Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνος Αγριδιώτης, Αρ. Υπόθεσης: 9156/14, 23/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9156/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Κωνσταντίνος Αγριδιώτης Ημερομηνία: 23.2.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Αβραάμ. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες εισαγωγής, παράνομης κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια, ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄, κατά παράβαση των άρθρων 2-6, Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 2.4.13, στην Λεμεσό, εισήγαγε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄, δηλαδή 171,0146 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 1) και στις 3.4.13 είχε στην κατοχή του την πιο πάνω ποσότητα (κατηγορία 2) και με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 3). Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ.3490 Γερόλεμος Γερολέμου, της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού. Αυτός στις 3.4.13 και περί ώρα 09:40 μετέβηκε με τους Αστ.1947 και 3827 στο Ταχυδρομείο Λεμεσού όπου η ώρα 10:30, Τελωνειακός Λειτουργός (ο Μ.Κ.2) του παρέδωσε:
(1)ένα ταχυδρομικό χάρτινο πακέτο με αρ. ΕΙ 281270292 US (τεκμήριο 4),
(2)ένα χάρτινο πολύχρωμο κουτί (τεκμήριο 5),
(3)ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, συσκευασμένη σε διαφανές νάιλον σακούλι (τεκμήριο 6),
(4)ένα χάρτινο πολύχρωμο κουτί (τεκμήριο 7),
(5)ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, συσκευασμένη σε διαφανές νάιλον σακούλι (τεκμήριο 8),
(6)ένα χάρτινο κουτί σε σχήμα βιβλίου (τεκμήριο 9),
(7)ποσότητες πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, συσκευασμένες σε δύο ξεχωριστά διαφανή νάιλον σακούλια (τεκμήριο 10),
(8)ένα χάρτινο κουτί σε σχήμα βιβλίου (τεκμήριο 11) και
(9)ποσότητα καφέ συμπαγούς ουσίας, συσκευασμένη σε διαφανές νάιλον σακούλι (τεκμήριο 12). Αφού ο Μ.Κ.2 τον ενημέρωσε για τα γεγονότα της υπόθεσης, ο μάρτυρας ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση της. Διευκρίνισε δε ότι τα τεκμήρια 5-12 βρέθηκαν εντός του πακέτου τεκμήριο 4. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 11:23-11:29 στα γραφεία της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού, ο Αστ.1742 καθ' υπόδειξη του μάρτυρα φωτογράφισε τα προαναφερόμενα τεκμήρια (βλ. τεκμήριο 16) και ακολούθως, μεταξύ των ωρών 11:35-12:10, ο μάρτυρας τα συσκεύασε. Η ώρα 14:15 στα γραφεία της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού ο Αστ.3158 του παρέδωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν υπό σύλληψη για την παρούσα. Η ώρα 14:20 ο κατηγορούμενος ενημέρωσε το γραφείο του δικηγόρου Ιωάννη Μοδίτη για την σύλληψή του και η ώρα 14:35 υπέγραψε τα νομικά του δικαιώματά. Ακολούθως η ώρα 14:40, ο μάρτυρας υπέδειξε στον κατηγορούμενο τα προαναφερόμενα τεκμήρια τα οποία, αφού του εξήγησε ότι ήταν μέσα στο πακέτο το οποίο είχε παραλάβει εκείνη την ημέρα, ο κατηγορούμενος τα υπέγραψε. Η ώρα 14:55 ο μάρτυρας παρέδωσε τον κατηγορούμενο στον Αστ.3521 για να μεταβούν στην οικία του για έρευνα. Ακολούθως στα γραφεία της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού η ώρα 16:45 ο Αστ.3521 του παράδωσε εκ νέου τον κατηγορούμενο καθώς και τα ακόλουθα τεκμήρια τα οποία παράλαβε κατά την έρευνα στην οικία του:
(1)ένα έντυπο ειδοποίησης άφιξης μικροδεμάτων με αρ.195060 (τεκμήριο 14),
(2)ένα έντυπο ταχυδρομείου (Ρ.Ο.61) χρώματος ροζ που στο πίσω μέρος αναγραφόταν ο αριθμός ΕΙ281270292US (τεκμήριο 15) και
(3)ένα κινητό τηλέφωνο. Εξήγησε δε ότι το τεκμήριο 14 είναι έντυπο ειδοποίησης άφιξης μικροδεμάτων (το οποίο παρουσιάζεται για να παραληφθεί ένα πακέτο) πάνω στο οποίο υπάρχει ο αριθμός αναγνώρισης του δέματος δηλ. του τεκμηρίου 4, με δικαιούχο την Μαρία Νικολάου και διεύθυνση την Λεωφόρο Ομονοίας 58, 3052 Λεμεσός. Περαιτέρω το τεκμήριο 15 είναι ειδοποιητήριο άφιξης αντικειμένων το οποίο όμως είναι ασυμπλήρωτο και στο πίσω μέρος φέρει πρόχειρα γραμμένο τον αριθμό αναγνώρισης του πακέτου τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα και ώρα 16:50, ο μάρτυρας παρέλαβε από τον κατηγορούμενο άλλο κινητό τηλέφωνο. Την ίδια ώρα ο κατηγορούμενος του έδωσε γραπτή συγκατάθεση όπως ελέγξει τους καταλόγους εισερχόμενων, εξερχομένων και αναπάντητων κλήσεων και των εισερχόμενων και εξερχόμενων μηνυμάτων των προαναφερθέντων κινητών του. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 17:00-17:08 ο μάρτυρας ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι η παραλήπτρια ήταν γνωστή του, ότι έγιναν φίλοι τον τελευταίο μήνα, ότι δεν γνώριζε οποιαδήποτε στοιχεία της πλην του ονόματός της, ούτε τηλέφωνα, ούτε τόπο εργασίας ή διαμονής της και ότι βρίσκονταν τυχαία σε καφέ. Ανάφερε επίσης ότι έμαθε που εκείνη διέμενε στις 3.4.13 όταν βρήκε το πακέτο στο Ταχυδρομείο και είδε την διεύθυνση της. Επίσης ανάφερε ότι σε περίπτωση που θα παραλάμβανε το πακέτο θα το κρατούσε μέχρι να ξαναβρεθούν στο καφέ. Αργότερα ο κατηγορούμενος άλλαξε στάση και κατά την γραπτή ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε μεταξύ των ωρών 17:10-18:05, απαντούσε, πλην της πρώτης, σ' όλες τις ερωτήσεις «Ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο» (τεκμήριο 2). Στις 10.10.13 ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα επίδικα αδικήματα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 3). Σε σχέση με το όνομα Ανδρέας Νικολάου που φαίνεται ως ο αποστολέας του επίδικου πακέτου, λόγω του ότι τα στοιχεία ήταν ελλιπή δεν μπόρεσαν να γίνουν εξετάσεις μέσω Αμερικής. Όσον αφορά τον εντοπισμό της παραλήπτριας έγιναν εξετάσεις από συναδέλφους του στην διεύθυνση που υπήρχε στο πακέτο, οπόταν και διαπιστώθηκε ότι τέτοιο πρόσωπο δεν διέμενε εκεί. Είπε επίσης ότι ήταν ελλιπή τα στοιχεία αυτής, τα οποία ζητήθηκαν επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο χωρίς όμως αυτός να δώσει οτιδήποτε όπως τηλέφωνο ή άλλο μέρος διαμονής, ούτε που εργάζεται. Την ημέρα που κατηγορήθηκε γραπτώς, ο μάρτυρας τον ρώτησε εάν βρήκε οτιδήποτε για το εν λόγω πρόσωπο και εάν βρει να τον ειδοποιήσει όμως δεν τον ειδοποίησε ποτέ. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο προϊστάμενος του Τελωνειακού Τμήματος του Ταχυδρομείου Λεμεσού, Δημήτρης Γεωργίου. Στις 3.4.13 και ώρα 08:15 πήγε στο γραφείο του ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ταχυδρόμος και του πήρε ένα πακέτο (τεκμήριο 4) στο οποίο αναγραφόταν σαν παραλήπτης κάποια Μαρία Νικολάου, οδός Ομονοίας αρ.58, Λεμεσός, Τ.Κ. 3341 και σαν αποστολέας ο Ανδρέας Νικολάου, 17175 DorceyCyTempeAS
- Ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι το εν λόγω πακέτο ήταν μιας φίλης του και ότι θα το παραλάμβανε ο ίδιος για να της το πάρει. Ο μάρτυρας του ζήτησε όπως το ανοίξει για να το ελέγξει αλλά λόγω του ότι ήταν σφραγιστό και ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να πάθει οποιαδήποτε ζημιά το εσωτερικό, αποφάσισε όπως το περάσει από ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο. Έτσι το πήρε δίπλα όπου το έλεγξε ο Μ.Κ.3, που ήταν υπεύθυνος για το ακτινοδιαγνωστικό και διαπίστωσε ότι μέσα υπήρχε οργανική ουσία. Αμέσως ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο να ειδοποιήσει την ιδιοκτήτρια του πακέτου να πάει στο Ταχυδρομείο να το παραλάβει για να ανοιχτεί και να ελεγχθεί και ο κατηγορούμενος έφυγε. Ακολούθως ο μάρτυρας με τον Μ.Κ.3 άνοιξαν το πακέτο οπόταν και διαπίστωσαν ότι μέσα υπήρχαν ναρκωτικά. Συγκεκριμένα υπήρχαν μέσα τέσσερεις συσκευασίες με κάνναβη και μια συσκευασία που φαινόταν σαν γλύκισμα (τα τεκμήρια 5-12). Στην συνέχεια ειδοποίησαν την Αστυνομία και ο μάρτυρας παρέδωσε το πακέτο με το περιεχόμενο του έναντι εντύπου κατάσχεσης του Τελωνείου (τεκμήριο 13). Σε σχέση με την διαδικασία τελωνειακού ελέγχου για τα πακέτα που έρχονται στο Ταχυδρομείο από τρίτες χώρες, είπε ότι αυτά εντοπίζονται, μπαίνουν σε συγκεκριμένο χώρο και υποδεικνύεται από τους τελωνειακούς στο Ταχυδρομείο ποια πρέπει να ελεγχθούν και ότι δεν αποδεσμεύονται πριν ελεγχθούν. Για τον σκοπό αυτό εκδίδονται κάποια έγγραφα για επιβολή φορολογίας. Έτσι ο κατηγορούμενος του πήρε, χωρίς να τον ειδοποιήσει κανένας από πριν, το επίδικο πακέτο με το έντυπο για να προβεί ο μάρτυρας στον έλεγχο. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που επιλέγηκε το συγκεκριμένο πακέτο για έλεγχο αλλά έγινε στα πλαίσια των τυπικών ελέγχων που διεξάγουν. Από την στιγμή που επιλέγεται ένα πακέτο τότε οι τελωνειακοί μπορούν να το ελέγξουν ή να αρκεστούν στην δήλωση. Τα πακέτα αυτά δεν τα παίρνουν στους τελωνειακούς οι παραλήπτες αλλά συγκεκριμένο άτομο. Συνηθίζεται όμως, όπως και στην προκειμένη, όταν είναι ταχυδρόμος που έχει ένα πακέτο κάποιου συγγενή να το παίρνει αυτός για τελωνειακό έλεγχο. Έτυχε δε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος να κάνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν και όσες φορές έτυχε αυτό το πακέτο ελέγχθηκε κανονικά. Για σκοπούς του ελέγχου λένε στον παραλήπτη να ανοίξει ο ίδιος το πακέτο για να μην κάνουν οποιανδήποτε ζημιά. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά το πιο πάνω δεν ήταν διαφορετική από αυτήν που γνώριζε ο μάρτυρας. Ερωτώμενος στην αντεξέταση του κατά πόσο ο κατηγορούμενος μπορεί να μην πήγαινε κοντά του ουσιαστικά δεν το απέκλεισε λέγοντας ότι εάν δεν πήγαινε, το συγκεκριμένο πακέτο με το αντίστοιχο έγγραφο θα ήταν σε εκκρεμότητα δηλ. θα έλειπε ένα πακέτο και δεν θα μπορούσαν να συσχετίσουν αυτό με τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Σπύρος Παναγιώτου, υπεύθυνος του Τμήματος Ταχείας Μεταφορά Δεμάτων του Ταχυδρομείου Λεμεσού και χειριστής του ακτινοδιαγνωστικού μηχανήματος. Στις 3.4.13 κατά τις 08:30 πήγε στο γραφείο του ο Μ.Κ.2 μαζί με τον κατηγορούμενο και ο Μ.Κ.2 του ζήτησε όπως περάσει ένα πακέτο (τεκμήριο 4) από ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο. Ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του πακέτου που περιέγραφε η Τελωνειακή Αναφορά δηλ. «Βιβλία», δεν ανταποκρινόταν με εκείνο που παρατήρησε ο ίδιος κατά τον προαναφερόμενο έλεγχο, εφόσον φαινόταν οργανική ύλη. Ο μάρτυρας ενημέρωσε τον Μ.Κ.2 για την οργανική ύλη και ο Μ.Κ.2 είπε στον κατηγορούμενο να ειδοποιήσει τον παραλήπτη να έρθει να παραλάβει το πακέτο. Μετά που έφυγε ο κατηγορούμενος, ο Μ.Κ.2 άνοιξε το πακέτο στην παρουσία του μάρτυρα και διαπίστωσε ότι μέσα υπήρχε κάτι φυτικό (τεκμήρια 5-12). Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 ειδοποίησε την Αστυνομία. Ο μάρτυρας παρέδωσε στην Αστυνομία έντυπο διακίνησης του εν λόγω πακέτου από την Αμερική στην Κύπρο, στο οποίο φαινόταν ότι το πακέτο αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 2.4.13 και την ίδια ημέρα έφτασε στο Ταχυδρομείο Λεμεσού. Είπε δε σε σχέση με την διαδικασία των πακέτων ότι γίνεται διαχωρισμός αυτών στο Ταχυδρομείο σε Κοινοτικά και Μη Κοινοτικά. Τα Κοινοτικά, εάν κρίνει ο Τελωνειακός ότι πρέπει να υποστούν έλεγχο ή αν είναι δέματα στα οποία πρέπει να επιβληθεί δασμός πολυτελείας, τότε κρατούνται για τελωνειακό έλεγχο. Τα πακέτα από τρίτες χώρες πάντοτε κρατούνται για τελωνειακό έλεγχο εκτός εάν είναι μηδαμινής αξίας, οπόταν αφού τα δει πάντα ο Τελωνειακός και δώσει άδεια, μπορεί να παραδοθούν χωρίς έλεγχο. Τα πακέτα από τρίτες χώρες τα οποία ελέγχονται, περνιούνται σε άλλες λίστες, καταγράφονται ειδοποιήσεις στους παραλήπτες και μπαίνουν στις αποθήκες του Ταχυδρομείου μέχρι να ειδοποιηθεί ο παραλήπτης να περάσει από το Τελωνειακό, να γίνει ο έλεγχος του περιεχομένου, να πληρωθεί ο ανάλογος δασμός και στην συνέχεια να το πάρει ο παραλήπτης και να φύγει. Όσον αφορά το τεκμήριο 14 είπε βασικά ότι για όσα δέματα μένουν μέσα σύμφωνα με την κρίση του Τελωνειακού εκδίδεται τριπλό έντυπο. Το τεκμήριο 15 είναι ειδοποιητήριο άφιξης ταχυδρομικού αντικειμένου, το οποίο δεν υπόκειται σε τελωνειακό έλεγχο και το οποίο χρησιμοποιούν όταν πάνε για διανομή και δεν βρουν τον παραλήπτη στο σπίτι, οπόταν το αφήνουν εκεί ώστε να δει ότι έχει δέμα και να πάει στο Ταχυδρομείο να το παραλάβει. Είπε επίσης ότι το «tracking number» συνοδεύει το δέμα μέχρι τη διανομή του και με βάση αυτό, από το σύστημα που υπάρχει μπορούν να πουν που βρίσκεται το δέμα ανά πάσα στιγμή. Ανέφερε δε ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να πάει μόνος του στο αρχείο και να βρει και να πάρει το τεκμήριο
- Είπε επίσης ότι η ορθή διαδικασία παραλαβής είναι ένα δέμα που βρίσκεται στα ράφια να το μεταφέρει στον Τελωνειακό για τον έλεγχο ο αχθοφόρος αλλά είναι συνήθης πρακτική αφού υπάρχει εμπιστοσύνης μεταξύ των συναδέλφων στους οποίους ανήκει και ο κατηγορούμενος, να μη τηρείται η διαδικασία αυτή και να παίρνουν μόνοι τους το δέμα από την αποθήκη και να το παίρνουν με το σχετικό ειδοποιητήριο στον Τελωνειακό. Γνώριζε τον κατηγορούμενο από καιρό. Κατά την επίδικη ημέρα δεν παρατήρησε οτιδήποτε ύποπτο στην συμπεριφορά του. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Παναγιώτα Χ'Αντώνη, Ταχυδρομική Λειτουργός στο Τμήμα Δεμάτων του Ταχυδρομείου Λεμεσού. Τα καθήκοντα της είναι να παραλαμβάνει από τους πολίτες τις ειδοποιήσεις άφιξης πακέτων, να ελέγχει τα στοιχεία τους, να της υπογράφουν, να υπογράφει και η ίδια και μετά να δίνει την ειδοποίηση στον αχθοφόρο για να πάρει το πακέτο από μέσα. Στις 3.4.13 κατά τις 08:30 πήγε στο γραφείο της ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι συνάδελφος της και της πήρε το τεκμήριο 14 για να παραλάβει ένα πακέτο για μια φίλη του, ως της είπε. Η μάρτυρας του έδωσε την πρωτότυπη τριπλότυπη ειδοποίηση που είχε κοντά της και μετά πήρε την λίστα στην οποία γράφουν τα πακέτα που δίνουν και της είπε τον αριθμό της ειδοποίησης και το έγραψε στην λίστα. Ο κατηγορούμενος υπέγραψε στην λίστα σαν ταχυδρομικός Λειτουργός και της ανέφερε ότι υπέγραψε για να μην φέρει ευθύνη εκείνη. Πάντα έτσι έκανε ο κατηγορούμενος αφού και στο παρελθόν έτυχε να παραλάβει πακέτα για φίλους ή γνωστούς του και πάντα υπέγραφε. Αυτό το έκαναν και άλλοι συναδέλφοι της. Όταν ο κατηγορούμενος πήγε κοντά της δεν κρατούσε το πακέτο. Δέχθηκε δε ότι κάποιος ταχυδρομικός λειτουργός μπορεί γνωρίζοντας το tracking number να πάει και να βρει από μόνος του το ειδοποιητήριο. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε η Έλενα Τιρρή Μακρή, επίσης Ταχυδρομική Λειτουργός στο Τμήμα δεμάτων του Ταχυδρομείου Λεμεσού. Η δουλειά της είναι να εκδίδει ειδοποιητήρια άφιξης δεμάτων που προέρχονται από το εξωτερικό, προς τους παραλήπτες. Όταν τα πακέτα είναι DATA POST δηλαδή πακέτα που έχουν προτεραιότητα και προέρχονται από τρίτες χώρες (εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης) τότε καταγράφονται και εκδίδουν ειδοποιητήρια τα οποία είναι εις τριπλούν. Εάν τα στοιχεία του παραλήπτη είναι ανεπαρκή, δηλαδή δεν αναφέρεται αριθμός τηλεφώνου στο δέμα (ώστε να ειδοποιηθεί τηλεφωνικά ο πελάτης για να το παραλάβει), η εν λόγω ειδοποίηση μένει στο ταχυδρομείο και στέλνουν φωτοαντίγραφο αυτής στον παραλήπτη στην διεύθυνση του (όπως στην προκειμένη το τεκμήριο 14). Στην συνέχεια ο πελάτης πήγαινε στο ταχυδρομείο, έπαιρνε τα δύο εκ των τριών πρωτότυπων εγγράφων του ειδοποιητηρίου που θα έπαιρνε στον τελωνειακό (το τρίτο έμενε εκεί στο βιβλίο από το οποίο εκδιδόταν) έδειχνε την ταυτότητα του και υπέγραφε στην παρουσία ενός Ταχυδρομικού Λειτουργού και μετά το δέμα το έπαιρνε από την αποθήκη ένας αχθοφόρος και το μετέφερε στον τελωνειακό. Εκεί πήγαινε και ο πελάτης, για να πληρώσει εάν χρειαζόταν τα τέλη που θα επέβαλλε το τελωνείο ώστε να παραλάβει το πακέτο. Στις 3.4.13 και κατά η ώρα 08:30 πήγε στο γραφείο της ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι συνάδελφος της και της ζήτησε να του δώσει την πρωτότυπη ειδοποίηση ενός πακέτου, αναφέροντας της ότι την ήθελε γιατί η παραλήπτρια ζήτησε όπως την πάρει στο γραφείο του, από όπου θα περνούσε να την παραλάβει. Η μάρτυρας έψαξε στο σύστημα με τον αριθμό (tracking number) που της έδωσε, δεν θυμάται εάν το είχε γραμμένο στο τεκμήριο 15, την βρήκε και του την έδωσε. Από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, που η μάρτυρας δεν θυμάται ακριβώς ποια ήταν, αυτή κατάλαβε ότι η παραλήπτρια του πακέτου, ήταν άγνωστη στον κατηγορούμενο και ότι επικοινώνησε με το Τμήμα του για να πάρουν την ειδοποίηση εκεί, επειδή την βόλευε να περάσει να την παραλάβει. Ανέφερε επίσης ότι όταν η διαδικασία γινόταν από κάποιο συνάδελφο της έδειχναν εμπιστοσύνη και κάποια πράγματα δεν γίνονταν δια της κανονικής οδού. Είπε επίσης ότι το ειδοποιητήριο για το επίδικο πακέτο εκδόθηκε στις 2.4.13 πιθανόν από την ίδια. Δέχθηκε δε στην αντεξέταση της ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε στις 2.4.13 να πάει από μόνος του στον χώρο όπου κρατούνταν τα αντίγραφα των ειδοποιητηρίων για να σταλούν στους πελάτες (όταν δεν υπήρχε τηλέφωνο τους στο δέμα όπως στην προκειμένη) και να πάρει μόνος του το αντίγραφο του επίδικου δέματος (τεκμήριο 14) ενώ δεν απέκλεισε όταν πήγε κοντά της στις 3.4.13 να είχε ήδη μαζί του το τεκμήριο 14 αλλά και το επίδικο πακέτο. Η μάρτυρας δεν είδε που πήγε ο κατηγορούμενος στην συνέχεια αλλά άκουσε ότι πήγε με το πακέτο στο τελωνείο. Διαδικαστικά εάν ο κατηγορούμενος ήθελε να παραλάβει το πακέτο, εκείνη την ημέρα μετά από την μάρτυρα έπρεπε να πάει στην Μ.Κ.4 ώστε να υπογράψει. Τέλος ανέφερε ουσιαστικά ότι εάν κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος, ήθελε μετά από την ίδια να πάρει το πακέτο και να φύγει χωρίς να γίνει αντιληπτός ή να το κάνει αυτό χωρίς καν να πάει στην ίδια, θα μπορούσε να το κάνει εφόσον είχε πρόσβαση στον χώρο με τα πακέτα, ο οποίος κατά την διάρκεια της ημέρας ήταν ανοικτός. Ο κατηγορούμενος εργάζεται στο Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών από το 2003, με καθήκοντα την διανομή και διεκπεραίωση πακέτων στις κατοικίες. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας ανέφερε τα ακόλουθα: Συνήθιζε να πηγαίνει στο Costa Coffee (στο εξής το καφέ) μετά το τέλος της διανομής ή κάποτε και κατά τη διάρκεια της για να κάνει διάλειμμα. Μια μέρα, ενάμιση περίπου μήνα πριν τον επίδικο χρόνο, πήγε δίπλα από το εν λόγω καφέ σε περίπτερο και εκεί, ενώ ήταν στη γραμμή, είδε μια κοπέλα με την οποία αντάλλαξε 2‑3 κουβέντες και επέστρεψε στο καφέ. Την ώρα που έφευγε, πρόσεξε ότι η εν λόγω κοπέλα ήταν σε διπλανό τραπέζι και χαιρετίστηκαν. Το ίδιο διάστημα την έβλεπε περίπου 3-4 φορές την εβδομάδα εκεί στο καφέ και απλά χαιρετίζονταν. Μια μέρα, 2 περίπου εβδομάδες μετά από την συνάντηση τους στο περίπτερο, έπιασαν κουβέντα στο καφέ και κάθισαν να πιουν ένα καφέ μαζί. Της είπε το όνομα του και πού δούλευε και εκείνη του συστήθηκε ως Μαρία και του είπε ότι δούλευε σε μια εταιρεία πιο κάτω από το καφέ κοντά στο σχολείο, αλλά δεν του είπε σε ποια εταιρεία. Στη συνέχεια έτυχε άλλες 2‑3 φορές να βρεθούν και να πιουν καφέ. Μια μέρα, 2 περίπου εβδομάδες πριν τον επίδικο χρόνο, αυτή πήγε στο τραπέζι όπου καθόταν ο κατηγορούμενος και του είπε ότι της έστειλε ο αδερφός της ένα πακέτο από την Αμερική και αν μπορούσε να την βοηθήσει γιατί ήξερε ότι δούλευε στο Ταχυδρομείο. Συγκεκριμένα του είπε να της πάρει το πακέτο για να μην χρειαστεί να πάει εκείνη στο Ταχυδρομείο αφού εργαζόταν. Αυτός της είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, φτάνει να του δώσει το tracking number για να εντοπίσει το πακέτο. Μετά, 3‑4 μέρες πριν τον επίδικο χρόνο, η κοπέλα αυτή πήγε στο τραπέζι που καθόταν ο κατηγορούμενος στο ίδιο καφέ και διαβάζοντας από το κινητό της τηλέφωνο του είπε το tracking number, το οποίο αυτός το σημείωσε στο πίσω μέρος ενός από τα χαρτιά-ειδοποιητήρια που είχε στην τσάντα του και χρησιμοποιεί στην δουλειά του (τεκμήριο 15). Ο κατηγορούμενος της είπε να του δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου της αλλά εκείνη απέφυγε να το κάνει και εκείνος δεν επέμενε για να μην νομίζει ότι την φλερτάρει. Ο ίδιος υπολόγιζε ότι επειδή την έβλεπε συχνά στο καφέ, θα έπαιρνε το πακέτο, θα την έβλεπε εκεί και θα της το έδινε. Έτσι της είπε ότι θα το κοίταζε και θα της το έπαιρνε. Στη συνέχεια στις 2.4.13 αυτός έλεγξε τον tracking number στο σύστημα που διατηρούν στο Ταχυδρομείο και στο οποίο είχε πρόσβαση. Έτσι είδε ότι το πακέτο είχε φτάσει και ήταν στο Τμήμα Δεμάτων. Ακολούθως πήγε πίσω στο αρχείο από όπου βγαίνουν οι ειδοποιήσεις για να πάνε στους ταχυδρόμους για να τα στείλουν στους πελάτες να έρθουν να παραλάβουν τα πακέτα τους. Εκεί βρήκε μόνος του το αντίγραφο της ειδοποίησης (τεκμήριο 14), το πήρε και πήγε μπροστά στις κοπέλες για να πάρει το σχετικό πρωτότυπο τρίπτυχο ειδοποιητήριο που είναι απαραίτητο στην διαδικασία για να εκτελωνιστεί το πακέτο αφού γνώριζε ότι το πακέτο αυτό, προερχόμενο από χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα περνούσε από τελωνειακό έλεγχο. Ήταν όμως αργά και έκλειναν εκείνην την ώρα οπόταν ενόψει και του ότι δεν βιαζόταν να το πάρει το άφησε για την επόμενη. Την επομένη 3.4.13 το πρωί πήγε στο Ταχυδρομείο, κοίταξε μέσα στα δέματα στην αποθήκη και βρήκε το επίδικο πακέτο, κάτι που ήταν εύκολο για αυτόν, το πήρε μόνος του και πήγε με το τεκμήριο 14 στην Μ.Κ.5, της το έδειξε, της είπε ότι θα έπαιρνε το πακέτο για μια γνωστή του και εκείνη του έδωσε το πρωτότυπο τρίπτυχο. Στην συνέχεια πήγε με το πακέτο και τα προαναφερόμενα έγγραφα μπροστά στην Μ.Κ.4, εκείνη συμπλήρωσε έναν αριθμό πάνω σε σχετική λίστα που τηρείτο εκεί (για να ξέρουν ένα περίπου τι γίνεται με την παράδοση των πακέτων) και ακολούθως ο ίδιος υπέγραψε δίπλα στην λίστα όπως συνήθως κάνουν οι Ταχυδρομικοί Λειτουργοί σε οποιαδήποτε περίπτωση που παραλαμβάνουν πακέτα για οποιονδήποτε. Μετά πήγε με το πακέτο και τα έγγραφα, όπως έκανε πάντα για όλα τα πακέτα που παραλάμβανε, πίσω που ήταν ο Τελωνειακός Λειτουργός (Μ.