς ότι η εκ των υστέρων προβολή των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών, δεν είναι αποδεκτή. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω σημεία, ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω κρίνω ότι η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής της Υπεράσπισης, έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, ακριβώς με την μη προβολή εξ' αρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραπέμπω επίσης σχετικά στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», σελίδες 720 -
- (ζ) Σημειώνω επίσης τέλος ως δείγμα αναξιοπιστίας την αντίφαση μεταξύ της θέσης που υποβλήθηκε προς τον ΜΚ2 ότι δηλαδή τράβηξαν μαζί με τον αστ.3370 τον κατηγορούμενο στο δασάκι, θέση που αναφέρεται συνάδει με αυτήν που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμ.2 και την οποία αρνήθηκε ο ΜΚ2, εν σχέση με την θέση του κατηγορούμενου κατά την ακρόαση που ήταν ότι είναι ο ΜΚ2 που τον πήρε στο δασάκι. Καταληκτικά αναφέρω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Δεν αποδέχομαι όμως ούτε την μαρτυρία της ΜΥ
- Ήδη έχουν σημειωθεί κάποιες αντιφάσεις με άλλη μαρτυρία της Υπεράσπισης δηλαδή αυτή του κατηγορούμενου. Σημειώνω επιπρόσθετα την θέση της ότι ο ΜΚ2 τραβούσε τον κατηγορούμενο όπως περιέγραψε για να τον πάρει απέναντι στο δασάκι, κάτι που σημειώνω διαφέρει ουσιωδώς από την μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος λέει στη μαρτυρία του ότι περπατούσαν και διασταύρωσαν το δρόμο. Όπως επίσης και τον ισχυρισμό της ότι ο ΜΚ2 κρατούσε τον κατηγορούμενο στο δασάκι κάτω με το γόνατο και είχε το πρόσωπο του μέσα στα χώματα, κάτι που ουδέποτε ανέφερε ο κατηγορούμενος. Παρεμβάλλω εδώ επίσης ότι ο τελευταίος πιο πάνω ισχυρισμός της, συν ο ισχυρισμός της ότι ο άλλος αστυνομικός (αστ.3370) είδε τη σκηνή στο δασάκι και είπε στον ΜΚ2 να σταματήσει καθώς και όσα ανέφερε για τον διάλογο της με τον ΜΚ2, προβλήθηκαν για πρώτη φορά με τη δική της μαρτυρία. Οι θέσεις αυτές όμως κρίνονται ουσιαστικές και ως εκ της μη υποβολής τους στους μάρτυρες κατηγορίας για σχολιασμό και ειδικότερα στον ΜΚ2 προκύπτουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, υπό παράγραφο (στ), τόσο δηλαδή για την μη αποδοχή της σχετικής μαρτυρίας όσο και για την αναξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής της υπεράσπισης. Και με αυτά υπόψη έρχομαι σε ένα άλλο ουσιαστικό θέμα της μαρτυρίας της. Αφορά τη θέση της ότι δεν πέρασε με κόκκινο φως. Επαναλαμβάνω και εδώ κατ' αρχήν ότι ο αστυνομικός δεν είχε κανένα απολύτως λόγο θεωρώ να τους σταματήσει και να τους καταγγείλει για το ότι πέρασαν με κόκκινο φως, χωρίς πράγματι να το έχουν κάνει. Ούτε βεβαίως είχε λόγο να τους κάνει σήμα να σταματήσουν γιατί μιλούσε στο τηλέφωνο και ακολούθως να τους πει ότι θα τους γράψει επειδή πέρασε με κόκκινο φως. Εν πάση όμως περιπτώσει η ΜΥ1 δεν με έπεισε ούτε επί του σημείου αυτού. Διότι αφενός οι απαντήσεις της επί του θέματος κρίνονται γενικές και αόριστες. Ανέφερε αρχικά ότι πέρασαν φώτα και είδαν σταματημένους 2 αστυνομικούς, τους οποίους αντιλήφθηκε στη συνέχεια να έρχονται πίσω τους. Στη συνέχεια είπε ότι δεν υπήρχαν φώτα πίσω τους για πολύ μεγάλο διάστημα και σε άλλο σημείο πιο κάτω ότι στη συγκεκριμένη περιοχή που την σταμάτησε ο αστυνομικός δεν υπήρχαν φώτα τροχαίας και τα τελευταία φώτα που πέρασαν ήταν πολύ πίσω, πολύ μακριά. Αφετέρου όμως και διότι οι πιο πάνω θέσεις της δεν συνάδουν ούτε με άλλη μαρτυρία της υπεράσπισης, δηλαδή αυτή του κατηγορούμενου ο οποίος ανέφερε ότι αφού πέρασαν τα φώτα τροχαίας (της Pizza Hut σύμφωνα και με την κατάθεση του τεκμ.2) ήρθε σε κάποιο σημείο δίπλα από το αυτοκίνητο ο ΜΚ2 και τους έκανε νόημα όπως αναφέρθηκε, αλλά ούτε σημειώνεται με τις υποβολές προς τον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του ότι σταμάτησε το όχημα της ΜΥ1 περί τα 100 μέτρα από τα φώτα της Pizza Hut. Κατά την κρίση μου και έχοντας παρατηρήσει την μάρτυρα ενώ κατέθετε, θεωρώ ότι η προσπάθεια της μάρτυρος να «εξαφανίσει» τα φώτα τροχαίας πλησίον του σημείου που την σταμάτησε ο ΜΚ2 ενώ την ίδια στιγμή το σύνολο της μαρτυρίας συνηγορεί υπέρ του ότι πέρασε από φώτα τροχαίας λίγο πριν και συγκεκριμένα σε απόσταση 100 μέτρων περίπου, όπου σύμφωνα με τον ΜΚ2 διαπράχθηκε και η παράβαση, έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνον με την προσπάθεια της να αποφύγει την αλήθεια που δεν είναι άλλη από το ότι πράγματι πέρασε με κόκκινο φως. Με αυτή τη διαπίστωση θεωρώ καταρρέει όλο το υπόβαθρο τόσο της δική της μαρτυρίας όσο και του κατηγορούμενου αναφορικά με τον λόγο που οδήγησαν τον τελευταίο από του να κατεβεί από το αυτοκίνητο και να κινηθεί προς τον αστυνομικό ΜΚ2, και επιβεβαιώνουν θα έλεγα όσα ανέφερε ο τελευταίος. Η μαρτυρία του ΜΥ2 γίνεται αποδεκτή. Ως πρωτοκολλητής κατέθεσε μόνον αναφορικά με το φάκελο της αγωγής 3854/14 του Ε.Δ. Λεμεσού, δεν είχε προσωπικό συμφέρον και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία τη μαρτυρία ή την αξιοπιστία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 15/09/13 ο ΜΚ2, τότε αστυφύλακας με αρ.5468, ανέλαβε καθήκον για περιπολία στη Λεμεσό και ενώ η ώρα 16:03 βρισκόταν μαζί με τον Αστ.3370 στη Λεωφ. Γεωργίου Α' στη Γερμασόγεια πρόσεξε ότι στη συμβολή των φώτων τροχαίας Γεωργίου Α με Π.Τσαγγάρη και ενώ ο σηματοδότης ήταν κόκκινος, όχημα με αρ. εγγραφής LAL432, χρώματος μαύρου, μάρκας Smart, να παραβιάζει το κόκκινο φως και να κινείται από Γερμασόγεια προς Λεμεσό. Στη συνέχεια αφού έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για ασφαλή ανακοπή και έλεγχο του οχήματος σταμάτησε το όχημα. Οδηγός ήταν η Μιχαέλλα-Ντανιέλλα Παπαδόπουλος (ΜΥ1), την οποία πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και ότι θα καταγγελθεί και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο απάντησε «Εν τω πρόσεξα ότι ήταν κόκκινο». Τότε ο κατηγορούμενος που ήταν συνοδηγός στο όχημα κατέβηκε από αυτό και πλησιάζοντας τον άρχισε να φωνάζει με έντονο ύφος «Εν θα την καταγγείλεις ρε, εν είδα να ρέξουμε με κότσινο φώς». Τότε ανέφερε στο εν λόγω άτομο ότι αυτό που κάνει είναι αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός συνέχισε να φωνάζει δυνατά «Εφορέσετε μια στολή και είσαστε μάγκες. Εν θα την καταγγείλεις ρε ακούεις ήντα που σου λαλώ; Έχει και αύριο μέρα». Από τις φωνές του κατηγορούμενου οχήματα που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα σταμάτησαν και παρακολουθούσαν και κόσμος από τα διπλανά καταστήματα βγήκαν για να δουν τι γίνεται. Ακολούθως πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι για το αδίκημα της ανησυχίας είναι υπό σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε προσπαθώντας να του πάρει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή εξωδίκων που κρατούσε στα χέρια του «Εν θα την καταγγείλεις εν θα κάμνετε ότι θέλετε». Τότε του ανέφερε ότι διαπράττει και το αδίκημα της παρεμπόδισης εκτέλεσης του καθήκοντος αστυνομικού εν στολή, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Είσαι μάγκας ρε που εν να μου βάλεις χειροπέδες. Εν να τα πω αύριο τούτα. 'Εσιει τζιε αύριο μέρα». Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορούμενου, ο οποίος οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας για τα περαιτέρω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προνοεί ότι : "
- Όποιος- (α) ............................ ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή .............................., είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων." Στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 207/2008, 208/2008, 209/2008, Ανδρέας Αχτάρ κ.α. -v- Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, αναφέρονται τα εξής: " Όσον αφορά το αδίκημα της παρακώλυσης κάτω από το Άρθρο 244(β), αυτό αποτελεί ξέχωρο και διαζευκτικό αδίκημα από την επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου που επίσης αποτελεί αξιόποινη πράξη κάτω από το ίδιο άρθρο. Ενώ το αδίκημα της επίθεσης εμπεριέχει τρία στοιχεία (Police v. Sundelin [1973] 6 J.S.C. 722 και Police v. Stephanou [1973] 10 J.S.C. 1400), το αδίκημα του Άρθρου 244(β), θεμελιώνεται με τη διαπίστωση τεσσάρων στοιχείων δηλαδή (
- i)της παρακώλυσης που πρέπει να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός, (
- ii)η παρακώλυση να είναι εσκεμμένη, (iii) να κατευθύνεται εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης που (
- iv)εκείνη τη στιγμή εκτελεί δεόντως το καθήκον του. Το τι αποτελεί παρακώλυσης («obstruction»), μπορεί να ανευρεθεί από τα αντίστοιχα νομοθετήματα της Ινδίας και Αγγλίας. Κατά το Penal Law of India του Sir Hari Singh Gour, 9η έκδ., Τόμος 2, σελ. 1484-1497, σε άρθρο του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, ανάλογο αλλά όχι πανομοιότυπο με το Άρθρο 244(β), αναφέρεται ότι απλές απειλές ή προσβλητικές λέξεις ή φράσεις, δεν είναι επαρκείς για να θεμελιώσουν παρακώλυση. " ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας κατά νουν όσα αναφέρθηκαν είναι προφανές ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πληρούνται. Διότι αναμφίβολα η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και η προσπάθεια του να πάρει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή εξωδίκων που κρατούσε στα χέρια του ο αστυνομικός, ο οποίος κατ' εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά του και να εκτελέσει το καθήκον του δηλαδή να προβεί σε καταγγελία της ΜΥ1 για την διαπιστωθείσα παράβαση από μέρους της, λέγοντας του «Εν θα την καταγγείλεις εν θα κάμνετε ότι θέλετε», συνιστά το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίο κρίνω ένοχο σε αυτήν. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Παρακώλυση οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του / άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο