← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Εργασίας ν. CHARALAMBOS PAPAS LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθ.:23193/14, 28/2/2017

Διευθυντής Τμήματος Εργασίας ν. CHARALAMBOS PAPAS LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθ.:23193/14, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ.:23193/14 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Διευθυντής Τμήματος Εργασίας Κατηγορούσα Αρχή - ν -

  1. CHARALAMBOS PAPAS LIMITED (HE 76363)
  2. Ευριπίδης Παπάς, Διευθυντής Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Τσεριώτης (κα Νεοκλέους για να ακούσει απόφαση) Για την Κατηγορούμενη 1: κος. Λαμπριανίδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη 1 έχει βρεθεί ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν σε παραβάσεις του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν. 100(I)/97 (1η κατηγορία) και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου Ν.205(Ι)/02(2η και 3η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος αντιμετώπιζε τις ίδιες κατηγορίες, αθωώθηκε και απαλλάχτηκε αυτών. Τα γεγονότα επί των οποίων η κατηγορούμενη 1 κρίθηκε ένοχη, παρατίθενται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/02/2017 και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Υπενθυμίζω απλά ότι η κατηγορούμενη 1, κατά παράβαση των αρ.4 και 9 του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν.100(Ι)/97, ηθελημένα τερμάτισε στις 30/11/13, την εργοδότηση κας Ιζαμπέλλας Ηρακλή (εφ' εξής παραπονούμενη), ενόσω αυτή ήταν έγκυος και ενόσω αντιμετώπιζε προβλήματα με την εγκυμοσύνη της, προβαίνοντας έτσι, και σε άμεση διάκριση λόγω φύλου καθώς και σε δυσμενή μεταχείριση εγκύου γυναίκας, κατά παράβαση των αρ.9, 11 και 30

(1)του Ν.205(Ι)/
  1. Σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορούμενη 1, η παραπονούμενη δεν έχει αποζημιωθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Όπως δήλωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 1, το θέμα της αποζημίωσης της παραπονούμενης, είναι θέμα για το οποίο, η εταιρεία-πελάτης του, προτιμά να το επιλύσει στα πλαίσια της διαδικασίας που ήδη εκκρεμεί με την παραπονούμενη, στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η κατηγορούμενη 1 δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 1, έκαμε αναφορά στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του, στην πολύχρονη ύπαρξη και λειτουργία της εταιρείας και στο γεγονός ότι ουδέποτε η εταιρεία είχε πρόβλημα με οποιοδήποτε υπάλληλο της και ειδικότερα τις έγκυες γυναίκες. Τέλος, ο συνήγορος της κατηγορούμενης 1, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν λόγω «σύγχυσης» που επικρατούσε ως προς το πότε θα επέστρεφε η παραπονούμενη, «σύγχυση» η οποία, σύμφωνα με το συνήγορο, ξεκαθάρισε με την απόφαση του Δικαστηρίου. Από τούδε και στο εξής, ανέφερε ο συνήγορος, η εταιρεία θα είναι πιο προσεκτική και θα φροντίζει όπως τηρεί πλήρως τις θέσμιες της υποχρεώσεις. Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου καθώς και όλα όσα λέχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούμενης
  2. Όσον αφορά το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ήτοι του αρ. 9 του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν. 100(I)/97, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, πρόσωπο που καταδικάζεται για το αδίκημα αυτό, υπόκειται μόνο σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες λίρες. Παρά το ότι το αδίκημα αυτό τιμωρείται μόνο με χρηματική ποινή, είναι αδίκημα, σοβαρό, ενόψει του σκοπού στον οποίο αφορά, ήτοι, στην προστασία των δικαιωμάτων των εγκύων εργοδοτουμένων, δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται τόσο με εθνική όσο και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η αυστηρότητα με την οποία τα Δικαστήρια καλούνται να αντιμετωπίσουν τους εργοδότες που δεν συμμορφώνονται με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου είναι δεδομένη και αυτό ενόψει, της ιδιαιτερότητας και ευαισθησίας των θεμάτων στα οποία ο Νόμος αφορά. Άλλωστε, λόγω εγκυμοσύνης, η εργοδοτούμενη βρίσκεται σε πολύ ευάλωτη θέση η οποία μόνο δυσμενέστερη μπορεί να γίνει αν αυτή απωλέσει είτε την εργασία της είτε τα ωφελήματα της. Τόση η σπουδαιότητα και αναγκαιότητα της διαφύλαξης των δικαιωμάτων αυτών των εγκύων μισθωτών, που ο νομοθέτης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, ανήγαγε τις παραβάσεις του Ν.100(Ι)/97, σε παραβάσεις της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου Ν.205(Ι)/02, τερματισμός απασχόλησης εγκύου γυναίκας, κατά παράβαση των προνοιών του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν.100(Ι)/97, συνιστά «διάκριση» και δει διάκριση λόγω φύλου καθώς και δυσμενή μεταχείριση εγκύου γυναίκας για σκοπούς του Ν.205(Ι)/
  3. (βλ. αρ. 4
(4), 4
(5), 9
(1)και 11
(1)Ν.200(Ι)/02)[1]. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της 2ης και 3ης κατηγορίας, ήτοι του αρ. 30 Ν.205(Ι)/02[2], εντοπίζεται ξεκάθαρα στο προοίμιο της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2006 - «Για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης» - η οποία ενσωματώθηκε ρητά στο Ν. 205(Ι)/02(βλ. αρ.1) Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την Οδηγία. «Η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 2 και το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συνθήκης και τη νομολογία του Δικαστηρίου. Οι διατάξεις αυτές της συνθήκης ανακηρύσσουν την ισότητα ανδρών και γυναικών ως «καθήκον» και «στόχο» της Κοινότητας και επιβάλλουν θετική υποχρέωση προαγωγής της στο πλαίσιο όλων των κοινοτικών δραστηριοτήτων..... Η εξασφάλιση ίσης πρόσβασης στην απασχόληση και στην επαγγελματική κατάρτιση που οδηγεί στην απασχόληση είναι θεμελιώδης για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα απασχόλησης και επαγγέλματος. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι η δυσμενής μεταχείριση των γυναικών που συνδέεται με την εγκυμοσύνη ή τη μητρότητα συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου. ... Το Δικαστήριο αναγνωρίζει παγίως ως θεμιτή, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, την προστασία της βιολογικής κατάστασης της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της λοχείας καθώς και τη θέσπιση μέτρων προστασίας της μητρότητας ως μέσο επίτευξης ουσιαστικής ισότητας. ... Για λόγους σαφήνειας, κρίνεται επίσης σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των γυναικών με άδεια μητρότητας, και ιδίως το δικαίωμά τους να επιστρέφουν στην ίδια ή ισοδύναμη θέση χωρίς επιδείνωση των όρων και των συνθηκών εργασίας λόγω της χρήσης αυτής της άδειας και να επωφελούνται από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας την οποία θα εδικαιούντο κατά την απουσία τους .... Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.» Στην δική μας νομοθεσία (Ν.205(Ι)/02), ο νομοθέτης έχει προνοήσει ως μέγιστη προβλεπόμενη ποινή που δύναται να επιβληθεί σε εταιρεία, αυτή των 4000 ΛΚ, όταν πρόκειται περί ηθελημένης παράβασης του Νόμου και αυτή των 2000ΛΚ όταν πρόκειται για παράβαση συνεπεία βαριάς αμέλειας. Οι εν λόγω ποινές αυξάνονται σε 7000ΛΚ και 4000ΛΚ αντίστοιχα, όταν μαζί με την εταιρεία, καταδικαστεί και ο οποιοσδήποτε διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος στον οποίο και επιβάλλεται ξεχωριστή ποινή (βλ. αρ.30
(1)και 30
(2). Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, δεν παραγνωρίζω βέβαια τη βασική αρχή για εξατομίκευση της ποινής αφού «στόχος του δικαστηρίου είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη» (βλ. Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272). Η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής όμως δεν εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος ή την αποτελεσματικότητα του νόμου αλλά ούτε και μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός της χαρακτήρας (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498). Άλλωστε, εκεί όπου το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική αντιμετώπιση του παραβάτη από το Δικαστήριο, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου δεν αρκούν για να διαφοροποιήσουν την ανάγκη αυτή. Προς όφελος της κατηγορούμενης 1 στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου ότι αυτή δε βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες καθώς και ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησης της παραπονούμενης, της καταβάλλετο ανελλιπώς ο μισθός και τα δικαιώματα της. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε παρόμοια παραβατική συμπεριφορά σε σχέση με άλλες υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει ή να ατονεί τη σοβαρότητα της περίπτωσης Ως μετριαστικούς παράγοντες προς όφελος της κατηγορούμενης 1 συνυπολογίζω και δίδω τη δέουσα βαρύτητα και στην οικονομική της κατάσταση όπως αυτή έχει εκτεθεί από το συνήγορο της κατηγορούμενης όπως και στις επιπτώσεις που δυνατό να προκληθούν στην επιχείρηση της από την ποινή που θα επιβληθεί. Την ίδια στιγμή όμως, δεν μπορώ να αγνοήσω το τρόπο με τον οποίο η κατηγορούμενη 1 ενήργησε εις βάρος της παραπονούμενης. Ηθελημένα τερμάτισε την εργοδότηση της, ενόσω αυτή εγκυμονούσε και μάλιστα ενόσω αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την εγκυμοσύνη της. Παρά το ευάλωτο της κατάστασης της παραπονούμενης και παρά το ότι η τελευταία προσπαθούσε αγωνιωδώς να μάθει τι απέγινε η εργασία της, όχι μόνο δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς της κατηγορούμενης 1 εργοδότριας, αλλά μάλιστα, επιδείχτηκε πλήρης αδιαφορία ως προς τις καταστροφικές συνέπειες που τόσο η αδιαφορία αυτή όσο και ο ίδιος ο τερματισμός της εργοδότησης συνεπάγετο, σε μια εγκυμονούσα μισθωτή υπάλληλο. Πέραν τούτου όμως, ούτε όταν ενεπλάκηκε η αρμόδια αρχή, το Τμήμα Εργασίας και υποδείχτηκαν στην κατηγορούμενη 1 οι υποχρεώσεις της με βάση το Νόμο, υπήρξε οποιαδήποτε ευαισθητοποίηση από πλευράς της. Η ιδια απαράδεχτη συμπεριφορά εξακολούθησε να επιδεικνύεται. Τρία και πλέον χρόνια αργότερα και η κατηγορούμενη 1 καμία ουσιαστική μεταμέλεια έχει δείξει είτε απέναντι στην παραπονούμενη είτε στο Δικαστήριο. Η παραπονούμενη δεν έχει αποζημιωθεί με οποιοδήποτε τρόπο ενώ η κατηγορούμενη 1, «προτιμά», όπως το θέμα αυτό επιλυθεί στα πλαίσια της ιδιωτικής διαφοράς που εκκρεμεί μεταξύ της και της παραπονούμενης κάτι που συνεπάγεται την παρέλευση, ακόμη περισσότερου χρόνου, προτού αποκατασταθούν τα δικαιώματα της παραπονούμενης, αν αυτά κάποτε αποκατασταθούν. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η συμπεριφορά της κατηγορούμενης 1 είναι καταδικαστέα και σε σοβαρά αδικήματα όπως της παρούσας υπόθεσης, όπου επιβάλλεται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και αφού έχω σταθμίσει κάθε σχετικό μετριαστικό παράγοντα και εξαντλήσει κάθε βαθμό επιείκειας επιβάλλω στην κατηγορούμενη 1: Στη 1η Κατηγορία χρηματική ποινή €4000 Στη 2η και 3η Κατηγορία, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και του γεγονότος ότι τα αδικήματα, αντικείμενο των εν λόγω κατηγοριών πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα, επιβάλλω συνολική χρηματική ποινή, €4000 (Υπ.) ....................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινή - Μητρότητα - Ισότητα [1] 4
(4)Ο παρών Νόμος δε θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία και τη μητρότητα. Μια γυναίκα που έλαβε άδεια μητρότητας δικαιούται, μετά το πέρας της περιόδου αυτής της άδειας, να επιστρέψει στη θέση εργασίας της ή σε αντίστοιχη θέση υπό όρους και συνθήκες που δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί γι΄αυτήν και να επωφεληθεί από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας την οποία θα εδικαιούτο κατά τη διάρκεια της απουσίας της. Ο παρών Νόμος δεν επηρεάζει τις διατάξεις του περί Γονικής Άδειας για Λόγους Ανωτέρας Βίας Νόμου του 2002. 4
(5)Τυχόν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου συνιστά διάκριση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου. 9.
(1)Άνδρες και γυναίκες απολαμβάνουν ίσης μεταχείρισης, απαγορευόμενης οποιασδήποτε διακρίσεως λόγω φύλου, ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις απολύσεως από οποιεσδήποτε θέσεις απασχολήσεως ή εργασίας. 11.
(1)Οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9 και 10 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και σε περίπτωση οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης γυναικών λόγω εγκυμοσύνης, τοκετού, γαλουχίας, μητρότητας ή ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό [2] 30.
(1)Όποιος εκ προθέσεως παραβαίνει κάποια από τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 12 και 17 του παρόντος Νόμου, θα είναι ένοχος αδικήματος και θα τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι τέσσερις χιλιάδες λίρες ή με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή και με τις δύο ποινές, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από άλλες διατάξεις.
(2)Αν το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός, που θα τιμωρείται μόνο με πρόστιμο μέχρι επτά χιλιάδες λίρες, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από άλλες διατάξεις.
(3)Αν το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδίκημα διαπράττεται από βαρεία αμέλεια, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από άλλες διατάξεις. Αν το εν λόγω αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός, που θα τιμωρείται επίσης με πρόστιμο μέχρι τέσσερις χιλιάδες λίρες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.