Κ.2) εφόσον έπρεπε το πακέτο να περάσει από τελωνειακό έλεγχο και είπε στον Μ.Κ.2 να το κοιτάξει και ότι θα το παραλάμβανε για μια γνωστή του. Είπε στον Μ.Κ.2 να προσέξει το πακέτο και στην συνέχεια πήγαν μαζί στον Μ.Κ.3 για το περάσει αυτός από το ακτινοσκοπικό μηχάνημα. Αφού ο Μ.Κ.3 πέρασε το πακέτο από το μηχάνημα είδε κάτι διαφορετικό μέσα. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να πάει η κοπέλα (παραλήπτρια) να παραλάβει το πακέτο. Ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι ο Μ.Κ.2 ίσως να την ήθελε για να πληρώσει κάποιον δασμό όπως γίνεται με κάποια πακέτα, δεν γνώριζε το περιεχόμενο του και δεν είχε κάποια έγνοια για αυτό. Έτσι έφυγε και πήγε στην εργασία του, έκανε την διανομή που έπρεπε και στο τέλος της διανομής ενώ ήταν πρωί ακόμη πέρασε από την οδό Ομονοίας 58 (που αναγραφόταν στην ειδοποίηση) για να βρει την παραλήπτρια. Εκεί βρισκόταν μια πολυκατοικία και κοίταξε στα κουτιά αν υπάρχει πάνω γραμμένο το όνομα Μαρία Νικολάου (στην ειδοποίηση αναγραφόταν και το επίθετο) αλλά δεν εντόπισε κάτι. Ρώτησε και 1‑2 ανθρώπους που ήταν κάτω και έχουν μαγαζιά, τους έκανε μια μικρή περιγραφή για κάποια Μαρία, Ελληνίδα, ψηλή, με μαύρα μαλλιά, δεν ήξερε κανένας τέτοιο πρόσωπο στην πολυκατοικία. Ακολούθως έφυγε και πήγε ως συνήθιζε στο σπίτι του που είναι 100 μέτρα από το Ταχυδρομείο για να κάνει διάλειμμα και μετά να επιστρέψει στην εργασία του. Στις 4.4.13 είχε προγραμματίσει ταξίδι με κάποιο φίλο του για snowboard (σπορ με το οποίο ασχολείται) στην Πελοπόννησο, για αυτό και πήγε και τελείωσε τις εκκρεμότητες που είχε πριν αναχωρήσει. Δεν είχε συνεννοηθεί με την κοπέλα πότε θα της έπαιρνε το πακέτο. Σκόπευε να της το πάρει την ημέρα που το παρέλαβε, αργότερα όμως, εκεί στο καφέ που την συναντούσε και εάν δεν την έβρισκε θα το φύλαγε στην δουλειά του ή στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε μέχρι να επιστρέψει από το ταξίδι. Στο σπίτι του έκανε το διάλειμμα και έβγαλε από την τσέπη του τα κλειδιά του καθώς και τα τεκμήρια 14 και 15 και τα άφησε στο τραπεζάκι εκεί μπροστά στην είσοδο αφού ήταν πλέον άχρηστα. Στη συνέχεια του τηλεφώνησε η Διευθύντρια του Ταχυδρομείου και του είπε να πάει και τον ήθελε. Πήγε στο γραφείο της, όπου τον ανέμενε η Αστυνομία και του λέχθηκε ότι μέσα στο πακέτο υπήρχαν ναρκωτικά και ρωτήθηκε τι γνωρίζει. Εκείνη τη στιγμή έμαθε για το περιεχόμενο του πακέτου. Τον συνέλαβαν και τον πήραν στην Υ.Κ.Α.Ν. Στους ανακριτές εξήγησε προφορικά τι έγινε και τους είπε για την κοπέλα, τον τρόπο που την γνώρισε, που την έβρισκε και τους έδωσε και μια μικρή περιγραφή αλλά δεν του έδωσαν οποιαδήποτε σημασία. Στην κατάθεση που του λήφθηκε δεν ανέφερε αυτά που είπε στο Δικαστήριο γιατί δεν ήθελε να τα αναφέρει γραπτώς, για να μην το μάθει η τότε συμβία του αφού ήταν έγκυος 7 μηνών το παιδί τους και έκρινε ότι υπήρχε κίνδυνος για επιπλοκές, σε συνδυασμό με το ότι ήταν ζηλιάρα και είχαν προηγουμένως τσακωθεί, κόντεψαν να χωρίσουν και είχαν ακυρώσει τον γάμο τους λόγω παρόμοιας φύσης κατάστασης με μια άλλη κοπέλα. Πέραν τούτου ο ίδιος υπολόγισε ότι η Αστυνομία με τα στοιχεία που τους έδωσε προφορικά, θα εντόπιζε την κοπέλα. Παρέμεινε υπό κράτηση για 5 μέρες και 1‑2 εβδομάδες μετά, πήρε ένα μήνυμα στο κινητό του από την Ελλάδα που έλεγε «Λυπάμαι Κώστα». Δεν ήξερε αν είχε κάποια σχέση με το περιστατικό όμως θεώρησε σωστό να αναφέρει αυτό στην Αστυνομία μήπως και μπορούσε να βγάλουν κάποια άκρη. Πήγε στον Διοικητή της Υ.Κ.Α.Ν. και του το ανέφερε, εκείνος το είδε και είπε «Κάποιο λάθος πρέπει να έγινε γιατί εσένα σε λένε Κωνσταντίνο και όχι Κώστα» και απλά σημείωσε τον αριθμό του τηλεφώνου. Για τον ίδιο ήταν τυπική διαδικασία να βοηθά άλλους παραλαμβάνοντας πακέτα. Ήταν κάτι που έκανε αν όχι καθημερινά, 3 φορές την εβδομάδα και ακόμη γίνεται αυτό μεταξύ των συναδέλφων του. Βοηθούν πάντα τον κόσμο, ειδικά αν είναι κάποιος που ξέρουν. Εάν γνώριζε το περιεχόμενο του πακέτου μπορούσε λόγω των καθηκόντων του (κουβαλά συνέχεια πακέτα) και της ευχέρειας που είχε να κινείται στον χώρο εργασίας του, όταν είδε στις 2.4.13 ότι ήλθε το πακέτο, να πάει να το πάρει και να φύγει χωρίς να το μάθει κανείς. Σε τέτοια περίπτωση θα θεωρείτο ως ακόμη ένα χαμένο πακέτο όπως πολλά άλλα που έχουν στο Ταχυδρομείο. Θα μπορούσε επίσης να το πάρει στο γραφείο του, να το ανοίξει, να αφαιρέσει το περιεχόμενο του, να το αντικαταστήσει με κάτι άλλο και μετά να το κλείσει και να το επιστρέψει στην θέση του. Θα μπορούσε ακόμη και την επόμενη μέρα, μετά που έφυγε από την Μ.Κ.5 όπου δεν υπέγραψε οτιδήποτε, να πάρει το πακέτο και να φύγει χωρίς να υπογράψει στην λίστα εφόσον δεν τον ανέμενε η Μ.Κ.4, αφού δεν είχε ειδοποιηθεί σχετικά από την Μ.Κ.5, όπως δεν είχε ειδοποιηθεί σχετικά ούτε ο Μ.Κ.2 ούτε και οποιοσδήποτε άλλος. Αντίθετα ακολούθησε την διαδικασία και πήρε το πακέτο για τελωνειακό έλεγχο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1, εξεταστής της υπόθεσης, γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες που έκανε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, στις σχετικές εξετάσεις που έγιναν και στα όσα του είπε προφορικά ο κατηγορούμενος και η μαρτυρία του βασικά δεν αμφισβητήθηκε. Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό από την μαρτυρία του για σκοπούς ευρημάτων ότι η παραλήπτρια του πακέτου είναι ανύπαρκτο πρόσωπο καθότι αυτό ήταν προφανώς αυθαίρετο συμπέρασμα του, κάτι που φαίνεται από το ότι, ως είπε, κατέληξε σε αυτό από κάποιες σημαντικές αντιφάσεις του κατηγορούμενου (τις οποίες όμως δεν ανέφερε), από το ότι ο κατηγορούμενος στην γραπτή του ανάκριση δεν απάντησε σε οτιδήποτε το σημαντικό (κάτι που όμως ήταν δικαίωμα του), από τις καταθέσεις που έλαβε από άλλους μάρτυρες σε σχέση με τι τους ανέφερε για το πρόσωπο αυτό ο κατηγορούμενος (η μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων θα αξιολογηθεί) σε συνδυασμό με το ότι οι εξετάσεις που έγιναν προς εντοπισμό αυτής κατέδειξαν ότι δεν διέμενε στην συγκεκριμένη διεύθυνση (κάτι που δεν οδηγεί αναμφίβολα σε συμπέρασμα ότι είναι ανύπαρκτο πρόσωπο). Θα πρέπει δε να σημειωθεί σχετικά και ότι παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι συναντούσε την κοπέλα αυτή σε συγκεκριμένο καφέ, όπου και θα της παρέδιδε το πακέτο, καμία σχετική έρευνα έγινε. Σε σχέση με την αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος σε κάποιο χρονικό σημείο «άλλαξε στάση» είναι εμφανές, από τα όσα είπε, ότι αυτό δεν αποκλείει ότι ήταν συνεργάσιμος αλλά ο μάρτυρας το ανέφερε στην βάση του ότι ενώ προφορικά είπε κάποια πράγματα, στην ανακριτική του κατάθεση επέλεξε, ως ήταν άλλωστε δικαίωμα του, να μην απαντήσει λέγοντας «Ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Η δε αρνητική θέση και στάση του μάρτυρα περί έλλειψης συνεργασίας από τον κατηγορούμενο, διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ουσιαστικά απέδωσε σε αυτόν το γεγονός ότι η παραλήπτρια δεν εντοπίσθηκε αφού ως είπε ήταν ελλιπή τα στοιχεία της και παρά το ότι ζητήθηκαν επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο αυτός δεν έδωσε οτιδήποτε όπως τηλέφωνο ή άλλο μέρος διαμονής, ούτε που εργάζεται. Η αδυναμία όμως αυτή του κατηγορούμενου, ως προκύπτει από το σύνολο της διερεύνησης, δεν οδηγεί δίχως άλλο σε συμπέρασμα ότι αυτός είχε τέτοια στοιχεία και δεν τα αποκάλυψε εφόσον ο ίδιος ανέφερε συγκεκριμένα τι γνώριζε για την εν λόγω κοπέλα. Όσον δε αφορά το τι του είπε προφορικά ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας αναφέρθηκε ρητά στην κατάθεση του και στην μαρτυρία του και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος του είπε και άλλα, όπως κάποια από αυτά που του έθεσε ο μάρτυρας ως ερωτήσεις στην ανακριτική του κατάθεση υπό τον τύπο «Πριν λίγο όταν σε ανέκρινα προφορικώς μου είπες ότι .». Να υπομνησθεί δε σχετικά ότι ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση δεν δέχθηκε ότι είπε στον μάρτυρα προφορικά αυτά που αποτελούσαν το περιεχόμενο των ερωτήσεων του και η απάντηση του «Ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο», αποτελεί ενάσκηση εκ μέρους του του δικαιώματος της σιωπής και δεν αποτελεί τέτοια παραδοχή. Με εξαίρεση λοιπόν τα πιο πάνω, η λοιπή μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Εξήγησε την διαδικασία που ακολουθείται για σκοπούς τελωνειακού ελέγχου πακέτων που φτάνουν στο Ταχυδρομείο από τρίτες χώρες (εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης) και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια και σαφήνεια στα επίδικα γεγονότα. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Να σημειωθεί ότι από το σύνολο της δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να ανοιχθεί το πακέτο. Αυτό προκύπτει τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα όπου είπε ότι αυτός ζήτησε από τον κατηγορούμενο να ανοίξει το πακέτο για έλεγχο αλλά λόγω του ότι ήταν σφραγιστό και ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να πάθει οποιαδήποτε ζημιά το εσωτερικό του, ο μάρτυρας αποφάσισε όπως το περάσει από ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο όσο και από την ένορκη μαρτυρία του, όπου είπε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ζήτησε να ανοιχτεί προσεκτικά το πακέτο καθότι όπως φαίνεται θεώρησε ότι περιείχε κάτι που μπορούσε να σπάσει, οπόταν ο μάρτυρας θεώρησε πιο σωστό να το περάσει από ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι μετά τον ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο είπε στον κατηγορούμενο ότι εντοπίσθηκε στο πακέτο οργανική ουσία αλλά εκείνο που του είπε είναι να ειδοποιήσει την ιδιοκτήτρια του πακέτου να πάει να το παραλάβει για να ανοιχτεί και να ελεγχθεί, οπόταν ο κατηγορούμενος έφυγε. Ο Μ.Κ.3 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης για τα οποία είχε προσωπική γνώση και προσπάθησε να εξηγήσει την διαδικασία παραλαβής και παράδοσης δεμάτων από το Ταχυδρομείο. Ούτε δε αυτού η μαρτυρία αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι όσον αφορά τα σχετικά με την έκδοση και προώθηση των ειδοποιητηρίων, όπως το τεκμήριο 14, ήταν προφανές από την μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε με ακρίβεια την σχετική διαδικασία εξ ου και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ασχολείτο με τέτοια έντυπα. Ως εκ τούτου η σχετική με αυτό μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ήταν προφανές ότι η θέση του ότι όταν κάποιος έπαιρνε από την αποθήκη ένα δέμα που έπρεπε να ελεγχθεί, το πήγαινε απαραίτητα στον τελωνειακό, αφορούσε βασικά την διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί κανονικά και όχι τι μπορούσε να γίνει στην πράξη, εφόσον παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι εάν το εν λόγω πρόσωπο δεν έπαιρνε στην συνέχεια το δέμα στον τελωνειακό θα παρέμενε ως μια εκκρεμότητα. Τέλος να σημειωθεί ότι ούτε αυτός υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε, μετά από τον ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο, ότι εντός του δέματος υπήρχε οργανική ουσία αλλά ότι ο Μ.Κ.2 του είπε να ειδοποιήσει την παραλήπτρια να πάει για να παραλάβει το δέμα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή, με τις προαναφερόμενες διευκρινίσεις. Η Μ.Κ.5 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, με βάση όσα θυμόταν τόσο για τις σχετικές διαδικασίες αλλά και για όσα έγιναν κατά τον επίδικο χρόνο, χωρίς να είναι απόλυτη για τα πράγματα που δεν θυμόταν και γενικά άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η μαρτυρία της, πλην ενός σημείου που θα αναφερθεί στην συνέχεια, δεν αμφισβητήθηκε. Το μόνο λοιπόν σημείο της μαρτυρίας της, το οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό και αυτό όχι γιατί είπε ψέματα αλλά γιατί δεν ήταν βέβαιη, είναι ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι ήθελε να παραλάβει την ειδοποίηση για μια άγνωστη του, επειδή την βόλευε λόγω χώρου στάθμευσης να περάσει να την παραλάβει. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς η ίδια στην κατάθεση της είπε ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς της είπε ο κατηγορούμενος αλλά αυτό το κατάλαβε από τα όσα της είπε. Στην κυρίως εξέταση της όταν ρωτήθηκε πως κατάλαβε ότι επρόκειτο για άγνωστη του, είπε ότι λογικά θα της έλεγε ότι είναι μιας φίλης του ενώ της είπε ότι είναι μιας πελάτισσας, κάτι από το οποίο θεώρησε ότι δεν είναι γνωστή του. Στην αντεξέταση της δε όταν ρωτήθηκε εύλογα εάν δεν ήταν λογικό να παραλάμβανε και το πακέτο ο κατηγορούμενος, είπε ουσιαστικά ότι με το να παραλάμβανε ο πελάτης την ειδοποίηση από τον κατηγορούμενο θα κέρδιζε κάποιο χρόνο (που θα χρειαζόταν για να την πάρει ο ίδιος) ενώ δέχθηκε ουσιαστικά ότι ο πελάτης θα έπρεπε να μπει μέσα και να πάει μπροστά στο Ταχυδρομείο για να παραλάβει το πακέτο. Πέραν όμως αυτού στην συνέχεια όταν ερωτήθηκε εάν αυτό που είπε αφορά μόνο την παραλαβή της ειδοποίησης ή ότι θα πήγαινε και το πακέτο κοντά στον κατηγορούμενο για να το δώσει στην πελάτισσα, είπε ότι πιθανόν ναι και ότι δεν θα ήταν καθόλου παράξενο για την ίδια να παραλάμβανε ο κατηγορούμενος το πακέτο για να το μεταφέρει στην πελάτισσα. Με εξαίρεση λοιπόν το αμέσως πιο πάνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.4 σκεφτόταν με προσοχή πώς να απαντήσει στις ερωτήσεις και γενικά με τον τρόπο της και τα όσα είπε, έδωσε την εντύπωση ότι έπραττε έτσι υπό το κράτος φόβου ότι μπορεί να της αποδοθεί κάποια ευθύνη, ενόψει του ότι στην προκειμένη, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνάδελφος της, δεν ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία (που τηρείτο για κάθε πολίτη) για την παραλαβή του επίδικου πακέτου. Υποστήριξε δε, σε αντίθεση με την κατάθεση της αλλά και με την μαρτυρία της Μ.Κ.5, ότι ο κατηγορούμενος πήγε κοντά της κρατώντας το τεκμήριο 14 και όχι το πρωτότυπο ειδοποιητήριο και ότι αυτή του έδωσε το πρωτότυπο, το οποίο είχε στην κατοχή της. Ανέφερε δε επίσης ότι στο τεκμήριο 14 δεν αναφέρεται ο αριθμός της ειδοποίησης κάτι που όμως δεν ισχύει. Περαιτέρω ήταν κατηγορηματική ότι ο κατηγορούμενος όταν πήγε κοντά της δεν κρατούσε το επίδικο πακέτο αλλά, προφανώς για να πείσει ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε θέμα, είπε από την άλλη ότι τον είδε μετά που πήγε με το πακέτο στον Μ.Κ.
- Σε σχέση δε με αυτό θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι σε ερωτήσεις εάν είδε τον κατηγορούμενο μετά που έφυγε από κοντά της να πηγαίνει στην αποθήκη, αρχικά απέφευγε να απαντήσει άμεσα λέγοντας ότι τον είδε που πήγε με το πακέτο στο τελωνείο ενώ σε άλλο σημείο είπε ουσιαστικά ότι τον είδε που μπήκε στην αποθήκη, για να πει όμως τελικά ότι η ίδια δεν είχε οπτική επαφή με την αποθήκη. Ήταν δε προφανές ότι υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε μαζί του το πακέτο όταν πήγε κοντά της ώστε να πείσει ότι για αυτό βεβαιώθηκε ότι τηρήθηκε η δέουσα διαδικασία με την σειρά που έπρεπε. Τέλος όσον αφορά τον εντοπισμό του πακέτου στην αποθήκη ενώ αρχικά είπε ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να περάσει από κοντά της να πάρει το ειδοποιητήριο, στην συνέχεια δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πήγε κοντά της με το ειδοποιητήριο. Με εξαίρεση λοιπόν τις προαναφερόμενες θέσεις της, η υπόλοιπη μαρτυρία της Μ.Κ.4, με δεδομένο ότι δεν αμφισβητήθηκε, γίνεται δεκτή. Τέλος ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Λαμβανομένων δε υπόψην των διαδικασιών που ακολουθούνταν για παραλαβή πακέτων όπως το επίδικο, την «πρακτική» που ακολουθείτο μεταξύ των συναδέλφων Ταχυδρομικών Λειτουργών σε περίπτωση που την παραλαβή έκανε ένας εξ αυτών για λογαριασμό τρίτου προσώπου αλλά και όλα όσα τέθηκαν σχετικά, κρίνονται λογικές οι θέσεις του, τις οποίες υποστήριξε με σταθερότητα και συνέπεια και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Δεν περιέπεσε δε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και τα όσα ανέφερε ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, συμπεριλαμβανομένης της εκδοχής του ως προς την παραλήπτρια του πακέτου, δεν διαψεύστηκαν από και δεν έρχονται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή αλλά αντίθετα συνάδουν με αυτήν. Μάλιστα θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν ήθελε να πει ψέματα θα μπορούσε κάλλιστα, όσον αφορά τα όσα είπαν οι μάρτυρες συνάδελφοι του για το τι έγινε στις 3.4.13, να πει ακριβώς τα ίδια, κάτι που δεν έπραξε όμως όπως για παράδειγμα το ότι υποστήριξε ότι όταν πήγε στις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.4 είχε ήδη παραλάβει το επίδικο πακέτο, θέμα το οποίο δεν τον βοηθούσε με οποιονδήποτε τρόπο στην εκδοχή του. Δεν έχει δε τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι μετά που έγινε ο ακτινοδιαγνωστικός έλεγχος του πακέτου και ο Μ.Κ.2 του είπε να ειδοποιήσει την παραλήπτρια, αυτός κινήθηκε ή έδρασε με οποιονδήποτε τρόπο που να δείχνει ότι γνώριζε το περιεχόμενο του αλλά αντίθετα δεν διαψεύστηκε η θέση του ότι πήγε αμέσως μετά και εκτέλεσε την εργασία του ενώ δεν προσπάθησε να καταστρέψει τα τεκμήρια 14 και 15, για τα οποία έδωσε λογική εξήγηση γιατί τα άφησε στο σπίτι και μάλιστα όχι οπουδήποτε που δεν θα μπορούσαν να εντοπισθούν αλλά σε τραπεζάκι του σαλονιού όπου τα βρήκε η Αστυνομία κατά την έρευνα που ακολούθησε. Όσον δε αφορά αυτό που είπε για το μήνυμα που έλαβε στο κινητό του μετά την απόλυση του από την κράτηση, ήταν προφανές από την μαρτυρία του ότι δεν το ανέφερε ως γεγονός για να επιβεβαιώσει την όλη εκδοχή του ως προς την παραλήπτρια του πακέτου αλλά για να δείξει την στάση της Αστυνομίας. Πρόκειται δε για επουσιώδες στοιχείο και συνεπώς η όποια αντίφαση στην οποία περιέπεσε σε σχέση με τον χρόνο που έλαβε το μήνυμα είναι επίσης επουσιώδης. Τέλος σε σχέση με την εξήγηση που έδωσε στο Δικαστήριο ως προς το γιατί δεν απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν από την Αστυνομία στην ανακριτική του κατάθεση στις 3.4.13, κρίνω ότι η σχετική μαρτυρία του δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης εφόσον κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με σχολιασμό και κρίση ως προς το γιατί άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, ένα εκ των βασικών δικαιωμάτων που έχει οποιοδήποτε πρόσωπο κατηγορείται για διάπραξη ποινικού αδικήματος, από την άσκηση του οποίου δεν μπορούν να εξαχθούν σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε δυσμενή για αυτόν συμπεράσματα (βλ. Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Ως εκ των άνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Οι επίδικες κατηγορίες εδράζονται: · Η πρώτη στο άρθρο 4
(1)(α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι απαγορεύεται η εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου. · Η δεύτερη στο άρθρο 6
(1)
(2)του ίδιου Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα, πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο. · Η τρίτη στο άρθρο 6
(3)του ίδιου Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο. Εδώ να σημειωθεί ότι τόσο η εισαγωγή όσο και η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου δεν απαγορεύονται εάν το συγκεκριμένο φάρμακο εξαιρείται της απαγόρευσης με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 4
(2)και 8 αντίστοιχα του Νόμου 29/77. Στην παρούσα βεβαίως δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιστάσεις, δηλαδή ύπαρξη είτε εξαίρεσης είτε άδειας Υπουργού. Αποτελεί δε κοινό συστατικό στοιχείο και των τριών κατηγοριών να αφορούν «ελεγχόμενον φάρμακον». Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου αυτό σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και «φάρμακον Τάξεως Β΄» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος ΙΙ του εν λόγω Πίνακα. Όσον δε αφορά την πρώτη κατηγορία, ως έχει αναφερθεί στην Κλεομενής ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 29/12, ημερ. 20.5.13, στον Νόμο 29/77, πέραν της απαγορευτικής διάταξης περί εισαγωγής, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ερμηνεία του όρου «εισαγωγή», όμως εξυπακούεται ότι ο όρος καλύπτει την μεταφορά εντός της Δημοκρατίας από την αλλοδαπή ελεγχόμενου και ταυτόχρονα απαγορευμένου φαρμάκου. Πρέπει δε η εισαγωγή να είναι στην γνώση του κατηγορούμενου γιατί σε διαφορετική περίπτωση εάν γίνεται τη αγνοία του, δεν μπορεί να θεμελιώσει ένοχη διάνοια. Στην εν λόγω απόφαση για σκοπούς περαιτέρω ερμηνείας του όρου «εισαγωγή» έγινε παραπομπή στις πρόνοιες του εδαφίου 1(α) του άρθρου 1 των περί Ενιαίας Συμβάσεως Περί Ναρκωτικών (Κυρωτικού) Νόμου 7/69, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Γενεύης ημερ. 25.3.72 που κυρώθηκε με τον περί Πρωτοκόλλου Τροποποιούντος την Ενιαία Σύμβαση περί Ναρκωτικών (Κυρωτικού) Νόμου 72/73),σύμφωνα με τις οποίες: «(ζ) 'Εισαγωγή' και 'εξαγωγή' δηλούν, υπό τας αντιστοίχους αυτών εννοίας, τη μεταφοράν ναρκωτικού εκ τινός χώρας εις ετέραν ή εκ τινός εδάφους χώρας τινός εις έτερον έδαφος της αυτής χώρας.» Λαμβανομένων δε υπόψην και των λεπτομερειών των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3, προς στοιχειοθέτηση και των δύο, πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τον κατηγορούμενο, ελεγχόμενου φαρμάκου. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, λέχθηκε ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Ως λέχθηκε δε στην Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής αλλά απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 64, λέχθηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό την κατοχή ή φύλαξη άλλου προσώπου. Με άλλα λόγια η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί πάντα προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (βλ. και Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Η έννοια της κατοχής έχει τέτοια ευρύτητα ώστε καλύπτει και περιπτώσεις φύλαξης του αντικειμένου σε υποστατικό τρίτου εφόσον ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο του αντικειμένου (βλ. Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 256). Είτε όμως στην περίπτωση της άμεσης φυσικής φύλαξης του αντικειμένου είτε στην περίπτωση της εξυπακουόμενης κατοχής του, η κατοχή θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσης του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι ως λέχθηκε στην Κούκος ανωτέρω, το άρθρο 32
(2)του Νόμου 29/
- Στην ίδια δε υπόθεση κρίθηκε ορθή, ως προς την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου και του «μαχητού», ως χαρακτηρίσθηκε, τεκμηρίου που δημιουργείται από αυτό, η καθοδήγηση του Κακουργιοδικείου, η οποία μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του, εν γνώσει του ένα αντικείμενο ή ένα αντικείμενο που περιέχει κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι το αντικείμενο αυτό περιέχει ή αποτελεί το επίδικο ελεγχόμενο φάρμακο. Εάν αποδειχθούν αυτά τότε εναποτίθεται το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει» ότι η υπόθεση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου
- Εξηγήθηκε δε ουσιαστικά ότι το εν λόγω άρθρο δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο γνώσης του κατηγορούμενου. Σε τέτοια περίπτωση αυτό που πρέπει να πράξει ο κατηγορούμενος είναι απλά να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια πραγματική αμφιβολία ή υποψία ότι δεν είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου, ότι δηλ. ήταν ναρκωτικά ή ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποπτεύεται ότι στο αντικείμενο περιλαμβάνονταν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν (βλ. Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, Ιακώβου ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 και L. v. Director of Public Prosecutors
