Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. OPPLANT INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11286/13, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11286/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και OPPLANT INVESTMENTS LTD 2. Nίκος Περατικός Ημερομηνία: 10.2.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κα Ε. Ιωάννου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ως έχουν τροποποιηθεί, μεταξύ της 10.10.10 και της 10.6.11, στην Λεμεσό, οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν στον Chris Panayiotou:
- Tην επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77724892 για το ποσό των €80.000, πληρωτέα την 10.6.11, η οποία όταν παρουσιάστηκε στις 4.7.11 στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της (κατηγορία 1).
- Την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 77724893 για το ποσό των €55.000, πληρωτέα την 10.6.11, η οποία όταν παρουσιάστηκε στις 4.7.11 στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της (κατηγορία 2). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 6 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων στις προαναφερόμενες κατηγορίες και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως και δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.3512 Μιχάλης Περικλέους, του Γραφείου Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, μετά από γραπτό παράπονο που έλαβε ο Μ.Κ.2 (βλ. τεκμήρια 6 και 7) από τον Δημήτρη Παναγιώτου (Μ.Κ.4). Την ίδια μέρα στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού ο Μ.Κ.2 παρέδωσε στον μάρτυρα της επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2 και 3). Στις 15.9.11 και μεταξύ των ωρών 11:30-12:45 στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (τεκμήριο 4), ιδιοκτήτη και διευθυντή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (βλ. τεκμήριο 8). Την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 13:00-13:10 ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμά και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 9). Όσον δε αφορά την πορεία των επιταγών ανέφερε ότι λήφθηκε κατάθεση από τραπεζικό. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Α/Αστ.2624 Γιάννος Τζουβάνης, ο οποίος κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Κατά την διερεύνηση υπόθεσης που αφορούσε απάτη κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας, με παραπονούμενο τον Μ.Κ.4 (βλ. κατάθεση τεκμήριο 6) και ύποπτο τον κατηγορούμενο 2, ο μάρτυρας παρέλαβε από τον Μ.Κ.4 αντίγραφο σχετικής συμφωνίας (τεκμήριο 11) και έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (τεκμήριο 12). Κατά την διερεύνηση της εν λόγω υπόθεσης προέκυψε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών εκ μέρους του κατηγορούμενου 2. Συγκεκριμένα μετά από μελέτη του τεκμηρίου 11 που έκανε ο μάρτυρας, κάλεσε τον Μ.Κ.4 για να του διασαφηνίσει την εν λόγω συμφωνία και εκείνος στις 14.9.11, σε γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 7) του είπε ότι το τεκμήριο 11 έγινε τυπικά γιατί ο κατηγορούμενος 2 του υποσχέθηκε ότι θα μεταβιβάζονταν τα καταστήματα στο όνομα του και για να είναι εξασφαλισμένος ο Μ.Κ.4 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 και αυτός του έκδωσε τις δύο επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2 και 3), τις οποίες ο Μ.Κ.4 παρέδωσε στον μάρτυρα την ίδια ημέρα. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα ο μάρτυρας παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές στον Μ.Κ.1, ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας, στην οποία ο μάρτυρας δεν συμμετείχε καθόλου. Όσον δε αφορά την προαναφερόμενη υπόθεση απάτης κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας, ο μάρτυρας είπε ότι επειδή κατά την διερεύνηση της προέκυψε και προωθήθηκε για διερεύνηση στο Κλιμάκιο Οικονομικού Εγκλήματος του Τ.Α.Ε. Λεμεσού η παρούσα και μετά κινήθηκε η ποινική δίωξη σε αυτήν, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης του παραπονούμενου, δεν προχώρησε η διερεύνηση της. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Ξένιος Κονομής, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα διευθυντής της Υπηρεσίας Recoveries Λεμεσού. Ο μάρτυρας παρέλαβε από την Αστυνομία, διαταγή προσαγωγής εγγράφων ημερομηνίας 10.11.11 και με βάση αυτήν ανέφερε ότι:
(1)ο λογαριασμός υπ' αριθμός 0359-11-005423, ανήκει στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία έχει ως μοναδικό διευθυντή τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι και το μοναδικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα υπογραφής στον πιο πάνω λογαριασμό,
(2)ο εν λόγω λογαριασμός έχει τερματισθεί με επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, ημερομηνίας 10.3.09, προς τον κάτοχο του λογαριασμού δηλ. την κατηγορούμενη 1, καλώντας την να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού εντός 21 ημερών, ενώ στην ίδια επιστολή αναφέρεται ρητώς ότι δεν θα προβαίνει στην έκδοση επιταγών εφόσον η τράπεζα δεν θα τις πληρώνει και καλείται να παραδώσει στην τράπεζα τα βιβλιάρια επιταγών εντός 10 ημερών (από την ημερομηνία της επιστολής) (βλ. τεκμήριο 14 όπου πέραν της επιστολής επισυνάπτονται και καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού για τις 31.5.08 και για το χρονικό διάστημα από 31.3.10 μέχρι 16.9.11 καθώς και δείγμα υπογραφής του κατηγορούμενου 2). Όσον αφορά τις επιταγές τεκμήρια 2 και 3, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν αυτές κατατέθηκαν για εξαργύρωση, παρουσιάσθηκαν στην εκδότρια τράπεζα, δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στον λογαριασμό εφόσον ο λογαριασμός είχε τερματιστεί από το 2009 και για αυτό οι επιταγές σφραγίστηκαν με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ». Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Δημήτρης Παναγιώτου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Περί το 2001 γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 λόγω του ότι πουλούσε αυτοκίνητα τα οποία του εκτελώνιζε ο μάρτυρας. Από το 2004 και μετά ο κατηγορούμενος 2 σταμάτησε να ασχολείται με τα αυτοκίνητα και έκτοτε δεν τον είχε ξαναδεί παρά μόνο τον Φεβρουάριο του 2008 όταν ο κατηγορούμενος 2 πήγε στο γραφείο του και του είπε ότι ασχολείτο με την κατασκευή πολυκατοικιών και πώληση διαμερισμάτων και εάν ήθελε να αγοράσει. Ο μάρτυρας του είπε ότι ενδιαφερόταν και ο κατηγορούμενος 2 τον πήρε σε μια υπό ανέγερση πολυκατοικία, η οποία ήταν σκελετωμένη. Αφού ο μάρτυρας μελέτησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια συμφώνησαν να αγοράσει ένα διαμέρισμα στον 2ον όροφο της πολυκατοικίας. Αφού ο κατηγορούμενος 2 καταχώρησε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, ο μάρτυρας του έδωσε το χρηματικό ποσό των €215.000 και εκείνος του έδωσε απόδειξη εξοφλήσεως. Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, η πολυκατοικία έπρεπε να τελειώσει στις αρχές του
- Όμως από τον καιρό που έγινε η συμφωνία, το Φεβρουάριο του 2008, κανένα έργο δεν έγινε στην υπό ανέγερση πολυκατοικία. Λόγω του ότι δεν προχωρούσε η πολυκατοικία, ο μάρτυρας είχε συχνά τηλεφωνικές και προσωπικές επαφές με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος συνεχώς του υποσχόταν ότι θα έπαιρνε χρήματα και θα τέλειωνε την πολυκατοικία. Τον Μάιο του 2010 ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο 2 ότι ήθελε πίσω τα λεφτά του λόγω του ότι κατάλαβε ότι δεν είχε πρόθεση να τελειώσει την πολυκατοικία. Ο κατηγορούμενος 2 του πρότεινε να του πουλήσει δύο καταστήματα στο ισόγειο άλλης πολυκατοικίας. Πήραν κοινό εκτιμητή, ο οποίος εκτίμησε την αξία των καταστημάτων στις €165.000 - €170.000 και συμφώνησαν να τα αγοράσει ο μάρτυρας για το ποσό των €180.000 και το υπόλοιπο των €35.000 να του το δώσει ο κατηγορούμενος 2 σε μετρητά τα οποία κατά διαστήματα πράγματι του παρέδωσε. Τα δύο καταστήματα ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα Jonathan Stelios, τον οποίο ο μάρτυρας δεν γνωρίζει και του οποίου ο κατηγορούμενος 2 κατείχε πληρεξούσιο για να διαχειρίζεται τα καταστήματα. Αφού έκαναν την πιο πάνω συμφωνία, ο κατηγορούμενος 2 την χαρτοσήμανε και την κατέθεσε στο Κτηματολόγιο. Ανέφερε δε στον μάρτυρα ότι θα του μεταβίβαζε τα καταστήματα μετά από ένα μήνα περίπου. Μετά την πάροδο ενός μηνός ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 και εκείνος του είπε ότι την μεταβίβαση θα την κανόνιζε πιο μετά λόγω του ότι είχε κάποιο πρόβλημα. Επειδή περνούσε ο καιρός και δεν τον ενημέρωνε για το πότε θα γινόταν η μεταβίβαση, άρχισε να ανησυχεί και πήγε στο Κτηματολόγιο να ρωτήσει τι πρόβλημα υπήρχε. Στο Κτηματολόγιο του ανέφεραν ότι τα δύο καταστήματα ήταν υποθηκευμένα για το ποσό των €140.000 στην τράπεζα Societe General. Ακολούθως επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν εξοφλημένο το δάνειο. Ο μάρτυρας μίλησε με το διευθυντή της τράπεζας, ο οποίος του είπε ότι το δάνειο δεν ήταν εξοφλημένο και είχε καθυστερημένες δόσεις. Έκτοτε ο κατηγορούμενος 2 έλεγε στον μάρτυρα ότι θα τον ξοφλήσει χωρίς ωστόσο να το πράξει. Το συμβόλαιο που υπέγραψε στις 10.10.10 (τεκμήριο 11) για την αγορά των καταστημάτων το έκαναν τυπικά, αφού πίστευε ότι θα γινόταν σύντομα η μεταβίβαση του αφού ήταν καθαρό και κρατούσε πληρεξούσιο ο κατηγορούμενος
- Γι' αυτό το λόγο δεν το μελέτησε και όταν το είδε στις 14.9.11, όταν έδιδε την κατάθεση του τεκμήριο 7, είπε ότι τότε έβλεπε ότι στους όρους αναφέρει ότι κατά την υπογραφή πλήρωσε €20.000 και ότι προνοεί να δώσει €100.000 κατά τη μεταβίβαση. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι μετά που έμαθε ότι τα καταστήματα ήταν υποθηκευμένα, βρήκε τον κατηγορούμενο 2 για να δουν τι θα κάνουν και εκείνος του πρότεινε να του δώσει δύο επιταγές μεταχρονολογημένες για να είναι εξασφαλισμένος. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 2 του έκδωσε τις δύο επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2 και 3), πριν τις 10.6.
- Εξηγώντας γιατί οι δύο επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα Chris Παναγιώτου, είπε ότι όταν αγόρασε το διαμέρισμα από τον κατηγορούμενο 2, το έβαλε πάνω στο όνομα του γιου του και όταν δεν τελείωνε η πολυκατοικία και του πρότεινε ο κατηγορούμενος 2 να του δώσει τα δύο καταστήματα έναντι του διαμερίσματος, επειδή το πρώτο αγοραπωλητήριο ήταν πάνω στον γιο του, όταν ακολούθως έμαθε ότι τα δύο καταστήματα ήταν υποθηκευμένα και μίλησε με τον κατηγορούμενο 2, ο τελευταίος έκδωσε τις επιταγές στο όνομα του γιού του για να ταυτίζεται η πράξη. Ακολούθως ο γιος του οπισθογράφησε τις επιταγές και του τις έδωσε αλλά δεν θυμάται πότε έγινε αυτό. Υπέδειξε δε στο πίσω μέρος των τεκμηρίων 2 και 3 την υπογραφή στο πάνω πάνω μέρος ως αυτήν του γιου του και την άλλη υπογραφή ως την δική του και τον λογαριασμό του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου που τις έκανε κατάθεση. Είπε επίσης ότι αυτός παρουσίασε τις επιταγές για πληρωμή τρεις φορές στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, αλλά του επιστράφηκαν και τις τρεις φορές με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος στο ΚΑΠ. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι επιταγές δεν έχουν επαρκή υπόλοιπα, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος πήγε στο γραφείο του και όταν ο μάρτυρας τον ρώτησε γιατί του έκδωσε επιταγές ενώ γνώριζε ότι δεν είχε χρήματα και ήταν στο ΚΑΠ, εκείνος του είπε ότι θα τα κανονίσει και του υποσχέθηκε ότι θα περνούσε από την τράπεζα Societe Generale και θα διευθετούσε την εξόφληση του δανείου και θα γινόταν η μεταβίβαση των καταστημάτων επ' ονόματι του μάρτυρα, πράγμα το οποίο δεν έγινε ποτέ. Ζήτησε δε από τον μάρτυρα να του δώσει τις επιταγές, αλλά αυτός του είπε ότι θα του τις έδινε όταν θα γινόταν η μεταβίβαση των καταστημάτων. Όταν του τέθηκε η θέση του κατηγορούμενου 2 στην κατάθεση του, ότι ο μάρτυρας γνώριζε ότι οι εν λόγω επιταγές δεν είχαν υπόλοιπα, είπε ότι δεν το γνώριζε και ότι όταν τους τις έκδωσε του τηλεφώνησε ο μάρτυρας και τον ρώτησε εάν θα περάσουν και εκείνος του είπε ότι σίγουρα θα περάσουν και για αυτό τις έβαλε την συγκεκριμένη ημερομηνία και αφού εξαργυρωθούν θα πήγαιναν μαζί στην τράπεζα για να εξοφλήσουν το δάνειο. Δεν δέχθηκε ότι τις επιταγές τους τις έδωσε ο κατηγορούμενος 2 την ίδια ημέρα που έκαναν το συμβόλαιο. Είπε ότι του τις έδωσε μετά που έμαθε ότι τα καταστήματα ήταν υποθηκευμένα και του τις έκδωσε μεταχρονολογημένες για τις 10.6.11 για να είναι εξασφαλισμένος ότι θα εξαργυρώνονταν, θα ξοφλούσαν το δάνειο και θα γινόταν η μεταβίβαση των καταστημάτων. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Chris Panayiotou, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Είναι ο γιος του Μ.Κ.
- Οι επιταγές τεκμήρια 2 και 3 αφορούν ένα διαμέρισμα που πήρε ο πατέρας του από τον κατηγορούμενο 2, ως δώρο για τον μάρτυρα. Ο μάρτυρας δεν ήταν παρών όταν εκδόθηκαν οι επιταγές. Το διαμέρισμα δεν τελείωσε καθότι η πολυκατοικία δεν τελείωσε. Έτσι ο κατηγορούμενος 2 έδωσε στον πατέρα του τις δύο επιταγές. Ο πατέρας του για να τις κάνει κατάθεση, τις πήρε στον μάρτυρα και τις υπέγραψε (υπέδειξε την υπογραφή του ως την πρώτη στο πάνω μέρος στην πίσω όψη κάθε μιας από τις δύο επιταγές) καθότι εκδόθηκαν στο όνομα του τελευταίου. Δεν θυμάται πότε του πήρε ο πατέρας του τις επιταγές να τις υπογράψει, ούτε πότε τις υπέγραψε, ούτε εάν τις κατέθεσε ποτέ αυτός στην τράπεζα. Επίσης δεν θυμάται πόση ήταν η συμφωνηθείσα αξία του διαμερίσματος ούτε πότε ακριβώς έκανε ο πατέρας του τη συμφωνία για αυτό. Ο ίδιος δεν είχε ανάμειξη στις οικονομικές συναλλαγές του πατέρα του με τους κατηγορούμενους. Τα κανόνισε όλα ο πατέρας του. Δεν γνωρίζει για την αναφορά του πατέρα του στην κατάθεση του ότι οι δύο επιταγές του δόθηκαν για να είναι εξασφαλισμένος, ούτε για την συμφωνία με τα καταστήματα γνωρίζει λεπτομέρειες. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, Φώτης Ανδρέου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, η πρώτη (τεκμήριο 3) στις 14.6.11 και η δεύτερη (τεκμήριο 2) στις 15.6.
- Στάληκαν στην εκδότρια Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, η πρώτη στις 20.6.11 (με σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» ημερ. 17.6.11) και η δεύτερη στις 21.6.11 (με σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» ημερ. 18.6.11). Μετά τηλεφώνησαν στον πελάτη - δικαιούχο του λογαριασμού, στον οποίο έγινε η κατάθεση δηλ. στην Δ. & Κ. Παναγιώτου Ltd και έλαβαν οδηγίες και έγιναν και οι δύο ξανά κατάθεση στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο στις 22.6.
- Επιστράφηκαν από την Τράπεζα Κύπρου στις 28.6.11 (με σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» ημερ. 27.6.11) και μετά από νέες οδηγίες του πελάτη έγιναν ξανά κατάθεση και οι δύο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο στις 29.6.
- Επιστράφηκαν και πάλι από την Τράπεζα Κύπρου στις 5.7.11 (με σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» ημερ. 4.7.11) και δόθηκαν στην Δ & Κ Παναγιώτου Ltd. Διευκρίνισε δε ότι ο ίδιος είχε κάνει μόνο την αρχική κατάθεση των δύο επιταγών και τις υπόλοιπες τις έκαναν συνάδελφοι του και για αυτές κατέθεσε με βάση κάποιο «statement» που είχε στην κατοχή του. Δεν θυμάται ποιος του πήρε τις επιταγές όταν έγινε η πρώτη κατάθεση. Δεν θυμάται εάν αυτές οπισθογραφήθηκαν μπροστά του και δεν γνωρίζει σε ποιον ανήκει η σχετική υπογραφή. Η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 ήταν η ακόλουθη: Με τον Μ.Κ.4 συνεργαζόταν στις εκτελωνίσεις αυτοκινήτων. Σε κάποιο στάδιο ο Μ.Κ.4 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει για τον γιο του (Μ.Κ.5) ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία που θα ανέγειρε ο κατηγορούμενος 2 το
- Έτσι έκαναν συμφωνία για να του πουλήσει ένα διαμέρισμα για €215.
- Ο Μ.Κ.4 του εξόφλησε το τίμημα του διαμερίσματος. Κατά το 2010 ο κατηγορούμενος 2 είχε να εισπράττει λεφτά από τους υπόλοιπους αγοραστές, οι οποίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν κάποια δάνεια για να μπορέσουν να τον εξοφλήσουν ώστε να προχωρήσει τις εργασίες στην πολυκατοικία. Ο Μ.Κ.4 εξέφρασε την επιθυμία να βρει ο κατηγορούμενος 2 κάτι άλλο να αγοράσει από αυτόν και να αποσυρθούν από το διαμέρισμα το οποίο είχαν συμφωνήσει. Έτσι ο κατηγορούμενος 2 του βρήκε κάποια καταστήματα για να τα αγοράσει. Ακύρωσαν την συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος και συμφώνησαν να πουλήσει στον Μ.Κ.4 δύο καταστήματα για το ποσό των €180.000 και το υπόλοιπο του τιμήματος του διαμερίσματος δηλ. €35.000 θα του το πλήρωνε ο κατηγορούμενος 2 σταδιακά όπως και έκανε. Ο Μ.Κ.4 γνώριζε από τότε ότι τα καταστήματα ήταν υποθηκευμένα και υπήρχε σχετικό δάνειο καθότι τον ενημέρωσε ο ίδιος αλλά και ενημερώθηκε για αυτά όταν πήγαν μαζί στην τράπεζα, πριν γίνει η συμφωνία. Για την πώληση των καταστημάτων στις 10.10.10 υπέγραψαν με τον Μ.Κ.4 το τεκμήριο 11 και την ίδια ημέρα υπέγραψε και παρέδωσε στον Μ.Κ.4 τις επίδικες επιταγές όχι όμως για να εξαργυρωθούν αλλά ως εγγύηση, με την προφορική συμφωνία να εξοφλούσε ο Μ.Κ.4 το χρέος του δανείου που υπήρχε για τα καταστήματα, κάνοντας άλλο δάνειο στο όνομα του και στη συνέχεια θα μεταβίβαζε τα καταστήματα στον Μ.Κ.4 και εκείνος θα του επέστρεφε τις επιταγές και ο κατηγορούμενος 2 θα του έδιδε επιταγές των €5.000 μηνιαίως ώστε να τον εξοφλήσει. Ο Μ.Κ.4 όμως δεν τήρησε την προαναφερόμενη προφορική συμφωνία και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 δεν οφείλει οποιοδήποτε από τα ποσά που αφορούν οι επίδικες επιταγές σε οποιονδήποτε. Από το 2007 διέμενε στην οδό Ανδρέα Παπαδοπούλου
- Ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή του τεκμηρίου
- Ο λογαριασμός που διατηρούσε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είχε αρχικό όριο 100.
- Τον Οκτώβριο του 2010 η κατηγορούμενη 1 έκδωσε και άλλες επιταγές, εκτός από τις επίδικες, οι οποίες εξαργυρώθηκαν κανονικά από την τράπεζα. Περί το τέλος του 2008 ο ίδιος επισκέφθηκε τα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας Κύπρου, είχε συνάντηση με τον Περιφερειακό Διευθυντή Λεμεσού και παρουσία του Διευθυντή Πιστωτικού Κινδύνου, του είχαν εγκρίνει υπέρβαση ύψους €750.000 στις εταιρείες που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου και στις οποίες του έκαναν υπέρβαση όταν παρουσιάζονταν επιταγές. Αυτό εξ όσων γνώριζε ίσχυε και στις 10.10.
- Έτσι ανεξαρτήτως της συμφωνίας που είχε με τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 πίστευε ότι οι επίδικες επιταγές μπορούσαν να πληρωθούν. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Περιορίσθηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης στο να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 και να τον κατηγορήσει γραπτώς για τα επίδικα αδικήματα. Φαίνεται επίσης ότι φρόντισε να ληφθεί κατάθεση από τον Μ.Κ.3 και να λάβει το τεκμήριο 8 σε σχέση με την κατηγορούμενη
- Πέραν όμως των πιο πάνω δεν έκανε άλλες ενέργειες. Έτσι δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2 στην κατάθεση του (τεκμήριο 4) για κάποιες, σχετικές με τον λόγο έκδοσης των επιταγών, συμφωνίες που είχε με τον Μ.Κ.4 καθότι, ως είπε, αυτοί μιλούσαν για κάποιες συμφωνίες και ο ίδιος είχε στα χέρια του δύο ακάλυπτες επιταγές και για αυτό περιορίσθηκε στην εξέταση αυτών. Περαιτέρω δεν εξέτασε εάν οι επιταγές είχαν αντάλλαγμα, ούτε σε ποιον ανήκουν οι υπογραφές που φέρουν πίσω, ούτε σε ποιον ανήκει ο λογαριασμός που αναφέρεται πίσω ενώ δεν πήρε κατάθεση ούτε από τον Μ.Κ.5, που φαίνεται ως ο δικαιούχος αυτών. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ήταν όχι μόνο πρόχειρη αλλά και ελλιπής, εξ ου και η κατηγορούσα αρχή κάλεσε και δύο μάρτυρες που δεν είχαν δώσει κατάθεση (Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6) στην προσπάθεια της να αποδείξει την υπόθεση της. Από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνονται λοιπόν δεκτές οι λιγοστές ενέργειες που έκανε για σκοπούς διερεύνησης. Ο Μ.Κ.2 αντίθετα μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στις ενέργειες του κατά την διερεύνηση της υπόθεσης που αφορούσε απάτη κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας, μετά από καταγγελία που έκανε ο Μ.Κ.4 εναντίον του κατηγορούμενου 2 και εξήγησε πως προέκυψαν τα επίδικα στην παρούσα αδικήματα, πως περιήλθαν στην κατοχή του τα τεκμήρια 2, 3 και 11 και τι απέγινε η υπόθεση που αυτός διερευνούσε. Απάντησε σε όλες τις σχετικές με τα πιο πάνω ερωτήσεις με αμεσότητα και χωρίς περιστροφές και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3, δεν αμφισβητήθηκε κατά την μαρτυρία του ότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ανήκει στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία έχει ως μοναδικό διευθυντή τον κατηγορούμενο 2, που είναι και το μοναδικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα υπογραφής στον λογαριασμό, ούτε και ότι η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού τερματίσθηκε από την Τράπεζα Κύπρου στις 10.3.
- Όσον δε αφορά την επιστολή του τεκμηρίου 14, στην κυρίως εξέταση του είπε μεν ότι αυτή στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο και εφόσον δεν επιστράφηκε θεωρείται ότι έχει παραληφθεί από τον πελάτη αλλά προέκυψε σαφώς από την αντεξέταση του, ότι ο ίδιος δεν προέβη σε έρευνα για να διαπιστώσει εάν επιστράφηκε ή όχι. Όσον δε αφορά τις καταστάσεις λογαριασμών του τεκμηρίου 14 είπε ότι αυτές αποστέλλονται μια φορά τον μήνα στον πελάτη με κανονικό ταχυδρομείο και έτσι δεν είναι σε θέση να ξέρει εάν παραλήφθηκαν. Σε σχέση δε με την παρουσίαση των επιταγών στην τράπεζα του, στην κυρίως εξέταση είπε ότι αυτές παρουσιάστηκαν. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε όμως ότι ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμειξη σε σχέση την πορεία των δύο επιταγών και ήταν εμφανές ότι ό,τι είπε σχετικά το είπε με βάση τις σφραγίδες που αυτές φέρουν. Έτσι είπε ότι αυτό φαίνεται από την σφραγίδα «Bank Of Cyprus Public Company Ltd», ημερ. 23.6.
- Ανέφερε επίσης ότι αυτό δείχνει ότι οι επιταγές κατατέθηκαν όσον αφορά την τράπεζα του, για πρώτη φορά στις 23.6.11, κάτι που όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του Μ.Κ.
- Ο ίδιος δεν εργαζόταν τότε στο εν λόγω υποκατάστημα και δεν γνωρίζει από ποιον κατατέθηκαν οι επιταγές. Ήταν δε σαφές ότι ενόψει του αριθμού των σφραγίδων που αυτές φέρουν δεν ήταν σίγουρος για όσα σχετικά είπε. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι υπάρχουν διάφορες σφραγίδες άλλων τραπεζών, υπάρχουν πολλές σφραγίδες η μια πάνω από την άλλη και δεν είναι ευδιάκριτο ποιων τραπεζών είναι, εκτός από το Συνεργατικό και την Τράπεζα Κύπρου. Εξήγησε ότι λόγω αυτού δεν είναι ευδιάκριτο, δεν μπορεί να πει πότε κατατέθηκε το τεκμήριο 3 για πρώτη φορά σε οποιονδήποτε τραπεζιτικό οργανισμό. Όσον αφορά την πορεία των επιταγών είπε ότι αυτός μπορούσε να πει μόνο πότε εμφανίστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και πότε επιστράφηκαν. Τέλος σε σχέση με το ότι στην κατάσταση λογαριασμού (8η σελίδα τεκμηρίου 14 για τις 31.5.08) φαίνεται ως χρεωστικό υπόλοιπο 193.457.89 ενώ το όριο ήταν 100.000, είπε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν τη συγκεκριμένη ημερομηνία υπήρχε οποιαδήποτε διευθέτηση πελατών με την τράπεζα και ότι δεν έχει προσωπική γνώση κατά πόσο δόθηκε επιπλέον τραπεζική διευκόλυνση με αύξηση του ορίου του λογαριασμού. Σε υποβολή δε ότι δόθηκε τέτοια έξτρα διευκόλυνση, η οποία ίσχυε και για τον Οκτώβριο του 2010 και για τον Ιούνη του 2011 είπε ότι η επιστολή του τεκμηρίου 14 έλεγε ότι έχει τερματιστεί ο λογαριασμός και έτσι αποκλείεται αυτό. Το τελευταίο δεν έχει αμφισβητηθεί και η πιο πάνω θέση του μάρτυρα επιβεβαιώνεται και από τις υπόλοιπες καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού στο τεκμήριο 14 από τις οποίες φαίνεται ότι για το χρονικό διάστημα από 31.3.10 μέχρι 16.9.11, ο λογαριασμός δεν παρουσιάζει υπόλοιπα ούτε κίνηση άλλη αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου λόγω χρεώσεων της τράπεζας για ποσά από 2.400 μέχρι 3.
- Εκτός λοιπόν του αμέσως προαναφερόμενου και αυτών που είπε σε σχέση με τον κάτοχο του επίδικου λογαριασμού, το πρόσωπο που είχε δικαίωμα υπογραφής σε αυτόν και του τερματισμού της λειτουργίας του, η λοιπή μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αντίθετα ο Μ.Κ.6 ήταν σαφής και θετικός στα όσα ανέφερε σε σχέση με την παρουσίαση των επιταγών στην τράπεζα στην οποία εργάζεται, στην παρουσίαση τους στην πληρώτρια τράπεζα και στην επιστροφή τους για τον συγκεκριμένο λόγο που ανέφερε. Δεν μου διαφεύγει ότι καθώς ανέφερε ο ίδιος είχε κάνει μόνο την αρχική κατάθεση των δύο επιταγών αλλά τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις άλλες δύο καταθέσεις αυτών, τα ανέφερε πέραν από τις σφραγίδες και με βάση κατάσταση λογαριασμού που είχε μαζί του και δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία αυτού γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Κ.5 ήταν εμφανές από την μαρτυρία του ότι δεν είχε προσωπική γνώση για τα πλείστα όσα αφορούν την υπόθεση, πέραν προφανώς των όσων του είπε ο πατέρας του. Αυτό προκύπτει και από το ότι ως ο ίδιος ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, δεν είχε ανάμειξη στις οικονομικές συναλλαγές με τους κατηγορούμενους και όλα τα σχετικά τα κανόνισε ο πατέρας του (Μ.Κ.4). Το μόνο δε γεγονός που μπορούσε να πει από προσωπική γνώση και με βεβαιότητα είναι ότι σε κάποιο χρονικό σημείο, το οποίο δεν μπορούσε να καθορίσει, ο πατέρας του του πήρε τις επίδικες επιταγές και ο μάρτυρας έθεσε την υπογραφή του στο πίσω μέρος αυτών καθότι είχαν εκδοθεί στο όνομα του. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και λαμβάνοντας υπόψην και τα προλεχθέντα, είναι και το μόνο σημείο της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 που γίνεται δεκτό. Ο Μ.Κ.4 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση και γενικά η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο είναι ότι το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου 2 δεν ήταν ότι του έκδωσε επιταγές που δεν είχαν αντίκρισμα αλλά ότι τελικά δεν του μεταβίβασε τα καταστήματα όπως είχαν συμφωνήσει. Το πιο πάνω προκύπτει κατά την κρίση μου, όντας και ουσιώδες για τα επίδικα αδικήματα, από την όλη θέση του σε σχέση με το λόγο - αντάλλαγμα για τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση της υπεράσπισης είναι μεταξύ άλλων και ότι δεν δόθηκε αντάλλαγμα για τις επιταγές. Ήταν η θέση του Μ.Κ.4 στο Δικαστήριο ότι όταν καθυστερούσε να του γίνει η μεταβίβαση των καταστημάτων, που συμφώνησε ο κατηγορούμενος 2 να του πουλήσει, ο μάρτυρας έμαθε ότι αυτά ήταν υποθηκευμένα οπόταν μίλησε με τον κατηγορούμενο 2 και αυτός πήγε στο γραφείο του όπου υπέγραψε και του παρέδωσε τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές (όχι στις 10.10.10 αλλά σε άλλο χρόνο πριν τις 10.6.11) για να είναι εξασφαλισμένος ότι θα εξαργυρώνονταν, θα εξοφλείτο το δάνειο που υπήρχε για τα καταστήματα και θα γινόταν η μεταβίβαση. Η θέση του όμως αυτήν κρίνεται όψιμη και μη πειστική για τους λόγους που θα εξηγηθούν κάτωθι: Ενώ στις 12.7.11 κατήγγειλε τον κατηγορούμενο 2 στην Αστυνομία, δηλώνοντας ότι επιθυμεί την ποινική του δίωξη, στην σχετική με αυτό κατάθεση του (τεκμήριο 6) καμία αναφορά έκανε για τις επίδικες επιταγές. Αντίθετα το παράπονο του εκεί ήταν βασικά ότι ο κατηγορούμενος 2 του πούλησε τα προαναφερόμενα καταστήματα χωρίς να τον ενημερώσει ότι ήταν υποθηκευμένα. Η πρώτη φορά που έκανε αναφορά στις επιταγές αυτές ήταν στις 14.9.11 όταν ο Μ.Κ.2, μετά που έλαβε σχετική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, τον κάλεσε για να του διασαφηνίσει την συμφωνία τεκμήριο
