Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. MARIN VEKONY, Αρ. Υπόθ.: 20792/16, 13/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:4 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 20792/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. MARIN VEKONY Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.2.2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης (για να ακούσει την ποινή η κα Ο. Σοφοκλέους) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Σάββα Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η O κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις πιο κάτω κατηγορίες:
(1)Βιασμός κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 22.3.2011 ήρθε σε παράνομη συνουσία με γυναίκα από την Εσθονία, χωρίς τη συναίνεσή της. (Κατηγορία 1)
(2)Ληστεία κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 22.3.2011 στη Λεμεσό, έκλεψε από την παραπονούμενη στην 1η κατηγορία μια βιντεοκάμερα μάρκας Fujitsu και ένα φορτιστή κινητού τηλεφώνου, άγνωστης αξίας, και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησε πραγματική βία εναντίον της προαναφερθείσας με σκοπό να αποκτήσει ή να κατακρατήσει τα κλαπέντα. (Κατηγορία 2)
(3)Βιασμός κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 19.5.2009 ήρθε σε παράνομη συνουσία με γυναίκα από τη Μεγάλη Βρετανία, χωρίς τη συναίνεσή της. (Κατηγορία 3) Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά ακόμα μία κατηγορία, ήτοι την κατηγορία 4, η οποία όμως έχει ανασταλεί από το Γενικό Εισαγγελέα και συνακόλουθα αυτός έχει απαλλαγεί από αυτή. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή έκθεση γεγονότων την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και διάβασε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από την Υπεράσπιση, έχουν δε ως ακολούθως׃ Η παραπονούμενη στην τρίτη κατηγορία, η οποία κατάγεται από την Αγγλία, διέμενε κατά την περίοδο της διάπραξης του αδικήματος στη Λεμεσό και εργαζόταν ως σερβιτόρα. Ήταν ηλικίας 17 ετών. Τη 19.05.09 περί τις 23:20 ενώ η παραπονούμενη περπατούσε στην οδό Ειρήνης στην Λεμεσό, ο κατηγορούμενος, ο οποίος την ακολουθούσε πεζός για περίπου ένα χιλιόμετρο, της επιτέθηκε αρπάζοντας την σφιχτά από το λαιμό και καλύπτοντας το στόμα της με το χέρι του. Στη συνέχεια, μιλώντας της ελληνικά, της είπε «σιγά, σιγά, μην μιλάς καπούτ». Την οδήγησε σε παραπλήσιο χώρο στάθμευσης ενώ παράλληλα την χτυπούσε με τα χέρια του σε διάφορα μέρη του σώματος της. Ακολούθως, την έσπρωξε στο έδαφος και προσπάθησε να της αφαιρέσει το παντελόνι χωρίς να το επιτύχει. Αφού την σήκωσε από το έδαφος και ενώ συνέχιζε να την χτυπά με τα χέρια του, της αφαίρεσε το παντελόνι και το εσώρουχο. Στη συνέχεια την έσπρωξε ξανά στο έδαφος. Ενώ το θύμα βρισκόταν ανάσκελα, ο κατηγορούμενος ξάπλωσε πάνω της και ήρθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη χρήση προφυλακτικού. Ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε εντός του κόλπου του θύματος και αφού σηκώθηκε όρθιος εγκατέλειψε τη σκηνή. Το θύμα ακολούθως μετέβηκε στην καφετέρια όπου εργαζόταν και κάλεσε την αστυνομία καταγγέλλοντας το βιασμό. Λίγη ώρα αργότερα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου έτυχε ιατροδικαστικής εξέτασης. Κατά την εν λόγω εξέταση ο ιατροδικαστής και ο γυναικολόγος που την εξέτασαν, διαπίστωσαν σημάδια πρόσφατης συνουσίας, καθώς και εκδορές και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος της. Από το θύμα λήφθηκαν ενδοκολπικά επιχρίσματα, τα οποία στάλθηκαν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις. Το δεύτερο θύμα, κατηγορία 1, κατάγεται από την Εσθονία και κατά την περίοδο της διάπραξης του αδικήματος βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 23 ετών. Την 22.03.11 και περί ώρα 01:00, το θύμα βρισκόταν στη περιοχή Εναερίου στη Λεμεσό, όπου καθόταν σε παγκάκι πλησίον της παραλίας. Καθώς βρισκόταν καθήμενη, ο κατηγορούμενος την πλησίασε και κάθισε δίπλα από αυτή. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος σηκώθηκε και τραβώντας την από το σακάκι που φορούσε, την οδήγησε στην παραλία. Στο μεταξύ το θύμα προσπάθησε να βγάλει το σακάκι και να τρέξει, ενώ παράλληλα άρχισε να φωνάζει. Ο κατηγορούμενος τότε τύλιξε σφικτά τα χέρια του γύρω από το λαιμό της ώστε να σταματήσει τις φωνές. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έσπρωξε το θύμα στο έδαφος και αφού σήκωσε το φόρεμα της παραπονούμενης, αφαίρεσε το εσώρουχο της. Ακολούθως ήρθε σε συνουσία με το θύμα και αφού ολοκλήρωσε, εκσπερματώνοντας έξω από το σώμα της, αφαίρεσε από την τσάντα της μια βιντεοκάμερα μάρκας Fujitsu και ένα φορτιστή κινητού τηλεφώνου, άγνωστης αξίας. Ο κατηγορούμενος πριν εγκαταλείψει τη σκηνή με νεύματα κάλεσε το θύμα να παραμείνει σιωπηλό και να μην αντιδράσει. Στις 08:20, το θύμα μετέβη στο ΤΑΕ Λεμεσού όπου κατήγγειλε το βιασμό της και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από ιατροδικαστή. Κατά την εξέταση λήφθηκαν δείγματα γενετικού υλικού και διαπιστώθηκε ότι το θύμα έφερε στο σώμα εκδορές και εκχυμώσεις που προκλήθηκαν κατά τον βιασμό. Οι αστυνομικές έρευνες για εντοπισμό του δράστη των πιο πάνω βιασμών δεν έφεραν αποτέλεσμα, ενώ ο κατηγορούμενος στις 7.7.11 απελάθηκε από τη Δημοκρατία αφού είχε προηγουμένως καταδικαστεί σε τρεις μήνες φυλάκιση για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξης κακουργήματος, εισόδου σε κατοικία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος και κλοπής. Μετά από εξετάσεις και συγκρίσεις που έγιναν το 2015 στον Πίνακα Αποτελεσμάτων Ελέγχου για ταυτίσεις γενετικών προφίλ, που αποστέλλεται από την Interpol και Europol και στην Εθνική Βάση Γενετικών Προφίλ της Αστυνομίας Κύπρου διαπιστώθηκε ότι το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου ταυτίζονταν με τα ως άνω αναφερόμενα αδικήματα. Στις 17.06.2016, η Interpol Βουκουρεστίου επικοινώνησε με την Interpol Λευκωσίας ενημερώνοντας της αρχές της Δημοκρατίας ως προς τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας του κατηγορουμένου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε στις 19.08.16 ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου και στις 22.09.16 εκδόθηκε αντίστοιχο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη από τις Ρουμανικές αρχές στις 07.10.
- Στις 18.10.16 μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού μετέβησαν στην Ρουμανία για να παραλάβουν και να μεταφέρουν τον κατηγορούμενο στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος παραδόθηκε στην Κυπριακή Αστυνομία στις 19.10.16 και έκτοτε τελεί υπό κράτηση. Κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου για μετριασμό της ποινής, αναγνώρισε τόσο τη σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού όσο και την έξαρση που διαπιστώνεται σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Παράλληλα όμως κάλεσε το Δικαστήριο να προβεί σε εξατομίκευση της ποινής και να λάβει υπόψη τη συνεργασία του κατηγορουμένου με την Αστυνομία, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και την ειλικρινή μεταμέλεια του για τα αδικήματα που διέπραξε. Μας κάλεσε επίσης να λάβουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είχε και στις δύο περιπτώσεις καταναλώσει κάποια αλκοολούχα ποτά, ενεργούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, δεν ήταν όμως σε κατάσταση μέθης. Τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι λόγω της παραδοχής του τα δύο θύματα δεν θα αναγκαστούν να ξαναβιώσουν τη δυσάρεστη εμπειρία. Αναφέρθηκε επίσης στο λευκό ποινικό του μητρώο, στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου και έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι είναι πατέρας πέντε παιδιών και η σύζυγός του βρίσκεται στο όγδοο μήνα κύησης της. Τέλος επεσήμανε το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή οκτώ περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος της 3ης κατηγορίας και έξι περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα. Επισημαίνουμε ότι τόσο για το αδίκημα του βιασμού όσο και για το αδίκημα της ληστείας, με βάση τα άρθρα 144 και 283 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου. Το άρθρο 283 του Ποινικού Κώδικα καθιστά ιδιαίτερα σοβαρό το αδίκημα της ληστείας όταν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά τη ληστεία τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ο νομοθέτης δυνάμει του άρθρου 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, θέλοντας να επισημάνει την επίταση της σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος, προέβλεψε ποινή φυλάκισης διά βίου αντί της ποινής φυλάκισης των 14 χρόνων που προνοείται στο ίδιο άρθρο για το ίδιο αδίκημα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτού του είδους, επιτείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο και για το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση. Η διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και ως εκ τούτου παρουσιάζεται επιτακτική ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης τους. Αυτό, από μέρους των δικαστηρίων μπορεί να γίνει με την επιβολή ποινών που να λειτουργούν αποτρεπτικά. Η έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας και άλλων ομοειδών αδικημάτων, τονίστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τέτοιας φύσης αδικημάτων είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 24: «H σοβαρότητα που αποδίδεται από το νόμο στο έγκλημα της ληστείας με χρήση βίας αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες συνέπειες του εγκλήματος και το πλήγμα που μπορεί να επιφέρει στο θύμα του εγκλήματος. ... Διάδοση εγκλημάτων αυτής της μορφής θα επηρέαζε άμεσα την ποιότητα της ζωής στον τόπο με τεράστιες δυσμενείς κοινωνικές συνέπειες. Δικαιολογημένα το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο εφεσείων ήταν εξαιρετικά σοβαρά, τόσο σοβαρά ώστε να δικαιολογείται η επιβολή σημαντικής ποινή φυλάκισης παρά το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη και τις προσωπικές του συνθήκες». Ο προσχεδιασμός, ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής, όπως και το ύψος του ποσού ή η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό της ποινής[2]. Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος προτού ληστέψει το θύμα του, το βίασε και στη συνέχεια πήρε τη βιντεοκάμερα και το φορτιστή του. Το αδίκημα του βιασμού και γενικά αδικήματα σεξουαλικής φύσεως βρίσκονται σε έξαρση, όπως καταδεικνύει η δικαστική μας γνώση. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον μας για εκδίκαση ένα μεγάλο ποσοστό αφορά σεξουαλικά αδικήματα. Με τέτοια φαινόμενα ηθικής παρακμής σε έξαρση, τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατέψουν αποφασιστικά, αποτελεσματικά και κατ΄ επέκταση αποτρεπτικά τα θύματα και την κοινωνία γενικά. Η αποτροπή στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων[3]. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι τέτοιας φύσης αδικήματα δεν στρέφονται μόνο κατά της έννομης τάξης, των ηθών και της κοινωνίας γενικά, αλλά προσβάλλουν βάναυσα την προσωπικότητα του θύματος. Ο βιασμός είναι ίσως η πιο ακραία μορφή σεξουαλικής κακοποίησης που μπορεί να υποστεί ένα άτομο. Πρόκειται για τραυματική εμπειρία, τόσο συναισθηματική όσο και σωματική. Η απώλεια της αυτονομίας, η αίσθηση της αδυναμίας, της ντροπής, του φόβου και του εξευτελισμού είναι κάποια από τα συναισθήματα που δυνατό να βιώσει το θύμα. Οι αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του θύματος μπορεί να είναι μακροπρόθεσμες και μπορεί να το οδηγήσουν σε εγκατάλειψη δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας, στην αποφυγή σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων και στην κοινωνική απομόνωση. Η ποινή που θα επιβληθεί είναι αλληλένδετη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις λαμβάνει υπόψη διαφόρους παράγοντες όπως είναι η χρήση βίας για εκφοβισμό ή η πρόκληση βλάβης στο θύμα, ο προσεκτικός προσχεδιασμός της έκνομης ενέργειας, η υποβολή του θύματος σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές ή διαστροφές, η ηλικία του θύματος και η ηλικία του δράστη, ως και η διαφορά της ηλικίας μεταξύ τους και οι επιπτώσεις, σωματικές και ή ψυχολογικές, που είχε ο βιασμός στο θύμα[4]. Κατά πόσο ο παραβάτης χρησιμοποίησε ή όχι προφυλακτικό[5] ή κατά πόσο είχε εκσπερματώσει στον κόλπο του θύματος είναι επίσης παράγοντες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης είναι πολύ σοβαρά. Ο κατηγορούμενος, ένα άτομο ώριμο και πατέρας τεσσάρων παιδιών κατά τον επίδικο χρόνο, βίασε δύο νεαρές κοπέλες ηλικίας 17 και 23 ετών, ασκώντας βία. Επισημαίνουμε το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε γνωριμία μεταξύ του κατηγορουμένου και των δύο θυμάτων, ήταν εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους. Και στις δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος πλησίασε τα ανυποψίαστα θύματά του και με τη χρήση βίας ικανοποίησε σε δημόσιο χώρο τις αρρωστημένες ορέξεις του. Πρόκειται κατά την άποψή μας για υποθέσεις που εμπίπτουν στην κατηγορία των πιο σοβαρών βιασμών. Πέραν τούτου ιδιαίτερα επιβαρυντικό είναι το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις δεν χρησιμοποίησε προφυλακτικό ενώ στην περίπτωση του θύματος στην 3η κατηγορία εκσπερμάτωσε στον κόλπο της. Η παράλειψη χρήσης προφυλακτικού ενέχει πολλούς κινδύνους μετάδοσης ασθενειών ενώ η εκσπερμάτωση στον κόλπο του θύματος πέραν όλων των άλλων δυσμενών επιπτώσεων, δυνατό να προκαλέσει ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Ο κατηγορούμενος στην περίπτωση του θύματος στην 1η κατηγορία δεν αρκέστηκε μόνο να βιάσει τη νεαρή κοπέλα αλλά στη συνέχεια της πήρε και τη βιντεοκάμερα που κρατούσε και ένα φορτιστή τηλεφώνου. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο κατηγορούμενος με τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων επέδειξε συμπεριφορά η οποία δεν μπορεί παρά να είναι έντονα κατακριτέα και καταδικαστέα σε μια κοινωνία την οποία θα πρέπει να χαρακτηρίζει ο πολιτισμός και ο σεβασμός προς τους συνανθρώπους και στα δικαιώματά τους. Η συμπεριφορά του ενέχει τεράστια ηθική και κοινωνική απαξία. Παρά τα πιο πάνω και τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος το Δικαστήριο έχει καθήκον κατά την επιβολή ποινής να λάβει υπόψη του όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες για να υπάρχει εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε, αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα σε αυτή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα[6]. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έχει θέσει ενώπιον μας θα ενδιατρίψουμε κατ΄ αρχάς με την παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην αναλώνεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων[7]. Παράλληλα η παραδοχή ενός κατηγορουμένου εκφράζει και την ειλικρινή μεταμέλεια του. Στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων η παραδοχή έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι το θύμα ή τα θύματα δεν αναγκάζονται να κληθούν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο και να βιώσουν εκ νέου τις τραυματικές τους εμπειρίες. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να επισημάνουμε ότι μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα ή δύσκολη. Η παραδοχή πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης[8]. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος συνδέθηκε με τα υπό κρίση αδικήματα με το γενετικό υλικό. Ο εντοπισμός του γενετικού υλικού του κατηγορουμένου στα θύματα, δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια στον κατηγορούμενο για μη παραδοχή. Ανεξαρτήτως τούτου όμως της δίνουμε κάποια βαρύτητα λόγω της εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και του γεγονότος ότι απάλλαξε τα θύματα από του να αναβιώσουν τις κακές εμπειρίες μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα. Ακόμη την παραδοχή του κατηγορουμένου την εκλαμβάνουμε και σαν έμπρακτη μεταμέλεια[9]. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε επίσης την επήρεια που προκάλεσε στην κρίση και στον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Η επήρεια του ποτού κάτω από την οποία τελεί ένας δράστης κατά τη διάπραξη εγκλημάτων είναι δυνατό να υπεισέλθει ως παράγοντας που μετριάζει τη σοβαρότητα του αδικήματος στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και επιδρά στις πράξεις ενός παραβάτη. Στην υπό κρίση περίπτωση δηλώθηκε ρητώς στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης, απλώς είχε καταναλώσει κάποια ποτά. Ο τρόπος που θα πρέπει να εξετάζεται ο παράγοντας αυτός αναλύθηκε στην υπόθεση Geoffrey Michael John Pernell κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (ΑΡ.2),
(1998)2 ΑΑΔ 417, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η επήρεια του ποτού είναι παράγοντας, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, με ποικίλες, όμως, επιπτώσεις στην ποινή. Μπορεί, ανάλογα με την επίδρασή του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος, να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας - (βλ. Demetris Michael Kourris v. The Police
(1970)2 C.L.R. 53). Είναι δυνατό να έχει μετριαστικές επιπτώσεις, όπου διαφαίνεται ότι επηρέασε την κρίση του κατηγορουμένου - (βλ. Francis Kenneth Smith and Another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189). .................................. Το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε οποιαδήποτε βαρύτητα στη μέθη, «λόγω της φύσης και σοβαρότητας των αδικημάτων». Διαπιστώνεται σφάλμα στην προσέγγιση του Κακουργιοδικείου. Η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο, το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμησή της. Η επήρεια του ποτού, κάτω από την οποία τελούσαν οι εφεσείοντες κατά το χρόνο διάπραξης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν, μετριάζει τη σοβαρότητα τους. Άλλοι μετριαστικοί παράγοντες είναι το λευκό μητρώο των εφεσειόντων και η ηλικία τους.[10]» Αποδεχόμαστε ότι η χαλαρότητα και όχι η μέθη, αφού αυτή η θέση που αρχικά προβλήθηκε τελικά αποσύρθηκε, που επιφέρει η κατανάλωση αλκοόλ επέδρασαν σε κάποιο βαθμό στις αποφάσεις του και στις πράξεις του κατηγορουμένου. Συνεπώς θα λάβουμε υπόψη τον παράγοντα αυτό αλλά όχι στο βαθμό που θα ήταν ο αρμόζων σε μια περίπτωση μέθης, υπό την έννοια που εξηγήθηκε στην υπόθεση Pernell (ανωτέρω). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τις ποινές για αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά στα οποία ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος στην παρούσα, δείχνει την αυστηρή αντιμετώπιση αυτών εν όψει της ανάγκης αποτροπής που προέχει. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές επισημαίνοντας όμως ταυτοχρόνως, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση επιβάλλεται να είναι αλληλένδετη και με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν, αλλά και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη[11]. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες προηγούμενες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Αυτό θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντος[12]. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω παραθέτουμε στη συνέχεια μερικές εκ των πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες για παρόμοιας φύσεως αδικήματα με αυτά που ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στην παρούσα, επικροτήθηκαν ή και διαφοροποιήθηκαν, οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές. Στην υπόθεση Akil ν. Αστυνομίας[13], στις κατηγορίες του βιασμού, απόπειρας βιασμού και διάρρηξης κατοικίας με σκοπό το βιασμό, αδικήματα τα οποία, μεταξύ άλλων, διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο εναντίον αλλοδαπών καλλιτέχνιδων που κατοικούσαν και εργάζονταν στην Πάφο, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 ετών για το βιασμό, 3 για την απόπειρα βιασμού και 2 ετών για τη διάρρηξη που επιβλήθηκαν πρωτόδικα, επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Στη Λοΐζου κ.ά. ν. Δημοκρατίας[14], η εξαετής ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους δύο κατηγορουμένους από το Κακουργιοδικείο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε στο παρελθόν ερωτικό δεσμό με το θύμα. Όταν η σχέση τους διακόπηκε το θύμα συνήψε ερωτικό δεσμό με τον κατηγορούμενο
- Οι τρεις τους είχαν συναντηθεί κοινωνικά. Ο κατηγορούμενος 2, ενώ επέβαιναν και οι τρεις τους εντός του ιδίου οχήματος της ζήτησε να έχουν ερωτική επαφή, αυτή αρνήθηκε, αυτός επέμενε, την τράβησε έξω από το αυτοκίνητο και τη βίασε. Στη συνέχεια τη βίασε και ο κατηγορούμενος
- Στην υπόθεση Hamieh ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας[15], ποινή φυλάκισης 9 ετών σε κατηγορούμενο ηλικίας 24 ετών που βίασε σαρανταοκτάχρονη γυναίκα, εισερχόμενος στο διαμέρισμα της, χωρίς αυτή να τον αντιληφθεί, χωρίς τη χρήση υπέρμετρης βίας και απειλής κατά της ζωής της, επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου εισηγούμενος ότι αυτές θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Υιοθέτησε δε σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, της οποίας συνοψίζουμε το περιεχόμενό της. Ο κατηγορούμενος είναι σαρανταενός ετών και κατάγεται από τη Ρουμανία. Είναι έγγαμος και πατέρας πέντε παιδιών ηλικίας 23, 19, 18, 17 ετών και 15 μηνών. Τα παιδιά διαμένουν με τη μητέρα τους στη Ρουμανία. Η σύζυγός του βρίσκεται στον όγδοο μήνα κύησης της. Ο κατηγορούμενος φοίτησε σε σχολείο για έξι χρόνια και έπειτα διέκοψε λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του. Από νεαρή ηλικία άρχισε να εργάζεται ως εργάτης και να στηρίζει την οικογένεια του. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών τέλεσε γάμο με κοπέλα ομοεθνή του. Το 2009 το ζεύγος ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. Σύμφωνα με τον ίδιο ανέλαβαν εργασία σε εστιατόριο στη Λεμεσό. Παρέμειναν για ένα χρόνο μαζί και στη συνέχεια η σύζυγος του επέστρεψε στη Ρουμανία. Κάποιο χρόνο αργότερα ο κατηγορούμενος απελάθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία. Με την επιστροφή του στη Ρουμανία ανέλαβε εργασία ως ξυλοκόπος, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι τη σύλληψή του. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη όπως επιβάλλει η αρχή της εξατομίκευσης της ποινής. Λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι είναι πατέρας πέντε παιδιών και ότι το νεαρότερο παιδί είναι ηλικίας μόνο 15 μηνών ως επίσης και το γεγονός ότι η σύζυγός του βρίσκεται στον όγδοο μήνα κύησης της. Βαρύτητα δίδουμε και στο γεγονός ότι είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο. Από την άλλη όμως δεν θα πρέπει η επίκληση των περιστάσεων αυτών να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής για τέτοια σοβαρά αδικήματα, ανάγκη που προκύπτει όχι μόνο από τη σοβαρότητά τους αλλά και από τη συχνότητα με την οποία διαπράττονται. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, θα λάβουμε επίσης υπόψη το χρόνο που παρήλθε από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Τονίζουμε όμως ότι η καθυστέρηση στη δίωξη του κατηγορουμένου δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη της Αστυνομίας. Όπως έχουμε ήδη προαναφέρει ο εντοπισμός και η συσχέτιση του κατηγορουμένου με τα υπό κρίση αδικήματα κατέστη εφικτός μετά την αποστολή στην Αστυνομία Κύπρου από την Interpol και Europol του πίνακα αποτελεσμάτων ελέγχου για ταυτίσεις γενετικών προφίλ. Μετά τη συλλογή των πιο πάνω στοιχείων με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας η Αστυνομία Κύπρου έδρασε άμεσα και η σύλληψη του κατηγορουμένου και η μεταφορά του στην Κύπρο κατέστη εφικτή τον Οκτώβριο του
- Παρά το γεγονός ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη της Αστυνομίας δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή έξι περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της 1ης και της 2ης κατηγορίας και επτά περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος της 3ης κατηγορίας. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή αναπόφευκτα είναι η ποινή της φυλάκισης και επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορία 1: Ποινή φυλάκισης 6 ετών. Κατηγορία 2: Ποινή φυλάκισης 3 ετών. Κατηγορία 3: Ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στο χρόνο κράτησης να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του κατηγορουμένου, ήτοι από 19.10.
- Μας απασχόλησε κατά πόσο ενδείκνυται στη συγκεκριμένη περίπτωση να διαταχθεί όπως οι επιβληθείσες ποινές είναι διαδοχικές και όχι συντρέχουσες. Αποτελεί βασική αρχή ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους και που αποτελούν ουσιαστικά μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς[16]. Η συνολική ποινή δεν θα πρέπει να είναι σε υπερβολή και δυσαναλογία με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών[17]. Στην υπό κρίση υπόθεση οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την ίδια χρονική στιγμή, στρέφονταν εναντίον του ιδίου θύματος και αποτελούσαν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς. Ενόψει τούτου οι ποινές αυτές θα πρέπει να συντρέχουν. Όσον αφορά όμως την κατηγορία 3, κρίνουμε ότι αυτή είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις δύο προηγούμενες καθότι το αδίκημα διαπράχθηκε δύο περίπου χρόνια νωρίτερα και στρεφόταν εναντίον διαφορετικού προσώπου και ως εκ τούτου η ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορία αυτή θα είναι διαδοχική της ποινής που επιβλήθηκε στις κατηγορίες 1 και
- Οι ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 και 2 θα συντρέχουν μεταξύ τους ενώ η ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορία 3 θα είναι διαδοχική των ποινών που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 και
- (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Βιασμός, Ληστεία [1] Βλέπετε σχετικά Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 24 [2] Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304 και Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 61 [3] Βλέπετε σχετικά Πισκόπου και Δημοκρατία
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351 [4] Βλέπετε σχετικά R. v. Keith Billam
(1986)1 All. E.R. 985 [5] Βλέπετε σχετικά R. v. Xhelollari 2007 E.W.C.A Crim 2052 [6] Ιωάννου και Δημοκρατία
(2003)2 ΑΑΔ 171 και Κωνσταντίνου και Δημοκρατία
(1989)2 ΑΑΔ 224 [7] Χαρτούπαλλος και Δημοκρατία
(2002)2 ΑΑΔ 28 [8] Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442 [9] Βλ. CCC Laundris (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288, 296 και Σόλωνας Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 [10] Βλέπετε επίσης για το ίδιο ζήτημα τις αποφάσεις Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, Andrew John Yeates ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 320 και Γεώργιος Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑAΔ 34 [11] Βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123 [12] Βλέπετε επίσης Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217), Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 100 και Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 212/13, ημερ. 5.2.15 [13]
(2009)2 ΑΑΔ 148 [14]
(2009)2 ΑΑΔ 469 [15]
(2006)2 ΑΑΔ 259 [16] Βλέπετε Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 433 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 433 [17] Χ. Τραλλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443 και Γ.Ε. ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 ΑΑΔ 514 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο