← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευάγγελος Ονουφρίου, Αρ. Υπόθεσης: 17270/14, 24/2/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευάγγελος Ονουφρίου, Αρ. Υπόθεσης: 17270/14, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17270/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ευάγγελος Ονουφρίου Ημερομηνία: 24.2.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Βασιλείου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα, κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 19.10.13, στον Πύργο, της Επαρχίας Λεμεσού, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Χριτόδουλο Αγαπίου. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Αντίθετα ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι αποδείχθηκε τέτοια υπόθεση και ότι συναφώς ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα. Νομική πτυχή Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό τέτοια αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9) Τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
  1. Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
  2. Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20-116 αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε είναι αναγκαίο να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατάθεση ο Αστ.1723 Γιαννάκης Νεοκλέους, ο οποίος έφθασε στο μέρος, όπου έλαβε χώραν το επίδικο επεισόδιο, μετά την λήξη του και συνεπώς δεν μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα ποπυ προηγήθηκαν. Ανέφερε όμως ότι όταν έφθασε στο μέρος διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος ήταν σε κατάσταση μέθης. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Χριστόδουλος Αγαπίου. Τέλος ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ.2013 Χρίστος Αγγελή, του Αστυνομικού Σταθμού Μονής, ο οποίος μετά που ειδοποιήθηκε για φασαρία στον επίδικο χώρο, έφθασε εκεί λίγα λεπτά μετά τις 00:15 στις 19.10.13 και είδε μέρος του επίδικου επεισοδίου. Ως έχει προαναφερθεί στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων δηλ. χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στην βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Όμως αποτελεί θέση της υπεράσπισης στην παρούσα ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και δη αυτή του παραπονούμενου είναι αντιφατική και αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτήν για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Κρίνεται λοιπόν ότι θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι ως η υπεράσπιση εισηγείται. Ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε τις τρεις καταθέσεις που έδωσε για το συμβάν. Στην πρώτη του κατάθεση ημερομηνίας 19.10.13 είπε ότι στις 18.10.13 το βράδυ είχε πάει στο μπαράκι του «ΑΖΙΝΑ» μαζί με άλλους φίλους του. Εκεί δεν έμεινε πολλή ώρα, ήπιε μόνο μια μπύρα και έφυγε. Περί ώρα 00:10 της 19.10.13 βρισκόταν με τον φίλο του Παναγιώτη Παναγή στην ταβέρνα του Κωστή και της Μαρίας και διασκέδαζαν. Εκεί ήπιε τρείς μπύρες. Κάθονταν στο μπάρ και απέναντι τους κάθονταν δύο κοπέλες. Ο φίλος του, ο οποίος ήταν με τα ποτά του, πήγε να μιλήσει στην μία κοπέλα και ο παραπονούμνεος τον είδε να συζητά με κάποιους αγνώστους και πήγε κοντά για να τον πιάσει για να μην προκληθεί φασαρία. Στο μέρος ήταν και ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας Κωστής και προσπάθησαν μαζί να βγάλουν τον φίλο του έξω για να λυθεί η παρεξήγηση. Ο παραπονούμενος έβγαλε τον φίλο του έξω και εκεί μαζεύτηκε αρκετός κόσμος για να δει τι συμβαίνει. Η παρέα με την οποία τσακώθηκε ο φίλος του δεν βγήκε έξω. Λόγω του ότι ο φίλος του ήταν μεθυσμένος συνέχιζε να φωνάζει να τον αφήσει και ο παραπονούμενος προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Μετά από λίγο πήγε εκεί η Αστυνομία και άρχισε να ρωτά τι έγινε. Ο παραπονούμενος προσπαθούσε να εξηγήσει στον Αστυνομικό τι έγινε και χωρίς λόγο κάποιος άγνωστος του, ο οποίος φορούσε άσπρο πουκάμισο και είχε σπόντες τα μαλλιά του, τον χτύπησε με τις γροθιές του στο πρόσωπο. Ο άντρας αυτός ήταν ηλικίας 25-30 ετών και προηγουμένως βρισκόταν μέσα στην ταβέρνα και καθόταν πάνω στο μπάρ. Επίσης την ώρα που ο παραπονούμενος προσπαθούσε να βγάλει έξω τον φίλο του κάποιος άντρας ηλικίας 50 ετών περίπου, το οποίο δεν γνωρίζει, κλώτσησε τον παραπονούμενο στην κοιλιά. Ο φίλος του παραπονούμενου δεν βρισκόταν στο μέρος την ώρα που τον χτυπούσαν τα δύο πρόσωπα αφού έφυγε προηγουμένως. Λόγω του ότι χτυπήθηκε από τους δύο άντρες, ο παραπονούμενος έσπρωχνε όποιον πήγαινε κοντά του γιατί είχε νευριάσει. Την ώρα της σύγχυσης πιθανόν να έσπρωξε κατά λάθος και τον αστυνομικό που πήγε στο μέρος. Λόγω του ότι χτυπήθηκε μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε και ακολούθως τον πήρε ένα περιπολικό στα κρατητήρια αφού του είπαν ότι είναι υπό σύλληψη. Στην δεύτερη του κατάθεση, ημερομηνία 31.10.13, είπε ότι ο ένας εξ αυτών που τον χτύπησαν ονομάζεται Γιάννης, δεν είναι σίγουρος για το επίθετο αλλά διαμένει στο χωριό Πύργος. Είπε επίσης ότι αυτός είναι το πρόσωπο που ενώ ο παραπονούμενος έβγαινε έξω από την ταβέρνα τον κλώτσησε στην κοιλιά και τον χτύπησε με την καρέκλα στο κεφάλι. Επίσης όταν βγήκε έξω και πήγε και τον χτυπούσε το άλλο πρόσωπο, αυτός ο Γιάννης πήγε και του έδινε γροθιές στο κεφάλι. Το άλλο πρόσωπο την νύκτα του καβγά φορούσε άσπρο πουκάμισο και όταν βγήκε ο παραπονούμενος έξω από την ταβέρνα του έδινε χωρίς λόγο γροθιές στο πρόσωπο. Στην τρίτη του κατάθεση ημερομηνίας 10.11.13 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον Γιάννη που ανέφερε στην δεύτερη του κατάθεση, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που τον κλώτσησε στην κοιλιά ενώ έβγαινε από την ταβέρνα και μετά τον κτύπησε στο κεφάλι με καρέκλα, έπεσε στο έδαφος έξω από την ταβέρνα και ενώ βρισκόταν κάτω πήγε και του έδωσε γροθιές στο κεφάλι και σε όλο του το σώμα. Όταν ο παραπονούμενος πήγε να σηκωθεί από κάτω πήγε το άλλο πρόσωπο με το άσπρο πουκάμισο και του έδωσε γροθιές στο πρόσωπο. Είναι κατ' αρχάς εμφανές ότι στις καταθέσεις του ο παραπονούμενος έδωσε ουσιωδώς διαφορετικές εκδοχές ως προς την επίθεση που δέχθηκε. Συγκεκριμένα στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι την ώρα που προσπαθούσε να βγάλει έξω από την ταβέρνα τον φίλο του, ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε στην κοιλιά και μετά που έφθασε εκεί ο αστυνομικός τον χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο το άλλο άτομο που φορούσε άσπρο πουκάμισε. Στην συνέχεια όμως είπε ότι την ώρα που τον χτυπούσαν τα δύο αυτά πρόσωπα, ο φίλος του δεν βρισκόταν στο μέρος αφού είχε φύγει προηγούμενως. Στην δεύτερη δε κατάθεση του, πρόσθεσε ότι κατηγορούμενος την ώρα που αυτός έβγαινε έξω από την ταβέρνα, όχι μόνο τον κλώτσησε στην κοιλιά αλλά τον χτύπησε και με καρέκλα στο κεφάλι και μετά που το άλλο πρόσωπο τον χτυπούσε, ο κατηγορούμενος πήγε και του έδωσε και αυτός γροθιές στο κεφάλι. Στην τρίτη του δε κατάθεση άλλαξε και πάλι τα γεγονότα λέγοντας ότι αυτός έπεσε στο έδαφος έξω από την ταβέρνα μετά που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο την κλωτσιά στην κοιλία και το χτύπημα με την καρέκλα στο κεφάλι και ότι ο κατηγορούμενος στην συνέχεια του έδωσε γροθιές στο κεφάλι και σε όλο του το σώμα ενώ βρισκόταν στο έδαφος και μέτα πήγε το άλλο άτομο και του έδωσε γροθιές στο πρόσωπο. Στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση του και πάλι περιέγραψε τα γεγονότα διαφορετικά. Συγκεκριμένα είπε ότι καθώς έβγαινε από την ταβέρνα για να βγάλει τον φίλο του, του επιτέθηκε κάποιο πρόσωπο και τον χτύπησε στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και στην συνέχεια τον χτύπησε ο κατηγορούμενος για να προσθέσει ότι τον κλώτσησε και του έριξε το στουλ και ενώ ήταν στο έδαφος τον χτυπούσαν και οι δύο και μετά έφθασε στο μέρος ο αστυνομικός. Δέχθηκε δε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν με την άλλη παρέα που τσακώθηκε ο φίλος του και καμία παρεξήγηση ή διαφορά είχε με αυτόν προηγουμένως. Είπε επίσης ότι όταν έφθασε ο αστυνομικός πήγε να τον συλλάβει και του είπε ότι αυτός δεν έκανε τίποτα και ότι τους έσπρωχνε όλους, για να προσθέσει για πρώτη φορά ότι από εκεί και μετά τον «χτυπούσαν», χωρίς όμως να πει ποιοι. Στην αντεξέταση του δε περιγράφοντας το ίδιο περισταστικό άλλαξε και πάλι τα γεγονότα υποστηρίζοντας ότι η επίθεση από τον κατηγορούμενο έγινε στην παρουσία του αστυνομικού που έφθασε στην σκηνή. Έτσι είπε ότι όταν έβγαλε τον φίλο του από την ταβέρνα του επιτέθηκε ένας με γροθιές και μετά όταν πήγε στο μέρος ο αστυνομικός να συλλάβει τον παραπονούμενο, του επιτέθηκε ο κατηγορούμενος με κλωτσιά και του έριξε το στούλ, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτά τα γεγονότα τα θυμόταν πολύ καλά. Στην συνέχεια ερωτώμενος πότε χτυπήθηκε στη κοιλιά και με την καρέκλα στο κεφάλι, είπε ότι όταν του επιτέθηκαν «όλοι οι άλλοι» και αυτός βρισκόταν στο έδαφος, τον κλώτσησε ο κατηγορούμενος. Μάλιστα για πρώτη φορά είπε ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και πριν βγουν από την ταβέρνα για να τον βγάλει έξω. Ανέφερε επίσης ότι όταν πήγε στο μέρος ο αστυνομικός, επιτέθηκαν στον ίδιο «όλοι», χωρίς να καθορίσει ποιοι, για να τον βγάλουν έξω γιατί είχε ξαναμπει στην ταβέρνα να πάρει τα πράγματα του και όταν πήγε να φύγει του έδωσε άλλος γροθιά και τον χτυπούσε στο κεφάλι και μετά τον κλώτσησε ο κατηγορούμενος στην κοιλιά, τον χτύπησε με το στουλ και του επιτέθηκε και αργότερα. Ήταν η θέση του ότι όλα αυτά τα είδε ο αστυνομικός ο Αγγελή (Μ.Κ.3) καθώς και ότι ο ίδιος δεν ήταν μεθυσμένος. Παραδέχθηκε δε ότι όταν βγήκε από την ταβέρνα άρχισε να βρίζει τον κόσμο που επίσης βγήκε έξω λέγοντας τους «Πουστοπεζέβεγκοι Πυρκότες» καθώς και ότι έβρισε και απείλησε και τον αστυνομικό (Μ.Κ.3). Τέλος ανέφερε ότι όταν ο ίδιος έπεσε στο έδαφος λιποθύμησε και ο αστυνομικός του έβαλε χειροπέδες ενώ δεν δέχθηκε ότι χτύπησε τον αστυνομικό, ούτε και ότι όταν προσπάθησε να ξαναμπεί στην ταβέρνα συγκρούστηκε με ένα υπάλληλο που βρισκόταν εκεί στην είσοδο. Ο δε Μ.Κ.3 δηλ. ο αστυνομικός που έφθασε πρώτος στην σκηνή, κατά την μαρτυρία του διέψευσε βασικά τον παραπονούμενο, σχεδόν σε όλους τους ισχυρισμούς του. Συγκεκριμένα είπε ότι: Όταν έφθασε στο μέρος είδε έξω από το κέντρο τον ιδιοκτήτη αυτού, τον Παναγιώτη Παναγή και άλλα 20 άτομα να συζητούν. Σε κάποια στιγμή ο Παναγή άρχισε να φωνάζει και να βρίζει τους παρευρισκόμενους και ο μάρτυρας τον προσέγγισε και του είπε να τον ακολουθήσει μακριά από το κέντρο λόγω του ότι ήταν σε κατάσταση μέθης αλλά εκείνος συνέχιζε οπόταν λόγω του ότι κάποιοι από τους παρευρισκόμενους πιθανόν να του επιτίθονταν, ο μάρτυρας του ζήτησε να φύγει από το μέρος όπως και έκανε. Αμέσως ο μάρτυρας επέτρεψε έξω από το κέντρο και ενώ συνομιλούσε με παρευρισκόμενους είδε τον παραπονούμενο να πλησιάζει προς το μέρος του και άρχισε να βρίζει τους παρευρισκόμενους. Ο παραπονούμενος δεν ήταν χτυπημένος. Ακολούθως ο παραπονούμενος άρχισε να τρέχει προς την είσοδο του κέντρου οπού βρισκόταν μεταξύ άλλων ένας υπάλληλος του κέντρου, τον οποίο ο παραπονούμενος χτύπησε με τα χέρια στο στήθος με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δυο στο έδαφος. Στην συνέχεια ο μάρτυρας πήγε κοντά του, τον σήκωσε από κάτω και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο για το αδίκημα που διέπραξε, εκείνος τον εξύβρισε, τον απείλησε και αντιστεκόταν στην σύλληψη. Ο μάρτυρας προσπάθησε με την βοήθεια παρευρισκομένων να τον ακινητοποιήσει αλλά εκείνος τον χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο και συνέχισε να τον απειλά και να τον βρίζει. Στην συνέχεια κατάφερε να τον ακινητοποιήσει αλλά δεν του έβαλε χειροπέδες γιατί αντιστεκόταν. Όμως αμέσως μετά ο παραπονούμενος του ξέφυγε, έτρεξε προς τους παρευρισκομένους και τους έβρισε με αποτέλεσμα αρκετοί εξ αυτών να αρχίσουν να τον χτυπούν. Επειδή ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο, κάλεσε μέσω ασύρματου βοήθεια οπόταν λίγο αργότερα έφθασε περιπολικό της άμεσης επέμβασης και οι παρευρισκόμενοι, που ήταν κοντά στον παραπονούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο έδαφος, απομακρύνθηκαν. Ο παραπονούμενος δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του και είπε στον μάρτυρα ότι κτυπήθηκε από παρευρισκόμενους, χωρίς όμως να του κατονομάσει ή υποδείξει κανένα και παραπονιόταν για πόνο στην μέση και ζητούσε να πάει στο νοσοκομείο. Ήταν δε σε κατάσταση μέθης. Ο δε κατηγορούμενος βρισκόταν στην σκηνή, αλλά σε κανένα χρονικό σημείο, ο μάρτυρας, ο οποίος είχε συνεχή οπτική επαφή με τα διαδραματιζόμενα, δεν τον είδε να χτυπά τον παραπονούμενο. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η μόνη μαρτυρία που υπάρχει εναντίον του κατηγορούμενου, αποδίδουσα σε αυτόν την επίδικη παράνομη συμπεριφορά είναι αυτή του παραπονούμενου. Η μαρτυρία αυτή όμως δεν παρουσιάζει απλώς κάποιες αντιφάσεις, η εμβέλεια των οποίων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Αντίθετα πρόκειται για μαρτυρία εμφανώς αναξιόπιστη, η οποία διαψεύδεται προς όλα τα ουσιώδη σημεία της από άλλη μαρτυρία και στερούμενη πειστικότητας, σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, κατά την κρίση μου, δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Με άλλα λόγια η μαρτυρία αυτή χαρακτηρίζεται από τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της και συναφώς η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο Ποινικό μας Δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.