Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Λουκάς Ονουφρίου, Αρ. Υπόθεσης : 7668/14, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 7668/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Λουκάς Ονουφρίου Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10/2/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Παρασκευάς Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για τα αδικήματα της καταδίωξης θηράματος με τη χρήση σιδηροπαγίδων και συρματοληθιών και της κατοχής μέσων θήρας που απαγορεύονται (1η και 2η Κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 21/8/2013 στην τοποθεσία «Κολατσές» της περιοχής του χωριού Αγίου Κωνσταντίνου της επαρχίας Λεμεσού, καταδίωκε θήραμα με την χρήση μιας σιδηροπαγίδας και δύο συρματοληθίων και ότι την ίδια ημερομηνία και στην ίδια τοποθεσία, είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω απαγορευμένα μέσα θήρας χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και μαρτύρησαν στο Δικαστήριο ο αστυφ. 4020 Φ. Μιχαήλ, ο αστυφ. 1945 Δ. Κλεοβούλου, ο Αντώνης Σπανιάς και ο Χρύσανθος Ευαγγέλου (Μ.Κ.1-4). Αυτοί και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία, ενώ αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούσας αρχής. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Όπως προαναφέρεται, αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω απαγορευμένα μέσα θήρας χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας και ότι με την χρήση αυτών καταδίωκε θήραμα. Για να αποδειχθούν και τα δύο αυτά αδικήματα θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε όντως στην κατοχή του τα απαγορευμένα αυτά μέσα. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία σε τεμάχιο γης ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, εντοπίσθηκαν μία σιδηροπαγίδα και δύο συρματοθυλιές. Το ακίνητο αυτό ήταν περβόλι, σε καλιεργήσιμη κατάσταση, δεν είχε περίφραξη και μέσα σε αυτό υπήρχε μια δεξαμενή γεμάτη νερό. Στον τόπο που εντοπίσθηκαν οι σιδηροπαγίδες, υπήρχαν χόρτα και δίπλα είχε φυτεμένα δένδρα και κάποια εποχιακά φυτά. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω, η μοναδική μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με τα αδικήματα που του αποδίδονται είναι ότι το ακίνητο εντός του οποίου εντοπίσθηκαν τα αντικείμενα αυτά είναι δικής του ιδιοκτησίας. Καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να τείνει να τον συνδέσει με αυτά. Πρέπει λοιπόν να εξετασθεί ακόμα και στο στάδιο αυτό και χωρίς βέβαια να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας εάν η μαρτυρία αυτή, είναι ικανή να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του (βλ. Kallenos, πιο πάνω). Κρίνεται λοιπόν ότι ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία σε σχέση με την ιδιοκτησία γινόταν πλήρως αποδεκτή, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι ο κατηγορούμενος είναι πράγματι το πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα. Και αυτό γιατί καμία άμεση και θετική μαρτυρία δεν υπήρξε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που τοποθέτησε τα απαγορευμένα μέσα θήρας μέσα στο ακίνητο. Ούτε κανένα άλλο στοιχείο δεν διαφάνηκε να υπάρχει που να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με την κατοχή των αντικειμένων. Η ανεύρεση τους και μόνο στο δικό του τεμάχιο, χωρίς να υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να τον συνδέει με την κατοχή τους θα ήταν ακόμα και στην περίπτωση που η προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία γινόταν πλήρως αποδεκτή, κάτι που θα επαναλάβω δεν εξετάζεται στο στάδιο αυτό, εντελώς ανίσχυρη και εν πάση περιπτώσει όχι ικανή να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής του κατηγορούμενου. Αντίθετα και σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και προαναφέρεται το τεμάχιο μέσα στο οποίο εντοπίσθηκαν τα απαγορευμένα μέσα θήρας ήταν χωρίς περίφραξη και συνεπώς πολύ εύκολο για τον καθένα να εισέλθει μέσα σε αυτό, όπως εισήλθε και ο Μ.Κ.2 και να πράξει οτιδήποτε. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο