← Κύπρος

Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC ν. Global Maritime Services Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9007/15, 28/2/2017

Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC ν. Global Maritime Services Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9007/15, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9007/15 Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC Παραπονούμενοι - ν -

  1. Global Maritime Services Ltd (HE 103965)
  2. Krystalia Investments Ltd (HE 221942)
  3. Παναγιώτη Μαυρουδή Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 28/02/17 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γεωργιάδης για Chrysses Demetriades & Co LLC Για κατηγορούμενο 3: κ. Σπύρου Κατηγορούμενος 3 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, στην οποία ως παραπονούμενη κατήγορος παρουσιάζεται η δικηγορική εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, έχει ως αντικείμενο, πέντε συνολικά κατηγορίες, οι οποίες, αφορούν σε αδικήματα ψευδών παραστάσεων (1η κατηγορία), αδικήματα πλαστογραφίας (2η κατηγορία) και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (3η κατηγορία) και αδικήματα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα (4η και 5η κατηγορία). Κρίνω σκόπιμο να παραθέτω αυτούσιες τις κατηγορίες ως αυτές τροποποιήθηκαν στις 26/5/16, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας: «Πρώτη Κατηγορία Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση των αρ. 4, 20,21, 22 και 297 και 298 και 299 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι, κατά ή περί τον Αύγουστο 2014, στη Λεμεσό ψευδώς παρέστησαν στο δικηγόρο των παραπονουμένων Ανδρέα Χαραλάμπους ότι η επιταγή των Κατηγορουμένων 1 με αρ. 16910749 ημερομηνίας 28/2/15 για το ποσό των €60.000 της Alpha Bank Cyprus Ltd η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Συμφωνίας Διευθέτησης Διαφορών ημερομηνίας 19/8/14 και/ή υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο 3, στην οποία συμπεριλήφθηκε το όνομα των Παραπονουμένων και παραδόθηκε στο δικηγόρο Ανδρέα Χαραλάμπους, μπορούσε να εξαργυρωθεί κατά την ημέρα που ήταν πληρωτέα ενώ στην πραγματικότητα γνώριζαν ότι η υπογραφή που τέθηκε από τον κατηγορούμενο 3 διέφερε από το δείγμα υπογραφής που κατείχε η εν λόγω τράπεζα, με αποτέλεσμα η επιταγή να μη μπορεί να εξαργυρωθεί και/ή πληρωθεί. Δεύτερη Κατηγορία Καταρτισμός πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 21, 22 και 333, 331, 332 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι, κατά ή περί τον Αύγουστο 2014, στη Λεμεσό κατάρτισαν πλαστό έγγραφο, δηλαδή κατάρτισαν και/ή υπέγραψαν την επιταγή των Κατηγορουμένων 1 με αρ. 16910749 ημερομηνίας 28/2/15 για το ποσό των €60.000 της Alpha Bank Cyprus Ltd η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Συμφωνίας Διευθέτησης Διαφορών ημερομηνίας 19/8/14 και/ή υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο 3, στην οποία συμπεριλήφθηκε το όνομα των Παραπονουμένων και παραδόθηκε στο δικηγόρο Ανδρέα Χαραλάμπους, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζαν ότι η υπογραφή που έθεσε ο κατηγορούμενος 3 διέφερε από το δείγμα υπογραφής που κατείχε η εν λόγω τράπεζα, με αποτέλεσμα η επιταγή να μη μπορεί να εξαργυρωθεί. Τρίτη Κατηγορία Κυκλοφορία πλαστού Εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 21, 22 και 339, 331, 332 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι, κατά ή περί τον Αύγουστο 2014, στη Λεμεσό έθεσαν σε κυκλοφορία με δόλιο τρόπο πλαστό έγγραφο, δηλαδή την επιταγή των Κατηγορουμένων 1 με αρ. 16910749 ημερομηνίας 28/2/15 για το ποσό των €60.000 της Alpha Bank Cyprus Ltd η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Συμφωνίας Διευθέτησης Διαφορών ημερομηνίας 19/8/14 και/ή υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο 3, στην οποία συμπεριλήφθηκε το όνομα των Παραπονουμένων και παραδόθηκε στο δικηγόρο Ανδρέα Χαραλάμπους, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζαν ότι η υπογραφή που έθεσε ο κατηγορούμενος 3 διέφερε από το δείγμα υπογραφής που κατείχε η εν λόγω τράπεζα, με αποτέλεσμα η επιταγή να μη μπορεί να εξαργυρωθεί Τέταρτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 21, 22 και 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι Κατηγορούμενοι, κατά ή περί τον Αύγουστο 2014, στη Λεμεσό εξέδωσαν την επιταγή των Κατηγορουμένων 1 με αρ. 16910749 ημερομηνίας 28/2/15 για το ποσό των €60.000 της Alpha Bank Cyprus Ltd η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Συμφωνίας Διευθέτησης Διαφορών ημερομηνίας 19/8/14 και/ή υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο 3, στην οποία συμπεριλήφθηκε το όνομα των Παραπονουμένων και παραδόθηκε στο δικηγόρο Ανδρέα Χαραλάμπους, και αφού παρουσιάστηκε στην εν λόγω τράπεζα για πληρωμή μετά που αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν πληρώθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν, εν γνώσει των κατηγορουμένων, κλειστός και η εν λόγω επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών μετά που αυτή παρουσιάστηκε στην εν λόγω τράπεζα. Πέμπτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 21, 22 και 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος 3 υπό την ιδιότητα του ως Διοικητικός Σύμβουλος των κατηγορουμένων 1 και/ή 2 με δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησης των Κατηγορουμένων 1 και/ή 2 έναντι της Alpha Bank Cyprus Ltd σε σχέση με το λογαριασμό με αρ. 520-101-003745-0 κατά ή περί τον Αύγουστο 2014 ανέχθηκε και/ή συγκατατέθηκε και/ή συνέδραμε όπως οι Κατηγορούμενοι 1 εκδώσουν την επιταγή με αρ. 16910749 ημερομηνίας 28/2/15 για το ποσό των €60.000 της Alpha Bank Cyprus Ltd η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Συμφωνίας Διευθέτησης Διαφορών ημερομηνίας 19/8/14 και/ή υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο 3, στην οποία συμπεριλήφθηκε το όνομα των Παραπονουμένων και παραδόθηκε στο δικηγόρο Ανδρέα Χαραλάμπους, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν κλειστός και η εν λόγω επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών μετά που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα.» Αρχικά, όπως μπορεί να διαφανεί από τον τίτλο της υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι ήταν τρεις, δύο νομικά πρόσωπα και ένα φυσικό, ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος παρουσιάζεται στο κατηγορητήριο ως ο διευθυντής των άλλων δύο κατηγορουμένων. Στην πορεία, μετά που τροποποιήθηκε το κατηγορητήριο στις 26/5/16, η υπόθεση σε σχέση με τις κατηγορούμενες 1 και 2, αποσύρθηκε προτού τους επιδοθεί εκ νέου το κατηγορητήριο και η ακροαματική διαδικασία προχώρησε μόνο σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος παρέμεινε να αντιμετωπίζει όλες τις κατηγορίες αντικείμενο του κατηγορητηρίου. Επειδή τόσο οι κατηγορίες όσο και η προσκομισθείσα μαρτυρία, αναφέρονται και αφορούν, στις ενέργειες και παραλείψεις, τόσο του κατηγορούμενου 3, όσο και των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, για σκοπούς συνοχής και εύκολης κατανόησης των όσων αναφέρω πιο κάτω, με τις αναφορές μου σε «κατηγορούμενους» γενικά, εννοώ τόσο τον κατηγορούμενο 3 που απέμεινε να αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της παρούσας, όσο και τις πρώην κατηγορούμενες 1 και 2 οι οποίες απαλλάχτηκαν. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά των παραπονουμένων κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τον δικηγόρο και συνέταιρο στους παραπονούμενους, Ανδρέα Χαραλάμπους ως ΜΚ1, η ουσία της μαρτυρίας του οποίου, έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (βλ. Έγγραφο Α) και δύο τραπεζικούς υπαλλήλους, την κα Μαρία Πρωτοπαπά και την κα Μπέλα Ροδά ως ΜΚ2 και ΜΚ3 αντίστοιχα. Στα πλαίσια της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων κατατέθηκαν, 27 συνολικά, Τεκμήρια. Παρά την έκταση του κατηγορητηρίου και σε κάποιο βαθμό, της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η ουσία της εκδοχής των παραπονουμένων, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, ειδικότερα του ΜΚ1 που ήταν και ο βασικός μάρτυρας των παραπονουμένων, είναι απλή. Τη συνοψίζω. Οι παραπονούμενοι είναι δικηγόροι της κυπριακής εταιρείας Bulcom Ltd (εφ' εξης Bulcom), η οποία δραστηριοποιείται στο ναυτιλιακό τομέα και την οποία διοικά ουσιαστικά ο κ. Plamen Dionissiev (εφ' εξής Plamen), πελάτης και προσωπικός φίλος του ΜΚ
  4. Ο τελευταίος μάλιστα έχει βαφτίσει το παιδί του πρώτου. Περί τις 30/9/09, η Bulcom, μέσω του Plamen, έστειλε με τραπεζικό έμβασμα το ποσό των $587.813,75 στο λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία Global Maritime Services Ltd (πρώην κατηγορούμενη 1) σε συγκεκριμένη τράπεζα της Σουηδίας. Όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, τα χρήματα δεν έπρεπε να σταλούν στην κατηγορούμενη 1 αλλά στην εταιρεία Global Capital Enterprises Inc., στην οποία η Bulcom όφειλε το εν λόγω ποσό. Το λάθος στην πληρωμή, οφείλετο σε εσφαλμένη αναφορά του Plamen, στην σχετική τραπεζική εντολή πληρωμής, του αριθμού λογαριασμού αλλά και του ονόματος του δικαιούχου του ποσού και αυτό ένεκα και της ομοιότητας των ονομάτων των δύο εταιρειών. Αντιδρώντας άμεσα η Bulcom, προσπάθησε να ακυρώσει την πληρωμή, όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό, διότι η εντολή είχε ήδη εκτελεστεί από την τράπεζα και τα χρήματα είχαν ήδη πιστωθεί στο λογαριασμό της κατηγορούμενης
  5. Ακολούθως, o Plamen επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 3, διευθυντή της κατηγορούμενης 1, για να του εξηγήσει τι συνέβη και να του ζητήσει να επιστρέψει τα χρήματα όμως ο τελευταίος, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε άγνοια για το όλο συμβάν, στη συνέχεια υποστήριξε ότι τα χρήματα ορθώς πληρώθηκαν στην κατηγορούμενη 1 αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, η Bulcom όφειλε στην τελευταία χρήματα, από μια προηγούμενη δοσοληψία που οι δύο εταιρείες είχαν. Συνεπεία της στάσης αυτής των κατηγορουμένων 1 και 3, η Bulcom, μέσω του Plamen, κατήγγειλε την υπόθεση τόσο στις κυπριακές όσο και στις σουηδικές διωκτικές αρχές, οι οποίες, με τη σειρά τους, προέβησαν σε διερεύνηση του όλου θέματος. Εν τω μεταξύ, διαπιστώθηκε ότι από το προαναφερόμενο ποσό των $587.813,75, ποσό $100.000 αναλήφθηκε, ενώ διάφορα άλλα ποσά, μεταφέρθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώην κατηγορούμενης 2, της οποίας ο κατηγορούμενος 3 είναι επίσης διευθυντής. Εκκρεμουσών των ερευνών των σουηδικών και των κυπριακών αρχών, η Bulcom, μέσω των δικηγόρων της, παραπονουμένων στην παρούσα, καταχώρησε στις 17/11/09, πολιτική αγωγή εναντίον των κατηγορουμένων, στο Ε.Δ. Λ/σου με αρ.4889/09, αξιώνοντας ολόκληρο το ποσό των €587.813,
  6. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, η Bulcom εξασφάλισε «freezing order» για το ποσό των $404.000, το οποίο εντοπίστηκε στο λογαριασμό της πρώην κατηγορούμενης
  7. Στις 5/12/11, η ΜΟ.Κ.Α.Σ. της Αστυνομίας Κύπρου, στη βάση του παραπόνου της Bulcom, καταχώρησε ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων στο Ε.Δ. Λ/σου με αρ 25253/11, με την οποία οι τελευταίοι κατηγορούνταν για αδικήματα κλοπής και συγκάλυψης, σε σχέση με ολόκληρο το ποσό των $580.
  8. Στις 9/7/13, η αγωγή της Bulcom εναντίον των κατηγορουμένων διευθετήθηκε, με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης, σύμφωνα με την οποία, το δεσμευμένο ποσό των $404.000, θα πληρωνόταν από τους κατηγορούμενους προς την Bulcom και με τη λήψη του εν λόγω ποσού, η Bulcom, θα πλήρωνε στους δικηγόρους των κατηγορουμένων το ποσό των €5.000 ως δικηγορικά έξοδα. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, «με την ολοκλήρωση της μεταφοράς ολόκληρου του ποσού (των $404.000)...η...αγωγή θα θεωρείται διευθετηθείσα», (βλ. Τεκ. 14). Η εν λόγω διευθέτηση εν τέλει υλοποιήθηκε ως είχε δηλωθεί στο Δικαστήριο και η Bulcom έλαβαν από τους κατηγορούμενους το ποσό των $404.
  9. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ΜΚ1, αντίθετα με τον ορθό τρόπο που ο ίδιος ενήργησε σε σχέση με τους δικούς του πελάτες ήτοι την Bulcom και τον Plamen, οι τότε δικηγόροι των κατηγορουμένων, Haviaras, Philippou & Co LLC, δεν ενήργησαν ως αναμενόταν από ένα σωστό επαγγελματία δικηγόρο να ενεργήσει προς πλήρη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη του και δεν φρόντισαν όπως, πριν οι κατηγορούμενοι πελάτες τους καταβάλουν τα χρήματα στην Bulcom, διευθετηθεί, μαζί με την αγωγή και η απόσυρση του παραπόνου της Bulcom στην Αστυνομία, το οποίο αποτελούσε και τη βάση για την ποινική υπόθεση της ΜΟ.Κ.Α.Σ. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν, σύμφωνα με τον ΜΚ1, να διευθετηθεί μεν και να αποσυρθεί η πολιτική αγωγή αλλά να εξακολουθεί να εκκρεμεί η ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων. Επειδή η Bulcom, με τη εκ συμφώνου διευθέτηση που επιτεύχθηκε στην αγωγή 4889/09, αναγκάστηκε ουσιαστικά να λάβει μικρότερο ποσό από αυτό που έχασε - $404.000 αντί $587.813,75 - ο ΜΚ1, δραττώμενος της «παράλειψης» των τότε δικηγόρων των κατηγορουμένων, να «διευθετήσουν» την απόσυρση και της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμούσε εναντίον των κατηγορουμένων, συμβούλεψε τους δικούς του πελάτες, ήτοι την Bulcom και τον Plamen, όπως μην αποσύρουν το παράπονο τους στην Αστυνομία και απαιτήσουν από τους κατηγορούμενους, ως αντάλλαγμα για να το πράξουν τούτο, το ποσό που υπολειπόταν μετά και την υλοποίηση της διευθέτησης της πολιτικής αγωγής. Συνεπεία της συμβουλής του αυτής, η Bulcom δεν απέσυρε το παράπονο της και η ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων παρέμεινε εκκρεμής. Το γεγονός αυτό, οδήγησε, σύμφωνα με τον ΜΚ1, τον κατηγορούμενο 3 να επικοινωνήσει μαζί του και να τον παρακαλέσει να μεσολαβήσει στον Plamen για να διευθετηθεί και η απόσυρση του παραπόνου της Bulcom. Με γνώμονα πλέον τα συμφέροντα των πελατών του και έχοντας «εξασφαλίσει» πλέον τη «συνεργασία» των κατηγορουμένων, ο ΜΚ1, έκαμε αυτό που κατ' εκείνον, οι προηγούμενοι δικηγόροι των κατηγορουμένων παρέλειψαν να πράξουν. Διαπραγματεύτηκε εκ μέρους των πελατών του, Bulcom και Plamen, με τους κατηγορούμενους και συνέταξε «Συμφωνία Διευθέτησης Διαφορών». Η εν λόγω συμφωνία, η οποία ήταν μεταξύ της Bulcom, μέσω του Plamen, από τη μια και τους κατηγορούμενους, μέσω του κατηγορούμενου 3 προσωπικά και ως διευθυντή τους, από την άλλη, υπογράφηκε στις 19/8/14 στο γραφείο του, στην παρουσία του. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ουσιαστικά ότι: «Επειδή η Bulcom στις 12/10/09 υπέβαλαν παράπονο στην αστυνομία εναντίον των (κατηγορουμένων)... και επειδή η αστυνομία ως αποτέλεσμα του πιο πάνω παραπόνου καταχώρησαν την ποινική υπόθεση 25253/11 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον των (κατηγορουμένων)...και επειδή τα πιο πάνω πρόσωπα αποζημίωσαν την Bulcom κατά το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης της...και επειδή τα μέρη συμφωνούν όπως με την παρούσα συμφωνία καταλήξουν ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού με αντάλλαγμα η Bulcom να μην προσφέρει μαρτυρία εναντίον των (κατηγορουμένων) και να ενημερώσει δεόντως την Εισαγγελία Λεμεσού...το ποσό που (αναγνωρίζεται ότι) οφείλεται από τους (κατηγορούμενους) ανέρχεται σε Ευρώ €120.000...η πληρωμή (του) θα γίνει...με την έκδοση δύο μεταχρονολογημένων επιταγών...για το ποσό των ευρώ 60.000 η κάθε μια, με την πρώτη πληρωτέα στις 28/2/15 και τη δεύτερη στις 31/8/15...(και)...η Bulcom με την πιο πάνω διευθέτηση δεσμεύονται όπως μην προσφέρουν μαρτυρία εναντίον των (κατηγορουμένων) σε σχέση με την πιο πάνω ποινική υπόθεση 25253/11 και θα ενημερώσουν...την Εισαγγελία για την επίτευξη της παρούσας εξώδικης συμφωνίας...», (βλ. Τ.18) Με την εν λόγω συμφωνία, οι κατηγορούμενοι είχαν επίσης το δικαίωμα να καταβάλουν στην Bulcom, το μικρότερο ποσό των €100.000 μέχρι τις 31/12/14 οπόταν και θα θεωρούνταν ότι ικανοποίησαν πλήρως τις εκεί αναφερόμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις απέναντι στην Bulcom. Σε τέτοια περίπτωση, οι δύο μεταχρονολογημένες επιταγές θα επιστρέφονταν στους κατηγορούμενους, οι οποίοι, θα απαλλάσσονταν πλήρως από οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση της Bulcom. Ομοίως, η τίμηση των επιταγών, θα απέληγε στην ίδια απαλλαγή των κατηγορουμένων από οποιαδήποτε απαίτηση της Bulcom. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος αποδέχτηκε και υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία διευθέτησης, τόσο προσωπικά όσο και ως διευθυντής των πρώην κατηγορουμένων 1 και 2, συμπλήρωσε και εξέδωσε, στην παρουσία του ΜΚ1, τις δύο προαναφερόμενες επιταγές, από το βιβλιάριο επιταγών της κατηγορούμενης 1 και του της παρέδωσε. Η μία από αυτές είναι η επίμαχη (Τ.20). Σύμφωνα με τον κ. Χαραλάμπους, ο κατηγορούμενος 3, άφησε ανοικτές τις επιταγές και δεν συμπλήρωσε ούτε το όνομα του δικαιούχου ούτε το ποσό. Επειδή η συμφωνία διευθέτησης διαφορών προνοούσε ότι ο ΜΚ1, ως δικηγόρος της Bulcom, θα έπαιρνε τις επιταγές υπό τη φύλαξη του και θα ενεργούσε αναλόγως του τρόπου με τον οποίο θα προχωρούσαν οι κατηγορούμενοι, ήτοι αν πληρωνόταν στη Bulcom το ποσό των €100.000 μέχρι τις 31/12/14 αυτός θα επέστρεφε τις επιταγές στον κατηγορούμενο 3 ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε με την κατάθεση των επιταγών στην Τράπεζα την ημέρα που αυτές θα καθίσταντο πληρωτέες, συμπλήρωσε ο ίδιος ο ΜΚ1 τα στοιχεία του δικαιούχου και του ποσού, θέτοντας τη σφραγίδα των παραπονουμένων στο όνομα του δικαιούχου της επιταγής και αναγράφοντας το ποσό των €60.000 στην κάθε επιταγή. Όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ο ίδιος, τόσο προσωπικά όσο και ως δικηγορικό γραφείο, ενεργούσε ουσιαστικά απλά ως escrow agent μεταξύ Bulcom και κατηγορουμένων, «φύλακας» δηλαδή των επιταγών. Την εν λόγω συμφωνία, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την εξήγησε και στον πελάτη του, Plamen, ο οποίος, αφού αποδέχτηκε όπως οι επιταγές τεθούν υπό τη φύλαξη του ΜΚ1 και τύχουν της συμφωνηθείσας διαχείρισης, υπέγραψε εκ μέρους της Bulcom την συμφωνία διευθέτησης. Σύμφωνα με το ΜΚ1, παρά το ότι ακόμη και με αυτή τη συμφωνία διευθέτησης οι πελάτες του - Bulcom - δεν θα λάμβαναν πίσω ολόκληρο το ποσό που έχασαν πριν πέντε χρόνια, αυτοί ήταν, υπό τις περιστάσεις, διατεθειμένοι να προχωρήσουν με τη συμφωνία. Ταυτόχρονα, και οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τον ΜΚ1, επωφελούνταν από τη συμφωνία, αφού, θα απαλλάσσονταν από την καταβολή ολόκληρου του ποσού που έλαβαν παράνομα πριν πέντε χρόνια. Κοντολογίς, ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι η επιτυχής «μεσολάβηση» του στις διαφορές μεταξύ, Bulcom και κατηγορουμένων, εξασφάλιζε πλήρως τα συμφέροντα αμφότερων των δύο πλευρών. Ο ΜΚ1 εξήγησε περαιτέρω ότι, όσον αφορά την αμοιβή του ως δικηγόρος της Bulcom, είναι ευνόητο ότι θα χρέωνε τους πελάτες του Bulcom και Plamen με σχετικά δικηγορικά έξοδα, όμως επειδή «όλο το ποσό (της συμφωνίας διευθέτησης) θα πήγαινε στη Bulcom», η συνεννόηση των παραπονουμένων με την Bulcom, αναφορικά με τα έξοδα τους, θα γινόταν σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά που θα έπαιρναν τα λεφτά από τους κατηγορούμενους. Υπήρχε το ενδεχόμενο, σύμφωνα με το ΜΚ1, όπως συμφωνηθεί με την Bulcom, οι παραπονούμενοι να κατακρατήσουν, ως αμοιβή, κάποιο ποσό από τα λεφτά που θα πλήρωναν οι κατηγορούμενοι. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας και την παράδοση των επιταγών, ο ΜΚ1, μετέβηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού όπου ενημέρωσε τον υπεύθυνο Εισαγγελέα που χειριζόταν την ποινική υπόθεση των κατηγορουμένων, για την επίτευξη της συμφωνίας διευθέτησης και στη συνέχεια απέστειλε στους δικηγόρους των κατηγορουμένων επιβεβαιωτική επιστολή εκ μέρους των πελατών του, ήτοι της Bulcom, αναφέροντας τους ότι, οι πελάτες του, «δεν προτίθενται να προωθήσουν το παράπονο τους συνεπεία της εξώδικης διευθέτησης...και πως δεν έχουν πρόθεση να δώσουν μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων...και συνεπώς συγκατατίθενται όπως αποσταλεί από κοινού αίτημα στον Γενικό Εισαγγελέα για σκοπούς αναστολής δίωξης», (βλ. Τ.19). Στις 4/9/14, ο Γενικός Εισαγγελέας, προχώρησε σε καταχώρηση αναστολής της δίωξης εναντίον των κατηγορουμένων και η δίωξη διεκόπη. Στις 4/3/15 και εφόσον δεν είχε πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό από τους κατηγορούμενους, ο ΜΚ1, προχώρησε σε κατάθεση της επίμαχης επιταγής με ημερ. 28/2/
  10. Πληροφορήθηκε όμως στη συνέχεια από την τράπεζα ότι, ο λογαριασμός της πρώην κατηγορούμενης 1 «έκλεισε» και ότι «η υπογραφή του εκδότη διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή της τράπεζας». Οι εν λόγω αναφορές, σύμφωνα με τον ΜΚ1 προκύπτουν και από τις ανάλογες σφραγίδες που έθεσε η Τράπεζα επί της επιταγής στις 4/3/15 (βλ. Τ.20). Τότε ο ΜΚ1 αντιλήφθηκε, ότι ο κατηγορούμενος 3, είχε εσκεμμένα αλλοιώσει την υπογραφή του, για να μην μπορεί να τιμηθεί η επιταγή, η οποία ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να τιμηθεί, αφού ο λογαριασμός ήταν ήδη κλειστός. Σύμφωνα με το ΜΚ1, ο κατηγορούμενος 3, θα πρέπει να γνώριζε για τα εμπόδια αυτά όταν εξέδιδε τις επιταγές για την πρώην κατηγορούμενη
  11. Αφού ο ΜΚ1 ενημέρωσε αμέσως τον Plamen, ο τελευταίος του έδωσε οδηγίες να προχωρήσει με κάθε νόμιμη διαδικασία με σκοπό την τιμωρία των κατηγορουμένων όπως και έπραξε με την καταχώρηση της παρούσας. Τέλος, ο ΜΚ1 δήλωσε τη βεβαιότητα του ως προς το ότι, όλες οι πράξεις του κατηγορούμενου 3, «έγιναν στοχευμένα, μόνο και μόνο για να πείσει (ο κατηγορούμενος 3) τον Plamen (και την Bulcom) να συγκατατεθεί στη διακοπή της δίωξης των κατηγορουμένων...». Οι ΜΚ2 και ΜΚ3, τραπεζικοί υπάλληλοι, αναφέρθηκαν στο διαφορετικό της υπογραφής που υπήρχε στην επιταγή με τα δείγματα που έδωσε ο κατηγορούμενος 3 στην Τράπεζα καθώς και στο κλείσιμο του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 στις 21/6/14 και αποστολής σχετικής κατάστασης λογαριασμού στην διεύθυνση που η Τράπεζα είχε στα αρχεία της αναφορικά με την κατηγορούμενη
  12. ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για τους παραπονούμενους, ο κατηγορούμενος 3, μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του, υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Η εισήγηση του κ. Σπύρου περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες: α) Οι παραπονούμενοι δεν έχουν καταδείξει πώς νομιμοποιούνται να καταχωρούν και να προωθούν οι ίδιοι την παρούσα υπόθεση αφού δεν είναι τα δικά τους δικαιώματα που έχουν επηρεαστεί, αν όντως κάποιου τα δικαιώματα έχουν επηρεαστεί, εφόσον, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η δική τους εμπλοκή ήταν αποκλειστικά ως νομικοί εκπρόσωποι των πελατών τους. Αν υπάρχει κάποιο πρόσωπο που θα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι έχει παράπονο από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου 3, αν τα εν λόγω παράπονα ευσταθούν, αυτό το πρόσωπο, υποστήριξε ο κ. Σπύρου, θα μπορούσε να είναι μόνο η Bulcom, η οποία όμως δεν είναι κατήγορος στην παρούσα υπόθεση. β) Το γεγονός ότι η επίμαχη επιταγή δεν φέρει την «έγκυρη» υπογραφή από τον εκδότη της, εξ' ου και απορρίφθηκε από την Τράπεζα, συνεπάγεται ότι το εν λόγω έγγραφο, δεν μπορεί να θεωρηθεί «επιταγή» εν τη εννοία του αρ.4 Κεφ.154 αφού ουσιαστικά, δεν συνιστά, την απαιτούμενη από το Νόμο, «γραπτή εντολή» προς την Τράπεζα. γ) Ακόμη και να μπορούσε το επίμαχο έγγραφο να θεωρηθεί ως «επιταγή» εν τη εννοία του Νόμου, οι σχετικές με αυτή κατηγορίες, θα πρέπει, υποστήριξε ο κ. Σπύρου, να απορριφθούν, εφόσον, σύμφωνα με τη μαρτυρία των παραπονουμένων, η εν λόγω «επιταγή», δόθηκε για παράνομο σκοπό ήτοι τη διευθέτηση κακουργήματος, κατά παράβαση του αρ.123 Κεφ.
  13. δ) Οι λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, υποστήριξε ο κ. Σπύρου, δεν ταυτίζονται με τα αδικήματα που αναφέρονται στη νομική βάση της κατηγορίας και στα οποία η κατηγορία εδράζεται, αλλά και αυτή καθ' αυτή η κατηγορία, πάσχει από πολλαπλότητα. Αυτή την πτυχή της εισήγησης του, ο κ. Σπύρου την βασίζει στο ότι, στη νομική βάση της 1η κατηγορίας, περιλαμβάνεται τόσο το αρ. 298 όσο και το αρ.299 Κεφ.154, δύο χωριστά και ανεξάρτητα, κατά τον κ. Σπύρου, αδικήματα. ε) Δεν έχει καταδειχθεί η απαιτούμενη «γνώση» και ένοχη διάνοια (mens rea) του κατηγορούμενου 3, διευθυντή της πρώην κατηγορούμενης 1, ιδιότητα με την οποία ο τελευταίος διώκεται, ως προς το γεγονός ότι ο λογαριασμός της τελευταίας ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο κλειστός. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων, απέρριψε την εισήγηση και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 και συνεπώς αυτός θα πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ειδικότερα, ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι: α) Εφόσον οι παραπονούμενοι θα αμοίβονταν για τις υπηρεσίες που παρείχαν στην Bulcom, η μη τίμηση των επιταγών, επηρέασε και τα δικά τους δικαιώματα και αυτό είναι που, κατά τον κ. Γεωργιάδη, τους νομιμοποιεί στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ο κ. Γεωργιάδης έκαμε αναφορά στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΤΥΧΩΝΑ ΤΥΧΩΝΟΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 153/2011, 16/1/
  14. β) Η απουσία «έγκυρης» υπογραφής στην επίμαχη επιταγή, δεν επηρεάζει την ιδιότητα του ως τέτοιο αξιόγραφο αφού υπάρχουν όλα τα εκ του Νόμου απαιτούμενα στοιχεία, για να μπορεί να θεωρηθεί το εν λόγω έγγραφο ως «επιταγή» εν τη εννοία του Νόμου. γ) Η όλη συμπεριφορά και εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, τον εμποδίζει από του να ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για μια παράνομη συναλλαγή. Πέραν και ανεξάρτητα τούτου, η συμφωνία διευθέτησης των μερών, υποστήριξε ο κ. Γεωργιάδης, δεν αποσκοπούσε σε διευθέτηση ποινικού αδικήματος αλλά απλά σε αποζημίωση της Bulcom με αντάλλαγμα την απόσυρση του σχετικού παραπόνου τους, μια καθ' όλα επιτρεπτή και συνήθη πρακτική. δ) Ομοίως, υποστήριξε ο κ. Γεωργιάδης, η μαρτυρία αναφορικά με την όλη εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 στα ουσιώδη γεγονότα καταδεικνύει και την απαιτούμενη ένοχη διάνοια του για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του. ε) Όσον αφορά τα θέματα του κατηγορητηρίου, ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι, σε καμία περίπτωση, ο κατηγορούμενος 3 επηρεάστηκε δυσμενώς από τη διατύπωση είτε της νομικής βάσης είτε των λεπτομερειών της 1ης κατηγορίας, η οποία σε κάθε περίπτωση, δεν παρουσιάζει κανένα ελάττωμα. Ακόμη όμως και αν η συμπερίληψη των δύο άρθρων, αρ.298 και αρ.299 ήθελε θεωρηθεί ως «ελάττωμα», αυτό μπορεί, σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, να θεραπευθεί, αφού είναι φανερό, ότι η εν λόγω κατηγορία αφορά το αδίκημα του αρ.
  15. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης που υπεβλήθει και έχοντας κατά νου συνέχεια το κατηγορητήριο παρατηρώ τα εξής. Όπως διαφαίνεται από τις λεπτομέρειες όλων των κατηγοριών αλλά και την εκδοχή των παραπονουμένων, τα παράπονα τους, αντικείμενο των κατηγοριών, εδράζονται επί της επίμαχης επιταγής και των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτή φέρεται να υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο
  2. Σημειώνω περαιτέρω ότι, όλες οι κατηγορίες, όπως άλλωστε ήταν και η εκδοχή του ΜΚ1, αναφέρουν ρητά ότι η επίμαχη επιταγή, εκδόθηκε στα πλαίσια, της «Συμφωνίας Διευθέτησης Διαφορών» ημερ. 19/08/14, μεταξύ Bulcom και κατηγορουμένων και παραδόθηκε στον ΜΚ1, έναν εκ των δικηγόρων της Bulcom και συνέταιρο στους παραπονούμενους. Επισημαίνω εδώ επίσης ότι, οι κατηγορίες 1-3, αφορούν αποκλειστικά την κατ' ισχυρισμό ενέργεια του κατηγορούμενου 3 να υπογράψει την επίμαχη επιταγή κατά τρόπο που διέφερε από το δείγμα που είχε η Τράπεζα, ενώ, οι κατηγορίες 4-5, αφορούν την μη τίμηση της επίμαχης επιταγής, αποκλειστικά για το λόγο ότι ο λογαριασμός, στον οποίο αφορούσε η φερόμενη επιταγή, ήταν κλειστός και ότι ο κατηγορούμενος 3 το γνώριζε. Αν και επιχειρήθηκε πριν ολοκληρωθεί η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, να τροποποιηθεί εκ νέου το κατηγορητήριο ως προς το θέμα αυτό, εντούτοις το αίτημα εν τέλει εγκαταλείφθηκε και αποσύρθηκε. Στη βάση των πιο πάνω, για σκοπούς της εισήγησης που υπεβλήθει, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3, θα εξεταστούν, στη βάση των συγκεκριμένων λεπτομερειών τους, λεπτομέρειες οι οποίες άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776). Προχωρώ τώρα να εξετάσω την εισήγηση του κ. Σπύρου ότι, οι παραπονούμενοι κανένα δικαίωμα έχουν να παρουσιάζονται οι ίδιοι ως παραπονούμενοι κατήγοροι στην παρούσα υπόθεση. Προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, και οι δύο συνήγοροι, με παρέπεμψαν σε δύο προηγούμενες αποφάσεις που εξέδωσα στις υποθέσεις, Αριστείδου ν Ιωάννου, Αρ.Υπόθ. Ε.Δ.Λ/σου 8735/14, ημερ. 1/72016 και Ιωάννης Μιχελάκης ν. Ραμόνα Μιχελάκη, Αρ. Υπόθ. Ε.Δ. Λ/σου 8480/16, ημερ. 14/9/16 στις οποίες είχα την ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος τις αρχές που οριοθετούν το πλαίσιο άσκησης του δικαιώματος καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Στις εν λόγω υποθέσεις, από την έρευνα που διεξήγαγα τόσο στην κυπριακή όσο και στην αγγλική νομολογία επί του θέματος, (βλ. μεταξύ άλλων Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Ποινική ECLI:CY:AD:2016:D208, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/4/2016 (Γιασεμής Δ), Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013 (Χατζηχαμπή Π., Ερωτοκρίτου Δ., Παναγή Δ.), ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, 2/12/2014 (Νικολάτος Π., Παρπαρίνος Δ., Λιάτσος Δ), Gouriet v. Union of Post Office Workers and Others [1977] 3 All E.R., 70, 97 H.L και London Borough of Southwark v. Williams, [1971] 2 All E.R. 175, 179 και η νομολογία στην οποία οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν), κατέληξα στα εξής συμπεράσματα με τα οποία αμφότεροι οι συνήγοροι συμφωνούν: «Oι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, συνοψίζονται ως ακολούθως: Α) Πρέπει να καταδειχθεί ότι το επηρεαζόμενο δικαίωμα εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου συμφέροντος. Παρεμβάλλω εδώ τα αδικήματα για τα οποία η «αρμόδια αρχή» έχει σιωπηρά συγκατατεθεί στην ιδιωτική δίωξη τους. (βλ. σχ. αδικήματα στη βάση του Κεφ.96 ή του αρ.305Α Κεφ.154 - σημειώνω εδώ ότι το αδίκημα του αρ.305Α εισήχθη στο Κεφ.154 to 1997, μετά δηλαδή την Ttofinis και την νομολογία που ακολούθησε). Β) Πρέπει να υπάρχει τέτοιος άμεσος επηρεασμός του δικαιώματος ώστε με τη συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, να εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» Στη βάση των πιο πάνω αρχών, εφόσον και οι ίδιοι οι παραπονούμενοι ισχυρίζονται αλλά και αναγνωρίζουν ότι, η επίμαχη επιταγή, δόθηκε από τον κατηγορούμενο 3, για να διευθετήσει αποκλειστικά τις απαιτήσεις των πελατών τους και όχι των ιδίων, απαιτήσεις οι οποίες προέκυψαν πέντε περίπου χρόνια πριν τα επίδικα γεγονότα όταν οι ίδιοι δεν ήταν καν εμπλεκόμενοι, το ερώτημα που προκύπτει, είναι το κατά πόσο, η μετέπειτα εμπλοκή τους στα επίμαχα γεγονότα, τους κατέστησε «παραπονούμενους», με δικαίωμα όπως, αντί των πελατών τους, καταχωρήσουν οι ίδιοι ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Η απόδειξη βέβαια αυτού του «δικαιώματος», είναι στους ώμους των παραπονουμένων, αφού άλλωστε πρόκειται και για ποινική υπόθεση. Υπενθυμίζω ότι οι παραπονούμενοι βασίζουν το εν λόγω δικαίωμα τους στο ότι: Α) Οι παραπονούμενοι παρέλαβαν τις επιταγές για να καλύψουν όχι μόνο το ποσό που οφειλόταν προς τους πελάτες τους, δηλαδή την Bulcom, αλλά και στα δικά τους δικηγορικά έξοδα. Β) Αν η επιταγή πληρώνετο και οι παραπονούμενοι δεν επέστρεφαν τα χρήματα στην Bulcom, ή αν δεν προχωρούσαν με την καταχώρηση της παρούσας, θα ήταν εκτεθειμένοι στο κίνδυνο η Bulcom να τους ενάγει για επαγγελματική αμέλεια. Γ) Η αναφορά του ονόματος τους στο όνομα του δικαιούχου της επίμαχης επιταγής τους καθιστά «νομιμοποιημένους κομιστές». (βλ. σελ.17 αγόρευσης παραπονουμένων - Έγγραφο Ε.Ο.2) Τις θέσεις τους αυτές, οι παραπονούμενοι θεωρούν ότι της υποστηρίζει και η κυπριακή νομολογία και συγκεκριμένα, η απόφαση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.
  2. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, επί του οποίου οι παραπονούμενοι στηρίζουν τις θέσεις τους αυτές. «Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, η επιταγή για ποσό €12.000 εξεδόθη από τον Εφεσίβλητο προς τον Πρόδρομο Προδόμου και κατέληξε, αφού οπισθογραφήθηκε, στον Εφεσείοντα. Όπως αναφέρεται στη σελ. 12 της πρωτόδικης απόφασης, η επιταγή αρχικά δόθηκε τον Οκτώβριο του 2008 από τον Εφεσίβλητο στον Πρόδρομο Προδρόμου, έναντι της αγοράς ενός αυτοκινήτου από την Αγγλία. Όμως αυτή η συμφωνία ουδέποτε υλοποιήθηκε. Παρά τη μη υλοποίηση της συμφωνίας, ο Προδρόμου, σε άγνωστο χρόνο οπισθογράφησε την επιταγή η οποία βρέθηκε στην κατοχή του Χρίστου και της Ανδρούλας Κουμή. Η Κουμή αντιμετώπιζε δύο υποθέσεις για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ύψους €10.679 προς την εταιρεία S. S. Panoramic Balloon Designs Ltd, με την οποία είχε οικονομικές συναλλαγές. Δικηγόρος της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν ο Κλεάνθης Δημοσθένους, Εφεσείων στην παρούσα διαδικασία. Μετά από συμφωνία, οι δύο υποθέσεις αποσύρθηκαν και η Α. Κουμή παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον Εφεσείοντα για να καλύψει τόσο τα ποσά των επιταγών, όσο και τα δικηγορικά έξοδα. Ο Εφεσείων, στη συνέχεια κατάθεσε την επιταγή, αλλά αυτή επεστράφη απλήρωτη, με αποτέλεσμα να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική κατά του Εφεσίβλητου, εκδότη της επιταγής. ... Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής. Επίσης ως δικηγόρος και εκπρόσωπος του πελάτη, απέσυρε τις δύο ποινικές υποθέσεις του πελάτη, με αντάλλαγμα την επίδικη επιταγή. Εφόσον η συναλλαγή απέτυχε, ήταν υπόλογος στον πελάτη του ο οποίος δυνητικά θα μπορούσε να τον εναγάγει για αμέλεια. (έμφαση δική μου) Από απλή ανάγνωση των όσων λέχθηκαν στην Τύχωνος ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι τα δεδομένα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, να κρίνει τον εκεί δικηγόρο, ως «ορθό παραπονούμενο», ήταν τα εξής: Α) Η επίδικη επιταγή ήταν για ποσό €12.000 Β) Η οφειλή της κατηγορούμενης προς τον πελάτη του δικηγόρου ήταν για ποσό €10.679 Γ) Ο δικηγόρος, συνεπεία της οφειλής της κατηγορούμενης, καταχώρησε, κατόπιν οδηγιών και εκ μέρους του πελάτη του, ιδιωτικές διώξεις εναντίον της κατηγορούμενης. Δ) Παραπονούμενος στις εν λόγω διώξεις ήταν ο πελάτης του Ε) Επιδιώχθηκε η διευθέτηση τόσο της οφειλής όσο και των δικηγορικών εξόδων που είχαν προκύψει Στ) Η κατηγορούμενη, συμφώνησε να καταβάλει τόσο την οφειλή των €10.679 όσο και τα δικηγορικά έξοδα που είχαν προκύψει, εξ' ου και «μετά από συμφωνία», παρέδωσε στον δικηγόρο την επίδικη επιταγή των €12.000, ως είχε δηλαδή συμφωνηθεί. Ζ) Ο δικηγόρος, στη βάση αυτής της συμφωνίας, έλαβε την επιταγή τόσο ως αντιπρόσωπος των πελατών του σε σχέση με το ποσό που οφείλετο σε εκείνους όσο και προσωπικά σε σχέση με την αμοιβή του και απέσυρε τις υποθέσεις των πελατών του. Η) «Εφόσον η συναλλαγή απέτυχε» και η απόσυρση των υποθέσεων από το δικηγόρο, είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη απαλλαγή της κατηγορούμενης από οποιαδήποτε ευθύνη χωρίς να έχει διασφαλιστεί πρώτα η εξόφληση του ποσού που οφείλετο στον πελάτη του, ο δικηγόρος, ήταν υπόλογος στον πελάτη του ο οποίος δυνητικά θα μπορούσε να τον εναγάγει για αμέλεια». Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την εκδοχή των παραπονουμένων, όπως αυτή προβλήθηκε μέσω του ΜΚ1 και τα τεκμήρια που κατέθεσε:
  3. Όσον αφορά την εμπλοκή των παραπονουμένων στην υπόθεση Α) Οι παραπονούμενοι «δεν αποτελούσαν συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία Διευθέτησης» ενώ ο ίδιος ο ΜΚ1, ως συνέταιρος στους παραπονούμενους που «εκπροσωπούσαν καθ'όλο τον ουσιώδη χρόνο την Bulcom», ενεργούσε απλά «για λογαριασμό της Bulcom ως δικηγόρος, την αντιπροσώπευε και είχε λάβει μέρος στην ετοιμασία της συμφωνίας». Β) Ο ρόλος του ΜΚ1, με βάση τη Συμφωνία Διευθέτησης, ήταν να ενεργεί, τόσο υπό την προσωπική όσο και υπό τη δικηγορική του ιδιότητα, απλά ως «φύλακας» των επιταγών και του ποσού τους, και αυτό κατόπιν οδηγιών και συγκατάθεσης τόσο του πελάτη του (Bulcom/Plamen) όσο και των κατηγορουμένων. Ο λόγος που έβαλε το όνομα του στη συμφωνία ως το πρόσωπο που θα κρατούσε τις επιταγές ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, επειδή «δεν μπορούσε να βάλει το όνομα των παραπονουμένων (και) έπρεπε να βάλει ένα όνομα», οπόταν, «...έβαλε το δικό του». Γ) Όπως ο ίδιος ο ΜΚ1 χαρακτήρισε την όλη εμπλοκή του στα γεγονότα, αυτός ήταν ουσιαστικά, το πρόσωπο που ήταν «στη μέση γιατί έκαμε μια συμφωνία μεταξύ Μαυρουδή και του Plamen και έπαιρνε και έφερνε κουβέντες με σκοπό να βρεθεί ένας τρόπος να διευθετηθεί (το θέμα)..στο τέλος της μέρας τα λεφτά θα κατέληγαν στη Bulcom». Δ) Δύο διώξεις είχαν καταχωρηθεί εναντίον των κατηγορουμένων. Η μία ήταν η αστική αγωγή από την Bulcom, η οποία καταχωρήθηκε μέσω των παραπονουμένων και η οποία στη συνέχεια διευθετήθηκε πλήρως με την καταβολή του εκεί συμφωνηθέν ποσού των $404.
  4. Η άλλη δίωξη καταχωρήθηκε από την Αστυνομία και στηρίζετο στο σχετικό παράπονο της Bulcom και στη μαρτυρία που συλλέχθηκε από τις αρχές. Η εν λόγω δίωξη διακόπηκε στη συνέχεια από το Γενικό Εισαγγελέα κατά την άσκηση των συνταγματικών του εξουσιών. Ε) Σύμφωνα με τον ΜΚ1, οι παραπονούμενοι, όταν οι επιταγές δεν τιμήθηκαν, ζήτησαν και έλαβαν οδηγίες από τους πελάτες τους, Bulcom και Plamen, να κινηθούν δικαστικά εναντίον των κατηγορουμένων.
  5. Όσον αφορά το ποσό της συμφωνίας διευθέτησης και των επιταγών Α) Η γραπτή συμφωνία διευθέτησης, αναφέρει ότι «...επειδή (οι κατηγορούμενοι) αποζημίωσαν την Bulcom κατά το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης της...και επειδή τα μέρη συμφωνούν όπως με την παρούσα συμφωνία καταλήξουν ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού... που ... ανέρχεται σε Ευρώ €120.000...η πληρωμή (του) θα γίνει...με την έκδοση δύο μεταχρονολογημένων επιταγών...για το ποσό των ευρώ 60.000 η κάθε μια... (και)...η Bulcom με την πιο πάνω διευθέτηση δεσμεύονται όπως...» απαλλάξουν πλήρως τους κατηγορούμενους, από οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση και «όλες οι διαφορές» μεταξύ Bulcom και κατηγορούμενων, θα διευθετούνταν τελεσίδικα και οι εν λόγω συμβαλλόμενοι θα «εμποδίζονται από του να εγείρουν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον ο ένας του άλλου». Β) Ο ΜΚ1, ως το πρόσωπο που διαπραγματεύτηκε εκ μέρους των πελατών του και εν τέλει συνέταξε την επίμαχη συμφωνία στη βάση των όσων η Bulcom/Plamen και κατηγορούμενοι συμφώνησαν, ανέφερε ότι, «όλο το ποσό (της συμφωνίας διευθέτησης) θα πήγαινε στη Bulcom»
  6. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα των παραπονουμένων Α) Η συμφωνία διευθέτησης δεν κάμνει οποιαδήποτε αναφορά για δικηγορικά έξοδα ή ότι τα ποσά των επιταγών, συμφωνούνται να καλύψουν τόσο την οφειλή των κατηγορουμένων όσο και τυχόν δικηγορικά έξοδα των παραπονουμένων. Η αμοιβή των παραπονουμένων όμως, ως δικηγόροι της Bulcom, είναι, σύμφωνα με τον ΜΚ1, αυτονόητη γιατί κανένας δεν «δουλεύει μούχτιν». Β) Σύμφωνα με τον ΜΚ1, αν τα συμφωνηθέντα ποσά πληρώνονταν από τους κατηγορούμενους, τότε «θα συμφωνούσα με την Bulcom ότι από τα λεφτά που θα έπαιρνε (η Bulcom) θα πληρώνετο και το γραφείο μου όσον αφορά τις υπηρεσίες του...δεν το θεωρώ σημαντικό να πω ότι θα χρεώσω την Bulcom έξοδα». Γ) Σύμφωνα και πάλι με τη θέση του ΜΚ1, «...η οικονομική συμφωνία όσο αφορά τα έξοδα με την Bulcom θα ήταν θέμα του γραφείου μαζί με την Bulcom. Δηλαδή από τα λεφτά που θα είχε να παίρνει η Bulcom στη βάση των δύο επιταγών»
  7. Όσον αφορά τον κίνδυνο οι παραπονούμενοι να εναχθούν για επαγγελματική αμέλεια Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο εν λόγω κίνδυνος, έγκειτο στο ενδεχόμενο που οι παραπονούμενοι, ως δικηγόροι της Bulcom, είτε εισέπρατταν τα χρήματα των επιταγών και δεν τα επέστρεφαν στους πελάτες τους ως όφειλαν ή σε περίπτωση που παρέλειπαν να καταχωρήσουν δικαστικές διαδικασίες εναντίον των κατηγορουμένων για τη μη τίμηση των επιταγών. Με κάθε σεβασμό προς τους παραπονούμενους, από τα πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι έχει πλήρως παρερμηνευτεί και ο λόγος αλλά και τα γεγονότα της απόφασης στην Τύχωνος. Κατ' αρχή, όπως και ο ίδιος ο ΜΚ1 ανέφερε, η εμπλοκή των παραπονουμένων αλλά και του ιδίου ως δικηγόρου, στα επίμαχα γεγονότα, ήταν αποκλειστικά η νομική εκπροσώπηση των πελατών τους, Bulcom και Plamen. Οι τελευταίοι δε, ήταν και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται να είχαν «ζημιωθεί» πριν 5 χρόνια από τους κατηγορούμενους και τα οποία εξακολουθούσαν να είναι «ζημιωμένα» και να προσπαθούν, μέσω των δικηγόρων τους, να ανακτήσουν τις απώλειες τους. Ως τέτοιες προσπάθειες, παρουσιάζονται να ήταν η αστική αγωγή, το παράπονο στις σουηδικές και κυπριακές αρχές και τέλος, η συμφωνία διευθέτησης. Σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται, οι Bulcom και Plamen, να έπαψαν να είναι τα πρόσωπα που είχαν παράπονο από τους κατηγορούμενους ή να αντικαταστάθηκαν ως «παραπονούμενοι» από τους δικηγόρους τους. Το ότι σύμφωνα με τον ΜΚ1, οι παραπονούμενοι, μετά που δεν τιμήθηκαν οι επιταγές και η συμφωνία διευθέτησης, χρειάστηκε να ζητήσουν και να λάβουν οδηγίες από τους Bulcom και Plamen, ως προς το πως να προχωρήσουν, φανερώνει του λόγου το αληθές. Κατά δεύτερο, τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα των παραπονουμένων, σύμφωνα με τους ίδιους τους παραπονούμενους, όχι μόνο δεν αποτέλεσαν μέρος της συμφωνίας με τους κατηγορούμενους ή μέρος του «ανταλλάγματος» των επιταγών, αλλά μάλιστα, ούτε καν το θέμα συζητήθηκε με τους κατηγορούμενους. Αντίθετα, σύμφωνα με το ΜΚ1, το θέμα αυτό, θα αποτελούσε, αντικείμενο μελλοντικής συζήτησης και συνεννόησης των παραπονουμένων, αποκλειστικά με τους πελάτες τους, εάν και εφόσον οι κατηγορούμενοι θα πλήρωναν. Επί τούτου, ο ΜΚ1 ήταν σαφέστατος, «...η οικονομική συμφωνία όσο αφορά τα έξοδα με την Bulcom θα ήταν θέμα του γραφείου μαζί με την Bulcom. Δηλαδή από τα λεφτά που θα είχε να παίρνει η Bulcom στη βάση των δύο επιταγών», (στην αγόρευση του ο κ. Γεωργιάδης δίδει έμφαση μόνο στο δεύτερο σκέλος της αναφορά αυτής του ΜΚ1 αγνοώντας το πρώτο που είναι και το πιο ουσιώδες - βλ. παρ.21, σελ.10 Ε.Ο.1). Στρέφομαι τώρα στον ισχυρισμό των παραπονουμένων περί έκθεσης τους σε κίνδυνο δίωξης για επαγγελματική αμέλεια, όπως ο εν λόγω ισχυρισμός προωθήθηκε από τον ΜΚ1 και αποτέλεσε αντικείμενο της επιχειρηματολογίας του κ. Γεωργιάδη, την οποία παρέθεσα ανωτέρω. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του συλλογισμού του κ. Γεωργιάδη, συλλογισμό τον οποίο εξέφρασε και ο ΜΚ1, ήτοι ότι ο εν λόγω «κίνδυνος» προκύπτει από τυχόν παράλειψη των παραπονουμένων να επιστρέψουν στους πελάτες τους τα χρήματα που θα λάμβαναν από τους κατηγορούμενους αν οι επιταγές πληρώνονταν, ο εν λόγω συλλογισμός με εκπλήσσει και πραγματικά αδυνατώ να τον αντιληφθώ. Το ότι οι παραπονούμενοι, ως δικηγόροι, έχουν υποχρέωση να επιστρέφουν στους πελάτες τους, χρήματα που λαμβάνουν για λογαριασμό των τελευταίων, δεν χωρεί καμιά αμφισβήτηση. Το ότι θα διέπρατταν αστικά και πειθαρχικά αδικήματα, αν ως δικηγόροι, εισέπρατταν χρήματα προς όφελος των πελατών τους και δεν τους τα κατέβαλλαν, είναι πέραν από αυτονόητο. Αυτό μάλιστα ίσως και να συνιστά ποινικό αδίκημα (βλ. GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65). Αυτός ο κίνδυνος όμως, να διωχθούν από τους πελάτες τους, ενέχει κατ' αρχάς την προϋπόθεση ότι οι παραπονούμενοι, όντως έλαβαν τα χρήματα της συμφωνίας ή των επιταγών, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα. Κατά δεύτερο αυτός ο «κίνδυνος» που προβάλλεται, εξαρτάται άμεσα και καθοριστικά, από την συμπεριφορά που οι ίδιοι οι παραπονούμενοι θα επιλέξουν να επιδείξουν στο μέλλον. Δηλαδή, αν οι ίδιοι παραλείψουν ή αρνηθούν να δώσουν στους πελάτες τους, τα λεφτά που θα λάβουν για λογαριασμό τους, τότε θα είναι υπόλογοι των δικών τους πράξεων και παραλείψεων και όχι αυτών τρίτων προσώπων. Σίγουρα δεν νοείται, εξ' ου και η έκπληξη μου, να προβάλλεται ως «άμεσος επηρεασμός» των δικαιωμάτων ενός δικηγόρου, το ενδεχόμενο ότι, στο μέλλον, αυτός, θα μπορούσε να παρανομήσει. Ο «κίνδυνος» του δικηγόρου στην Τύχωνος έγκειτο στο ότι ο δικηγόρος σε εκείνη την υπόθεση, με τις ενέργειες του, ουσιαστικά είχε ήδη «εκθέσει» τον πελάτη του. Ασκώντας τη δική του κρίση, απέσυρε τις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις που είχε καταχωρήσει κατόπιν οδηγιών του πελάτη του, εναντίον της εκεί κατηγορούμενης, απαλλάσσοντας την έτσι πλήρως από οποιαδήποτε ευθύνη, χωρίς να εξασφαλίσει πρώτα ότι το χρέος προς τον πελάτη του είχε εξοφληθεί. Αντίθετα με τα όσα υποστηρίζουν οι εδώ παραπονούμενοι, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Τύχωνος, δεν αναγνώρισε «εν λευκώ» δικαίωμα σε δικηγόρους ή άλλους εκπροσώπους να καταχωρούν ποινικές υποθέσεις στη θέση των πελατών τους, επειδή απλά ενεπλάκησαν στις υποθέσεις των πελατών τους υπό την επαγγελματική ιδιότητα τους. Κάτι τέτοιο άλλωστε, ούτε συνάδει με την σχετική νομολογία αλλά ούτε και βρίσκει έρεισμα σε οποιοδήποτε δικονομικό κανόνα ή κανόνα φυσικής δικαιοσύνης απ' όπου ουσιαστικά πηγάζει και το δικαίωμα στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών διώξεων (βλ. Ttofinis και μεταγενέστερη νομολογία που την υιοθέτησε). Αυτό που διαπιστώθηκε στην υπόθεση Τύχωνος και το οποίο, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή των εδώ παραπονουμένων, δεν ισχύει στην παρούσα, είναι ότι στην Τύχωνος, με τη «συμφωνία» που επιτεύχθει με την εκεί κατηγορούμενη, τα προσωπικά δικαιώματα του δικηγόρου, ρητά αναμίχθηκαν με αυτά του πελάτη του. Άμεσο δικαίωμα δηλαδή στο συνολικό ποσό των €12.000 της εκεί επίδικης επιταγής είχε και ο πελάτης του δικηγόρου για το δικό του χρέος των €10.869 αλλά και ο δικηγόρος για τα έξοδα του. Προφανώς, η διαφορά των €1.131 θα συνιστούσε και τη δικηγορική αμοιβή. Κοντολογίς, δικηγόρος και πελάτης, δυνάμει ρητής συμφωνίας με την εκεί κατηγορούμενη, κατέστησαν ταυτόχρονα, «πιστωτές» της τελευταίας και «δικαιούχοι» του ποσού της επιταγής. Συνεπεία τούτου, όταν η «συναλλαγή απέτυχε» ήτοι δεν τιμήθηκε η επιταγή, η «παρανομία» της κατηγορούμενης, επεκτάθηκε σε βάρος, τόσο του δικηγόρου όσο και του πελάτη του. Το ότι εν τέλει την υπόθεση την καταχώρησε προσωπικά ο δικηγόρος, στη βάση του άμεσου επηρεασμού του δικού του δικαιώματος, αυτό ήταν καθόλα θεμιτό και επιτρεπτό, αφού, αμφότεροι, δικηγόρος - πελάτης, μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις, να θεωρηθούν ως παραπονούμενοι. Το ότι αυτή είναι η ορθή ερμηνεία του λόγου της Τύχωνος προκύπτει και από τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.1959 και τα οποία συμφωνούν πλήρως με το λόγο της Τύχωνος, «Α person is guilty of obtaining goods by false pretences if he obtains them by false pretences and with intent to defraud from an agent of the owner who has an authority to pass the property in the goods co-equal with that of the owner, and in such a case he may be indicted for obtaining goods from the agent. R. v. Ball [1951] 2 K.B. 109; 35 Cr.App.R.24». (έμφαση δίνεται στη φράση co-equal with that of the owner - «εξ' ίσου με τον ιδιοκτήτη») Το ότι αυτή η αναφορά στο σύγγραμμα Αrchbold αφορά σε αδίκημα «ψευδών παραστάσεων», δεν μεταβάλλει την πάγια νομολογιακή αρχή ότι, το θύμα-παραπονούμενος σε μια υπόθεση είναι εκείνο του οποίου τα συμφέροντα «πλήγηκαν». Αν όμως ένα πρόσωπο δεν είχε ποτέ τέτοια συμφέροντα, τότε δεν μπορεί να θεωρείται ως «θύμα-παραπονούμενος» και η απλή «απογοήτευση» του δεν αρκεί για να τον «θυματοποιήσει». Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται καθαρά για την «απογοήτευση» ενός δικηγόρου ως προς το ότι δεν θα μπορεί να «χρεώσει» τον πελάτη του στο μέλλον επειδή ο τελευταίος ακόμη δεν κατάφερε να ανακτήσει τα χρήματα του και αυτό λόγω της μεταξύ τους συμφωνίας. Τα πιο πάνω, προβάλλουν εντονότερα όταν η υπόθεση αφορά σε δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, όπου το «θύμα-παραπονούμενος», θα πρέπει να καταδείξει από που πηγάζει ο ισχυριζόμενος άμεσος επηρεασμός του δικαιώματος του, ο οποίος το νομιμοποιεί να προβαίνει σε τέτοια καταχώρηση. Η υπόθεση Τύχωνος, ουδόλως διαφοροποίησε αυτή την προϋπάρχουσα νομική κατάσταση. Άλλωστε αυτό είναι που προκύπτει και από τη νομολογία που ακολούθησε την υπόθεση Τύχωνος. (βλ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Ποινική ECLI:CY:AD:2016:D208, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/4/2016 και ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, 2/12/2014). Επομένως, το ότι ένας δικηγόρος δικαιούται και δικαιούται να αναμένει ότι θα πληρωθεί για τις υπηρεσίες που προσφέρει προς τον πελάτη του, δεν αντικαθιστά αλλά ούτε και συγχωνεύεται με τα δικαιώματα του πελάτη του και είναι άσχετο το τι προνοεί η αποκλειστικά μεταξύ δικηγόρου-πελάτη συμφωνία ως προς το θέμα αυτό. Άλλωστε, ούτε η προώθηση των προσωπικών συμφερόντων ή δικαιωμάτων ενός δικηγόρου αλλά ούτε και η ταύτιση τους με τα συμφέροντα και δικαιώματα του πελάτη του πρώτου, επιτρέπεται κατά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος (βλ. Καν. 10 Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών του 2002 στους οποίους με παρέπεμψε ο κ. Γεωργιάδης). Στις αστικές υποθέσεις βέβαια, το θέμα της αμοιβής καλύπτεται από τους όρους του διοριστήριου, οι οποίοι και δεσμεύουν τα εκεί αναφερόμενα μέρη. Το ότι για την καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών διώξεων, δεν απαιτείται, δυστυχώς, η προσκόμιση τέτοιου σχετικού διοριστήριου, δεν μεταβάλλει την ιδιότητα με την οποία «διορίζεται» ένας δικηγόρος να εκπροσωπεί τον πελάτη του ήτοι αποκλειστικά ως δικηγόρος και όχι «αντικαταστάτης «παραπονούμενος». Στην υπόθεση Τύχωνος, το ότι ο δικηγόρος ενδεχομένως να διέπραξε πειθαρχικό αδίκημα με την επίτευξη συμβιβασμού από τον οποίο ο ίδιος είχε άμεσο συμφέρον, δεν απασχόλησε το Δικαστήριο και ορθά δεν το απασχόλησε, αφού, το ζητούμενο σε εκείνη την υπόθεση ήταν κατά πόσο ο εν λόγω δικηγόρος, είχε άμεσο δικαίωμα στο ποσό της επιταγής και όχι το αν ορθά ή εσφαλμένα προέκυψε αυτό το δικαίωμα. Στην παρούσα υπόθεση, οι παραπονούμενοι όχι μόνο δεν κατέδειξαν οποιοδήποτε τέτοιο άμεσο δικαίωμα σε σχέση με το ποσό της συμφωνίας διευθέτησης ή της επίμαχης επιταγής αλλά αντίθετα, σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή, το οποιοδήποτε δικαίωμα τους σε δικηγορικά έξοδα, θα ήταν θέμα μελλοντικής συζήτησης και συμφωνίας με τους πελάτες τους αποκλειστικά και μόνο νοουμένου ότι, οι πελάτες τους, θα εισέπρατταν το ποσό που τους οφείλετο. Η θέση του ΜΚ1 ότι αν και δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε δικηγορικά έξοδα, είναι «ευνόητο» ότι οι παραπονούμενοι θα πληρώνονταν στο μέλλον για τις υπηρεσίες τους, δεν αρκεί σε μια ποινική υπόθεση, εφόσον, όσο εύλογο και αν είναι ένα συμπέρασμα, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη σε μια ποινική υπόθεση (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σάκκος ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του συλλογισμού των παραπονουμένων, ήτοι ότι ήταν επαγγελματικά υποχρεωμένοι να καταχωρήσουν δικαστική διαδικασία εναντίον των κατηγορουμένων και πάλι αδυνατώ να αντιληφθώ πως αυτό συνεπάγεται την προσωπική καταχώρηση ποινικής δίωξης από τους ιδίους. Εφόσον, σύμφωνα και με τον ΜΚ1, είναι οι πελάτες των παραπονουμένων που ένιωθαν αδικημένοι από την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 3, που ξεγελάστηκαν από τις «στοχευμένες» ενέργειες του κατηγορούμενου 3 και που έδωσαν οδηγίες για δίωξη των κατηγορουμένων, αδυνατώ να εντοπίσω πώς στη συνέχεια, κατέληξαν οι ίδιοι οι δικηγόροι να παρουσιάζονται ως παραπονούμενοι και οι πελάτες τους να μην παρουσιάζονται να έχουν παράπονο. Σημειώνω εδώ ότι, ούτε από την Βulcom αλλά ούτε και από τον Plamen προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ίσως να κρίθηκε ότι η συμφωνία των Bulcom με τους κατηγορούμενους για «πλήρη διευθέτηση» της αστικής αγωγής, τους δημιουργούσε εμπόδιο να συνεχίσουν να προβάλλουν αξιώσεις εναντίον των κατηγορουμένων και για να «υπερπηδηθεί» το εμπόδιο αυτό, «προτιμήθηκε» η καταχώρηση της παρούσας από τους ίδιους τους δικηγόρους τους. Ενόψει όμως του ότι το θέμα αυτό, αφορά στα δικαιώματα των Bulcom και Plamen, οι οποίοι, και ας μου επιτραπεί ο όρος της πολιτικής δικονομίας ενόψει της «ιδιωτικής» φύσης της υπόθεσης, δεν είναι «διάδικοι», το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Έστω όμως και αν αυτή η θέση των παραπονουμένων ήθελε ιδωθεί υπό το φως της όλης τους εμπλοκής στις διαφορές μεταξύ των πελατών τους και των κατηγορουμένων και πάλι η θέση τους αυτή δεν ευσταθεί. Κατ' αρχάς, όταν διορίστηκαν για πρώτη φορά από τους πελάτες τους σε σχέση με τις διαφορές που προέκυψαν με τους κατηγορούμενους, προέβησαν σε καταχώρηση αγωγής εναντίον των κατηγορουμένων στα πλαίσια της οποίας, εξασφάλισαν, με τη σύμφωνο γνώμη των πελατών τους, το 70% περίπου της οφειλής και διευθέτησαν έτσι την αστική πτυχή της υπόθεσης. Η ποινική δίωξη δεν τους αφορούσε αφού αυτό ήταν θέμα των διωχτικών αρχών και του Γενικού Εισαγγελέα. Κατά δεύτερο, εκεί όπου φαινόταν ότι δεν θα μπορούσε να ανακτηθεί άλλο ποσό, διαπίστωσαν, κατ' εκείνους, παράληψη των συναδέλφων τους που εκπροσωπούσαν τους κατηγορούμενους και «δραττόμενοι της ευκαιρίας», εξασφάλισαν επιταγές για ολόκληρο σχεδόν το υπολειπόμενο 30%, επιταγές που ουδέποτε αναμένετο, ενόψει της «πλήρους διευθέτησης» της αγωγής, ότι θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν. Τέλος, ανέλαβαν να «ενημερώσουν» το Γενικό Εισαγγελέα, για την επίτευξη «συμφωνίας διευθέτησης» του παραπόνου των πελατών τους, κάτι που άλλωστε είχαν καθήκον από την αρχή να πράξουν, ως λειτουργοί της δικαιοσύνης, ανεξαρτήτως συμφωνίας. Αντίθετα με την Τύχωνος, όπου ο εκεί δικηγόρος, ασκώντας τη δική του κρίση, απέσυρε τις υποθέσεις του πελάτη του, «εκθέτοντας» έτσι τον τελευταίο ανεπανόρθωτα, στην παρούσα υπόθεση, είναι ο Γενικός Εισαγγελέας που, στα πλαίσια της άσκησης των συνταγματικών εξουσιών του, αξιολογώντας όλα τα δεδομένα που είχε ενώπιον του, έκρινε ορθό να διακόψει τη δίωξη. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και τη νομοθεσία, η διακοπή μιας ποινικής υπόθεσης από το Γενικό Εισαγγελέα, αντίθετα με την απόσυρση μιας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης όπως στην Τύχωνος, δεν συνεπάγεται αθώωση του κατηγορούμενου, αφού αυτός δύναται να διωχθεί εκ νέου για το αδίκημα, αν ο Γενικός Εισαγγελέας ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο. (βλ. αρ.154
(3)Κεφ.155 και ARAOUZOS SON ν. POLICE,
(1980)2 Α.Α.Δ. 131). Υπενθυμίζω εδώ ότι, η αποζημίωση ενός θύματος δεν αναιρεί, ούτε εξαλείφει μια ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως επίσης και ότι η άσκηση από τον Γενικό Εισαγγελέα, των αποκλειστικών εξουσιών που του παρέχει το Σύνταγμα και η νομοθεσία, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους αυτός αποφασίζει πώς θα ασκήσει αυτές του τις εξουσίες, δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε δικαστικό έλεγχο ή αναθεώρηση (βλ., ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΙΔΗ κ.α., Ποινική ΄Εφεση Αρ. 68/2014, 25/1/2016, POLICE ν. ATHIENITIS,
(1983)2 Α.Α.Δ. 194 και Gouriet v. Union of Post Office Workers [1977] 3 All E.R.70). Πού έγκειται επομένως ο κίνδυνος που φοβούνται οι παραπονούμενοι δεν μπορώ να αντιληφθώ. Το αν ο Γενικός Εισαγγελέας εν τέλει, για τους δικούς του λόγους, έκρινε ότι το όλο ιστορικό και εξέλιξη της υπόθεσης δεν απαιτούσε πλέον την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων, αυτό σίγουρα δεν τους επηρεάζει. Στο βαθμό που αφορά τη σχέση τους με τους πελάτες τους, σύμφωνα με τα όσα οι ίδιοι ανέφεραν, καθ' όλο το χρόνο εκπροσώπησης των τελευταίων, αυτοί, ως δικηγόροι, φρόντισαν να κρατήσουν χωριστά τα δικά τους συμφέροντα από αυτά των πελατών τους, να προωθήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και να ενεργήσουν σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας και τη νομοθεσία, καταφέρνοντας έτσι να πετύχουν τα όσα ανέφερα ανωτέρω. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη πτυχή της θέσης των παραπονουμένων, ήτοι ότι είναι «νομιμοποιημένοι κομιστές» της επιταγής εφόσον το όνομα τους αναφέρεται στην επιταγή ως δικαιούχοι αυτής και ότι η επιταγή είναι στην κατοχή τους. Τα όσα ανέφερα πιο πάνω, κρίνω ότι αναπόφευκτα, συμπαρασύρουν και αυτή τη θέση των παραπονουμένων και εξηγώ. Το θέμα του «νομιμοποιημένου κομιστή», είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την έννοια του «ανταλλάγματος» ήτοι της «καλή τη πίστει αξίας», (βλ.αρ.29 και 30 Κεφ.262). Το αρ.30 του Κεφ.262, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι, το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του την επιταγή ή που το όνομα του παρουσιάζεται ως δικαιούχος της, έλαβε την επιταγή για «καλή τη πίστει αξία». Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, ο φερόμενος ως «κάτοχος» ή «δικαιούχος» μιας επιταγής, δύναται, αν επιθυμεί, να επιλέξει να μη βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο του αρ.30, προβάλλοντας από μόνος του την εκδοχή του ως προς το ποιο ήταν το «αντάλλαγμα» για την επιταγή. Η επιλογή του αυτή βέβαια, συνεπάγεται και τις ανάλογες συνέπειες, μία εκ των οποίων είναι ότι δεν μπορεί πλέον να βασιστεί στο τεκμήριο του αρ.30. (Βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916). Στην παρούσα υπόθεση, οι παραπονούμενοι επέλεξαν συνειδητά, όπως καταστήσουν οι ίδιοι ως επίδικο θέμα, ποιο ήταν το «αντάλλαγμα» της επίμαχης επιταγής παρά να βασιστούν στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το Άρθρο 30 του Κεφ.
  1. Η ρητή αναφορά στις λεπτομέρειες των αδικημάτων καθώς και του Μ.Κ.1 στη μαρτυρία του, στη «συμφωνία διευθέτησης» των διαφορών των πελατών των παραπονουμένων, εταιρείας Bulcom και των κατηγορουμένων, καταδεικνύει του λόγου το αληθές. Το ότι με τη γραπτή δήλωση που ο ΜΚ1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του - Έγγραφο Α - ο μάρτυρας αναλώνει 12 από τις 15 συνολικά σελίδες, για να εξηγήσει, πώς είναι και που βρέθηκε στην κατοχή του η επίμαχη επιταγή και ποιο ήταν το «αντάλλαγμα» της, περαιτέρω ενισχύει την προαναφερόμενη διαπίστωση μου. Πρόσθετα, η εξήγηση που έδωσε ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του, ως προς το πώς και γιατί τέθηκε το όνομα των παραπονουμένων στην θέση του δικαιούχου της επίμαχης επιταγής και όχι της Bulcom, μιλά από μόνη της: «...επειδή ο κατηγορούμενος 3 δεν εσυμπεριέλαβε όνομα όταν μου την παρέδωσε, έβαλα τη σφραγίδα του γραφείου και το όνομα του (γραφείου) στο όνομα του δικαιούχου...δεν μπορούσα να κρατώ επιταγές χωρίς όνομα...αν ήταν θέμα να βάλω σφραγίδα της Bulcom δεν είχα κανένα πρόβλημα να βάλω Bulcom Ltd αφού ήταν επιταγές για την Bulcom» Αυτό επομένως που συνεπάγεται από τα πιο πάνω, είναι ότι, η αναφορά του ονόματος των παραπονουμένων, στη θέση του δικαιούχου της επιταγής, έγινε καθαρά για διαδικαστικούς λόγους, ήτοι απλά για να υπάρχει κάποιο όνομα και να μην μείνει κενή η επιταγή και όχι γιατί η λόγω επιταγή αποσκοπούσε να δώσει οποιαδήποτε δικαιώματα στους παραπονούμενους. Άλλωστε, «...ήταν επιταγές για την Bulcom». Μάλιστα δε, ο ίδιος ο ΜΚ1, ανέφερε ότι η πληρωμή του από την Bulcom ουδόλως θα επηρεάζετο από το όνομα του δικαιούχου της επιταγής «διότι την κόρη του Plamen εβάφτισα την εγώ και έχει άριστες σχέσεις μαζί μου και δεν είχα κανένα λόγο να πιστεύω ότι δεν θα με πληρώσει». Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη θέση του ΜΚ1 ότι οι ενέργειες του κατηγορούμενου 3 «έγιναν στοχευμένα, μόνο και μόνο για να πείσει (ο κατηγορούμενος 3) τον Plamen (και την Bulcom) να συγκατατεθεί στη διακοπή της δίωξης των κατηγορουμένων...» (βλ. παρ.42 Έγγραφο Α), καταδεικνύουν ότι οι παραπονούμενοι κανένα παράπονο έχουν οι ίδιοι εναντίον του κατηγορούμενου 3 και συνεπώς κανένα δικαίωμα να καταχωρούν ποινική υπόθεση εναντίον του. Αντίθετα, οι πελάτες τους, Bulcom και Plamen ίσως να είναι τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να ισχυριστούν «πλήγμα» στα συμφέροντα τους, από τις πράξεις που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο
  2. Αυτό όμως παραδόξως δεν έγινε και παρά το ότι, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, είναι οι πελάτες τους που «ζήμιωσαν» από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου
  3. Η κατάληξη μου αυτή σφραγίζει θεωρώ την τύχη της υπόθεσης των παραπονουμένων σε αυτό το στάδιο. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, απορρίπτω την υπόθεση σε αυτό το στάδιο και για τους εξής λόγους. 1η Κατηγορία Η εν λόγω κατηγορία, η οποία εδράζεται στα αρ. 298 και 299 Κεφ.154, αποδίδει στον κατηγορούμενο 3, ότι ψευδώς παρουσίασε στον ΜΚ1 ότι η επιταγή που του έδωσε μπορούσε να εξαργυρωθεί. Κατ' αρχάς, είναι γεγονός ότι στην έκθεση αδικήματος, αναφέρονται δύο χωριστά αδικήματα, αυτό της «εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις» κατά παράβαση του αρ.298 και αυτό της «εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις» κατά παράβαση του αρ.
  4. Ο κ. Σπύρου υποστήριξε ότι για το λόγο αυτό, η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Στην αντίπερα όχθη, ο κ. Γεωργιάδης, αντέκρουσε τη θέση αυτή, αναφέροντας ότι το θέμα αυτό έπρεπε να είχε τεθεί από την αρχή καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση, καμία παραπλάνηση προκλήθηκε στην Υπεράσπιση. Προχώρησε όμως ο κ. Γεωργιάδης και υποστήριξε ότι, το θέμα ανάγεται σε «τυπικό ελάττωμα», το οποίο μπορεί να «θεραπευθεί» με τροποποίηση. Υποστήριξε ταυτόχρονα ότι, οι λεπτομέρειες της κατηγορίας αλλά και η ίδια η μαρτυρία, καταδεικνύουν ότι το ορθό άρθρο στο οποίο αφορά η κατηγορία είναι το αρ. 299 και όχι το αρ.
  5. Έχοντας κατά νου την αρχή ότι, άσχετες και ασύνδετες με την κατηγορία, νομοθετικές πρόνοιες που τυχόν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, δύναται να αγνοηθούν, θεωρώ ότι η εφαρμογή του αρ.298 ουδόλως καταδεικνύεται στην παρούσα υπόθεση. Ούτε οι λεπτομέρειες αδικήματος αλλά ούτε και η μαρτυρία κάνουν λόγο για οποιαδήποτε «απόσπαση» αγαθών ή χρημάτων», απαραίτητο συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. (βλ. The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε, με επιδοκιμασία, στην εν λόγω αρχή που προκύπτει από το λόγο της αγγλικής αυθεντίας R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704 καθώς και το σύγγραμμα Archbold 36th ed. par. 1960). Συνεπώς, η αναφορά στο αρ. 298 στην 1η κατηγορία δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί. Στρέφομαι τώρα στο αρ.299, ήτοι το αδίκημα της «εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις». Το εν λόγω αδίκημα, προϋποθέτει, πέραν της ύπαρξης «ψευδών παραστάσεων», την, με πρόθεση καταδολίευσης (intention to defraud), υποκίνηση (inducement) κάποιου να δεχτεί ένα αξιόγραφο. Το αδίκημα όμως, όπως αναφέρεται και στον Archbold, στις παρ. 1979-1982, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη βλάβη που προκαλείται ή που ενδέχεται να προκληθεί στο «υποκινούμενο από τα ψέματα» θύμα (βλ. R V Thornton [1964] 2 QB 176) και αυτό, λόγω και της συναφούς ερμηνείας του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» (βλ. GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861, Welham v. D.P.P. [1960]). Στην παρούσα υπόθεση, ούτε οι λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρουν την πρόκληση ή τον κίνδυνο πρόκλησης οποιασδήποτε βλάβης στον ΜΚ1 που αποδέχτηκε την επιταγή ή στους παραπονούμενους αλλά ούτε και τέτοια βλάβη, είτε υφιστάμενη είτε ενδεχόμενη, δύναται να συναχθεί από τη μαρτυρία. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρω ανωτέρω, αναφορικά με τον «κίνδυνο» που επικαλέστηκαν οι παραπονούμενοι. Πέραν τούτου όμως, σύμφωνα με τον ίδιο τον ΜΚ1, αυτός που ενδεχομένως να έπαθε βλάβη από την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 3, ήταν οι Bulcom και Plamen, οι οποίοι, σύμφωνα και πάλι με τον ΜΚ1, ήσαν οι «στόχοι» του κατηγορούμενου
  1. Σίγουρα, το αδίκημα του αρ.299, όπως και όλα τα αδικήματα της κατηγορίας των «ψευδών παραστάσεων», δύναται να διαπραχθούν μέσω αντιπροσώπου αλλά και προς αντιπρόσωπο (βλ. R v Butcher, Bell 6 και Archbold par.1958 και 1959). όμως αυτό, εξυπακούει ότι πραγματικός παραπονούμενος είναι ο «κύριος - principal» και όχι ο «αντιπρόσωπος - agent». Η εξαίρεση στον κανόνα αυτό είναι, όπως ανέφερα ανωτέρω, η περίπτωση όπου ο αντιπρόσωπος έχει εξ' ίσου με τον κύριο, δικαίωμα στην επίμαχη περιουσία, κάτι το οποίο όμως, δεν ισχύει στην παρούσα. Με δεδομένο ότι η παρούσα δεν έχει καταχωρηθεί από τη Δημοκρατία, ούτως ώστε η ταυτότητα του θύματος να είναι δευτερεύουσας σημασίας ή απλά θέμα λεπτομερειών, αλλά πρόκειται για ιδιωτική ποινική υπόθεση όπου δεν επιτρέπεται η δίωξη για λογαριασμό «τρίτου», οι παραπονούμενοι θα έπρεπε να καταδείξουν τόσο από τις λεπτομέρειες όσο και από τη μαρτυρία τους, ποια ήταν η βλάβη που προκλήθηκε ή που ενδέχετο να προκληθεί, στα δικά τους δικαιώματα, κάτι το οποίο όμως, απέτυχαν να πράξουν. Το να κληθεί επομένως, ο κατηγορούμενος 3 να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με την 1η κατηγορία, δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. 2η και 3η κατηγορία Οι εν λόγω κατηγορίες, αφορούν ισχυριζόμενη πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των αρ. 333 και
  2. Απαραίτητο συστατικό στοιχείο και για τα δύο αυτά αδικήματα, είναι και πάλι, «η πρόθεση καταδολίευσης», (βλ GEORGHIOU ανωτέρω). Τα όσα ανέφερα πιο πάνω για το θέμα αυτό ισχύουν και σε σχέση με αυτές τις κατηγορίες και επομένως δεν θα τα επαναλάβω. Πέραν τούτων όμως θα πρέπει να επισημάνω και τα εξής. Η εκδοχή των κατηγορουμένων είναι ότι, ο κατηγορούμενος 3, στην παρουσία του ΜΚ1, ο οποίος γνώριζε τον κατηγορούμενο και προσωπικά αλλά και ως διευθυντή της πρώην κατηγορούμενης 1, έθεσε την υπογραφή του επί της επίμαχης επιταγής, ως ο διευθυντής της εταιρείας που ανέλαβε να πληρώσει. Η δε επιταγή, παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο 3 ως επιταγή της πρώην κατηγορούμενης 1 και ως τέτοια, ο ΜΚ1, την αντιλήφθηκε να είναι και την αποδέχτηκε. Υπό αυτά τα δεδομένα, αδυνατώ να εντοπίσω πώς στοιχειοθετείται το αδίκημα της πλαστογραφίας. Ο κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με το ΜΚ1, του παρουσίασε το έγγραφο να είναι επιταγή της πρώην κατηγορούμενης 1 και έτσι είναι. Η υπογραφή επί της επιταγής παρουσιάστηκε να είναι του ίδιου του κατηγορούμενου 3 και έτσι είναι. Το ότι η εν λόγω υπογραφή διαφέρει από τις υπογραφές που η τράπεζα της κατηγορούμενης 1 αναγνωρίζει ως δεσμευτικές υπογραφές για την τελευταία δεν συνεπάγεται ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε ως κάποιο άλλο πρόσωπο, φανταστικό ή μη, ή ότι δεν είχε ανάλογη εξουσία να υπογράψει. Άλλωστε και οι ίδιοι οι παραπονούμενοι, ισχυρίζονται ότι ο κατηγορούμενος 3, είναι τη δική του υπογραφή που υπέγραψε, με διαφορετικό όμως τρόπο. Κοντολογίς, ούτε η εν λόγω επιταγή αλλά ούτε και οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί των παραπονουμένων, αποκαλύπτουν πώς ο κατηγορούμενος 3 παρουσίασε το ίδιο το επίμαχο έγγραφο και το περιεχόμενο του στο ΜΚ1, ως διαφορετικό απ' ότι πραγματικά είναι και επομένως το «πλαστογράφησε» και το «κυκλοφόρησε» (βλ. Archbold παρ. 2148 και την εκεί αναφορά στις υποθέσεις R v Martin
(1879)5 QBD 34 και R v Rogers 8 C&P 629) Αναφέρω τα πιο πάνω, στα πλαίσια της γενικής έννοιας του αδικήματος της πλαστογραφίας και χωρίς να παραγνωρίζω ότι το αδίκημα του αρ. 333, όπως φαίνεται και από το λεκτικό των επίμαχων προνοιών, δύναται να διαπραχθεί με διάφορους τρόπους, ο ένας χωριστός και ανεξάρτητος από τον άλλο. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης όμως, όχι μόνο δεν εξειδικεύει στη βάση ποιας παραγράφου του αρ.333 είναι που εδράζεται η σχετική κατηγορία αλλά ούτε και οι λεπτομέρειες αδικήματος ή η μαρτυρία που προσκόμισαν οι παραπονούμενοι, προσφέρουν οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια προς τούτο. Σίγουρα δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου, αφού διεξέλθει τη μαρτυρία να προβαίνει το ίδιο σε εντοπισμό, πιθανών νομοθετικών προνοιών που μπορεί να είχε κατά νου η κατηγορούσα αρχή κατά τη σύνταξη του Κατηγορητηρίου με βάση τη μαρτυρία που είχε ενώπιον της και να καλέσει τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Άλλωστε, τέτοιες υποθέσεις και εικασίες από πλευράς Δικαστηρίου, θα συνιστούσαν κατάφορη παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη (βλ. επίσης Λοϊζου και Σάκκος ανωτέρω). Συνεπώς, ούτε για τις κατηγορίες 2 και 3 δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου 3 να προβάλει την υπεράσπιση του. 4η και 5η κατηγορία Οι εν λόγω κατηγορίες αφορούν στο αδίκημα του αρ.305Α Κεφ.154 ήτοι το αδίκημα «έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα». Τα όσα ανέφερα πιο πάνω αναφορικά με το θέμα του «νομιμοποιημένου κομιστή» της επίμαχης επιταγής και την συνειδητή επιλογή των παραπονουμένων να μη βασιστούν στο μαχητό τεκμήριο του αρ.30 Κεφ.262 αλλά στη δική τους εκδοχή ως προς το πως είναι που οι ίδιοι κατέστησαν «κομιστές» της επιταγής και το όνομα τους τέθηκε στη θέση του «δικαιούχου» της επιταγής, ισχύουν και για τις υπό κρίση κατηγορίες. Επομένως ούτε και γι' αυτές τις κατηγορίες καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 σε καμία κατηγορία. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, με γνώμονα ότι η υπόθεση για τους κατηγορούμενους 1 και 2 αποσύρθηκε και ότι σε ακρόαση οδηγήθηκε η υπόθεση μόνο εναντίον του κατηγορούμενου 3, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155 (βλ. επίσης Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603), διατάσσω όπως τα έξοδα που αφορούν μόνο τον κατηγορούμενο 3 επιδικασθούν υπέρ του και εναντίον των παραπονουμένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος και προτού αφήσω την απόφαση μου, θεωρώ ορθό όπως σχολιάσω το εξής. Σημαντικό μέρος της παρούσας υπόθεσης, το οποίο αποτέλεσε και αντικείμενο σχολιασμού από την υπεράσπιση, αφορά στην άποψη ότι συνιστά συνήθη και ενδεδειγμένη δικηγορική πρακτική ότι, εκεί όπου υπάρχουν ταυτόχρονα και αστικές και ποινικές διαδικασίες, η ποινική δίωξη «διευθετείται» με την ικανοποίηση των αστικών αξιώσεων. Μάλιστα δε αναφέρθηκε ότι τέτοιου είδους «διευθετήσεις», οι οποίες, όπως και στην παρούσα, γίνονται και γραπτώς, συνίστανται σε συμφωνία του ενός μέρους να «μην προσφέρει μαρτυρία» εναντίον του άλλου στην ποινική υπόθεση. Θεωρώ παντελώς λανθασμένη αυτή την άποψη, η οποία μόνο προβλήματα δημιουργεί. Η δήλωση του τύπου «ο παραπονούμενος δεν έχει πλέον κανένα παράπονο από τον κατηγορούμενο» ή «ο κατηγορούμενος έχει αποζημιώσει πλήρως τον παραπονούμενο και ο τελευταίος κανένα παράπονο έχει» ή ακόμη του τύπου «αποσύρω το παράπονο», πόρρω απέχει από το «συμφωνώ να μην προσφέρω μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου». Η χρήση της φράσης «συμφωνώ να μη προσφέρω μαρτυρία» σε γραπτές μάλιστα συμφωνίες που συντάσσουν δικηγόροι για τους πελάτες τους, προφανώς εννοώντας, «θα αποσύρω το παράπονο μου», χαρακτηρίζεται το λιγότερο ατυχής. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση μάλιστα, κάτι τέτοιο δυνατό να συνιστούσε και ποινικό αδίκημα (βλ. αρ. 118 και 121 Κεφ.154 αναφορικά με επηρεασμό μαρτύρων και ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης). Ενόψει όμως των λόγων για τους οποίους αποφάσισα να αθωώσω τον κατηγορούμενο 3 το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Πλαστογραφία - Ακάλυπτη επιταγή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.