← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Εργασίας ν. CHARALAMBOS PAPAS LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθ.:23193/14, 24/2/2017

Διευθυντής Τμήματος Εργασίας ν. CHARALAMBOS PAPAS LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθ.:23193/14, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ.:23193/14 Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Διευθυντής Τμήματος Εργασίας Κατηγορούσα Αρχή - ν -

  1. CHARALAMBOS PAPAS LIMITED (HE 76363)
  2. Ευριπίδης Παπάς, Διευθυντής Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Τσεριώτης Για τους Κατηγορούμενους: κος. Λαμπριανίδης Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού, τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν σε παραβάσεις του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν. 100(I)/97 (1η κατηγορία) και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου Ν.205(Ι)/02(2η και 3η κατηγορία). Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 30/11/13 στη Λεμεσό, παράνομα «τερμάτισαν την απασχόληση της μισθωτής κας Ιζαμπέλλας Ηρακλή η οποία βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης» και ότι αυτή η ενέργεια τους συνιστά επίσης άμεση διάκριση λόγω φύλου και δυσμενή μεταχείριση γυναίκας. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν, με τη σύμφωνο γνώμη των συνηγόρων και την έγκριση των κατηγορουμένων, ως παραδεκτά γεγονότα ότι, η κα Ιζαμπέλλα Ηρακλή (εφ' εξής παραπονούμενη) εργάστηκε ως πωλήτρια στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία από 23/5/13 εώς 20/10/13 και ότι για τις περιόδους 21/10/13 - 26/10/13, 14/11/13 -29/11/13 και 03/12/13 - 07/12/13, η παραπονούμενη απουσίαζε με άδεια ασθενείας λόγω «επαπειλούμενης αποβολής στην εγκυμοσύνη της». Προς επίρρωση τούτων, κατατέθηκαν από κοινού και ως παραδεκτά ως προς το περιεχόμενο τους, πιστοποιητικά άδειας ασθενείας, από τη Δρ. Ρία Κυριακίδου - Σαββίδου, Χειρούργου Γυναικολόγου Μαιευτήρα στο Αχίλλειον Νοσοκομείο, ημερ. 21/10/13 και 13/11/13 αντίστοιχα (Τεκμήρια Α και Β) και τον Δρ. Ανδρέα Θεοδούλου, Γυναικολόγο Μαιευτήρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ημερομηνίας 3/12/13 (Τεκμήριο Γ). Αμφότεροι οι Σαββίδου και Θεοδούλου αναφέρουν ως διάγνωση τους στα εν λόγω πιστοποιητικά, ότι η παραπονούμενη εγκυμονεί και ότι αντιμετωπίζει ιατρικά προβλήματα σχετιζόμενα με την εγκυμοσύνη της. Πρόσθετα δηλώθηκαν επίσης, ως παραδεκτά γεγονότα, ότι η παραπονούμενη, μετά τη λήξη της πρώτης άδειας της, ήτοι στις 27/10/13, εργάστηκε κανονικά μέχρι και τις 13/11/13 όταν και έλαβε δεύτερη άδεια ασθενείας καθώς επίσης ότι στις 4/12/13 η παραπονούμενη απέστειλε γραπτή επιστολή στην εργοδότρια εταιρεία με την οποία ζητούσε να την ενημερώσουν γραπτώς την ημέρα και ώρα που θα ξεκινούσε την εργασία της. Για τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή, κάλεσε δύο μάρτυρες, την παραπονούμενη Ιζαμπέλλα Ηρακλή (ΜΚ1) και την Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασίας (εφ' εξής το Τμήμα), Ζωή Ευσταθίου (ΜΚ2). Από πλευράς κατηγορουμένων, όταν κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, επέλεξαν, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους, να δώσει ένορκη μαρτυρία ο κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1), τόσο σε σχέση με τον ίδιο όσο και για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ενώ κλήθηκε και μία μάρτυρας, η Ιωάννα Πολυβίου, υπάλληλος στο λογιστήριο της κατηγορούμενης 1, (ΜΥ2). Συνοψίζω την εκατέρωθεν μαρτυρία. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, στις 29/11/13, ημερομηνία που έληγε η τρίτη άδεια ασθενείας που της είχε χορηγηθεί λόγω προβλημάτων στην εγκυμοσύνη της, επεδίωξε, να πληροφορηθεί από τους κατηγορούμενους 1 και 2, κατά πόσο αυτή είχε τοποθετηθεί στο πρόγραμμα εργασίας της υπεραγοράς όταν θα επέστρεφε στις 30/11/14, χωρίς όμως να τύχει θετικής ανταπόκρισης. Εκείνο που της λέχθηκε από την και Ιωάννα Πολυβίου του λογιστηρίου (ΜΥ2) ήταν να επικοινωνήσει μαζί τους την επόμενη μέρα. Για τις επόμενες 3 μέρες, η παραπονούμενη προσπαθούσε να πληροφορηθεί αν ήταν ορισμένη και πότε για να εργαστεί, τόσο μέσω τηλεφώνου όσο και κατ' ιδίαν όταν επισκέφθηκε την εργασία της στις 2/12/13 για να λάβει το μισθό της για τον μήνα Νοέμβριο
  3. Και πάλι δεν έλαβε οποιαδήποτε θετική απάντηση. Συνεχώς την παρέπεμπαν να επικοινωνήσει μαζί τους την επόμενη μέρα. Στις 4/12/13, κατόπιν συμβουλής που έλαβε από το Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας, στο οποίο αποτάθηκε για βοήθεια, η παραπονούμενη απέστειλε γραπτή επιστολή στον κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 1), με την οποία ενημέρωνε τους εργοδότες της για τις ανεπιτυχείς προσπάθειες της να πληροφορηθεί πότε ήταν ορισμένη να εργαστεί και ότι εξακολουθούσε να αναμένει σχετική περί τούτου ενημέρωση. Ταυτόχρονα τους ενημέρωσε ότι της χορηγήθηκε περαιτέρω άδεια ασθενείας ήτοι μέχρι τις 7/12/
  4. Με την ίδια επιστολή, ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι την ενημερώσουν, γραπτώς πλέον, για την ακριβή ώρα που θα άρχιζε την εργασία της στις 9/12/13, ημερομηνία επιστροφής της στην εργασία της. Επειδή και πάλι οι κατηγορούμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημα της, η παραπονούμενη, στις 9/12/13, μετέβηκε στην εργασία της υπό την συνοδεία του πατέρα της όπου και απαίτησε να συναντήσει τον κατηγορούμενο
  5. Επειδή της ανέφεραν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό και επειδή πληροφορήθηκε ότι στη θέση της είχε προσληφθεί άλλη κοπέλα, την επόμενη μέρα, 10/12/13, μετέβηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας όπου και υπέβαλε γραπτό παράπονο (Τεκμήριο 3), εναντίον των κατηγορουμένων για παράβαση των δικαιωμάτων της ως μισθωτού εγκύου γυναίκας, αναφέροντας τα πιο πάνω. Αν και λειτουργοί του Τμήματος επικοινώνησαν με τον κατηγορούμενο 2 για να διερευνήσουν και αν ήταν δυνατό, να επιλύσουν το παράπονο της, εντούτοις, συνεπεία της αρνητικής συμπεριφοράς του τελευταίου, αυτό δεν κατέστη δυνατό οπόταν και η παραπονούμενη, απέστειλε εκ νέου επιστολή στους κατηγορούμενους στις 17/12/13 (Τεκμήριο 2), αναφέροντας τους ότι ήταν «έτοιμη και διαθέσιμη» να εργαστεί και ζήτησε για τελευταία φορά να την ενημερώσουν για το πότε ήταν ορισμένη στο πρόγραμμα να εργαστεί. Με την ίδια επιστολή, η παραπονούμενη τους ενημέρωνε επίσης για την προστασία που της παρέχει ο Νόμος ως έγκυος μισθωτή υπάλληλος. Όταν και πάλι δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση, η παραπονούμενη αντιλήφθηκε πλέον ξεκάθαρα ότι η απασχόληση της, είχε ουσιαστικά, από τις 30/11/13, τερματιστεί. Η ΜΚ2, ήταν η επιθεωρήτρια του Τμήματος που ανέλαβε τη διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονούμενης. Η μάρτυς έκαμε αναφορά στις ενέργειες στις οποίες προέβη τόσο πριν όσο και μετά την καταγγελία, αφού ήταν η λειτουργός που εξυπηρέτησε την παραπονούμενη όταν η τελευταία είχε προσέλθει στο Επαρχιακό Γραφείο, αρχικά για βοήθεια. Συγκεκριμένα η μάρτυς ανέφερε ότι είχε συμβουλέψει τότε την παραπονούμενη για τα νομικά δικαιώματα της αλλά και για να ενημερώσει γραπτώς στους εργοδότες της, για την ετοιμότητα και απαίτηση της να εργαστεί, πράγμα το οποίο η τελευταία έκαμε με τις επιστολές που απέστειλε στις 4/12/13 και 17/12/
  6. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι, μετά που ανέλαβε να διερευνήσει την επίμαχη καταγγελία, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο 2 στις 16/12/13 για να τον ενημερώσει για την καταγγελία και για τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας αλλά και για να του ζητήσει τις δικές του απόψεις και θέσεις αναφορικά με το θέμα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 2 ήταν αγενής, «αρνητικός και απρόθυμος να συζητήσει οτιδήποτε» και αφού της ανέφερε απλά ότι όταν χρειαστεί την παραπονούμενη για εργασία θα την καλέσει, της έκλεισε το τηλέφωνο. Ακολούθως, η ΜΚ2 ανέφερε ότι ενημέρωσε τους προϊσταμένους της οπόταν και αποφασίστηκε όπως σταλεί σχετική γραπτή ειδοποίηση/κλήση προς τους κατηγορούμενους με την οποία να τους καλούν σε συνάντηση στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας στη Λεμεσό. Η εν λόγω επιστολή, η οποία στάληκε στους κατηγορούμενους στις 17/12/13, Τεκμήριο 4, καλούσε τους τελευταίους σε συνάντηση, στις 08/01/13 και ώρα 11:00, στα γραφεία του Τμήματος, ενώ παράλληλα τους πληροφορούσε για τις θέσμιες υποχρεώσεις τους να παραστούν και να συνεργαστούν με τους αρμόδιους Επιθεωρητές. Παρά ταύτα όμως και ενώ τόσο η ΜΚ2 όσο και η Ανώτερη Επιθεωρήτρια Ε. Κομνηνού ανέμεναν τους κατηγορούμενους στο γραφείο τους στις 08/01/13, αυτοί δεν παρουσιάστηκαν. Στη συνέχεια, οι εν λόγω Επιθεωρήτριες προσπάθησαν να επικοινωνήσουν εκ νέου με τον κατηγορούμενο 2, τηλεφωνικά, τούτο όμως δεν κατέστη δυνατό. Του άφησαν μήνυμα με τη γραμματέα του, να επικοινωνήσει μαζί τους, μήνυμα όμως στο οποίο, ο κατηγορούμενος 2, ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Ένεκα της στάσης των κατηγορουμένων, η ΜΚ2 προχώρησε στις 23/1/14 και συνέταξε έκθεση γεγονότων, Τεκμήριο 5, με την οποία εισηγήθηκε τη δίωξη των κατηγορουμένων και τη σχετική ενημέρωση της παραπονούμενης, εισήγηση η οποία οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Από πλευράς του, ο κατηγορούμενος 2 έδωσε μια διαφορετική εκδοχή στα όσα έλαβαν χώρα. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι η παραπονούμενη, για την οποία τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρεία γνώριζαν ότι εγκυμονούσε, αναγκάστηκε να απουσιάσει αρκετές φορές από την εργασία της λόγω προβλημάτων στην εγκυμοσύνη της, προβλήματα για τα οποία η τελευταία προσκόμιζε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Ο ίδιος και η εταιρεία του ουδέποτε της δημιούργησαν πρόβλημα για τις απουσίες της αυτές, ενώ της έλεγαν πάντοτε να επιστρέψει κανονικά στην εργασία της όταν θα τελείωνε η άδεια της όπως άλλωστε έγινε μετά που έληξε η άδεια της στις 27/10/
  7. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η παραπονούμενη, όπως και όλοι οι υπάλληλοι του που τυχαίνει να απουσιάσουν με άδεια, αυτόματα επανατοποθετούνται στο πρόγραμμα εργασίας για την ημέρα που αναμένεται να επιστρέψουν και αφού ο υπάλληλος ενημερωθεί σχετικά μέσω τηλεφώνου, έρχεται κανονικά δουλεία. Όσον αφορά την περίπτωση της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος 2, στην κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι από τις 29/11/13 που έληξε η άδεια της μέχρι και την 02/12/13 που έλαβε το μισθό της, Τεκμήριο 6, η παραπονούμενη «ήρθε κανονικά και δούλεψε και πληρώθηκε». Την επόμενη μέρα όμως, 03/12/13, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η παραπονούμενη δεν ήρθε δουλειά και στις 04/12/13 του απέστειλε μέσω του Akis Express το Τ.1, γραπτή επιστολή, με την οποία η τελευταία ενημέρωνε ότι της ξαναχορηγήθηκε άδεια μέχρι τις 7/12/13 καθώς και ότι αυτή απαιτούσε να την ενημερώσουν γραπτώς τι ώρα στις 9/12/13 που θα επέστρεφε, θα άρχιζε η εργασία της με βάση το πρόγραμμα. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι ως πολιτική της εταιρείας δεν συνηθίζεται να ενημερώνουν γραπτώς κανένα υπάλληλο και σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήταν Πέμπτη εκείνη τη μέρα δεν θα προλάβαιναν να την ενημερώσουν γραπτώς για τη Δευτέρα 9/12/
  8. Για τους λόγους αυτούς, ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι έδωσε οδηγίες στην υπάλληλο του Ιωάννα Πολυβίου (ΜΥ2), όπως επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την παραπονούμενη για να την ενημερώσει να έρθει στις 1500 στις 9/12/13 πράγμα το οποίο σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η ΜΥ2 έπραξε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η παραπονούμενη 2 ήταν στο πρόγραμμα εργασίας της 9/12/13 και αν χρειαζόταν μπορούσε να προσκομίσει το σχετικό πρόγραμμα στο Δικαστήριο. Παρά την ενημέρωση όμως που έτυχε η παραπονούμενη από την ΜΥ2, η πρώτη, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, δεν παρουσιάστηκε στις 9/12/13 οπόταν αυτός παρέμεινε απλά να αναμένει πότε τελικά αυτή θα ερχόταν δουλειά και εφόσον αυτό δεν έγινε ποτέ, του κατέστη φανερό ότι η παραπονούμενη είχε εγκαταλείψει οικειοθελώς την εργασία της. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, αυτός παρέλαβε την επιστολή του Τμήματος, Τ.4, πριν όμως την παραλάβει, προηγήθηκε τηλεφωνική συνομιλία του με την ΜΚ2 στην οποία της ανέφερε ότι ουδέποτε απέλυσε την παραπονούμενη αλλά αντίθετα είναι η τελευταία που δεν επέστρεψε στην εργασία της οπόταν και η ΜΚ2 τον ενημέρωσε ότι θα τον καλούσε γραπτώς να συναντηθούν στο γραφείο της για να της αναφέρει και «γραπτώς αυτά τα πράγματα». Παρά το ότι πληροφορήθηκε με την επιστολή Τ.4 για την ώρα και μέρα της συνάντησης, εντούτοις, λόγω φόρτου εργασίας δεν κατάφερε να παρουσιαστεί και αφού μίλησε τηλεφωνικώς με κάποια άλλη λειτουργό, ανέφερε ότι θα διευθετείτο εκ νέου συνάντηση. Τις θέσεις του αναφορικά με το παράπονο της παραπονούμενης ουδέποτε τις έθεσε γραπτώς στο Τμήμα και αυτό διότι δεν είναι πολιτική της εταιρείας να στέλλουν στον οποιονδήποτε οτιδήποτε γραπτώς. Η ΜΥ2 είναι υπάλληλος των κατηγορουμένων 1 και 2 και εργάζεται ως υπεύθυνη λογιστηρίου στην υπεραγορά. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η ετοιμασία των εβδομαδιαίων προγραμμάτων εργασίας των υπαλλήλων με τις μέρες και ώρες που θα εργαστεί ο καθένας τους καθώς και η ανάρτηση του ημερήσιου προγράμματος στον πίνακα της υπεραγοράς. Σύμφωνα με την μάρτυρα, οι υπαλλήλοι ακολουθούν το ημερήσιο πρόγραμμα που ετοιμάζει αφού το εβδομαδιαίο καταρτίζεται ούτως ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί σε περίπτωση που ζητηθεί από το Γραφείο Εργασίας. Με την παραπονούμενη, η ΜΥ2 ανέφερε ότι συνδέεται με κάποια μακρινή συγγένεια και είναι αυτή που μεσολάβησε αρχικά για να εργοδοτηθεί η παραπονούμενη στην υπεραγορά. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι η παραπονούμενη, η οποία ήταν γνωστό ότι εγκυμονούσε, έτυχε να απουσιάσει αρκετές φορές με άδεια και πάντοτε, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων που απουσιάσε με άδεια ασθενείας λόγω της εγκυμοσύνης της, επέστρεφε κανονικά στην εργασία της όταν έληγε η άδεια της χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε ειδική ενημέρωση όπως έγινε και όταν έληξε η άδεια της στις 27/10/
  9. Σύμφωνα με την ΜΥ2 κανένας υπάλληλος δεν ενημερώνεται για το πότε θα πρέπει να επιστρέψει στην εργασία του ούτε τίθεται θέμα ειδικής ενημέρωσης οποιουδήποτε αφού, όλοι οι υπαλλήλοι, γνωρίζουν ότι την επομένη που λήγει η άδεια τους θα πρέπει να παρουσιαστούν στην εργασία τους ενώ η ώρα που αναλαμβάνει καθήκοντα ο κάθε υπάλληλος του είναι επίσης γνωστή. Αντεξεταζόμενη ως προς το γιατί τότε παρίσταται ανάγκη για ετοιμασία προγράμματος εργασίας αφού ως η ίδια ισχυρίστηκε, όλες οι αναγκαίες πληροφορίες είναι ήδη γνωστές στους υπαλλήλους, η μάρτυς ανέφερε ότι με το πρόγραμμα οι υπαλλήλοι ενημερώνονται για το πόστο που θα εργαστούν το οποίο μπορεί να αλλάξει λόγω απρόσμενης απουσίας κάποιου υπάλληλου. Όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα η ΜΥ2 ανέφερε ότι η παραπονούμενη, μετά που έληξε η άδεια της στις 29/11/13, δεν ήρθε για εργασία στις 30/11/13 γιατί ήταν Σάββατο. Σύμφωνα με τη ΜΥ2, η παραπονούμενη της τηλεφώνησε στις 30/11/13 για να μάθει πότε θα έπρεπε να έρθει δουλειά οπόταν και η αυτή της είπε να έρθει δουλειά τη Δευτέρα, 02/12/13 στις
  10. Στις 2/12/13, σύμφωνα με τη ΜΥ2, αυτή σχόλασε στις 1500 η ώρα. Πληροφορήθηκε όμως από την αδερφή της Πατρούλα Πολυβίου που επίσης εργάζεται στο λογιστήριο ότι η παραπονούμενη προσήλθε στην υπεραγορά, παρέλαβε το μισθό της και αντί να πάει στην εργασία της έφυγε. Την επόμενη μέρα στις 1500, σύμφωνα με την ΜΥ2, η παραπονούμενη δεν προσήλθε στην εργασία της και στις 4/12/13 παρέλαβε μέσω AKIS EXPRESS το Τ.4, επιστολή της παραπονούμενης με την οποία ενημερώθηκε για την νέα άδεια ασθενείας με ισχύ 3/12/13 καθώς και για την απαίτηση της τελευταίας να ενημερωθεί γραπτώς για το ποια ώρα θα εργάζετο στις 9/12/
  11. Η μάρτυς ανέφερε ότι κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου 2, τηλεφώνησε στην παραπονούμενη στις 5/12/13, ημέρα Πέμπτη και της ανέφερε ότι δεν μπορεί να της απαντήσει γραπτώς γιατί αυτή είναι η πολιτική της εταιρείας και ότι «μόλις νιώσει καλά, υπάρχει η θέση και να έρθει πίσω». Στις 9/12/13, ημερομηνία που υποτίθεται ότι θα επέστρεφε η παραπονούμενη, η μάρτυς ανέφερε ότι η ίδια απουσίαζε με άδεια πληροφορήθηκε όμως και πάλι από την αδερφή της ότι η παραπονούμενη προσήλθε στην υπεραγορά με τον πατέρα της και τους ανέφερε ότι θα πιάσει και άλλη άδεια όμως ουδέποτε προσκόμισε οτιδήποτε και απλά δεν επέστρεψε έκτοτε. Σύμφωνα με την μάρτυρα, αν και ανέμενε πότε θα επιστρέψει η παραπονούμενη, εντούτοις δεν επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί της και όταν στις 16/12/13 την ενημέρωσε ο κατηγορούμενος 2 ότι η παραπονούμενη υπέβαλε γραπτή καταγγελία στο Τμήμα Εργασίας, της δόθηκαν οδηγίες να αφήσει το θέμα εκεί όπως και έκανε. Όσον αφορά τα προγράμματα εργασίας της 2/12/13 και 9/12/13, ημερομηνίες που σύμφωνα με την Υπεράσπιση η παραπονούμενη ήταν στο πρόγραμμα εργασίας, εφόσον την ανέμεναν να επιστρέψει εκείνες της μέρες, η ΜΥ2 ανέφερε ότι τα εν λόγω προγράμματα δεν υπάρχουν πλέον λόγω του μεγάλου χρόνου που στο μεταξύ διέρρευσε. Τέλος, η ΜΥ2, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στη θέση της παραπονούμενης, προσλήφθηκε περί τον Ιανουάριο νέα κοπέλα αφού η πρώτη, ουσιαστικά δεν προσήλθε καθόλου στην εργασία της για όλο το Δεκέμβριο και δεν φάνηκε ότι σκόπευε να επιστρέψει. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ-ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαχτούν εφόσον: α) Καμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι τερμάτισαν την εργοδότηση της παραπονούμενης αλλά αντίθετα αυτό που διαφάνηκε ήταν ότι η τελευταία ουσιαστικά αποχώρησε οικειοθελώς. β) Καμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν πληροφορηθεί με τον απαιτούμενο από το Νόμο τρόπο, για την εγκυμοσύνη της παραπονούμενης. γ) Καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε που να δικαιολογεί εύρημα ενοχής του κατηγορούμενου 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της κατηγορούμενης 1 Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή των κατηγορουμένων, σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Σύμφωνα με τον συνήγορο, η αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, σε συνδυασμό με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και την όλη συμπεριφορά που τήρησαν οι κατηγορούμενοι, ήτοι να αποφεύγουν να απαντήσουν είτε στην παραπονούμενη είτε στο Τμήμα Εργασίας και ταυτόχρονα να εργοδοτούν άλλη υπάλληλο στη θέση της παραπονούμενης, καταδεικνύει ότι, όντως τερμάτισαν την εργοδότηση της τελευταίας και δει παράνομα, ενώσω αυτή εγκυμονούσε. Οι δε ισχυρισμοί που προέβαλε η Υπεράσπιση κατά την ακρόαση, είναι, υποστήριξε ο συνήγορος, αβάσιμοι, αναληθείς και εκ των υστέρων σκέψεις. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία που παρέθεσα ανωτέρω, συνιστούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των εμπλεκομένων είτε γεγονότα που δεν αμφισβητούνται. Η παραπονούμενη στις 30/11/13 αφού τηλεφώνησε στους κατηγορούμενους και μίλησε με την ΜΥ2, ζήτησε να μάθει πότε, με βάση το πρόγραμμα εργασίας, ήταν ορισμένη να εργαστεί. Στις 2/12/13 προσήλθε στην υπεραγορά, πληρώθηκε το μισθό της για τον Νοέμβριο 2013 και αποχώρησε. Στις 9/12/13 πήγε στην υπεραγορά με τη συνοδεία του πατέρα της όμως και πάλι δεν εργάστηκε εκείνη τη μέρα και αποχώρησε. Στις 10/12/13, υπέβαλε γραπτό παράπονο στο Τμήμα Εργασίας εναντίον των κατηγορουμένων εργοδοτών της. Στις 16/12/13 η ΜΚ2 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2 και τον ενημέρωσε για το παράπονο της παραπονούμενης και ότι έπρεπε να συναντηθούν. Στις 17/12/13 το Τμήμα απέστειλε γραπτή κλήση στους κατηγορούμενους να συναντηθούν στα γραφεία του Τμήματος σε συγκεκριμένη ώρα και μέρα όμως οι κατηγορούμενοι, παρά το ότι έλαβαν την εν λόγω κλήση δεν προσήλθαν στη συνάντηση. Περί τον Δεκέμβριο 2013 - Ιανουάριο 2014, στη θέση της παραπονούμενης εργοδοτήθηκε άλλη υπάλληλος. Ουδέποτε στάληκε οποιαδήποτε γραπτή απάντηση των κατηγορουμένων είτε προς την παραπονούμενη είτε προς το Τμήμα. Για τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Κρίνω ορθό όπως ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  12. Η Μ.Κ.2 μου έκαμε καλή εντύπωση. Κλήθηκε να καταθέσει ως ανεξάρτητος μάρτυρας και ως τέτοιος μάρτυρας παρέμεινε καθ' όλη την μαρτυρία της. Σε κανένα σημείο δεν άφησε να νοηθεί ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης ή ότι επιχειρούσε να ευνοήσει είτε τη μια πλευρά είτε την άλλη. Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις της και ως το πρόσωπο που αρχικά συμβούλεψε, στα πλαίσια των καθηκόντων της, την παραπονούμενη για το πως θα έπρεπε να ενεργήσει και στη συνέχεια προχώρησε στη διερεύνηση του σχετικού παραπόνου, είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε. Εκεί όπου δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Ούτε όμως επιχείρησε να εκφράσει άποψη ή να λάβει θέση αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής της γνώσης και εμπλοκής και δε δίστασε να αναφέρει τόσο στην έκθεση της Τ.5 όσο και στο Δικαστήριο ότι οι διαπιστώσεις της προκύπτουν κυρίως από τα όσα η παραπονούμενη της ανέφερε και τα οποία παρά τις προσπάθειες της ουδέποτε αντικρούστηκαν από τους κατηγορούμενους. Η μαρτυρία της, καθώς και οι ενέργειες της στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, επιβεβαιώνονται επίσης και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί αλλά και από τους ίδιους τους κατηγορούμενους. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία της ΜΚ2, στο σύνολο της, ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία της παραπονούμενης. Η μάρτυς προσήλθε στο Δικαστήριο ως το πρόσωπο που βίωσε τα γεγονότα και είχε άμεσο παράπονο από τους κατηγορούμενους. Κατ' αρχή, η θέση της ότι κατά την επίδικη περίοδο εγκυμονούσε και ότι οι κατηγορούμενοι το γνώριζαν, επιβεβαιώνεται πλήρως από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων αλλά και από τις ίδιες τις ρητές αναφορές του κατηγορούμενου 2 και της ΜΥ2 κατά τη μαρτυρία τους. Αποδέχομαι επομένως αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της ως αξιόπιστη. Εξ' άλλου η παραπονούμενη, μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και λεπτομέρεια, ενώ, η μαρτυρία της, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση της, χαρακτηριζόταν από ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της, ενώ, χαρακτηριστικά γνήσιες ήταν οι αντιδράσεις και απαντήσεις της στις υποβολές του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε την απέλυσαν οι κατηγορούμενοι και είναι από μόνη της που εγκατέλειψε την εργασία της. Ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι της είπαν ότι απολύθηκε αφού άλλωστε δεν ήταν αυτή η θέση της και χωρίς δισταγμό δέχτηκε την επί του προκειμένου θέση του συνηγόρου των κατηγορουμένων. Η αμεσότητα όμως της απάντησης της φανερώνει και την ειλικρίνεια της, «... Όχι (δεν μου είπε κανένας ότι σταματώ) αλλά ούτε και μου είπε κανένας έλα..». Χαρακτηριστική και αληθοφανής ήταν επίσης η αντίδραση της, όταν της υπεβλήθη από τον συνήγορο ότι τις επιστολές προς τους κατηγορούμενους, τις έστειλε για να «επανορθώσει το λάθος» της να μην επιστρέψει στη δουλειά όταν τελείωσε η άδεια της. Η ΜΚ1 απάντησε, «Ο λόγος που έστειλα τις επιστολές είναι διότι ήθελα να πάω δουλειά...αν πήγαινα δεν θα ήμουν εδώ...δεν έφυγα μόνη μου». Πέραν των πιο πάνω όμως, ούτε οι ενέργειες στις οποίες προέβη χαρακτηρίζουν άνθρωπο που ενεργεί εκ των υστέρων για να καλύψει τα δικά του λάθη, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Τηλεφωνά στις 30/11/13 για να μάθει πότε θα είναι στο πρόγραμμα, πάει στις 2/12/13 και ξαναρωτά για το πρόγραμμα, στέλλει γραπτώς επιστολή στις 4/12/13 και απαιτεί να την πληροφορήσουν γραπτώς πλέον για την ημερομηνία και ώρα που είναι στο πρόγραμμα, πάει εκ νέου στις 9/12/13, αυτή τη φορά με τον πατέρα της και ξαναρωτά για το πρόγραμμα και απαιτεί να δει τον κατηγορούμενο 2, υποβάλλει γραπτή καταγγελία στις 10/12/13 στο Υπουργείο Εργασίας, οι λειτουργοί του οποίου εμπλέκονται πλέον ενεργά στην όλη υπόθεση και τέλος, στέλλει δεύτερη επιστολή στις 17/12/13 δηλώνοντας και πάλι την ετοιμότητα της να εργαστεί και την απαίτηση της να πληροφορηθεί κατά πόσο είναι όντως στο πρόγραμμα εργασίας. Υπενθυμίζω ότι οι εν λόγω ενέργειες της ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, πλην του ότι όντως παραλήφθηκε η επιστολή 17/12/13, ενώ η ΜΥ2 που κλήθηκε να καταθέσει, ως η ίδια ανέφερε, δεν ήταν παρούσα κατά τις 2/12/13 και 9/12/13 που η παραπονούμενη προσήλθε στην υπεραγορά και μίλησε με συγκεκριμένη υπεύθυνη, την οποία τόσο η παραπονούμενη όσο και η ΜΥ2 κατονόμασαν ρητά. Θεωρώ ότι η μάρτυς ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Άλλωστε το τελευταίο πράγμα που ένας θα ανέμενε από κάποιον που είχε ενημερωθεί από την αρχή ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στο πρόγραμμα εργασίας, να προσπαθεί να καλύψει τη δική του αθέμιτη συμπεριφορά, αποστέλλοντας γραπτές επιστολές με τις οποίες να απαιτεί να μάθει την ακριβή μέρα και ώρα που είναι ορισμένος να εργαστεί και στη συνέχεια να προβαίνει σε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές με πέραν από ορατό το κίνδυνο να αποκαλυφτεί ανά πάσα στιγμή η «πραγματικότητα» και να «καταρρεύσει» το όλο σχέδιο του. Άλλωστε, μια απλή γραπτή ενημέρωση των κατηγορουμένων σε οποιοδήποτε στάδιο από τις 4/12/13 μέχρι και τις 17/12/13 που έλαβαν την επιστολή του Τμήματος, Τ.4, θα ήταν αρκετή για να καταρρίψει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης πλην όμως κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε. Ούτε όμως και το αποδεκτό γεγονός της επίσκεψης της παραπονούμενης στην εργασία της με τη συνοδεία του πατέρα της δύναται να δικαιολογηθεί, με οποιοδήποτε άλλο από αυτό που ισχυρίστηκε η τελευταία, τρόπο, δηλαδή ότι πήγε να «απαιτήσει» την εργασία της διότι υποψιάστηκε ότι την απώλεσε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της παραπονούμενης στο σύνολο της ως αξιόπιστη Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς υπεράσπισης. Η εκδοχή της υπεράσπισης ήταν ότι η παραπονούμενη ήξερε ότι έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία της μετά τη λήξη της άδειας της στις 29/11/13, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τις 30/11/13 ότι ήταν στο πρόγραμμα για να εργαστεί στις 2/12/13 και η ώρα 1500 και αν και ήρθε στην υπεραγορά στις 2/12/13 εντούτοις, δεν εργάστηκε αλλά παρέλαβε το μισθό της και έφυγε προσκομίζοντας νέα άδεια, ενώ, στη συνέχεια αν και ενημερώθηκε και πάλι τηλεφωνικώς ότι θα εργαζόταν στις 9/12/13, εντούτοις ουδέποτε προσήλθε. Εν ολίγοις, η εκδοχή της υπεράσπισης ήταν ότι η παραπονούμενη, ουσιαστικά εγκατέλειψε την εργασία της οικειοθελώς. Η εκδοχή όμως αυτή, όπως επιχειρήθηκε να προβληθεί μέσω του κατηγορούμενου 2 και της ΜΥ2, είναι έκθετη σε απόρριψη για τους εξής λόγους: Α) Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η παραπονούμενη, μετά που έληξε η άδεια της στις 29/11/13, γνώριζε ότι έπρεπε να έρθει δουλειά την επόμενη μέρα και όντως ήρθε στη δουλειά της κανονικά μέχρι και τις 2/12/13 που πληρώθηκε. Σύμφωνα όμως με την ΜΥ2, η παραπονούμενη δεν εργάστηκε ούτε στις 30/1/13 αλλά ούτε και την 01/12/13 γιατί όντως δεν ήταν στο πρόγραμμα να δουλέψει εκείνο το Σαββατοκύριακο. Β) Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η παραπονούμενη ενημερώθηκε ρητά από την ΜΥ2 στις 5/12/13, μέσω τηλεφώνου, ότι ήταν στο πρόγραμμα εργασίας της 9/12/13 για τις 1500 η ώρα. Σύμφωνα όμως με την ΜΥ2, μιλώντας με την παραπονούμενη στις 5/12/13, της ανέφερε απλά ότι «μόλις νιώσει καλά, υπάρχει η θέση και να έρθει πίσω» θεωρώντας ότι η παραπονούμενη γνώριζε ότι κανονικά θα επέστρεφε στις 9/12/13 και η ώρα
  13. Γ) Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, οι υπάλληλοι του που τύγχανε να απουσιάζουν, ενημερώνονταν τηλεφωνικά, τουλάχιστο, ως προς το ωράριο που θα εργάζονταν όταν επέστρεφαν. Σύμφωνα με την ΜΥ2 όμως, καμία τέτοια ενημέρωση γίνεται διότι όλοι οι υπαλλήλοι γνωρίζουν και τη μέρα και την ώρα που θα εργαστούν ενώ αν κάποιος υπάλληλος απουσιάσει το Σάββατο που αναρτάται το πρόγραμμα, δεν θα γνωρίζει το ωράριο του παρά μόνο, αν έρθει στην υπεραγορά και δει τη σχετική ανάρτηση. Δ) Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2 αλλά και την ΜΥ2 ο λόγος που δεν απάντησαν στην παραπονούμενη γραπτώς ήταν επειδή αφ' ενός κάτι τέτοιο είναι ενάντια στην πολιτική της εταιρείας και αφ' ετέρου, διότι δεν προλάβαιναν εφόσον ήταν Πέμπτη και η παραπονούμενη αναμενόταν να επιστρέψει για να εργαστεί τη Δευτέρα, ήτοι 4 μέρες αργότερα και μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο. Καμιά όμως, πειστική τουλάχιστο, εξήγηση δόθηκε, γιατί δεν έθεσαν τις οποιεσδήποτε θέσεις τους γραπτώς σε οποιοδήποτε στάδιο από τις 4/12/13 μέχρι και μετά που ενημερώθηκαν από το Τμήμα Εργασίας, πρώτα τηλεφωνικά στις 16/12/13 και ακολούθως γραπτώς στις 17/12/13, για την καταγγελία που υπέβαλε εναντίον τους η παραπονούμενη. Επισημαίνω ότι, στην επιστολή της παραπονούμενης ημερ.4/12/13 η τελευταία εξιστορεί ρητά τα όσα έλαβαν χώρα τις προηγούμενες μέρες ενώ κατά τη συνομιλία του κατηγορούμενου 2 με την ΜΚ2, ζητήθηκαν οι θέσεις του γραπτώς για σκοπούς διερεύνησης της καταγγελίας. Αυτό που σίγουρα θα ανέμενε κάποιος από ένα εργοδότη που θεωρεί ότι κατηγορείται «άδικα», ως ουσιαστικά ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος 2, να πράξει, μόλις μαθαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν καταγγελία εις βάρος του, ήταν όχι μόνο να επιδιώξει εκείνος το συντομότερο συνάντηση μαζί τους αλλά και να στείλει πλέον γραπτώς, τη δική του θέση όπως του ζητήθηκε. Αντί τούτου όμως, ο κατηγορούμενος 2, επιλέγει να μην παρουσιαστεί στη συνάντηση δήθεν λόγω φόρτου εργασίας, να «επαναπαυθεί» στη βάση του ότι κάποιο άλλο ραντεβού, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, θα διευθετηθεί και να μην μπει καν στο κόπο να στείλει κάτι γραπτώς είτε στο Τμήμα Εργασίας είτε στην παραπονούμενη, έστω και αν αυτό ήταν απλά το επίμαχο πρόγραμμα εργασίας. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την επιστολή Τ.4, δόθηκαν στους κατηγορούμενους όλα τα στοιχεία επικοινωνίας με το Τμήμα όπως αριθμός φαξ και ηλεκτρονική διεύθυνση (email) και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τόσο του κατηγορούμενου 2 όσο και της ΜΥ2, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το εν λόγω πρόγραμμα και υπήρχε και περιλάμβανε την παραπονούμενη Παρέμεινε επομένως άγνωστο και άξιο απορίας, γιατί να μην σταλεί, έστω αυτό το πρόγραμμα εργασίας, το οποίο όχι μόνο θα επιβεβαίωνε τις θέσεις της υπεράσπισης αλλά και θα κατέρριπτε τα παράπονα της παραπονούμενης, αν όντως τέτοιο πρόγραμμα υπήρχε και όντως περιλάμβανε την παραπονούμενη στο υπαλληλικό προσωπικό. Άλλωστε, και η παραπονούμενη, είναι μόνο για το περιεχόμενο του προγράμματος που ζήτησε να ενημερωθεί και όχι για τίποτε άλλο. Η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι ούτε στο Τμήμα Εργασίας απάντησαν γραπτώς γιατί ούτε αυτό το συνηθίζουν σαν εταιρεία, ούτε πείθει αλλά ούτε και αντέχει στη βάσανο της λογικής. Όπως όμως περαιτέρω εξηγώ πιο κάτω οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσαν κατά την ακρόαση, τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και η ΜΥ2 επί του θέματος του προγράμματος εργασίας, καταδεικνύουν το αβάσιμο και το αναληθές της εκδοχής τους. Ε) Όταν τους ζητήθηκε από το συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να προσκομίσουν στο Δικαστήριο τα επίμαχα προγράμματα εργασίας, ο κατηγορούμενος 2 έδωσε μια «διπλωματική» απάντηση ήτοι ότι τα έχει στο γραφείο του αλλά δεν τα έφερε στο Δικαστήριο γιατί δεν σκέφτηκε ότι θα χρειαστούν και αν είναι αναγκαίο μπορεί να τα φέρει. Εδώ γεννάται το εύλογο ερώτημα, ως προς το πότε και που είναι που ο κατηγορούμενος 2 θεωρεί ότι θα έπρεπε να προσκομίσει τα εν λόγω προγράμματα εργασίας, αν όντως αυτά υπήρχαν, αν όχι κατά την ακρόαση ποινικής υπόθεσης εναντίον του, όπου του αποδίδεται ότι στα εν λόγω προγράμματα, δεν είχε περιλάβει την παραπονούμενη. Από την άλλη όμως, η ΜΥ2, εργοδοτούμενη του και υπεύθυνη για το εν λόγω πρόγραμμα, τον διαψεύδει ως προς την σημερινή ύπαρξη των εν λόγω προγραμμάτων. Απαντώντας στην ίδια ερώτηση, η ΜΥ2, για ευνόητους λόγους, έδωσε μια πιο απόλυτη απάντηση. Απλά ότι τα εν λόγω προγράμματα δεν υπάρχουν πλέον εφόσον έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που έλαβαν χώρα τα επίμαχα γεγονότα. Οι πιο πάνω αλληλοσυγκρουόμενες και αντιφατικές θέσεις του κατηγορούμενου 2 και της ΜΥ2, σε συνδυασμό με το ότι, τα πρόσωπα, που σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η παραπονούμενη συνάντησε στις 2/12/13 και 9/12/13 δεν προσήλθαν να καταθέσουν, παρά μόνο, πολύ βολικά, κατέθεσε μόνο η ΜΥ2 η οποία όμως ήταν απούσα κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για να κριθεί αξιόπιστη η εκδοχή της υπεράσπισης, στο βαθμό και στην έκταση βέβαια που αυτή αντικρούεται με την αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης και της ΜΚ
  14. Ως εκ των πιο πάνω η εκδοχή της Υπεράσπισης απορρίπτεται. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, δέχομαι στο σύνολο της τόσο τη μαρτυρία της παραπονούμενης όσο και αυτή της ΜΚ2 και κάμνω ανάλογα ευρήματα. Βρίσκω επίσης ότι από τις 30/11/13 και εντεύθεν, η παραπονούμενη δεν υπολογίζετο στο δυναμικό της υπεραγοράς, δεν είχε τοποθετηθεί στο πρόγραμμα εργασίας και ότι αυτό ήταν σε γνώση της κατηγορούμενης
  15. Για τον κατηγορούμενο 2, βρίσκω επίσης ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν ουσιαστικά ο υπεύθυνος για όλα τα θέματα που αφορούσαν την διαχείριση της υπεραγοράς και των υπαλλήλων της κατηγορούμενης 1 και ήταν το πρόσωπο που διοικούσε την κατηγορούμενη
  16. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1η Κατηγορία - Τερματισμός απασχόλησης εγκύου γυναίκας Το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στην υπό κρίση κατηγορία αφορά στις πρόνοιες του αρ. 4 του Ν. 100(Ι)/97 και ειδικότερα στην σχεδόν απόλυτη προστασία μισθωτής «η οποία ενημερώνει γραπτώς τον εργοδότη της ότι βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ... από απόλυση για περίοδο εκτεινόμενη από την αρχή της εγκυμοσύνης της μέχρι και τρεις μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας». Το αδίκημα δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) και γι' αυτό δύναται να θεωρηθεί ουσιαστικά ως αδίκημα αυστηρής ευθύνης, όπως άλλωστε είναι τα πλείστα αδικήματα που αφορούν εργασιακές σχέσεις (βλ. πρόσφατη απόφαση MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Οι μοναδικές εξαιρέσεις που επιτρέπει ο Νόμος περιέχονται στο αρ. 4Β οι πρόνοιες του οποίου αφορούν σε (α) σοβαρό παράπτωμα από πλευράς μισθωτής ή επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς η οποία δικαιολογεί τη ρήξη της σχέσης εργοδότησης, (β) παύση λειτουργίας της επιχείρησης και (γ) λήξη της περιόδου διάρκειας της σύμβασης εργασίας. Για να μπορεί όμως ο εργοδότης να επικαλεστεί τις εξαιρέσεις του Νόμου, οφείλει προηγουμένως να γνωστοποιεί γραπτώς στη μισθωτή τους λόγους του τερματισμού της απασχόλησης ή της προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και να τους αιτιολογεί δεόντως. (βλ. αρ.4Β

(2)). Ο κ. Λαμπριανίδης εισηγήθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να ενεργοποιεί τις πρόνοιες του αρ.4 του Νόμου και ειδικότερα μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η εργοδοτούμενη προσκόμισε στους εργοδότες της ιατρικό πιστοποιητικό αναφορικά με την εγκυμοσύνη της. Κατ' αρχή, σημειώνω ότι, η αναγκαιότητα προσκόμισης ιατρικού πιστοποιητικού, για σκοπούς ενεργοποίησης της προστασίας του αρ.4, απαλείφτηκε με το τροποποιητικό Ν. 70(I)/2011, αφήνοντας πλέον ως μόνη προϋπόθεση την γραπτή ενημέρωση του εργοδότη περί της εγκυμοσύνης της εργοδοτούμενης. Η απόφαση Φωκά Ανδριανή άλλως Λοϊζίδου ν. Μ.Ι. Motokinissi Limited,
(2004)1 Α.Α.Δ. 789, που εντόπισα, αποφασίστηκε στη βάση του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Ιατρικό πιστοποιητικό πλέον, προσκομίζεται μόνο, αν το ζητήσει ο εργοδότης κάτι το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Ο νομοθέτης έχει επιλέξει όπως μην καθορίζεται πλέον το είδος ή η μορφή που η προβλεπόμενη γραπτή ενημέρωση θα πρέπει να έχει. Αυτό καταδεικνύει κατά την άποψη μου και την απλότητα με την οποία ο Νομοθέτης επέλεξε να διασφαλίσει και τις δύο πλευρές σε μια εργασιακή σχέση. Από τη μια, το μόνο που απαιτείται από την εργοδοτούμενη, είναι να ενημερώσει με κάποιο τρόπο, γραπτώς, τον εργοδότη της περί της εγκυμοσύνης της, ούτως ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η γνώση του τελευταίου και από την άλλη, να παράσχει στους εργοδότες μια δικλείδα προστασίας ανάλογη των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει η Νομοθεσία. Το ουσιαστικό στοιχείο είναι να λάβει έγκαιρα γνώση ο εργοδότης περί της κατάστασης της εργοδοτούμενης του, κατά τρόπο που να μην μπορεί να το αμφισβητήσει αλλά και ταυτόχρονα, που να του παρέχει τη δυνατότητα να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προς διαφύλαξη και των δικών του συμφερόντων. Στην παρούσα υπόθεση, τα παραδεκτά έγγραφα (Τ.Α-Γ), τα οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι παραλήφθηκαν από τους κατηγορούμενους τουλάχιστο από τις 21/10/13 (Τ.Α), ήτοι ένα μήνα πριν τα επίδικα γεγονότα, είναι ιατρικά πιστοποιητικά, υπογραμμένα από ειδικούς γυναικολόγους - μαιευτήρες, το ένα εκ των οποίων μάλιστα, από κυβερνητικό γιατρό, αναφέρουν ρητά, ως μέρος της διάγνωσης, την «εγκυμοσύνη». Επιπλέον, τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και η ΜΥ2 δήλωσαν ρητά ότι γνώριζαν ότι η κατηγορούμενη ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο έγκυος, αφού άλλωστε αυτός ήταν και ο λόγος που απουσίαζε με άδεια ασθενείας. Η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης επομένως, απορρίπτεται ως αβάσιμη αφού κατά τη κρίση μου, δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση ενημερώθηκαν έγκαιρα και γραπτώς για την εγκυμοσύνη της παραπονούμενης. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση υπήρξε τερματισμός της απασχόλησης της παραπονούμενης κατά παράβαση του Νόμου. Όπως αμφότεροι οι συνήγοροι δέχτηκαν, μονομερής τερματισμός μιας εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί γραπτώς, προφορικώς, σιωπηρώς ή με την επίδειξη συγκεκριμένης συμπεριφοράς από την οποία να προκύπτει η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Το κατά πόσο ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή αν έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, εν τη απουσία οποιουδήποτε ρητού γραπτού κειμένου, όπως στην παρούσα περίπτωση, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Κατ' αρχάς έστω και αν δεν έγινε ρητά επίκληση από την Υπεράσπιση των εξαιρέσεων του αρ.4Β του Νόμου, στο βαθμό που κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε εμμέσως με την προβολή του ισχυρισμού ότι η παραπονούμενη, αντισυμβατικά, δεν προσήλθε στην εργασία της, παρατηρώ το εξής. Για να μπορεί ο εργοδότης να επικαλεστεί τις εξαιρέσεις του αρ.4Β θα πρέπει να προηγηθεί σχετική γραπτή ενημέρωση της παραπονούμενης. Στην περίπτωση μας όμως, απουσιάζει οποιαδήποτε γραπτή εξήγηση από τους κατηγορούμενους αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης της παραπονούμενης. Συνεπώς το θέμα των εξαιρέσεων του αρ. 4Β δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, και ειδικότερα του ευρήματος ότι η παραπονούμενη, από τις 30/11/13, ούτε υπολογίζετο στο ανθρώπινο δυναμικό της επιχείρησης, ούτε και ήταν στο πρόγραμμα εργασίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σύντομα μετά που αυτή άρχισε να τους «ενοχλά» με τις «απαιτήσεις» της, οι κατηγορούμενοι προσέλαβαν άλλη υπάλληλο στη θέση της και απέφευγαν διαρκώς και με κάθε τρόπο να απαντήσουν, είτε της παραπονούμενης, είτε των Λειτουργών του Τμήματος Εργασίας, οι οποίοι μάλιστα τους είχαν ενημερώσει ότι διερευνούσαν καταγγελία εναντίον τους για απόλυση της παραπονούμενης, είτε κατά την ακρόαση όταν ρωτήθηκαν ρητά, κατά πόσο η παραπονούμενη εξακολουθούσε να είναι εργοδοτούμενη τους, κρίνω ότι η απασχόληση της παραπονούμενης, τερματίστηκε μονομερώς από τους εργοδότες της στις 30/11/13 και κατά παράβαση των προνοιών του αρ. 4 και 9 του Ν.100(Ι)/97. Στρέφομαι τώρα στο τελευταίο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, ήτοι ποιος ήταν ο «εργοδότης» της παραπονούμενης για σκοπούς εφαρμογής των αρ. 4 και 9 του Νόμου. Αν και οι λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας αποδίδουν το ισχυριζόμενο αδίκημα και στους δύο κατηγορούμενους, εντούτοις, μόνο το πρόσωπο που ήταν «εργοδότης» δύναται να διωχθεί και καταδικασθεί για το εν λόγω αδίκημα. Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, βρίσκω ότι «εργοδότης» της παραπονούμενης ήταν η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, της οποίας διευθυντής ήταν και είναι ο κατηγορούμενος 2. Συνιστά γενική αρχή και του ποινικού δικαίου ότι ένα νομικό πρόσωπο, ως οντότητα ξεχωριστή και ανεξάρτητη από τα μέλη της, δύναται να υπέχει ποινική ευθύνη, χωριστή και ανεξάρτητη από αυτή των μελών και των διευθυντών της. Η «αρχή της αναγνώρισης» - «Principle Of Identification» με την οποία αποδεικνύεται η ποινική ευθύνη μιας εταιρείας, δεν εξυπακούει αυτόματα και ποινική ευθύνη των αντιπροσώπων ή των αξιωματούχων της εκτός βέβαια και αν το προνοεί ρητά ο Νόμος. (βλ. Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272, Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 και Blackstone's Criminal Practice 2016/Part A General principles of criminal law/Section A6 Corporate Liability par. A.6 (ηλεκτρονική έκδοση). Βεβαίως, σε κάποιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν δεν προνοείται στο Νόμο, ο διευθυντής μιας εταιρείας δύναται να διωχθεί, ως «συνεργός» στη βάση του αρ.20 Κεφ.154, νοουμένου βέβαια ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για στοιχειοθέτηση της «συνέργειας» (βλ. πρόσφατη απόφαση MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016) όμως «. δεν μπορεί να είναι κάποιος συνεργός στο γεγονός πως ένας κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του εργοδότη» με τη συμπερίληψη του μάλιστα στην ίδια κατηγορία με τον πραγματικό εργοδότη (βλ. Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272). Άλλο είναι ο «εργοδότης» και άλλο ο συνεργός του. Το αρ.20 δεν διαφοροποιεί την κατάσταση, είναι αυτόνομο άρθρο στον ποινικό κώδικα εξ' ου και απαιτείται αυστηρά η χωριστή επίκληση και απόδειξη του. Στην παρούσα περίπτωση, όπως ανέφερα ανωτέρω, «εργοδότης» της παραπονούμενης ήταν μόνο η κατηγορούμενη 1. Ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν «εργοδότης» αλλά ούτε και διώκεται ως συνεργός της κατηγορούμενης 1, αφού ούτε το αρ.20 Κεφ.154 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της πρώτης κατηγορίας αλλά ούτε και οι λεπτομέρειες αδικήματος καταδεικνύουν οτιδήποτε σχετικό (βλ. μεταξύ άλλων Ajini κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 και η αναφορά που γίνεται σε εκείνη την υπόθεση στην Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (H.L).) Αυτά, σε συνδυασμό με την απουσία χωριστής κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου 2, σφραγίζουν την τύχη της πρώτης κατηγορίας σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  1. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την κατηγορούμενη 1, εργοδότρια της παραπονούμενης, για την οποία κρίνω ότι, έχει «αναγνωριστεί» στον απαιτούμενο βαθμό, ως ο «εργοδότης» που τερμάτισε την εργοδότηση της τότε εγκυμονούσας παραπονούμενης κατά παράβαση των προνοιών του αρ. 4 και 9 του Ν.100(Ι)/
  2. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στην 1η κατηγορία και συνεπώς βρίσκω την κατηγορούμενη 1 ένοχη στην 1η κατηγορία. Για τους λόγους που εξήγησα ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. 2η και 3η κατηγορία - Παραβίαση του νόμου Περί Ισότητας Η 2η και 3η κατηγορία εδράζονται στις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/02, σύμφωνα με τις οποίες, τερματισμός απασχόλησης εγκύου γυναίκας, κατά παράβαση του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν.100(Ι)/97, συνιστά «διάκριση» και δει διάκριση λόγω φύλου καθώς και δυσμενή μεταχείριση εγκύου γυναίκας για σκοπούς του Ν.205(Ι)/
  3. (βλ. αρ. 4
(4), 4
(5), 9
(1)και 11
(1)Ν.200(Ι)/02)[1]. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρ.11
(2)του Ν.205(Ι)/02, δυσμενής μεταχείριση γυναίκας που βρίσκεται σε εγκυμοσύνη, τοκετό, γαλουχία, μητρότητα ή ασθένεια οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίον, ότι οφείλεται σε κάποια από τις καταστάσεις αυτές. Το σχετικό βάρος απόδειξης που έχει τεθεί από το Νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου προσώπου, αποσείεται βέβαια στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπιτή ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220. Ως προς το ποιος δύναται να διωχθεί σε σχέση με παραβάσεις του Ν.205(Ι)/02, τόσο το αρ.30 που ποινικοποιεί την μη συμμόρφωση με τα αρ.9 και 11 όσο και τα ίδια τα εν λόγω άρθρα, δεν προσδιορίζουν, ούτε προαπαιτούν, συγκεκριμένη ιδιότητα του παρανομούντα και τα αδικήματα μπορεί να διαπραχθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό και το αρ. 30 του Νόμου, προνοεί ρητά για τις περιπτώσεις αυτές.[2] Στρέφομαι τώρα στο κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων σε σχέση με τη δεύτερη και τρίτη κατηγορία. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου και της κατάληξης μου ότι η κατηγορούμενη 1, ηθελημένα τερμάτισε στις 30/11/13, κατά παράβαση του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν.100(Ι)/97, την εργοδότηση της παραπονούμενης, ενόσω αυτή ήταν έγκυος και ενόσω αντιμετώπιζε προβλήματα με την εγκυμοσύνη της, κρίνω ότι η κατηγορούμενη 1, απέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που τη βαραίνει και προέβη σε άμεση διάκριση λόγω φύλου καθώς και σε δυσμενή μεταχείριση εγκύου γυναίκας κατά παράβαση των αρ.9, 11 και 30
(1)του Ν.205(Ι)/02. Όσον αφορά την ευθύνη του κατηγορούμενου 2 διευθυντή, ιδιότητα με την οποία ο τελευταίος διώκεται στην παρούσα υπόθεση, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.30 οι οποίες όμως δεν καθιστούν αυτόματα ένοχο το διευθυντή για το αδίκημα της εταιρείας του αλλά ούτε και μεταθέτουν οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στους ώμους του. Αντίθετα, προσεκτική ανάγνωση του αρ. 30 καταδεικνύει ότι για να αποδειχθεί η ενοχή του διευθυντή, θα πρέπει, πέραν της διάπραξης από το νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.30, να αποδειχθεί η συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή τέτοιου διευθυντή. Πρόκειται επομένως περί χωριστού αδικήματος και συνεπώς ο παραβάτης του δεν μπορεί να διώκεται στα πλαίσια κοινής με το νομικό πρόσωπο κατηγορίας αφού η αντίστοιχη ποινική ευθύνη τους εδράζεται επί διαφορετικών στοιχείων (βλ. σχ. Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272). Η διαφοροποίηση δε που γίνεται στο αρ. 30 αναφορικά με τις ποινές που δύναται να επιβληθούν σε εταιρεία και διευθυντή αντίστοιχα καθιστά εντονότερο το ότι όντως πρόκειται περί χωριστών αδικημάτων. Επομένως, η κατάληξη μου πιο πάνω ως προς την απαλλαγή του κατηγορούμενου 2 από τα αδικήματα του Ν.100(Ι)/97 και η απουσία χωριστής κατηγορίας εναντίον του τελευταίου, αναφορικά με το αδίκημα που δύναται να διαπραχθεί από διευθυντή εταιρείας δυνάμει του αρ.30 του Ν.205(Ι)/02, σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής εναντίον του κατηγορούμενου 2 σε σχέση με την 2η και 3η κατηγορία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στην 2η και 3η κατηγορία και συνεπώς βρίσκω την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ένοχη και στις κατηγορίες 2 και 3. Για τους ίδιους λόγους κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή του κατηγορούμενου 2 ο οποίος ως αποτέλεσμα αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις κατηγορίες 2 και 3. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Τερματισμός Εγκύου Μισθωτής- Διάκριση [1] 4
(4)Ο παρών Νόμος δε θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία και τη μητρότητα. Μια γυναίκα που έλαβε άδεια μητρότητας δικαιούται, μετά το πέρας της περιόδου αυτής της άδειας, να επιστρέψει στη θέση εργασίας της ή σε αντίστοιχη θέση υπό όρους και συνθήκες που δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί γι΄αυτήν και να επωφεληθεί από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας την οποία θα εδικαιούτο κατά τη διάρκεια της απουσίας της. Ο παρών Νόμος δεν επηρεάζει τις διατάξεις του περί Γονικής Άδειας για Λόγους Ανωτέρας Βίας Νόμου του 2002. 4
(5)Τυχόν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου συνιστά διάκριση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου. 9.
(1)Άνδρες και γυναίκες απολαμβάνουν ίσης μεταχείρισης, απαγορευόμενης οποιασδήποτε διακρίσεως λόγω φύλου, ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις απολύσεως από οποιεσδήποτε θέσεις απασχολήσεως ή εργασίας. 11.
(1)Οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9 και 10 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και σε περίπτωση οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης γυναικών λόγω εγκυμοσύνης, τοκετού, γαλουχίας, μητρότητας ή ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό [2] 30.
(1)Όποιος εκ προθέσεως παραβαίνει κάποια από τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 12 και 17 του παρόντος Νόμου, θα είναι ένοχος αδικήματος και θα τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι τέσσερις χιλιάδες λίρες ή με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή και με τις δύο ποινές, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από άλλες διατάξεις.
(2)Αν το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός, που θα τιμωρείται μόνο με πρόστιμο μέχρι επτά χιλιάδες λίρες, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από άλλες διατάξεις.
(3)Αν το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδίκημα διαπράττεται από βαρεία αμέλεια, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από άλλες διατάξεις. Αν το εν λόγω αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός, που θα τιμωρείται επίσης με πρόστιμο μέχρι τέσσερις χιλιάδες λίρες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.