← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μιχάλη Χρυσοστόμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11202/15, 1/2/2017

Δημοκρατία ν. Μιχάλη Χρυσοστόμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11202/15, 1/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:3 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11202/15 Δημοκρατία ν.

  1. Xρίστου Χρυσοστόμου
  2. Μιχάλη Χρυσοστόμου
  3. Διαμάντως Πανή
  4. Παντελή Ανδρέου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 1.2.2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Α. Ματθαίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τους κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Λ. Λουκαΐδης με κα Στ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση η κα Στ. Αλεξάνδρου) Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Σ. Μάτσας με κ. Θ. Αθανασίου Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες Π Ο Ι Ν Η (Aναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4) Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, αρχικά αντιμετώπιζαν από κοινού τις πιο κάτω κατηγορίες:

(1)Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α), 30 του Πρώτου Πίνακα Μέρος Ι και Μέρος ΙΙ και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε. (1η κατηγορία)
(2)Εισαγωγή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α), 30 και του Πρώτου Πίνακα Μέρος Ι και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. (2η κατηγορία)
(3)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30 Πρώτου Πίνακα Μέρος Ι και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος τη 15.05.2015 οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή MDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων και ίχνη κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (3η κατηγορία)
(4)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Α, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3), 30, 30Α και του Πρώτου Πίνακα Μέρος Ι και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος τη 15.05.2015, οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλαδή MDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων με σκοπό να προμηθεύσουν τούτο σε άλλα πρόσωπα χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (4η κατηγορία)
(5)Εισαγωγή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α), 30 και του Πρώτου Πίνακα Μέρος ΙΙ, του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. (5η κατηγορία)
(6)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30 και Πρώτου Πίνακα Μέρος ΙΙ, και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος τη 15.05.2015, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή, 22 κιλά και 921,9 γραμμάρια κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και 1 κιλό και 253,6 γραμμάρια ρητίνη καννάβεως χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (6η κατηγορία)
(7)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3), 30, 30Α και του Πρώτου Πίνακα Μέρος ΙΙ και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος τη 15.05.2015 οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή, 22 κιλά και 921,9 γραμμάρια κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και 1 κιλό και 253,6 γραμμάρια ρητίνη καννάβεως με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (7η κατηγορία)
(8)Ο κατηγορούμενος 4 αντιμετώπιζε επιπρόσθετα την κατηγορία 8, ήτοι ότι, κατά παράβαση των άρθρων 120 και 35 του Ποινικού Κώδικα, εν γνώσει του πώς ένα δελτίο παράδοσης εμπορευμάτων, της εταιρείας «4 All (P. Klitos) Warehouse Ltd» με αριθμό 62307, ημερομηνίας 15.5.2015 που δυνατόν να χρησιμοποιείτο ή να χρησίμευε ως αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστική διαδικασία, με σκοπό να αποτρέψει τη χρήση του ως αποδεικτικό στοιχείο, εσκεμμένα το κατέστρεψε. (8η κατηγορία)
(9)Ο κατηγορούμενος 4 αντιμετώπιζε επίσης και την κατηγορία 9, ήτοι ότι, κατά παράβαση των άρθρων 120 και 35 του Ποινικού Κώδικα, εν γνώσει του πώς ο σκληρός δίσκος της συσκευής καταγραφής εικόνων (DVR) του κλειστού συστήματος παρακολούθησης της εταιρείας «4 All (P. Klitos) Warehouse Ltd» δυνατόν να χρησιμοποιείτο ή να χρησίμευε ως αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστική διαδικασία, με σκοπό να αποτρέψει τη χρήση του ως αποδεικτικό στοιχείο, εσκεμμένα τον αφαίρεσε από το σύστημα και τον κατέστρεψε. (9η κατηγορία) Επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος 1, σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας με δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες 3, 4, 6 και 7, με επακόλουθο στις 4.8.2015 να του επιβληθούν από το Κακουργιοδικείο υπό διαφορετική σύνθεση, στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 ετών και στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 11 ετών. Οι ποινές φυλάκισης στις κατηγορίες 4 και 7, διατάχθηκε να συντρέχουν, στις δε κατηγορίες 3 και 6, δεν επιβλήθηκαν ποινές, αφού τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται στην 4η και 7η κατηγορία, στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές. Όσον αφορά τις κατηγορίες 1, 2 και 5, που αρχικά αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 1, αυτές αναστάλησαν από το Γενικό Εισαγγελέα. Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, ως το αναφαίρετο δικαίωμα τους, δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7, ενώ ο κατηγορούμενος 4, δεν παραδέχθηκε πρόσθετα και την κατηγορία
  1. Αναφορικά με την κατηγορία 9, που επίσης αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 4, επισημαίνουμε ότι σε αυτήν έγινε από μέρους του παραδοχή. Ως επακόλουθο της μη παραδοχής των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, στις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία της οποίας το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου που εκφωνήθηκε στις 14.12.2016, ήταν αυτοί να αθωωθούν στις κατηγορίες 1, 2 και 5, η κατηγορούμενη 3 να αθωωθεί πρόσθετα στην κατηγορία 4, να κριθούν δε ένοχοι στις λοιπές κατηγορίες ως ακολούθως: Στην κατηγορία 3, ο κατηγορούμενος 2 εκρίθη ένοχος ως συναυτουργός δυνάμει των εδαφίων (β) και (γ) του άρθρου 20, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι ΜDMA, βάρους 934,9 γραμμαρίων που εντοπίστηκε εντός των πέντε κιβωτίων, Τεκμήρια 1, 11, 19, 27 και 37 και ως αυτουργός δυνάμει του εδαφίου (α) του άρθρου 20 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ιχνών κοκαΐνης που εντοπίστηκαν στη ζυγαριά ακριβείας που βρέθηκε εντός της οικίας του, στο ερμάρι του υπνοδωματίου του ιδίου και της κατηγορούμενης 3, Τεκμήριο
  2. Στην κατηγορία 3 η κατηγορούμενη 3 εκρίθη ένοχη για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι για τα ίχνη κοκαΐνης που εντοπίστηκαν στη ζυγαριά ακριβείας που βρέθηκε εντός της οικίας, της στο ερμάρι του υπνοδωματίου της ιδίας και του κατηγορούμενου 2, Τεκμήριο 48 και όχι για τις υπόλοιπες ναρκωτικές ουσίες που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Στην κατηγορία 3 ο κατηγορούμενος 4, εκρίθη ένοχος για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι MDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων που εντοπίστηκε εντός των πέντε κιβωτίων, Τεκμήρια 1, 11, 19, 27 και
  3. Στην κατηγορία 4, ο μεν κατηγορούμενος 2, εκρίθη ένοχος ως συναυτουργός, δυνάμει των εδαφίων (β) και (γ) του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ο δε κατηγορούμενος 4, εκρίθη ένοχος ως αυτουργός δυνάμει του εδαφίου (α) του άρθρου 20, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, με σκοπό να προμηθεύσουν τούτο σε άλλα πρόσωπα, ήτοι ΜDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων που εντοπίστηκε εντός των πέντε κιβωτίων, Τεκμήρια 1, 11, 19, 27 και
  4. Στην κατηγορία 6, ο κατηγορούμενος 2 εκρίθη ένοχος για την κατοχή της ρητίνης κάνναβης, βάρους 469,5 γραμμαρίων που βρέθηκε εντός της οικίας του, στο ερμάρι του υπνοδωματίου του ιδίου και της κατηγορούμενης 3 και ως συναυτουργός δυνάμει των εδαφίων (β) και (γ) του άρθρου 20, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για την κατοχή των 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και των 784,1 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης, που εντοπίστηκαν εντός των πέντε κιβωτίων, Τεκμήρια 1, 11, 19, 27 και
  5. Στην κατηγορία 6, η κατηγορουμένη 3 εκρίθη ένοχη για την κατοχή της ρητίνης κάνναβης, βάρους 469,5 γραμμαρίων που εντοπίστηκε εντός της οικίας της, στο ερμάρι του υπνοδωματίου της ιδίας και του κατηγορούμενου 2 και όχι για τις υπόλοιπες ναρκωτικές ουσίες που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Στην κατηγορία 6, ο κατηγορούμενος 4, εκρίθη ένοχος για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι των 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και των 784,1 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης, που εντοπίστηκαν εντός των πέντε κιβωτίων, Τεκμήρια 1, 11, 19, 27 και 37 και όχι για ολόκληρη την ποσότητα αυτής που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος 2 στην κατηγορία 7, εκρίθη ένοχος, για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι της ρητίνης κάνναβης, βάρους 469,5 γραμμαρίων που εντοπίστηκε εντός της οικίας του, στο ερμάρι του υπνοδωματίου του ιδίου και της κατηγορούμενης 3 και ως συναυτουργός δυνάμει των εδαφίων (β) και (γ) του άρθρου 20, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, των 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και των 784,1 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης που εντοπίστηκαν εντός των πέντε κιβωτίων, Τεκμήρια 1, 11, 19, 27 και
  6. Η κατηγορουμένη 3 στην κατηγορία 7, εκρίθη ένοχη για την κατοχή, με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι των 469,5 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης που εντοπίστηκε εντός της οικίας της, στο ερμάρι του υπνοδωματίου της ιδίας και του κατηγορούμενου 2 και όχι για τις υπόλοιπες ναρκωτικές ουσίες που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος 4 στη κατηγορία 7, εκρίθη ένοχος για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι των 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και των 784,1 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης που εντοπίστηκαν εντός των πέντε κιβωτίων, Τεκμήρια 1, 11, 19, 27 και 37 και όχι για ολόκληρη την ποσότητα αυτής που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος 4 εκρίθη ένοχος και στο αδίκημα της κατηγορίας
  7. Υπενθυμίζουμε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 4, κρίθηκε ένοχος και στην κατηγορία 9, μετά όμως από δική του παραδοχή. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, βρέθηκαν ένοχοι παρατίθενται στην απόφαση μας, ημερομηνίας 14.12.2016, τα συνοψίζουμε : Πέντε χαρτοκιβώτια, τα οποία στο εξής θα καλούνται «τα χαρτοκιβώτια», που περιείχαν ναρκωτικές ουσίες, ήτοι MDMA συνολικού βάρους 934,9 γραμμαρίων, κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων και ρητίνη κάνναβης συνολικού βάρους 784,1 γραμμαρίων, εισήχθησαν την 13.5.2015 από την Ελλάδα στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Νέου Λιμανιού Λεμεσού. Ως περιεχόμενο των εν λόγω χαρτοκιβωτίων δηλώθηκε ψευδώς, ποσότητα ενδυμάτων. Παραλήπτης δε τούτων, δηλώθηκε κάποιος «Παναγιώτης Γεωργίου», που αργότερα διαφάνηκε μετά από έρευνα που διεξήγαγε η Αστυνομία στο Επαρχιακό Γραφείο Φόρου Εισοδήματος, με βάση το φορολογικό μητρώο που δηλώθηκε στο τιμολόγιο ότι πρόκειται για ανύπαρκτο πρόσωπο. Τη 14.5.2015 τα πέντε χαρτοκιβώτια μεταφέρθηκαν στις αποθήκες της εταιρείας «4 All (P. Klitos) Warehouse Ltd». Η πιο πάνω εταιρεία ασχολείται με την αποθήκευση εμπορευμάτων. Η εταιρεία «Μεταφορές Κλείτος Λτδ» η οποία ασχολείτο με τις μεταφορές και παραδόσεις εμπορευμάτων, συστεγαζόταν στον ίδιο χώρο και γραφεία με την εταιρεία «4All (P. Klitos) Warehouse Ltd». Ο κατηγορούμενος 4 ήταν ένας εκ των διευθυντών και μετόχων των δύο εταιρειών. Το πρωί της 15.5.2015, το πρόσωπο που δηλώθηκε ως ο παραλήπτης των χαρτοκιβωτίων, ο οποίος σημειωτέον παραμένει άγνωστος, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον αρμόδιο υπάλληλο της εταιρείας S.M. Hellenic Cargo Freight Logistics Ltd, Σάιμον Γκίλμορ, ζήτησε να αποσταλούν όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τη μεταφορά των πέντε χαρτοκιβωτίων, στα γραφεία της εταιρείας «Μεταφορές Κλείτος Λτδ» απ' όπου θα παραλάμβανε και τα κιβώτια. Κατά την 9.00 π.μ. της 15.05.2015 περίπου, επισκέφθηκε τα γραφεία των εταιρειών «Μεταφορές Κλείτος Λτδ» και «4All (P. Klitos) Warehouse Ltd», ένα πρόσωπο, για να παραλάβει τα εμπορεύματα που ήταν στο όνομα «Παναγιώτης Γεωργίου». Ο κατηγορούμενος 4 που ήταν παρών στη σκηνή διευθέτησε όπως η μεταφορά των εμπορευμάτων γίνει από την πιο πάνω εταιρεία. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 4 γνώριζε για το περιεχόμενο των πέντε χαρτοκιβωτίων. Την πιο πάνω εργασία μεταφοράς και παράδοσης, ο κατηγορούμενος 4, την ανέθεσε στον Τιμόθεο Κωνσταντίνου, ΜΚ
  8. Τα εμπορεύματα ξεφορτώθηκαν σε κάποιον ανοικτό χώρο στο χωριό Ασώματος μετά από τηλεφωνική συνεννόηση του οδηγού του οχήματος, ΜΚ21 με τον πρώην κατηγορούμενο
  9. Τα πέντε χαρτοκιβώτια στη συνέχεια παραλήφθηκαν και φορτώθηκαν από τον πρώην κατηγορούμενο 1, στο όχημα του που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ο κατηγορούμενος 1». Ελάχιστη ώρα αργότερα, ο κατηγορούμενος 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι αδελφός του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1, κατευθύνθηκε με το όχημα του φορτωμένο με τα χαρτοκιβώτια με τα ναρκωτικά, στο χωριό Σούνι, της επαρχίας Λεμεσού, όπου βρίσκεται η οικία του κατηγορουμένου 2 και της συζύγου του, κατηγορουμένης
  10. Φτάνοντας στην οικία, εισήλθε με την όπισθεν στο γκαράζ της, με πρόθεση να σταθμεύσει εκεί και να ξεφορτώσει τα χαρτοκιβώτια. Την στιγμή εκείνη, ο κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας που τον είχε θέσει υπό παρακολούθηση. Εξήλθε του γκαράζ, ανέπτυξε ταχύτητα για να διαφύγει, όμως στη συνέχεια ανεκόπη αφού συγκρούστηκε με ένα από τα υπηρεσιακά οχήματα της αστυνομίας. Στην πιο πάνω αναφερόμενη οικία, κατά το συγκεκριμένο χρόνο, βρισκόταν η κατηγορουμένη 3, η οποία σε κάποια στιγμή μετά την ανακοπή του κατηγορούμενου 1, εξήλθε της οικίας της. Η κατηγορούμενη 3 ακολούθως έδωσε γραπτώς την συγκατάθεση της για έρευνα της οικίας της. Ερευνήθηκε η οικία των κατηγορουμένων 2 και 3 και κατά την έρευνα εντοπίστηκε σε ερμάρι που βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο των κατηγορουμένων 2 και 3 πέντε συσκευασίες με καφέ συμπαγή ουσία με ρητίνη κάνναβης, μία ζυγαριά ακριβείας στην οποία εντοπίστηκαν ίχνη κοκαΐνης και κάνναβης και ρολό σακουλιών. Η κατηγορουμένη 3 συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα. Λίγα λεπτά αργότερα η κατηγορουμένη 3 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το σύζυγό της και του ζήτησε να επιστρέψει στην οικία τους. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε για τα ανευρεθέντα ναρκωτικά στο ερμάρι του υπνοδωματίου του ιδίου και της κατηγορούμενης 3, καθώς και για αυτά που ανευρέθηκαν εντός των πέντε χαρτοκιβωτίων. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης στις 18.35 της ιδίας ημέρας στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για τα αδικήματα της συνομωσίας, της εισαγωγής, της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών. Κατά ή περί το μεσημέρι και ή λίγο χρόνο μετά το μεσημέρι της 15.05.2015 ο κατηγορούμενος 4, γνώριζε ότι η Αστυνομία είχε εντοπίσει τα ναρκωτικά που βρισκόντουσαν εντός των πέντε επιδίκων χαρτοκιβωτίων. Η πηγή της πληροφόρησης του όμως παραμένει άγνωστη. Την ίδια ημέρα και κατά ή περί τη 2:00 μ.μ. ο κατηγορούμενος 4, οποίος είχε στο διάστημα που μεσολάβησε από την φόρτωση και μεταφορά των χαρτοκιβωτίων από τον ΜΚ21, μεταβεί εκτός των γραφείων των εταιρειών «4 ALL (P. KLITOS) WAREHOUSE LTD» και «Μεταφορές Κλείτος Λτδ», ρώτησε τον ΜΚ5, κατά πόσο γνώριζε «πώς να στρέψει πίσω» τις κάμερες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της αποθήκης. Ο ΜΚ5 του απάντησε ότι δεν γνώριζε να κάνει κάτι τέτοιο. Το ίδιο απόγευμα και συγκεκριμένα η ώρα 17:32:34 ο κατηγορούμενος 4, αφαίρεσε από την συσκευή του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, DVR, Τεκμήριο 74, τον σκληρό της δίσκο τον οποίο στη συνέχεια κατέστρεψε. Αρκετές ώρες αργότερα και συγκεκριμένα η ώρα 23:40:06 ο κατηγορούμενος 4, τοποθέτησε στη συσκευή του DVR, Τεκμήριο 74, νέο σκληρό δίσκο, Τεκμήριο
  11. Το πρωί της 18.05.2015 ο κατηγορούμενος 4 πήγε στο γραφείο της ΜΚ4 και της ζήτησε το δελτίο παράδοσης, Τεκμήριο
  12. Η ΜΚ4 του το έδωσε, και αφού είδε τη σημείωση που είχε γράψει ο ΜΚ13, «C/O PANTELIS» το τηλέφωνο του και την ημερομηνία, «15.5.15», το υπέγραψε στη θέση του παραλήπτη. Η υπογραφή που έθεσε επρόκειτο για μια γραφική παράσταση, η οποία καμία σχέση είχε με την πραγματική του υπογραφή, μια «καρακατσούνα» ως ανέφερε χαρακτηριστικά ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος 4 στη συνέχεια επισκέφθηκε την ΜΚ17, που εκτελούσε κατά τον επίδικο χρόνο καθήκοντα λογίστριας της εταιρείας, της έδωσε το Τεκμήριο 68 και της είπε ότι αυτό αφορούσε τη μεταφορά των εμπορευμάτων που είχε γίνει την περασμένη Παρασκευή, 15.5.15, από τον ΜΚ21, με παραλήπτη τον Παναγιώτη Γεωργίου. Της ανέφερε επίσης ότι η μεταφορά είχε πληρωθεί και της έδωσε το ποσό των €40,00, το οποίο σημειωτέο δεν εισέπραξε από τον άγνωστο άνδρα, οπόταν η ΜΚ17 εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο, Τεκμήριο
  13. Ακολούθως, κατόπιν οδηγιών του κατηγορουμένου 4, η ΜΚ17, φωτοτύπησε το Τεκμήριο 68, το επισύναψε στο τιμολόγιο και το φύλαξε στο αρχείο της. Το πρωτότυπο δελτίο παράδοσης, Τεκμήριο 68, το πήρε πίσω ο κατηγορούμενος 4 και το επέστρεψε στη ΜΚ
  14. Μετά από παρέλευση 5-10 λεπτών ο κατηγορούμενος 4 επέστρεψε στο γραφείο της ΜΚ4 και της ζήτησε να τυπώσει δεύτερο δελτίο παράδοσης για τα ίδια εμπορεύματα, ήτοι για τα πέντε χαρτοκιβώτια, πράγμα που αυτή έπραξε, εκδίδοντας το Τεκμήριο
  15. Ο κατηγορούμενος 4, στη συνέχεια σκόπιμα έσχισε και κατέστρεψε το πρώτο δελτίο παράδοσης, Τεκμήριο 68, έθεσε κάποια υπογραφή στο δεύτερο και ζήτησε από τη ΜΚ4 να το αρχειοθετήσει στα φάιλ της εταιρείας. Η υπογραφή που έθεσε στο δεύτερο έγγραφο, Τεκμήριο 71, επρόκειτο και αυτή για κάποια γραφική παράσταση, για κάποια "καρακατσούνα" η οποία καμία σχέση είχε με την πραγματική του υπογραφή. Οι δύο 'καρακατσούνες', των Τεκμηρίων 68 και 71, δεν έμοιαζαν μεταξύ τους, επρόκειτο για δύο εντελώς διαφορετικές γραφικές παραστάσεις. Το βράδυ της 18.05.2015, ο ΜΚ10 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, συνέλαβε τον κατηγορούμενο 4, δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 156, ήτοι την έκθεση του Κρατικού Χημείου, τα αποτελέσματα των εξετάσεων κατέδειξαν ότι οι εντοπισθείσες ποσότητες και το είδος των ναρκωτικών ουσιών είναι: · Η ρητίνη κάνναβης που ανευρέθηκε εντός του ερμαριού του υπνοδωματίου των κατηγορουμένων 2 και 3, ήταν βάρους 469,5 γραμμαρίων. · Η ρητίνη κάνναβης που εντοπίστηκε εντός των πέντε χαρτοκιβωτίων, ήταν βάρους 784,1 γραμμαρίων. · Η ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, από την οποία δεν είχε εξαχθεί ρητίνη που εντοπίστηκε εντός των πέντε χαρτοκιβωτίων, ήταν βάρους 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων. · Η ναρκωτική ουσία MDMA που εντοπίστηκε εντός των πέντε χαρτοκιβωτίων, ήταν βάρους 934,9 γραμμαρίων. · Στη ζυγαριά ακριβείας Τεκμήριο 48 που ανευρέθηκε εντός του ερμαριού του υπνοδωματίου των κατηγορουμένων 2 και 3, εντοπίστηκαν ίχνη κάνναβης και κοκαΐνης. Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, δεν έχουν προηγούμενες καταδίκες. Ο κατηγορούμενος 2 τελεί υπό κράτηση από την 15.5.2015, ο δε κατηγορούμενος 4 από την 18.5.
  16. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται όπως, μετά την πάροδο του χρόνου έφεσης, τα κατατεθέντα στο Δικαστήριο τεκμήρια 43, 44, 52, 53, 54, 55, 56, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 74, 87, 93, 94 και 149 επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους και τα λοιπά τεκμήρια να δημευθούν και να καταστραφούν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 2 και 3 στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εισηγήθηκε: Σχετικά με την κατηγορούμενη 3, παραπέμποντας στον Περί Της Προστασίας Ανηλίκων Τέκνων Καταδικασθεισών η Υπόπτων Μητέρων Νόμο, Ν.33(Ι)/2005, πως μία από τις πρόνοιες του είναι αντισυνταγματική, καθότι δημιουργεί αδικία εις βάρος γυναικών - μητέρων που έχουν καταδικασθεί για κατοχή και εμπορία ναρκωτικών ουσιών. Τούτο διότι πάντοτε κατά την εισήγηση του, ενώ για σοβαρότερα αδικήματα ισχύουν οι πρόνοιες για μη φυλάκιση γυναικών - μητέρων ανηλίκων τέκνων, για τα αδικήματα που αφορούν ναρκωτικές ουσίες αυτή η πρόνοια δεν τυγχάνει εφαρμογής. Με βάση δε το Πρωτόκολλο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που απαγορεύει κάθε δυσμενή διάκριση απευθείας ή εμμέσως, είναι ένα στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη προς όφελος της κατηγορούμενης 3, αφού δημιουργεί ένα αίσθημα αδικίας εις βάρος της. Τούτο διότι η κατηγορούμενη 3 είναι σήμερα μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου ηλικίας 21 μηνών, το οποίο μάλιστα αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας για το οποίο θα πρέπει να υποβληθεί σε εγχείρηση. Προς επίρρωση δε της θέσης του αυτής κατέθεσε σχετική ιατρική βεβαίωση, Ένδειξη Ω
  17. Παρέπεμψε επίσης σε σχέση με το πρόβλημα υγείας του παιδιού της κατηγορούμενης 3, αλλά και για τις λοιπές κοινωνικοοικονομικές της συνθήκες και στο περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄ αυτήν και ευρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης. Είναι δε η εισήγηση του πως η παρουσία της κατηγορούμενης 3 είναι απαραίτητη και απολύτως αναγκαία για το παιδί της. Αναφορικά με τις οικονομικές της συνθήκες όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί, επεσήμανε το γεγονός ότι έχει ελάχιστο εισόδημα και με αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίσει την εξόφληση ενός τεράστιου χρέους. Τέλος εισηγήθηκε πώς παρόλο που η ποινή της φυλάκισης θα πρέπει να αποφευχθεί, σε περίπτωση που επιβληθεί τέτοια, αυτή μπορεί με βάση τις νομολογιακές αρχές να ανασταλεί. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου 2 επικαλέσθηκε τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έκανε ιδιαίτερη μνεία στο σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, ήτοι κρίσεις πανικού, οι οποίες προέρχονται από ασθένεια για την οποία μικρή πιθανότητα υπάρχει για ίαση της. Πρόσθεσε δε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η παρακολούθηση της κατάστασής του μέσα στη φυλακή, καθώς μία κρίση πανικού μπορεί να επισυμβεί ανά πάσα στιγμή με επακόλουθο ο κατηγορούμενος 2 να γίνεται επιθετικός και να χρειάζεται άμεση λήψη φαρμάκων. Απέδωσε δε σε αυτή την ασθένεια και την συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 έναντι του Δικαστηρίου κατά την διάρκεια εκφώνησης της καταδικαστικής απόφασης, συμπεριφορά για την οποία μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του. Εισηγήθηκε πως η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 θα πρέπει να στοχεύει και στην αναμόρφωση του, έτσι ώστε να μπορέσει να επανέλθει στην κοινωνία. Επεσήμανε ακόμα ότι λόγω της καταδίκης του στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος 2, θα χάσει την δουλειά του, που ήταν αυτή του αστυνομικού στις Αγγλικές Βάσεις. Αυτό θα προκαλέσει την οικονομική του καταστροφή, αλλά και την αδυναμία του να πληρώσει τα τεράστια χρέη που έχει δημιουργήσει. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο γεγονός ότι αυτός είναι σύζυγος της κατηγορουμένης 3 και συνεπώς οι τραγικές συνέπειες που θα προκαλούντο ούτως ή άλλως στην οικογένεια του και μόνο με την δική του τιμωρία και φυλάκιση, θα είναι σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό αφού θα τιμωρηθεί και η κατηγορούμενη 3, σύζυγος του και μητέρα του ανήλικου τους παιδιού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 4 στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τις αρχές της εξατομίκευσης της ποινής, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από το κατηγορούμενο 4 και ιδιαίτερα τον ρόλο που αυτός διαδραμάτισε στη συνολική παράνομη δραστηριότητα. Για το συγκεκριμένο δε στοιχείο επικαλέστηκε τα ευρήματα του δικαστηρίου και ιδιαίτερα ότι, πάντοτε κατά την εισήγηση του, η καταδίκη του κατηγορουμένου 4 για το αδίκημα της κατοχής των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια, δεν βασίστηκε σε υπόβαθρο πραγματικής μαρτυρίας, αλλά δυνάμει του μαχητού τεκμηρίου που καθιερώνεται με το Άρθρο 30 Α του σχετικού νόμου. Εισηγήθηκε ακόμη ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία, αλλά ούτε και αποτελεί εύρημα, ότι ο κατηγορούμενος 4 γνώριζε πριν, ή είχε οποιαδήποτε σχέση ή δυνατότητα επαφής με τους άλλους κατηγορούμενους και/ή με τον τελικό παραλήπτη των πέντε χαρτοκιβωτίων, ο οποίος μετά την παραλαβή τους, αυτός είναι που είχε τον απόλυτο έλεγχο και την κατοχή τους. Η εμπλοκή του κατηγορούμενου 4, εισηγείται ο συνήγορος του, ήταν ουσιωδώς μειωμένη σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν και ο τελικός παραλήπτης των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών, καθιστώντας έτσι το ρόλο του κατηγορούμενου 4 τυπικό αναφορικά με την κατηγορία της κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους. Για το συγκεκριμένο ζήτημα εισηγήθηκε ακόμη πως δεν αποδείχθηκε συνομωσία μεταξύ του κατηγορούμενου 4 και οποιουδήποτε άλλου προσώπου, όπως δεν αποδείχθηκε η από μέρους του αποκόμιση ή πιθανότητα ή προσδοκία αποκόμισης οποιουδήποτε οικονομικού ή άλλου οφέλους. Ο ρόλος του, κατά την εισήγηση του, ήταν να δώσει οδηγίες για την μεταφορά των εν λόγω χαρτοκιβωτίων από την αποθήκη των εταιρειών του στο τελικό παραλήπτη. Αναφορικά με το αδίκημα της καταστροφής του Τεκμηρίου 68, κατηγορία 9, ζήτησε να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι δεν το αφάνισε, αλλά όπως αποτελεί και εύρημα του δικαστηρίου, τελικά τούτο ανευρέθηκε από την αστυνομία και κατατέθηκε στο Δικαστήριο στην κατάσταση που το είχε επιφέρει. Αναφερόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου 4, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι αυτός είναι πατέρας δύο αγοριών ηλικίας σήμερα 12 και 9 ετών. Σε σχέση με τα οικονομικά δεδομένα του κατηγορούμενου 4, ο ευπαίδευτος συνήγορος επεσήμανε το γεγονός ότι μετά την σύλληψη του έχουν διακοπεί οι εργασίες των εταιρειών του με επακόλουθο να μην έχει πλέον οποιοδήποτε εισόδημα, κάτι που ανάγκασε την σύζυγο του να αρχίσει να εργάζεται σε ταβέρνα με μηνιαίο εισόδημα €1.600,00 για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Επικαλούμενος το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου 4, ο ευπαίδευττος συνήγορος του, εισηγείται ότι η περίπτωση του κατηγορούμενου 4 συνάδει πλήρως με άτομο, το οποίο με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ενεργώντας επιπόλαια ανέλαβε την διαμετακόμιση των επιδίκων κιβωτίων, μια συμπεριφορά την οποία δεν επέδειξε ξανά, αλλά ούτε και υπάρχει ενδεχόμενο να επαναληφθεί. Έχουμε εξετάσει τα ό,σα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, έχουν αναφέρει, τα λαμβάνουμε υπόψη στο σύνολο τους και θα σταθούμε σε αυτά και στη συνέχεια όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Έχουμε επίσης μελετήσει με την δέουσα προσοχή τη νομολογία και νομικές αυθεντίες στις οποίες μας έχουν παραπέμψει. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, είναι πολύ σοβαρές και οι ποινές που προβλέπονται πολυετείς. Το αδίκημα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Α» και «Β» με σκοπό την προμήθεια αυτού σε άλλο πρόσωπο είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα και αυτό αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, που είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου ή χρηματική ποινή η και οι δύο ποινές. Για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης είναι φυλάκιση οκτώ ετών ή χρηματική ποινή η και οι δύο ποινές. Για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης είναι φυλάκιση οκτώ ετών ή χρηματική ποινή η και οι δύο ποινές. Τέλος για το αδίκημα των κατηγοριών 8 και 9, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τριών χρόνων, ήτοι η ποινή που προβλέπεται για πλημμελήματα. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, όπως πλειστάκις έχει λεχθεί, είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο στην επιμέτρηση, όσο και στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί[1]. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου υπερτερεί έντονα. Σήμερα τα ναρκωτικά είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νεολαία στην Κύπρο και σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι μεγάλο, κυρίως όταν υπολογίσει κανείς τα εγκλήματα και τη βία, όπως επίσης τη διάβρωση των ηθικών αξιών που προκαλούν. Μεγάλος αριθμός σοβαρών εγκλημάτων διαπράττονται από άτομα που είναι υπό την επήρεια ψυχοτρόπων ουσιών, ενώ συχνά οι χρήστες εμπλέκονται σε αδικήματα όπως είναι οι διαρρήξεις, οι κλοπές ακόμη και η πορνεία για να εξασφαλίσουν τη δόση τους και να ικανοποιήσουν τον εθισμό τους. Δυστυχώς παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Για το θέμα αυτό λαμβάνουμε και δικαστική γνώση έχοντας υπόψη το μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσεως, που παρουσιάζονται για εκδίκαση ενώπιον μας. Εν όψει των πιο πάνω, ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης αυτής μάστιγας είναι ουσιαστικός. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών από τα Δικαστήρια και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη δε περίπτωση η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτο, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Ακόμη η πρόθεση αποκόμισης κέρδους αυτοκαθορίζει και τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών[2]. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας[3], η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών[4]. Είναι δε τραγικό και εξαιρετικά ανησυχητικό, ότι άνθρωποι όπως οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 που είναι και οι ίδιοι οικογενειάρχες, αδιαφορούν για τους σοβαρούς κινδύνους που εξυπακούει η χρήση ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Αντικείμενο των υπό κρίση κατηγοριών είναι πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα οι ανευρεθείσες συνολικές ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών της Τάξης Β, είναι 22 κιλά και 921,9 γραμμάρια κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και 1 κιλο και 253,6 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης, της δε Τάξης Α, είναι MDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων. Ανευρέθηκαν επίσης ίχνη κοκαΐνης η οποία συγκαταλέγεται στα σκληρά ναρκωτικά. Επισημαίνουμε βεβαίως ότι από τις συνολικές ποσότητες των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών, έκαστος εκ των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, δυνάμει της απόφασης μας ημερομηνίας 16.12.2016, κρίθηκε ένοχος ότι εξ αυτών κατείχε, διαφορετικές ποσότητες και είδη ναρκωτικών. Βεβαίως, τα Δικαστήρια στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής και σύμφωνα με τα όσα η νομολογία έχει αναγνωρίσει, δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας[5], ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα διατηρούμε κατά νου και δεν μας διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που έχει διαπράξει ένας κατηγορούμενος[6]. Πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση διέπραξαν. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Παραθέτουμε ενδεικτικά κάποιες αποφάσεις όπου επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα που αφορούσαν παρόμοιες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Στην Abe v. Δημοκρατίας[7], ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες που αφορούσαν σε εισαγωγή 23.805 κιλών κάνναβης και για κατοχή με σκοπό την προμήθεια της ίδιας ποσότητας σε άλλο πρόσωπο. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 ετών, η οποία στη συνέχεια μειώθηκε σε 13 έτη με το σκεπτικό ότι το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και οι προσωπικές συνθήκες του θα μπορούσαν να «βαρύνουν περισσότερο στη σκέψη του Κακουργιοδικείου επιβάλλοντας ελαφρώς χαμηλότερη ποινή που θα λογιζόταν ως δικαιότερο μέτρο στην ολότητα των περιστάσεων της υπόθεσης». . Στην Ιωάννου v. Δημοκρατίας[8], επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών σε σαραντατριάχρονο λευκού ποινικού μητρώου για κατοχή σχεδόν 24 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, παρόλο που κρίθηκε αυστηρή. Στην Αριστείδου ν. Αστυνομίας[9], επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα, 14 κιλών και 985,80 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, οι οποίες επιβλήθηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Στη Βασιλείου ν. Αστυνομίας[10], επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ρητίνης κάνναβης βάρους, 11 κιλών και 501,7 γραμμαρίων και κατοχής της ίδιας ποσότητας, με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες μετά από ακροαματική διαδικασία. Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας[11], το Εφετείο επικύρωσε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον κατηγορούμενο, μετά από ακρόαση, σε κατηγορίες, με σοβαρότερη αυτή της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, 110.236,2497 γραμμαρίων κάνναβης. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων δεν είχε πρωτεύοντα αλλά δευτερεύοντα (σημαντικό όμως) ρόλο στην παράνομη δραστηριότητα. Στη Νίκος Ιωάννου ν. Δημοκρατίας[12], ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος σε 23 κατηγορίες. Ανάμεσα σε αυτές και σε κατηγορία που αφορούσε σε εισαγωγή στην Κυπριακή Δημοκρατία περίπου 27 κιλών κάνναβης (3η κατηγορία) και στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια της πιο πάνω ποσότητας. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε και στις δύο κατηγορίες ποινή φυλάκισης 15 ετών. Την ίδια ποινή επέβαλε και στην κατηγορία που αφορούσε σε κατοχή της πιο πάνω ποσότητας ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια αυτών σε άλλα πρόσωπα. Το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα θεώρησε ότι η συνολική ποσότητα της κάνναβης που ανευρέθηκε ήταν 36 κιλά και 177,76 γραμμάρια, ενώ στην πραγματικότητα ήταν 27 κιλά και 406,6 γραμμάρια. Το Εφετείο αποφάσισε συνεπεία του πιο πάνω λάθους να μειώσει και τις δύο πιο πάνω ποινές σε 12 χρόνια. Στη Μemic v. Δημοκρατίας[13], ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και ειδικότερα 915.27 γρ. κοκαΐνης. Επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 15/6/15, Δημήτρης Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 110/14, οι κατηγορίες αφορούσαν κυρίως σε εισαγωγή 25 κιλών περίπου κάνναβης. Ποινή φυλάκισης 13 ετών που επιβλήθηκε, κατόπιν παραδοχής στον εφεσείοντα, μειώθηκε στα 10 χρόνια, αφού η ίδια ποινή επιβλήθηκε και σε συγκατηγορούμενο ο οποίος δεν παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων. Κρίθηκε πως προκλήθηκε στον εφεσείοντα αίσθημα αδικίας και προς τούτο χωρούσε διορθωτική παρέμβαση του Εφετείου. Το Εφετείο βεβαίως σημείωσε πως αν επρόκειτο να έκρινε αυτοτελώς την επιβληθείσα ποινή των 13 ετών, δεν θα υπήρχαν περιθώρια παρέμβασης. Στη Σιδερένου ν. Δημοκρατίας[14], η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής για αδικήματα που αφορούσαν σε ναρκωτικές ουσίες. Για το αδίκημα της κατοχής πολύ μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών,12 κιλών κοκαΐνης και 189 κιλών κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτα πρόσωπα, της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 ετών. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αναφορικά λοιπόν με τους μετριαστικούς παράγοντες που επικαλέστηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στο λευκό τους ποινικό μητρώο που, ως η νομολογία αναγνωρίζει, τους δίδει το δικαίωμα να ζητούν και να τύχουν της επιείκειας του Δικαστηρίου. Τούτο βέβαια σε συνάρτηση και με τους λοιπούς παράγοντες, ως επίσης η νομολογία αναγνωρίζει, που επηρεάζουν την επιλογή του είδους και του εύρους της ποινής. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 4, δεν θα συμφωνήσουμε με τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, ότι ο ρόλος του ήταν πολύ περιορισμένος. Όπως αναφέρουμε και στην απόφαση μας, ο κατηγορούμενος 4, ως ένα από τα πρόσωπα που είχε στην κατοχή και τον έλεγχο των ευρισκομένων εντός των πέντε χαρτοκιβωτίων ναρκωτικών ουσιών, παρέσχε συνδρομή στο να μεταφερθούν και παραληφθούν από τον κατηγορούμενο 1 με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι δε πασιφανές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά εκτίθενται με λεπτομέρεια στην τελική μας απόφαση ότι οι ενέργειες του είχαν ως στόχο την απόκρυψη της ταυτότητας του παραλήπτη των πέντε χαρτοκιβωτίων. Επισημαίνουμε δε ότι αν ο κατηγορούμενος 4 δεν κατέστρεφε τον σκληρό δίσκο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης των εγκαταστάσεων της επιχείρησης του, οι ανακριτικές αρχές θα είχαν την ευχέρεια να ταυτοποιήσουν και ίσως να εντοπίσουν τον άγνωστο άνδρα που ως εκ των γεγονότων, αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την πλήρη διερεύνηση των αδικημάτων. Με την δική του εμπλοκή κατέστη δυνατή η μεταφορά και παράδοση των πέντε χαρτοκιβωτίων με το περιεχόμενο τους στον κατηγορούμενο
  1. Κρίνουμε πως ο κατηγορούμενος 4, αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης των επιδίκων ναρκωτικών στην Κύπρο. Παράλληλα δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης παράνομης και τέλεια σχεδιασμένης επιχείρησης της εισαγωγής και εν συνεχεία διάθεσης τούτων στην αγορά. Όσον αφορά τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 4, ότι αυτός σε κανένα στάδιο δεν είχε την φυσική κατοχή των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών, αλλά και την θέση ότι ουσιαστικά δεν κατέστρεψε το Τεκμήριο 68, αφού δεν το αφάνισε, υπομνήσκουμε ότι αυτές τις θέσεις εξετάσαμε και στο στάδιο της τελικής μας απόφασης για την ενοχή του. Αποτελεί εύρημά μας ότι ο κατηγορούμενος 4 κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες, ότι τις κατείχε με σκοπό την προμήθεια και ότι κατέστρεψε το Τεκμήριο
  2. Συνακόλουθα οι συγκεκριμένες θέσεις και εισηγήσεις του συνηγόρου του κατηγορούμενου 4, δεν θα μας απασχολήσουν ξανά αφού αυτές εμπίπτουν πλέον στα πλαίσια έφεσης που τυχόν θα καταχωρηθεί και όχι ως μέρος της αγόρευσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Δεχόμαστε ακόμη ότι, από την ενώπιον μας τεθείσαν αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και από τα ευρήματα μας, δεν έχουμε οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία δύναται να συναχθεί αν και σε ποιο βαθμό ο κατηγορούμενος 4 από την εμπλοκή του στην όλη παράνομη δραστηριότητα, έλαβε η θα είχε οικονομικό όφελος. Αυτό βεβαίως με δεδομένο ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, δεν αποδεικνύεται εύκολα το στοιχείο αυτό, εκτός αν κάποιο από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα προβεί σε αποκάλυψη, με σχετική μαρτυρία, για το ποιος η ποιοι και με τι ποσό έχουν η αναμένουν να αμειφθούν. Σε περιπτώσεις δε όπως η ενώπιον μας, μόνο στο μυαλό του κάθε κατηγορούμενου με τούς απόκρυφους σχεδιασμούς που έχουν γίνει, είναι γνωστή η σχετική πληροφόρηση. Συνακόλουθα ναι μεν δεν έχουμε προβεί σε σχετικό περί τούτου εύρημα, από την άλλη όμως διατηρούμε κατά νου ότι ως είναι ζήτημα κοινής λογικής, ουδείς που εμπλέκεται σε τόσο σοβαρές παράνομες δραστηριότητες το κάνει αφιλοκερδώς. Εισηγήθηκε ακόμη ο συνήγορος του κατηγορούμενου 4, ότι αυτός σε καμία φάση δεν είχε την δυνατότητα να αποφασίσει ο ίδιος που και πώς θα κατέληγαν οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες, αλλά ούτε και πώς θα διατίθεντο στην αγορά των χρηστών, σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 1, οποίος ήταν και το πρόσωπο που συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω με τις ναρκωτικές ουσίες εντός του οχήματος του. Αυτό το στοιχείο αποδεχόμαστε ότι διαφοροποιεί σε κάποιο βαθμό, τον ρόλο του κατηγορούμενου 4, σε σχέση με την τύχη και διαχείριση των ναρκωτικών ουσιών που εντοπίστηκαν εντός των πέντε χαρτοκιβωτίων, μετά την παραλαβή τους από τον κατηγορούμενο
  3. Όμως παράλληλα, αναφορικά με την ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1, δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι αυτός κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή. Αυτή του δε η παραδοχή ήταν στοιχείο που λήφθηκε από το Κακουργιοδικείο ως πρόσθετος μετριαστικός παράγοντας, καθότι εκφράζει την ειλικρινή μεταμέλεια του, ενώ ο κατηγορούμενος 4, όπως και οι κατηγορούμενοι 2 και 3, κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 4, όπως και οι κατηγορούμενοι 2 και 3, δεν παραδέχθηκαν ενοχή δεν συνιστά βέβαια επιβαρυντικό παράγοντα, το αναφέρουμε απλώς για να καταδείξουμε ότι σε περίπτωση που αυτοί παραδέχοντο τις κατηγορίες, τούτο ενδεχομένως να δικαιολογούσε περαιτέρω μείωση της ποινής που θα τους επιβληθεί. Υπομνήσκουμε δε στο σημείο αυτό ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 4, μπορεί να μην κρίθηκαν ένοχοι συνομωσίας με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κρίθηκαν όμως ένοχοι ως συναυτουργοί του κατηγορούμενου 1, με ρόλους εξίσου σημαντικούς στην διάπραξη των αδικημάτων. Το ίδιο κρίνουμε ότι ισχύει και για τούς κατηγορούμενους 2 και 3 αναφορικά με τα αδικήματα που κρίθηκαν ένοχοι επίσης ως συναυτουργοί. Ούτε και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 3 είναι σύζυγος του κατηγορούμενου 2, εξυπακούει από μόνο του μικρότερο ρόλο στην διάπραξη των αδικημάτων από μέρους της, για τις ποσότητες και το είδος βεβαίως των ναρκωτικών ουσιών στις οποίες εκρίθη ένοχη ότι κατείχε. Συνακόλουθα αναφορικά με τον ρόλο που διαδραμάτισε έκαστος εκ των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, στη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία εκρίθη ένοχος, δεν εντοπίζουμε στα ευρήματα μας οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί την διαφοροποίηση της αντιμετώπισης του προς το επιεικέστερο μέτρο, έναντι του άλλου. (Βλ. επίσης αναφορικά με το ίδιο ζήτημα τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κούκος ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω) Στην παρούσα, ακόμη κι αν δεχόμαστε πώς ο ρόλος των κατηγορουμένων 2 και 4, ήταν ουσιωδώς μικρότερης σημασίας από αυτόν του κατηγορούμενου 1, επί τη βάση των λεχθέντων στην απόφαση Κούκος ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτούς, εξισορροπούνται σε κάποιο βαθμό λόγω της έλλειψης του σημαντικού παράγοντα της παραδοχής, που όπως και πιο πάνω αναφέρεται, ελλείπει γι αυτούς. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, όπως μας τις περιέγραψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους και ως αναγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Τις συνοψίζουμε: Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 36 ετών, νυμφευμένος με την κατηγορούμενη 3 και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Είναι απόφοιτος Λυκείου και με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας στην Εθνική Φρουρά προσλήφθηκε ως αστυφύλακας στις Βρετανικές Βάσεις, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι τη σύλληψή του. Λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, εργαζόταν περιστασιακά ως μαρμαράς και ως τραγουδιστής. Το 2010 τέλεσε τον γάμο του με την κατηγορούμενη 3 και μαζί απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας 21 μηνών σήμερα. Από το 2012 και εντεύθεν αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, για τα οποία παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Κατά την παραμονή του στις Κεντρικές Φυλακές, παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Η κατηγορούμενη 3 ηλικίας 34 ετών, είναι, ως προαναφέραμε, σύζυγος του κατηγορουμένου 2 και μητέρα ενός παιδιού 21 μηνών. Το παιδί της οικογένειας αντιμετωπίζει πρόβλημα στραβισμού και πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου και πτυχίου Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας, στο ΤΕΙ Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή της εργάστηκε σε ελεγκτικό γραφείο και στη συνέχεια σε εκτελωνιστικό γραφείο. Από τον Αύγουστο του 2016 έως σήμερα εργάζεται σε κτηματομεσιτικό γραφείο. Ο κατηγορούμενος 4, είναι ηλικίας 38 ετών, έγγαμος, κατάγεται από τη Λεμεσό και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Είναι πατέρας 2 παιδιών ηλικίας 12 και 9 ετών τα οποία διαμένουν με την μητέρα τους σε ιδιόκτητη οικία. Είναι απόφοιτος Τεχνικού Λυκείου. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας λειτούργησε μαζί με τον πατέρα του μηχανουργείο αυτοκινήτων μέχρι το
  4. Στη συνέχεια ο ίδιος μαζί με φίλο του λειτούργησε μεταφορική εταιρεία και πρόσθετα από το 2012 λειτούργησε μαζί με τα δύο από τα αδέλφια του ταβέρνα στη Λεμεσό. Η σύζυγός του εργάζεται στην εν λόγω ταβέρνα. Μετά τη σύλληψη του διέκοψε τη λειτουργία της μεταφορικής εταιρείας ενώ η ταβέρνα εξακολουθεί να λειτουργεί. Σε σχέση με τις δυσμενείς επιπτώσεις που πιθανόν να έχει η ποινή σε άλλα πρόσωπα, σε περίπτωση επιβολής ποινών φυλάκισης, στοιχείο που και οι δύο συνήγοροι επικαλέστηκαν, λαμβάνουμε υπόψη αναφορικά με τον κατηγορούμενο 4, το γεγονός ότι η σύζυγος και τα δύο ανήλικα παιδιά του, λόγω της σύλληψης του για την παρούσα υπόθεση στερήθηκαν και θα αποστερηθούν την φυσική του παρουσία για όσο χρονικό διάστημα αυτός παρέμεινε και θα παραμείνει σε περίπτωση επιβολής αμέσου ποινής φυλάκισης, έγκλειστος στη φυλακή. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τούς κατηγορούμενους 2 και 3, με πολύ πιο έντονο το στοιχείο αυτό λόγω των συνεπειών στο ανήλικο τέκνο τους, το οποίο σε περίπτωση φυλάκισης και των δύο, θα αποστερηθεί την φυσική παρουσία και των δύο του γονέων. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, οι επιπτώσεις στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου, συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της[15]. Ως εκ τούτου το στοιχείο αυτό θα ληφθεί υπόψη προς όφελος τους χωρίς όμως να του αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα. Πρόσθετα σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 2, δεν παραγνωρίζουμε και λαμβάνουμε υπόψη, εκτός από τα όσα αναφέρουμε πιο πάνω και το πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Τούτο όμως έχοντας κατά νου τα όσα επίσης η νομολογία αναγνωρίζει και εφόσον δύναται να αντιμετωπιστεί στις φυλακές, όπου ήδη παρακολουθείται και λαμβάνει θεραπεία, δεν θεωρούμε ότι είναι βαρύνουσας σημασίας στην επιλογή του είδους και του εύρους της ποινής που θα του επιβάλουμε[16]. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 και το ότι αυτός συνεπεία της καταδίκης του, θα χάσει την εργασία του με ότι αυτό εξυπακούει, τόσο σε προσωπικό για τον ίδιο επίπεδο, όσο και για την οικογένεια του. Επισημαίνουμε όμως ταυτόχρονα ότι ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως αστυνομικός στις Αγγλικές Βάσεις, ήτοι ήταν πρόσωπο στο οποίο οι αρχές εμπιστεύτηκαν την εφαρμογή του νόμου και της τάξης, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών από την παράνομη δραστηριότητα του, επέλεξε να πράξει ακριβώς το αντίθετο. Διέπραξε αδικήματα τα οποία όχι μόνο επισύρουν το ανώτατο όριο ποινών φυλάκισης, αλλά και τα οποία αποτελούν ένα διαρκή και σοβαρό κίνδυνο για την κοινωνία, η οποία αναμένει από πρόσωπα με την ιδιότητα του κατηγορούμενου 2, να την προστατεύει. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Νίκη Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118: «Προσθέτουμε ότι το γεγονός ότι η εφεσείουσα εργοδοτείται από το Δημόσιο επαυξάνει τις ευθύνες της και την υποχρέωση της για αυστηρή συμμόρφωση με τους Ποινικούς Νόμους της Πολιτείας.»[17] Συνακόλουθα κρίνουμε ότι ούτε το στοιχείο αυτό είναι ικανό να διαδραματίσει σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα, στη επιλογή του είδους και του εύρους της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη 3, ο ευπαίδευτος συνήγορος της εισηγήθηκε ότι το εδάφιο 3 του Περί Προστασίας Ανηλίκων Τέκνων Καταδικασθεισών η Υπόπτων Μητέρων Νόμου, Ν.33(Ι)/2005, είναι αντισυνταγματικό καθότι οι πρόνοιες του παραβιάζουν την αρχή της ισότητας, αφού δημιουργεί δυσμενή διάκριση εις βάρος συγκεκριμένης κατηγορίας αδικοπραγούντων γυναικών που είναι μητέρες ανηλίκων τέκνων. Το πιο πάνω άρθρο προβλέπει τα πιο κάτω: «3.
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, όπου σε νόμο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας για οποιοδήποτε αδίκημα, η εν λόγω ποινή δεν επιβάλλεται σε μητέρα, αν δε συντρέχουν στη δεδομένη περίπτωση όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το αδίκημα είναι κακούργημα ή είναι πλημμέλημα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης, (β) το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση βίας κατά του ατόμου και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το δικαστήριο κρίνει ότι η μητέρα αποτελεί άμεσο ή και συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία, και (γ) το δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δεδομένου του άμεσου ή και συνεχιζόμενου κινδύνου που η μητέρα αποτελεί για την κοινωνία, είναι ανεπαρκής για την προστασία της κοινωνίας, κάθε άλλη ποινή, κύρωση, ή μέτρο που το δικαστήριο δύναται να επιβάλει για το αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου, περιλαμβανομένης της προσφοράς κοινοτικής εργασίας, και δε δικαιολογείται επίσης η έκδοση διατάγματος αναστολής ποινής φυλάκισης κατά τα διαλαμβανόμενα σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο.
(2)Κανένα δικαστήριο δε διατάσσει την κράτηση μητέρας ύποπτης για τη διάπραξη πλημμελήματος ή κακουργήματος εκτός εάν το δικαστήριο θεωρεί το διερευνώμενο αδίκημα ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης.
(3)Οι διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με αδικήματα τιμωρητέα δυνάμει του εκάστοτε σε ισχύ περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, τα οποία κατά τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω Νόμο διαπράττονται από μητέρα εναντίον ανήλικου τέκνου της, φυσικού ή υιοθετημένου, ή εναντίον άλλου ανήλικου που διαμένει μαζί της ή σε σχέση με αδικήματα τιμωρητέα δυνάμει του εκάστοτε σε ισχύ περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου». Επιχειρηματολογώντας ανέφερε συγκεκριμένα, ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση μεταξύ των μητέρων ανηλίκων τέκνων που διαπράττουν αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, με την κατηγορία γυναικών που επίσης είναι μητέρες ανηλίκων τέκνων, οι οποίες όμως διαπράττουν άλλα αδικήματα, που ενδεχομένως μάλιστα να είναι και σοβαρότερα. Παρόλο δε που δεν έκανε ειδική αναφορά σε ποίο άρθρο του Συντάγματος βασίζει την εισήγηση του, αυτή είναι πρόδηλο ότι καλύπτεται από τα άρθρα 6 και 28 του Συντάγματος, τα οποία διασφαλίζουν το δικαίωμα της μη δυσμενούς διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης αντίστοιχα. Περαιτέρω, σημειώνουμε εδώ ότι η θέση του συνηγόρου της κατηγορουμένης 3, θα εξεταστεί υπό το πρίσμα των αποφάσεων που αφορούν το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Tούτο διότι ως αποφασίστηκε στην υπόθεση Nishan Arakiαn and others v. The Republic of Cyprus[18], το σχετικό με την εισήγηση του συνηγόρου της κατηγορούμενης 3 μέρος του Άρθρου 6 (δηλαδή, δυσμενής διάκριση προσώπου), εμπεριέχεται και καλύπτεται από το Άρθρο 28 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας όλων ενώπιον του Νόμου και του Κράτους. Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας και Λαπέρτα v. Αστυνομίας[19], αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας νόμου: «Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Τhe Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς................. ................................... Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Η αρχή της ισότητας δεν αποκλείει διακρίσεις, που ευρίσκουν λογικό έρεισμα σε διαφορές μεταξύ υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου[20]. Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος έχει τύχει ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας. Ο όρος "ίσοι ενώπιον του Νόμου", στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος, δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων [21] . Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβαίνει σε διαφορετικές ρυθμίσεις είναι ανάλογη με τις εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή των αντικειμένων του δικαίου που ρυθμίζονται. Αυθαίρετες είναι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που προκαλούν διαφορετική μεταχείριση ομοιογενών αντικειμένων και υποκειμένων του δικαίου ή εξομοίωση ανομοιογενών πραγμάτων ή υποκειμένων του δικαίου[22]. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισημαίνεται ότι το Άρθρο 28 του Συντάγματος εισάγει την έννοια της ισότητας όπως ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης την ερμήνευσε[23]. Ίση μεταχείριση οφείλεται από το νομοθέτη σ΄ όλα τα άτομα τα οποία ευρίσκονται, ουσιαστικά, στην ίδια θέση ή κατάσταση. Κριτήριο για τον προσδιορισμό της ομοιογένειας, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ.2)[24], είναι η ουσιαστική υπόσταση των υποκειμένων του δικαίου, σε αντίθεση με τη φαινομενική τους υπόσταση ή την ποσοτική αρίθμησή τους. Η ομοιογένεια καθορίζεται με βάση τη φύση των πραγμάτων ή την αντικειμενική κατάσταση των προσώπων, σε συνάρτηση με τη λειτουργική τους σημασία στον κοινωνικό χώρο. Από την προσεκτική ανάγνωση του εν λόγω άρθρου, διαπιστώνουμε κατ' αρχάς ότι τούτο στην λεκτική και γραμματική του διατύπωση, είναι καθαρό και σαφές. Συνακόλουθα και με δεδομένη αυτή μας την διαπίστωση, προχωρούμε στην εξέταση του ζητήματος για το κατά πόσο εξ αυτής συνάγεται οποιοδήποτε στοιχείο που το καθιστά αντισυνταγματικό πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ως η σχετική εισήγηση. Από την εξέταση λοιπόν των προνοιών του εν λόγω εδαφίου, δεν έχουμε διακρίνει οποιαδήποτε αυθαιρεσία εκ μέρους του νομοθέτη. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ανωτέρω ο νομοθέτης έχει τη διακριτική ευχέρεια να ταξινομήσει τα πράγματα ή τα υποκείμενα του δικαίου σε ξεχωριστή κατηγορία και να προβεί σε νομοθετικές ρυθμίσεις διάφορες από εκείνες που ισχύουν για άλλες συγγενικές αλλά όχι ομοιογενείς κατηγορίες προσώπων ή πραγμάτων. Στην υπό κρίση περίπτωση ο νομοθέτης επέλεξε όπως διαφοροποιήσει την ποινή που δυνατό να επιβληθεί σε μητέρες παιδιών μέχρι και τριών ετών ή σε εγκυμονούσες. Στο πιο πάνω νομοθέτημα δεν συμπεριέλαβε μητέρες που έχουν διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα με τη χρήση βίας και οι οποίες αποτελούν άμεσο ή συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία, μητέρες οι οποίες έχουν τιμωρηθεί για αδίκημα εναντίον ανηλίκου τέκνου τους ή ανηλίκου που διαμένει μαζί τους και μητέρες που διέπραξαν αδικήματα με βάση τον Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο. Κρίνουμε λοιπόν ότι ναι μεν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ καταδικασθεισών εγκύων γυναικών η γυναικών μητέρων ανηλίκων τέκνων μέχρι και τριών ετών, που διαπράττουν αδίκημα κατά παράβαση των συγκεκριμένων νόμων που αναφέρονται στο εδάφιο 3, του άρθρου 3, του Ν.33(Ι)/2005, από τις γυναίκες έγκυες η μητέρες ανηλίκων τέκνων μέχρι τριών ετών που τα αδικήματα που διέπραξαν δεν εμπίπτουν στην συγκεκριμένη συνομοταξία, η διαφοροποίηση όμως αυτή που επέλεξε ο Νομοθέτης, είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δεν είναι ούτε αυθαίρετη, ούτε στηρίχθηκε σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια. Με τις πρόνοιες του εν λόγω εδαφίου δεν έχουμε πειστεί στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι ρυθμίζονται με τρόπο άδικο η έστω ετεροβαρή, καταστάσεις όμοιων πραγμάτων η υποκειμένων, αλλά αντιθέτως και σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωθείσες νομολογιακές αρχές, δύο εντελώς διαφορετικές συνομοταξίες προσώπων, για τις οποίες ο νομοθέτης εύλογα επέλεξε να διαφοροποιήσει την κολάσιμη αντιμετώπιση τους. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι το εδάφιο 3 του άρθρου 3 του Ν.33(Ι)/2005, δεν αντίκειται στις πρόνοιες των άρθρων 6 και 28 του Συντάγματος και συνεπώς η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης 3, απορρίπτεται. Τέλος αναφορικά με την συγκεκριμένη εισήγηση, έστω κι αν αυτή γινόταν αποδεκτή, κρίνουμε ότι και πάλιν για την κατηγορούμενη 3 δεν θα ίσχυαν οι πρόνοιες και το ευεργέτημα του εδαφίου 1, του άρθρου 3 του Ν.33(Ι)/2005, αφού τα αδικήματα στα οποία βρέθηκε ένοχη, εκτός από το γεγονός ότι εν όψει της προβλεπόμενης ποινής εμπίπτουν στην κατηγορία των κακουργημάτων (βλ. ερμηνεία της λέξης «κακούργημα» στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου), πρόσθετα, ως και η νομολογία αναγνωρίζει, αυτά είναι από τα πλέον σοβαρά που διαπράττονται και ταλανίζουν σήμερα την Κυπριακή κοινωνία. Δεν έχουμε αμφιβολία κατ΄ αρχάς, ότι η προσέγγιση των Δικαστηρίων σε αδικήματα της φύσεως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να είναι αυστηρή με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Όμως, όπως πλειστάκις ελέχθη η αρχή της αποτρεπτικότητας θα πρέπει πάντοτε να εξισορροπείται με την αρχή της εξατομίκευσης, μέσα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων που αφορούν και στο πρόσωπο του δράστη αλλά και στις συνθήκες διάπραξης από αυτόν του αδικήματος. Συνεπώς χωρίς να αγνοούμε την έξαρση των αδικημάτων που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες, και την μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών τάξεως «Α» και «Β» που οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, όχι απλώς κατείχαν αλλά την κατείχαν και με σκοπό να τα προμηθεύσουν σε τρίτο πρόσωπο, έχουμε καθήκον να λάβουμε υπόψη όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Όπως αναφέρεται και στην πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 22.4.15, Ιωάννης Κιλινκαρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 233/13, τα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να αρκούνται σε λεκτική καταγραφή των μετριαστικών παραγόντων αλλά να δίδουν σε αυτούς τη δέουσα βαρύτητα. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη, την φύση, την έκταση και την σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4, είναι η ποινή φυλάκισης. Τούτο διότι οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής[25]. Οι προσωπικές - οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, το λευκό ποινικό μητρώο τους, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στους ίδιους και στην οικογένεια τους, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας και έχομε λάβει υπόψη, θα επηρεάσουν την έκταση των ποινών φυλάκισης. Καταληκτικά κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στους κατηγορούμενους 2, 3 και 4: Στον κατηγορούμενο 2, στην κατηγορία 3, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι ΜDMA, βάρους 934,9 γραμμαρίων και ιχνών κοκαΐνης, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 6 (έξι) χρόνων. Στην κατηγορούμενη 3, στην κατηγορία 3, στην οποία εκρίθη ένοχη για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι για ίχνη κοκαΐνης, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Στον κατηγορούμενο 4, στην κατηγορία 3, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι MDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 6 (έξι) χρόνων. Στον κατηγορούμενο 2, στην κατηγορία 4, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, με σκοπό να προμηθεύσει τούτο σε άλλα πρόσωπα, ήτοι ΜDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 8 (οκτώ) χρόνων. Στον κατηγορούμενο 4, στην κατηγορία 4, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, με σκοπό να προμηθεύσει τούτο σε άλλα πρόσωπα, ήτοι ΜDMA βάρους 934,9 γραμμαρίων, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 8 (οκτώ) χρόνων. Στον κατηγορούμενο 2, στη κατηγορία 6, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή ρητίνης κάνναβης συνολικού βάρους 1 κιλού και 253,6 γραμμαρίων και για την κατοχή των 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 6 (έξι) χρόνων. Στην κατηγορούμενη 3, στην κατηγορία 6, στην οποία εκρίθη ένοχη για την κατοχή ρητίνης κάνναβης, βάρους 469,5 γραμμαρίων, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 2 (δύο) χρόνων. Στον κατηγορούμενο 4, στην κατηγορία 6, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και 784,1 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 6 (έξι) χρόνων. Στον κατηγορούμενο 2, στην κατηγορία 7, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι ρητίνης κάνναβης συνολικού βάρους 1 κιλού και 253,6 γραμμαρίων και 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 12 (δώδεκα) χρόνων. Στην κατηγορούμενη 3, στην κατηγορία 7, στην οποία εκρίθη ένοχη για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 469,5 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 3 (τριών) χρόνων. Στον κατηγορούμενο 4, στην κατηγορία 7, στην οποία εκρίθη ένοχος για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 22 κιλών και 921,9 γραμμαρίων κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και 784,1 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 12 (δώδεκα) χρόνων. Στον κατηγορούμενο 4, στην 8η κατηγορία, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 15 (δεκαπέντε) μηνών. Στον κατηγορούμενο 4, στην 9η κατηγορία, στην οποία κρίθηκε ένοχος μετά όμως από δική του παραδοχή, ποινή φυλάκισης 1 (ενός) χρόνου. Όλες οι ποινές φυλάκισης διατάσσουμε να συντρέχουν. Νοείται βεβαίως ότι οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν και τελούν υπό κράτηση, δηλαδή για μεν τον κατηγορούμενο 2 για το χρονικό διάστημα από τις 15.5.2015 μέχρι σήμερα, για δε τον κατηγορούμενο 4 από τις 18.5.2015 μέχρι σήμερα[26]. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο οι ποινές φυλάκισης που έχουμε επιβάλει στην κατηγορούμενη 3 θα εκτιθούν άμεσα, η θα τύχουν αναστολής, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, ως και η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση στον Ν. 95/72, με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03. Με τη εν λόγω τροποποίηση το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Οι αρχές που ακολουθούνται όταν εξετάζεται ζήτημα για αναστολή ποινής φυλακίσεως, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τόσο πριν όσο και μετά την επελθούσα στο άρθρο 3 του Ν.95/72, τροποποίηση. Επισημαίνουμε ακόμη ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή, δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της[27]. Σε σχέση δε με το άρθρο 3
(2)του Ν.95/72, ως τροποποιήθηκε με τον Ν.186 (Ι)/03, αντλούμε καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας[28], Τραλαλάς ν. Αστυνομίας[29] και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας[30] και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)[31]. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη[32] και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 3 κρίθηκε ένοχη σε πολύ σοβαρά αδικήματα, μετά από ακροαματική διαδικασία. Λαμβάνουμε παράλληλα υπόψη ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου ηλικίας σήμερα 21 μηνών το οποίο αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Τα στοιχεία αυτά σε συνάρτηση με ένα πολύ σοβαρό παράγοντα, ήτοι ότι ο σύζυγος της και πατέρας του παιδιού της, κατηγορούμενος 2, θα εκτίσει πολυετείς ποινές φυλάκισης, μας έθεσαν σε έντονο προβληματισμό. Προβληματιστήκαμε έντονα για το μέλλον του παιδιού αυτού καθότι θα μείνει μόνο και απροστάτευτο. Για το ίδιο ζήτημα στην υπόθεση Νίκη Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας,
(2011)2 ΑΑΔ 282, ο Δικαστής Ναθαναήλ στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υιοθετώντας τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μπαλλής ν. Δημοκρατίας[33] αναφέρει τα εξής: «Κρίνεται ότι το Κακουργιοδικείο δεν έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ρόλο της εφεσείουσας ως μητέρας υπό τις ιδιαίτερες οικογενειακές της συνθήκες. Η νομολογία έχει από νωρίς αναγνωρίσει την ιδιαίτερη σχέση της μητέρας προς το παιδί το οποίο μένει απροστάτευτο κατά τον εγκλεισμό της στις φυλακές, με τις συνέπειες επί της οικογένειας της να είναι βαρύτερες. (Μπαλλής ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 273). Με δεδομένο ότι και ο σύζυγος της - εφεσείων - εκτίει επίσης ποινή φυλάκισης, το παιδί της οικογένειας θα παραμείνει αναγκαστικά στην Παιδική Στέγη για όλη τη σχετική περίοδο φυλάκισης αμφοτέρων. Το παιδί, λόγω ακριβώς της παραβατικής συμπεριφοράς του ζεύγους και των μεταξύ τους προβλημάτων, ήδη βρίσκεται στην Παιδική Στέγη. ................................ Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, με μεγάλο δισταγμό, και με αποκλειστικό γνώμονα να δοθεί μια ακόμη ευκαιρία στην εφεσείουσα να αντιληφθεί το ρόλο της ως μητέρα και να μείνει μακριά από την παρανομία, αποφασίζεται η μείωση της ποινής της ως κατωτέρω. Η έφεση κατά της ποινής στην υπ' αρ. 42/10 έφεση, επιτρέπεται. Η ποινή των 5½ ετών στις κατηγορίες 4 και 5 μειώνεται στα 4 έτη, ενώ και η ποινή των 4 ετών στη δεύτερη κατηγορία, μειώνεται στα 3 έτη.» Επισημαίνουμε ότι στην υπόθεση Μπαλλής ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ο εφεσείων υποστήριξε με την έφεση του ότι η μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί σε υπόθεση που αφορούσε τα ίδια αδικήματα που διέπραξε και η συγκατηγορούμενη αδελφή του, της οποίας η έκτιση αναστάληκε, συνιστούσε άνιση μεταχείριση του. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα εξής: «Όταν το Κακουργιοδικείο έφθασε στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας της επιβολής ποινής είχε να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο μπορούσε να αναστείλει την ποινή ή αν έπρεπε να την αφήσει να εφαρμοστεί αμέσως και αισθάνθηκε ότι ήτο δυνατό να φθάσει στο συμπέρασμα ότι μπορούσε να την αναστείλει, σε ότι αφορούσε την πρώην πρώτη κατηγορούμενη. Το Κακουργιοδικείο βρήκε ότι σε αντίθεση με το τί θα συνέβαινε με τα ανήλικα παιδιά του εφεσείοντα και του πρώην τρίτου κατηγορούμενου, τα οποία θα παρέμεναν στις μητέρες τους, στην περίπτωση του διετούς παιδιού της πρώην πρώτης κατηγορούμενης αυτό θα είχε, όπως το είχε πληροφορήσει η Κοινωνική Λειτουργός, πρόβλημα φροντίδας και αφού είχε ήδη λάβει υπόψη τις υπόλοιπες ατομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης αυτής, στην άσκηση της εξουσίας που του παρέχεται από τον περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένες Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Νόμος αρ. 95 του 1972), αποφάσισε να αναστείλει και ανέστειλε για τρία χρόνια την ποινή φυλακίσεως που επέβαλε σ' αυτήν. ................................................................ Η επίκληση, εφαρμογή και υιοθέτηση των προνοιών του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένες Περιπτώσεις Νόμου, έγινε για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος πράγματι δίδει μια εύλογη διαφοροποίηση στις συνθήκες μεταξύ της πρώην πρώτης κατηγορούμενης και του παρόντα εφεσείοντα και κρίνουμε ότι κάτω από τις περιστάσεις δεν έχει παρουσιαστεί οποιοσδήποτε λόγος για να επέμβει το Δικαστήριο αυτό στην επιβληθείσα στον εφεσείοντα ποινή. Το γεγονός ότι η γυναίκα του ανέμενε παιδί ήταν κάτι το οποίο ήταν ενώπιον του Κακουργιοδικείου και λήφθηκε υπόψη, μια και αναφέρεται σ' αυτό το γεγονός στην απόφασή του. Το γεγονός ότι σε ένα από δύο συγκατηγορούμενους επιβάλλεται ποινή αμέσου φυλακίσεως και για τον άλλο αναστέλλεται, καίτοι της ίδιας διάρκειας, δεν αποτελεί απαράδεκτη διαφοροποίηση και ανισότητα μεταχείρισης αν υπάρχουν οι ορθοί λόγοι για αναστολή της ποινής στην περίπτωση του ενός και όχι στην περίπτωση του άλλου. (Βλέπε R. v. Burton Nightingale February 12, 1972, Current Sentencing Practice, Τόμος Πρώτος, A9-4B01.»[34]. Επισημαίνουμε ακόμη ότι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Μπαλλής και Ντούμα, ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη, αφού ετύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.95/72, πριν την τροποποίηση του με τον Ν. 186(Ι)/
  1. Όπως λοιπόν εκτίθεται ανωτέρω η κατηγορουμένη 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου και μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου ηλικίας σήμερα 21 μηνών, το οποίο μάλιστα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας για το οποίο θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Ακόμη ο σύζυγος της, κατηγορούμενος 2, θα εκτίσει άμεσα τις πολυετείς ποινές φυλάκισης που του έχουμε επιβάλει, στοιχείο που εύλογα εξυπακούει πώς οι συνέπειες στην ίδια και στο ανήλικο τέκνο της από άμεση φυλάκιση και της ίδιας, θα είναι καταστροφικές. Ειδικά για το ανήλικο της τέκνο που θα χρειαστεί την συνεχή παρουσία και φροντίδα της, τόσο κατά όσο και μετά την χειρουργική επέμβαση στην οποία θα υποβληθεί. Ακόμη η απώλεια εργασίας του συζύγου της, την υποχρεώνει, μη έχοντας άλλα εισοδήματα, να εργαστεί αναλαμβάνοντας εκτός από τον ρόλο του πατέρα και τον ρόλο του προσώπου που θα στηρίξει από τούδε και στο εξής το ανήλικο παιδί της, αλλά και την ίδια οικονομικά. Καθοδηγούμενοι λοιπόν από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και έχοντας υπόψη και την προηγούμενη άμεπτη ζωή της κατηγορούμενης 3, την διαχρονική υπό των Δικαστηρίων επιδειχθείσα κατανόηση και ευαισθησία σε παρόμοιες περιπτώσεις, αλλά και τον σημαίνοντα και αναντικατάστατο ρόλο που καλείται να επιτελέσει στο ανήλικο τέκνο της, κρίνουμε ότι δικαιολογείται η παροχή σε αυτήν μιας δεύτερης ευκαιρίας με το να αναστείλουμε τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης που της έχουμε επιβάλει στις κατηγορίες 3, 6 και
  2. Ευελπιστούμε ότι η κατηγορούμενη 3 θα εκμεταλλευτεί στο έπακρο την ευκαιρία που σήμερα της δίδεται και δεν θα επιδείξει ξανά στο μέλλον οποιασδήποτε μορφής παραβατική συμπεριφορά. Ως εκ των άνω διατάσσουμε όπως οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης, οι οποίες επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 3, στις κατηγορίες 3, 6 και 7, ανασταλούν για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη 3, η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Περαιτέρω και εξασκώντας την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 31 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977, διατάσσουμε όπως, μετά την πάροδο του χρόνου έφεσης η σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, τα κατατεθέντα στο Δικαστήριο τεκμήρια, διατεθούν ως ακολούθως: · τα τεκμήρια Δικαστηρίου με αριθμούς 43, 44, 52, 53, 54, 55, 56, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 74, 87, 93, 94 και 149, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους, και · τα λοιπά τεκμήρια να δημευθούν και να καταστραφούν. Τα έξοδα της δίκης που ανέρχονται σε €535,00, διατάσσουμε να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Final Αναφορά: Παράνομη κατοχή και κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α και Β με σκοπό την προμήθεια. [1] Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9 [2] Βλ. Μoussa v. Δημοκρατίας
(1992)2 AAΔ 320 και Mallouk v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 711 [3]
(1999)2 ΑΑΔ 577 [4] Βλ. επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551 [5]
(1989)2 ΑΑΔ 245 [6] Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 [7]
(2008)2 ΑΑΔ 211 [8]
(2007)2 ΑΑΔ 484 [9]
(2011)2 ΑΑΔ 32 [10]
(2012)2 ΑΑΔ 254 [11]
(2012)2 AAΔ 64 [12] Ποινική Έφεση 78/13, απόφαση ημερομηνίας 8.12.14 [13] Ποινική Έφεση 197/11, απόφαση ημερομηνίας 16.4.2014 [14]
(2010)2 ΑΑΔ 190 [15] Βλ. Stephanou v. The Police
(1972)2 CLR 114, Tibor Tomotov κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328 [16] Βλέπετε σχετικά Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 AAΔ 77, Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 356, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 32 και Αsoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742 [17] Βλέπετε επίσης την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.2016, στην Ποινική Έφεση 86/2016, Κάρλος Ντεκερμετζιάν ν. Δημοκρατίας [18]
(1971)3 CLR 475 [19]
(2002)2 ΑΑΔ 335 [20] Βλ. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakídes
(1966)3 CLR 640) [21] Βλ. Μικρομμάτης ν. Δημοκρατίας, 2 R.S.C.C. 125 [22] Βλ. Βιβλίο Γ. Πική «Βασικές Πτυχές Κυπριακού Δικαίου σελ. 77 [23] Βλ. Apostolides and Others v. Republic
(1982)3 CLR 928, 940, 941, Papadopoulos ν. Republic
(1984)3 CLR 332, Pavlou v. Returning Officer & Others
(1987)1 CLR 252, 273, 274· Σαββίδης v. Δημοκρατίας
(1989)3 (Β) ΑΑΔ (Ε) 127 [24]
(1989)3(Γ) ΑΑΔ. (Ε) 1931, 1938 [25] Βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98 [26] Βλ. απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.10.2016, στην υπόθεση Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 11/2016 [27] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373 [28]
(2004)2 Α.Α.Δ 39 [29]
(2004)2 Α.Α.Δ 323 [30]
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 [31]
(2005)2 Α.Α.Δ. 327 [32]
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 [33]
(1993)2 Α.Α.Δ. 273 [34] Βλέπε επίσης υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν.
  1. Ανδρέα Κωνσταντίνου Πεγειώτη
  2. Φωτεινή Ντούμα (Αρ.2)
(2001)2 ΑΑΔ 617 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.