(2002)2 All ER 854). Ο όρος «να αποδείξει» ερμηνεύεται λοιπόν ως ανωτέρω και όχι ως να καθιερώνει μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Για αυτό άλλωστε σε άλλο μέρος της προαναφερόμενης απόφασης, σε σχέση και με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος, αναφέρθηκε ότι η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης («legal burden of proof») στον κατηγορούμενο, αλλά του δίδει την ευκαιρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Ιακώβου ανωτέρω, Μαυρικίου ανωτέρω, Σκούλλου ανωτέρω, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Emegoakor v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 31 και R. v. Lambert
(2001)3 All ER 577). Το νομικό βάρος απόδειξης εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2009 σελ. 2598-2601 και 2620, όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 28 του Αγγλικού Misuse of Drugs Act 1971, του οποίου οι πρόνοιες είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 32 του δικού μας Νόμου 29/77, όταν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το βάρος που εναποτίθεται από τον νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου είναι αποδεικτικό («evidential burden of proof»). Είναι δε πολύ καλά γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι όπου μεταφέρεται αποδεικτικό βάρος στον κατηγορούμενο εξαιτίας μαχητού τεκμηρίου, τότε το βάρος αυτό αποσείεται με απόδειξη γεγονότων στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Charalambous and another ν. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97 και Παντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 216/2013, ημερ. 20.1.16). Να σημειωθεί δε ότι η δημιουργία της προαναφερόμενης λογικής αμφιβολίας μπορεί να προέλθει είτε μέσω της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο, είτε από το σύνολο της μαρτυρίας που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή. Φυσικά η γνώση του κατηγορούμενου μπορεί να στοιχειοθετηθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ανεξάρτητα δηλ. από το τεκμήριο. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss και Χριστοφόρου ανωτέρω). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Αναφορικά με την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια θα πρέπει να αποδειχθεί, πέραν της κατοχής, η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Ως προς την πρόθεση αυτή το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 έχει θεσπίσει επίσης μαχητό τεκμήριο απόδειξης (βλ. και Λαζάρου ανωτέρω). Συγκεκριμένα εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο, η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κάνναβης, που αφορά στην παρούσα υπόθεση, η ποσότητα που ικανοποιεί το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια. Ισχύουν δε όσο αφορά και το εν λόγω μαχητό τεκμήριο τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Κούκος και έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Ευρήματα Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, στο μέτρο που έχει γίνει δεκτή, καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 2.4.13 κατέφθασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας το επίδικο δέμα - πακέτο (τεκμήριο 4) (στο εξής το πακέτο), το οποίο είχε σταλεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Σε αυτό αναγραφόταν ως παραλήπτρια κάποια Μαρία Νικολάου, οδός Ομονοίας αρ. 58, 3052 Λεμεσός και σαν αποστολέας κάποιος Ανδρέας Νικολάου, 17175 Dorcey Cy Tempe AS86281. Την ίδια ημέρα το πακέτο έφτασε στο Κεντρικό Ταχυδρομείο Λεμεσού και εκεί εκδόθηκε για αυτό σχετικό ειδοποιητήριο άφιξης μικροδέματος. Το εν λόγω έγγραφο εκδιδόταν, σύμφωνα με την νενομισμένη διαδικασία, εις τριπλούν και αφορούσε τέτοιου είδους πακέτα, τα οποία υπόκειντο, πριν την παράδοση, σε τελωνειακό έλεγχο. Ενόψει του ότι στο πακέτο δεν αναγραφόταν το τηλέφωνο της παραλήπτριας ώστε να ειδοποιηθεί τηλεφωνικώς, έγινε (όπως γινόταν σε κάθε τέτοια περίπτωση) αντίγραφο του εν λόγω ειδοποιητηρίου (τεκμήριο 14) με σκοπό να αποσταλεί στην διεύθυνση που αναφερόταν στο πακέτο για να ειδοποιηθεί η παραλήπτρια με αυτόν τον τρόπο. Στις 3.4.13 και ώρα 08:30 πήγε στο γραφείο της Μ.Κ.5, η οποία είναι Ταχυδρομική Λειτουργός στο Τμήμα Δεμάτων του Ταχυδρομείου Λεμεσού, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι επίσης Ταχυδρομικός Λειτουργός στο ίδιο Ταχυδρομείο, με καθήκοντα την διανομή δεμάτων. Ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Μ.Κ.5 να του δώσει το πρωτότυπο του προαναφερόμενου ειδοποιητηρίου. Με βάση το tracking number που της έδωσε ο κατηγορούμενος, η Μ.Κ.5 εντόπισε και του έδωσε το πρωτότυπο ειδοποιητήριο. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος πήγε με το ειδοποιητήριο στην Μ.Κ.4, η οποία είναι επίσης Ταχυδρομική Λειτουργό του ίδιου Τμήματος και αφού της το έδειξε, της είπε ότι θα παραλάμβανε το πακέτο για μια φίλη του. Η Μ.Κ.4 πήρε την λίστα που τηρείτο στα πλαίσια της διαδικασίας για την παράδοση πακέτων, έγραψε σε αυτήν το αριθμό της ειδοποίησης και στην συνέχεια ο κατηγορούμενος υπέγραψε εκεί. Μετά, για να γίνει ο απαραίτητος τελωνειακός έλεγχος του πακέτου, ο κατηγορούμενος πήγε με αυτό στον Μ.Κ.2, ο οποίος είναι ο προϊστάμενος του Τελωνειακού Τμήματος του Ταχυδρομείου Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.2 ότι το πακέτο ήταν μιας φίλης του και ότι θα το παραλάμβανε ο ίδιος για να της το πάρει. Ο Μ.Κ.2 του ζήτησε να το ανοίξει και εκείνος του είπε να ανοιχτεί προσεκτικά καθότι δεν ήθελε να πάθει οποιαδήποτε ζημιά το εσωτερικό του, οπόταν ο Μ.Κ.2 θεώρησε πιο σωστό να το περάσει από ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο. Έτσι ο Μ.Κ.2 πήγε με τον κατηγορούμενο δίπλα, όπου βρισκόταν ο Μ.Κ.3, υπεύθυνος του Τμήματος Ταχείας Μεταφορά Δεμάτων του Ταχυδρομείου Λεμεσού και χειριστής του ακτινοδιαγνωστικού μηχανήματος και ζήτησε από αυτόν να περάσει το πακέτο από ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο. Ο Μ.Κ.3 διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του πακέτου, το οποίο περιέγραφε η Τελωνειακή Αναφορά δηλ. «Βιβλία», δεν ανταποκρινόταν σε εκείνο που παρατήρησε ο ίδιος κατά τον ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο, εφόσον μέσα φαινόταν οργανική ύλη. Έτσι ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Κ.2, ο οποίος είπε στον κατηγορούμενο να ειδοποιήσει την παραλήπτρια, να πάει η ίδια στο Ταχυδρομείο να το παραλάβει, για να ανοιχτεί και να ελεγχθεί. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος έφυγε. Κανένας δε από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 δεν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος άκουσε ή ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα του ακτινοδιαγνωστικού ελέγχου. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2, στην παρουσία του Μ.Κ.3, άνοιξε το δέμα και διαπίστωσαν ότι μέσα υπήρχαν:
(1)ένα χάρτινο πολύχρωμο κουτί (τεκμήριο 5), εντός του οποίου υπήρχε νάιλον σακουλάκι που περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 6 - από τις εξετάσεις αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 24.18 γραμμαρίων)
(2)ένα χάρτινο πολύχρωμο κουτί (τεκμήριο 7), εντός του οποίου υπήρχε νάιλον σακουλάκι που περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 8 - διαπιστώθηκε ότι ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 20.2321 γραμμαρίων),
(3)ένα χάρτινο κουτί σε σχήμα βιβλίου (τεκμήριο 9), εντός του οποίου υπήρχαν δύο νάιλον σακουλάκια που περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη (τεκμήριο 10 - διαπιστώθηκε ότι ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 23.6139 και 13.2356 γραμμαρίων αντίστοιχα) και
(4)ένα χάρτινο κουτί σε σχήμα βιβλίου (τεκμήριο 11), εντός του οποίου υπήρχε καφέ συμπαγής ουσία (τεκμήριο 12 - διαπιστώθηκε ότι ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, βάρους 89.7516 γραμμαρίων). Αμέσως ειδοποιήθηκε σχετικά η Αστυνομία και περί ώρα 09:40 μετέβηκε εκεί ο Μ.Κ.1 με άλλους συναδέλφους του και αφού παρέλαβε τα πιο πάνω τεκμήρια ενημερώθηκε για τα γεγονότα από τον Μ.Κ.
- Την ίδια ημέρα και περί ώρα 10:00, ο Αστ.3521 Π. Παπαντωνίου, της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού, μετέβηκε στην Λεωφόρο Ομονοίας αρ. 58 στην Λεμεσό προς εντοπισμό του προσώπου που αναγραφόταν ως παραλήπτρια του πακέτου και από τις προκαταρκτικές επιτόπιες εξετάσεις, διαπίστωσε ότι τέτοιο πρόσωπο δεν διέμενε εκεί. Η ώρα 13:55 την ίδια ημέρα ο Αστ.3158 Ν. Χριστοφή, της Υ.Κ.Α.Ν. Λεμεσού, συνέλαβε δυνάμει εντάλματος τον κατηγορούμενο στο Κεντρικό Ταχυδρομείο Λεμεσού. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος απάντησε «Άγνοια. Μόνο τούτο έχω να πω». Την ίδια ημέρα και ώρα 14:15 ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία της Υ.Κ.Α.Ν. όπου παραδόθηκε στον Μ.Κ.
- Στην συνέχεια μεταξύ των ωρών 15:05-15:40, με την γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου και στην παρουσία αυτού και της συμβίας του, ερευνήθηκε η οικία του. Κατά την έρευνα ο Αστ.3521 βρήκε, σε τραπεζάκι του σαλονιού, ένα έντυπο ειδοποίησης άφιξης μικροδεμάτων με αρ.195060 (τεκμήριο 14) και ένα έντυπο ταχυδρομείου (Ρ.Ο.61) χρώματος ροζ, στο πίσω μέρος του οποίου αναγραφόταν χειρόγραφα ο αριθμός EI281270292US (τεκμήριο 15 - πρόκειται για το «trucking number» του πακέτου, δηλ. τον αριθμό που το συνοδεύει μέχρι τη διανομή του και με βάση τον οποίο, από το σύστημα που υπάρχει, μπορεί να γίνει γνωστό που βρίσκεται το πακέτο ανά πάσα στιγμή). Αργότερα την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 17:00-17:08 ο Μ.Κ.1 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι η παραλήπτρια του πακέτου ήταν γνωστή του, ότι έγιναν φίλοι τον τελευταίο μήνα, ότι δεν γνώριζε οποιαδήποτε στοιχεία της πλην του ονόματός της, ούτε τηλέφωνα, ούτε τόπο εργασίας ή διαμονής της και ότι βρίσκονταν τυχαία σε καφέ. Ανάφερε επίσης ότι έμαθε που εκείνη διέμενε στις 3.4.13 όταν βρήκε το πακέτο στο Ταχυδρομείο και είδε την διεύθυνση της. Περαιτέρω του είπε ότι σε περίπτωση που θα παραλάμβανε το πακέτο θα το κρατούσε μέχρι να ξαναβρεθούν στο καφέ. Αργότερα λήφθηκε μεταξύ των ωρών 17:10-18:05, γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία απαντούσε στις ερωτήσεις, πλην της πρώτης, «Ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Σε σχέση με το όνομα Ανδρέας Νικολάου, που αναγραφόταν ως αποστολέας του πακέτου, λόγω του ότι τα στοιχεία του ήταν ελλιπή δεν μπόρεσαν να γίνουν εξετάσεις μέσω Αμερικής. Όσον αφορά τον εντοπισμό της παραλήπτριας, σύμφωνα με κατάθεση που λήφθηκε από τον διαχειριστή της πολυκατοικίας «MARIANNA COURT», που βρίσκεται στη γωνία των οδών Ομονοίας 58 και Χρίστου Σαμάρα 2, στην Λεμεσό, κατά τον επίδικο χρόνο και για τα δύο προηγούμενα χρόνια, στην εν λόγω πολυκατοικία δεν ενοικίαζε οποιοδήποτε κατάστημα ούτε διέμενε οποιοδήποτε πρόσωπο με το όνομα Μαρία Νικολάου. Περαιτέρω εύρημα μου αποτελούν και τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος, εκτίθενται ανωτέρω και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Συμπεράσματα Ως έχει προαναφερθεί η μαρτυρία του κατηγορούμενου έγινε δεκτή και συναφώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτός γνώριζε ότι το περιεχόμενο του πακέτου ήταν οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες, ούτε και ότι εισήγαγε αυτό ή το είχε κατοχή του με οποιοδήποτε σκοπό, εν τη εννοία πάντα της επίδικης νομοθεσίας. Ακόμη όμως και να μην γινόταν δεκτή η μαρτυρία του κατηγορούμενου, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν διαφορετικό για τους λόγους που θα παραθέσω κάτωθι. Η όλη μαρτυρία που τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή αναφορικά με το πιο πάνω ήταν περιστατική. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία τέτοια μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής αυτή μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία ή δημιουργείται εξ αυτών εύλογη αμφιβολία, τότε η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην παρούσα από την μαρτυρία που έχει προσκομίσει η κατηγορούσα αρχή και έχει γίνει δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα: · Ο κατηγορούμενος ως Ταχυδρομικός Λειτουργός, γνώριζε όλες τις σχετικές διαδικασίες από την άφιξη μέχρι και την παράδοση των πακέτων. Στα πλαίσια αυτά γνώριζε ότι εάν ακολουθείτο η νενομισμένη-κανονική διαδικασία, το επίδικο πακέτο θα έπρεπε να περάσει από τον απαιτούμενο τελωνειακό έλεγχο, ο οποίος θα περιλάμβανε είτε άνοιγμα του είτε ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο, οπόταν θα γινόταν αντιληπτό το περιεχόμενο του. · Ο κατηγορούμενος είχε παραλάβει και στο παρελθόν άλλα πακέτα για συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα και σε κάθε περίπτωση ακολουθείτο με βεβαιότητα η διαδικασία ως προς τον τελωνειακό έλεγχο και γινόταν τέτοιος. · Ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια, εργαζόμενος στον χώρο, να κινείται ελεύθερα εκεί και να έχει πρόσβαση και στην αποθήκη όπου φυλάγονταν τα πακέτα. Έτσι θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή, αμέσως μετά την άφιξη του, να εντοπίσει το επίδικο πακέτο, να το πάρει και να το απομακρύνει από τον χώρο του Ταχυδρομείου, χωρίς να γίνει αντιληπτός. Σε τέτοια περίπτωση εκείνο που θα διαπιστωνόταν ήταν βασικά ότι το πακέτο είχε χαθεί και θα εθεωρείτο ως μια εκκρεμότητα αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συνδεθεί με αυτό ο κατηγορούμενος. · Παρά τα πιο πάνω ενώ το πακέτο έφθασε στις 2.4.13 στο Ταχυδρομείο, ο κατηγορούμενος δεν έπραξε όπως θα μπορούσε ώστε να μην γίνει αντιληπτή η όποια σχέση του με αυτό. Αντίθετα περίμενε μέχρι τις 3.4.13 και εφόσον ανέφερε σε συναδέλφους του ότι θα το παραλάμβανε για μια φίλη-γνωστή, πήρε από την Μ.Κ.5 το πρωτότυπο ειδοποιητήριο, το οποίο έπρεπε με βάση την κανονική διαδικασία να παρουσιασθεί για τον τελωνειακό έλεγχο, υπέγραψε ενώπιον της Μ.Κ.4 ότι θα παραλάμβανε εκείνος το πακέτο και πήγε για τον εν λόγω έλεγχο στον Μ.Κ.2. Με άλλα λόγια δεν προσπάθησε να αποκρύψει την όποια εμπλοκή του στην παραλαβή του πακέτου αλλά ούτε και να αποφύγει τον τελωνειακό έλεγχο που θα οδηγούσε και στην εξακρίβωση του περιεχομένου του. Η όλη δε συμπεριφορά του κατά τα πιο πάνω δεν ήταν διαφορετική από την συνηθισμένη. · Κανένας δε εκ των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 δεν ανέφερε ότι μετά τον διαγνωστικό έλεγχο λέχθηκε στον κατηγορούμενο ότι μέσα στο πακέτο υπήρχε οργανική ύλη. Εκείνο που του λέχθηκε, από τον Μ.Κ.2, είναι να ειδοποιήσει την παραλήπτρια να πάει εκείνη στο Ταχυδρομείο για να ανοιχθεί στην παρουσία της. Καμία δε μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε ώστε να καταδειχθεί ότι αμέσως μετά ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε στα καθήκοντα του ή ότι έδρασε με οποιοδήποτε διαφορετικό από τον συνήθη τρόπο, μέχρι και την ώρα που συνελήφθη μετά το μεσημέρι. · Δεν κατέστρεψε τα τεκμήρια 14 και 15, που επίσης τον συνέδεαν με το πακέτο, ούτε προσπάθησε να τα κρύψει αλλά τα άφησε σε εμφανές σημείο στο σπίτι του. · Δεν αποδείχθηκε, καθότι δεν έγινε δεκτό από την μαρτυρία του Μ.Κ.1, ότι το πρόσωπο που αναγραφόταν ως παραλήπτρια του πακέτου είναι ανύπαρκτο. Το μόνο που αποδείχθηκε σχετικά είναι ότι δεν διέμενε στην συγκεκριμένη διεύθυνση. Η αδυναμία του κατηγορούμενου να δώσει περισσότερα στοιχεία για το πρόσωπο αυτό, ως λέχθηκε κατά την μαρτυρία του Μ.Κ.1, δεν οδηγεί δίχως άλλο σε συμπέρασμα ότι αυτός είχε τέτοια στοιχεία και δεν τα αποκάλυψε εφόσον ο ίδιος ανέφερε συγκεκριμένα τι γνώριζε για την εν λόγω κοπέλα. Δεν φαίνεται επίσης η Αστυνομία να έκανε οποιαδήποτε διερεύνηση για το εν λόγω πρόσωπο στο συγκεκριμένο καφέ που τους ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι την συναντούσε και όπου θα της παρέδιδε το πακέτο, κάτι που ήταν αναμενόμενο. Αντίθετα ως προκύπτει από την μαρτύρια του Μ.Κ.1 επειδή εκείνος θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε στάση, η έρευνα περιορίσθηκε στην προαναφερόμενη διεύθυνση διαμονής. Όλα λοιπόν τα πιο πάνω δείχνουν κατά την κρίση μου ότι τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας στην παρούσα δεν είναι τέτοια ώστε να συμβιβάζονται μόνο με συμπέρασμα ενοχής αλλά αντίθετα δημιουργούν εύλογη αμφιβολία σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το περιεχόμενο του επίδικου πακέτου ήταν ναρκωτικές ουσίες, για να μπορεί κατ' επέκταση να λεχθεί ότι διέπραξε τα επίδικα αδικήματα. Καταληκτικά κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον δέοντα βαθμό τις επίδικες κατηγορίες και συναφώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Εισαγωγή - Κατοχή ναρκωτικών και κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο