← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευάγγελος Ονουφρίου, Αρ. Υπόθεσης: 17160/14, 21/2/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευάγγελος Ονουφρίου, Αρ. Υπόθεσης: 17160/14, 21/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17160/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ευάγγελος Ονουφρίου Ημερομηνία: 21.2.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα, κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 1ης Σεπτεμβρίου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε 230 μεταλλικά πασαμάνα αξίας €18.596 και ένα μεταλλικό φούρνο βαφής μετάλλων αξίας €2.000, περιουσία του Ιώαννη Κάννα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Αντίθετα ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι αποδείχθηκε τέτοια υπόθεση και ότι συναφώς ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα. Νομική πτυχή Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό τέτοια αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9) Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  3. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  4. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες ενώ έγιναν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.407 Κανάρης Αλβίνος, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής. Την 1.9.13 του καταγγέλθηκε γραπτώς από τον Ιωάννη Κάννα, η επίδικη κλοπή και ανέλαβε την διερεύνηση της. Στις 5.9.13 ο μάρτυρας παρέλαβε από τον Αστ.1585 Π. Κεραυνό τα ακόλουθα που εντοπίσθηκαν στην σκηνή της κλοπής:
(1)ένα άδειο πλαστικό μπουκάλι νερού (τεκμήριο 3),
(2)ένα άδειο τενεκεδάκι με την επιγραφή «ΡΟΚΚΑ ΜΙLΚ COFFEE» (τεκμήριο 4),
(3)ένα άδειο τενεκεδάκι με την επιγραφή «SHARK STIMULATION» (τεκμήριο 5),
(4)ένα αποτσίγαρο μάρκας «L&M» (τεκμήριο 6) και
(5)δελτίο παραλαβής της εταιρείας ALPHA SCRAP METAL LTD με αριθμό 10186 (τεκμήριο 7Β). Στις 13.9.13 ο μάρτυρας μετέφερε τα τεκμήρια 3-6 στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και τα παρέδωσε εκεί για να τύχουν επιστημονικής εξέτασης. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης στις 17.9.13 ο μάρτυρας κάλεσε για ανάκριση τον κατηγορούμενο, μετά από υποψίες που προέκυψαν εναντίον του καθώς το όνομα του αναγραφόταν, ως πωλητής ποσότητας παλαιών μετάλλων στο τεκμήριο 7Β. Την ίδια μέρα παρέλαβε από τον κατηγορούμενο, μετά από γραπτή του συγκατάθεση, τα παρειακά του επιχρίσματα (τεκμήριο 8) για σκοπούς σύγκρισης με τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν στην σκηνή. Στην συνέχεια έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2). Στις 16.10.13 παρέδωσε τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου στον Αστ.269 Π. Θεοφίλου, για μεταφορά τους στο Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής. Στις 16.1.14, μετά που ο κατηγορούμενος συδέθηκε επιστημονικά μέσω του γενετικού του υλικού με το αποτσίγαρο τεκμήριο 6, ο μάρτυρας τον συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Την ίδια ημέρα έλαβε από τον κατηγορούμενο άλλη ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 9). Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ.269 Παντελής Θεοφίλου, ο οποίος προσφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή για αντεξέταση. Σύμφωνα με αυτόν, την τελευταία φορά που επισκέφθηκε το χωράφι στο οποίο υπήρχαν τα αντικείμενα που κλάπηκαν, δηλ. πριν 4 χρόνια, διαπίστωσε ότι δεν ήταν περιφραγμένο και υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση στον οποιοδήποτε. Ως Μ.Κ.3 κατάθεσε ο παραπονούμενος Ιωάννης Κάννας, ο οποίος διατηρεί χωράφι στην περιοχή Χολιασμένη έδαφος της κοινότητας Ύψωνα. Το χωράφι αυτό εφάπτεται του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Πάφου στην νότια πλευρά και της υπέργειας γέφυρας του δρόμου Ερήμης - Λεμεσού και την 1.9.13 ήταν περιφραγμένο και στην είσοδο υπήρχε αυτοσχέδιο καγκέλι το οποίο έδενε με ττέλι. Στο χωράφι αυτό ο παραπονούμενος είχε παλιά αυτοκίνητα για εξαρτήματα και άλλα σιδερικά. Την 1.9.13 ο μάρτυρας επισκέφθηκε το χωράφι η ώρα 16:
  1. Όταν έφθασε εκεί το καγκέλι ήταν ανοικτό και όταν μπήκε μέσα διαπίστωσε ότι έλειπαν τα πασαμάνα που είχε φυλαγμένα και συγκεκριμένα περί τα 200 πασαμάνα γαλβανιζέ διαστάσεων 100 Χ 100 Χ5 mm των 5 μέτρων, αξίας περίπου €150 το ένα και περί τα 30 πασαμάνα γαλβανιζέ διαστάσεων 100 Χ 50 Χ 5 mm των 5 μέτρων, αξίας περίπου €80 το ένα. Περαιτέρω έλειπε και ένας μεταλλικός φούρνος βαφής μετάλλων, με πυρίμαχα τούβλα διαστάσεων 2 Χ 1 μέτρο περίπου και 70-80 εκ. βάθος, αξίας περίπου €2.
  2. Στο παρελθόν ο μάρτυρας διαπίστωσε και άλλες κλοπές εξαρτημάτων από αυτοκίνητα που είχε στο χωράφι, τις οποίες όμως δεν κατάγγειλε στην Αστυνομία. Η κλοπή των πασαμάνων και του φούρνου, έγινε κατά το διάστημα περίπου των τελευταίων τριών μηνών (δηλ. πριν την 1.9.13) που ήταν και η τελευταία φορά που ο παραπονούμενος επισκέφθηκε το χωράφι του. Αργότερα την ίδια ημέρα δηλ. την 1.9.13 ο παραπονούμενος προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Στις 3.9.13 ξαναπήγε στο εν λόγω χωράφι και από έλεγχο που έκανε στο σημείο όπου είχαν κλαπεί τα πασαμάνα, εντόπισε στο έδαφος τα τεκμήρια 3-6 και 7Β, τα οποία δεν του ανήκαν και δεν γνωρίζει πως βρέθηκαν στο τεμάχιο του. Έτσι θεώρησε ότι πιθανόν να ανήκουν στα πρόσωπα που έκλεψαν τα πασαμάνα και τηλεφώνησε στην Αστυνομία την ίδια ώρα. Μετά από λίγο πήγε εκεί ο αστυνομικός ο Πανίκος από την Αστυνομία Επισκοπής, ο παραπονούμενος του έδειξε τα πιο πάνω τεκμήρια και εκείνος τα παρέλαβε. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Α/Αστ.1585 Παναγιώτης Κεραυνός, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής. Αυτός στις 3.9.13 περί ώρα 19.00 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο, ο οποίος του ανέφερε ότι στο σημείο όπου βρισκόταν ή κλαπήσα περιουσία, εντόπισε ορισμένα αντικείμενα τα οποία κατά πάσα πιθανότητα ανήκαν στα πρόσωπα που διέπραξαν την κλοπή. Ο μάρτυρας αμέσως επισκέφθηκε το μέρος και μετά από υπόδειξη του παραπονούμενου παρέλαβε τα τεκμήρια 3-6 και 7 Β. Μετέφερε τα πιο πάνω στον Αστυνομικό Σταθμό και στις 5.9.13 τα παρέδωσε στον ΜΚ
  3. Τι προαναφερόμενα τεκμήρια τα εντόπισε σε κοντινή απόσταση το ένα από το άλλο αλλά δεν μπορούσε να πει πόσο καιρό βρίσκονταν στο σημείο. Τα κοντινότερα σπίτια από το σημείο εκεί ήταν περίπου 400-500 μέτρα μακριά. Ο δρόμος Ερήμης-Ύψωνα που είναι υπερυψωμένος, βρισκόταν γύρω στα 50 μέτρα από το σημείο ενώ ο υπεραστικός δρόμος Λεμεσού-Πάφου βρισκόταν γύρω στα 150-200 μέτρα από το σημείο. Το ακίνητο ήταν περιφραγμένο αλλά μπορούσε να εισέλθει σε αυτόν οποιοσδήποτε. Επίσης δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, μεταξύ άλλων, ότι τα τεκμήρια 3-6 στάλθηκαν για εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γεννετικής και από τις εξετάσεις αυτές εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στο αποτσίγαρο (τεκμήριο 6). Συμπεράσματα Από την προαναφερθείσα μαρτύρια, αντικειμενικά εξεταζόμενη, χωρίς δηλ. να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας, ως επιβάλλεται στον παρόν στάδιο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Έχει στοιχειοθετηθεί για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι κλάπηκαν από το χωράφι του παραπονούμενου τα αντικείμενα που αυτός ανέφερε στην μαρτυρία του. Το θέμα είναι όμως κατά πόσο στοιχειοθετείται η όποια εμπλοκή του κατηγορούμενου στην διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Το μόνο γεγονός που τον συνδέει με την υπόθεση είναι ότι εντοπίσθηκε στον χώρο από όπου έγινε η επίδικη κλοπή, κοντά στο σημείο όπου ήταν τοποθετημένα τα κλοπιμαία αντικείμενα, το τεκμήριο 7Β (δηλ. τιμολόγιο που είχε εκδοθεί στο όνομα του κατηγορούμενου αλλά δεν αφορούσε αντικείμενα όπως τα κλοπιμαία) και το τεκμήριο 6 (αποτσίγαρο το οποίο συνδέθηκε με το γενετικό του υλικό). Ο ίδιος σε καμία εκ των καταθέσεων του δεν δέχθηκε ότι μπήκε οποτεδήποτε στον συγκεκριμένο χωράφι. Είπε δε για το τεκμήριο 7Β ότι αυτό ίσως να έφυγε από τον αυτοκίνητο του κάποια μέρα που περνούσε από τον δρόμο δίπλα. Είπε επίσης ότι από τον κύριο δρόμο περνά συνέχεια αφού μένει στην Υψούπολη ενώ περαιτέρω στα σπίτια δίπλα από το χωράφι μένει κάποιος φίλος του. Από την μαρτυρία του παραπονούμενου προέκυψε αρχικά ότι η κλοπή έγινε εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών δηλ. από την 1.6.13 μέχρι την 1.9.
  4. Κατά την ένορκη του δε μαρτυρία κατέθεσε το τεκμήριο 16, που σύμφωνα με αυτόν είναι φωτογραφία που εξασφάλισε από το Google Earth, η οποία απεικονίζει το χωράφι του στις 26.7.13 και στην οποία φαίνεται ότι τα πασαμάνα λείπουν. Εν πάση περιπτώσει από το σύνολο της μαρτυρία προκύπτει ότι η διάπραξη της κλοπής διαπιστώθηκε από τον παραπονούμενο κατά την επίσκεψη που αυτός έκανε στο χωράφι του την 1.9.
  5. Είναι λοιπόν άγνωστο το ακριβές χρονικό σημείο που διαπράχθηκε η κλοπή αλλά φαίνεται ότι ήταν σε χρόνο μεταξύ της 1.6.13 και της 26.7.
  6. Ο παραπονούμενος δεν εντόπισε τα τεκμήρια 6 και 7Β την 1.9.13 αλλά στις 3.9.13 δηλ. δύο μέρες αργότερα. Δεν μπορούσε δε να πεί εάν τα εν λόγω τεκμήρια βρίσκοταν στο χωράφι του και την 1.9.
  7. Δεν απέκλεισε δε κάποιο αντικείμενο που πετάγεται έξω από το χωράφι του κοντά στα σύνορα αυτού να το έπαιρνε ο αέρας στον χώρο όπου βρίσκονταν τα πασαμάνα εφόσον αυτά ως ανέφερε ήταν κοντά στα σύνορα. Είπε επίσης ότι στο χωράφι του μπορούσε να μπει οποιοσδήποτε αλλά και ότι και στο παρελθόν διαπίστωσε κλοπές εξαρτημάτων από αυτοκίνητα που είχε εκεί. Ανέφερε επίσης ότι πρόσφατα εντόπισε πασαμάνα που μοιάζουν με τα κλοπιμαία, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή κάποιου υποστατικού και όταν ρώτησε τον ιδιοκτήτη του υποστατικού που τα βρήκε του είπε ότι τα αγόρασε από τον ALPHA SCRAP METAL LTD. Ούτε ο Μ.Κ.4 μπορούσε να πει πόσο καιρό βρίσκονταν τα εν λόγω τεκμήρια στο σημείο ενώ ανέφερε ότι βρίσκονταν περί τα 50 μέτρα, από τον υπερυψωμένο σε σχέση με το σημείο, δρόμο Ερήμης - Ύψωνα. Δεν υπάρχει δε μαρτυρία σε σχέση με τον χρόνο που εναποτέθηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενο στο τεκμήριο 6, ούτε πότε αυτό κατέληξε στο επίδικο χωράφι. Δεν μου διαφεύγει δε ότι το τεκμήριο 7Β φέρει ημερομηνία 22.7.
  8. Αυτό όμως αφορά την ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου και δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι εκείνη την ημέρα κατέληξε κιόλας στο χωράφι. Άλλωστε από το περιεχόμενο της κατάθεσης τεκμήριο 19, που έγινε παραδεκτό γεγονός, προκύπτει ότι το γεγονός ότι το τεκμήριο 7Β αναγράφει την συγκεκριμένη ημερομηνία δεν σημαίνει ότι τα σιδερικά παραδόθηκαν τότε. Και τα δύο αυτά αντικείμενα είναι ελαφριά αντικείμενα και δεν έχει αποκλειστεί να απορρίφθηκαν εκτός του χωραφιού και να παρασύρθηκαν εντός αυτού από τον αέρα. Εν πάση δε περιπτώσει ο εντοπισμός αυτών στην καλύτερη περίπτωση αποδεικνύει παρουσία του κατηγορούμενου στο συγκεκριμένο σημείο του χωραφιού, όχι όμως σε χρονικό διάστημα εντός του κρίσιμου χρόνου διάπραξης της κλοπής δηλ. μεταξύ της 1.6.13 και της 26.7.13 αλλά μετά από αυτόν και συγκεκριμένα στις 3.9.
  9. Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν κατά την κρίση μου εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο Ποινικό μας Δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κλοπή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.