- Αυτό λοιπόν έγινε μετά που ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του (τεκμήριο 12) ανάφερε ότι του έκδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές. Ακόμη όμως και τότε είπε ότι μετά που έμαθε ότι τα καταστήματα ήταν υποθηκευμένα βρήκε τον κατηγορούμενο 2 για να δουν τι θα κάνουν και εκείνος του πρότεινε να του δώσει δύο μεταχρονολογημένες επιταγές «για να είναι εξασφαλισμένος». Στην κυρίως εξέταση του πρόσθεσε ότι του δόθηκαν οι επιταγές για να είναι εξασφαλισμένος ότι θα εξαργυρώνονταν και θα «ξοφλούσαμε το δάνειο» και θα γινόταν η μεταβίβαση των καταστημάτων. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του όταν του τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά λέει στην κατάθεση του ότι ο μάρτυρας γνώριζε ότι οι επιταγές δεν είχαν υπόλοιπα, το αρνήθηκε και είπε ότι όταν του τις έκδωσε, του τηλεφώνησε και τον ρώτησε εάν θα περάσουν και εκείνος του είπε ότι της έβαλε την συγκεκριμένη ημερομηνία γιατί θα περάσουν 100% και αφού εξαργυρωθούν «να πάμε μαζί στην τράπεζα για να εξοφλήσουμε το δάνειο». Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.4 είπε ότι ήταν στο γραφείο του που ο κατηγορούμενος 2 του υπόγραψε και του παρέδωσε τις επιταγές. Για ποιο λοιπόν λόγο του τηλεφώνησε μετά ο μάρτυρας για να τον ρωτήσει εάν θα περάσουν; Προφανώς είπε τα πιο πάνω ώστε να γίνει πειστικός ως προς την θέση του ότι όχι μόνο δεν γνώριζε ότι οι επιταγές δεν θα εξαργυρώνονταν αλλά ότι αντίθετα ο κατηγορούμενος 2 του κατέστησε αυτό σίγουρο. Περαιτέρω εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι και πάλι χρησιμοποίησε πληθυντικό αριθμό ως προς την εξόφληση δανείου, συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό του ενώ ήταν ουσιαστικά η θέση του το ότι δάνειο έπρεπε να εξοφληθεί από τον κατηγορούμενο
- Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι στην κατάθεση του είπε ότι του έδωσε ο κατηγορούμενος 2 τις επιταγές για να είναι εξασφαλισμένος. Όταν σε κάποιο σημείο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 τον παραπλάνησε και του έκανε διπλοπώληση τα δύο καταστήματα ενώ ήξερε ότι ήταν υποθηκευμένα, ρωτήθηκε εάν το παράπονο του ήταν ότι του πώλησε υποθηκευμένα καταστήματα. Στην ερώτηση αυτή απάντησε μεν αρνητικά αλλά από τα όσα είπε στην συνέχεια προκύπτει ότι αυτό ήταν το παράπονο του. Σε άλλο σημείο όταν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι του δόθηκαν οι επιταγές για να είναι εξασφαλισμένος ότι θα μεταβιβάζονταν τα καταστήματα στο όνομα του, απάντησε αρνητικά και είπε ότι του έδωσε τις επιταγές για να τις πάρει αυτός στην τράπεζα για να είναι και ασφαλής ότι δηλ. στις 10.6.11 θα εξαργυρώνονταν, θα πήγαινε με τον κατηγορούμενο 2 να εξοφλήσουν την τράπεζα και ακολούθως στο Κτηματολόγιο. Όταν δε του ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν οι επιταγές του δόθηκαν ως αντάλλαγμα είτε για την αγορά του διαμερίσματος, είτε για την αγορά των καταστημάτων απάντησε υπεκφεύγοντας ότι του τις έκδωσε ο κατηγορούμενος 2 όταν έμαθε ότι τα καταστήματα που του πούλησε για να πάρει πίσω το διαμέρισμα ήταν υποθηκευμένα. Όταν σε άλλο σημείο του ζητήθηκε να πει εάν το παράπονο που έκανε στην Αστυνομία ήταν για τις επιταγές ή την πώληση (των υποθηκευμένων καταστημάτων) είπε ότι το παράπονο του ήταν ότι από το 2008 που έδωσε στον κατηγορούμενο 2, €215.000 για ένα διαμέρισμα, έφτασαν το 2011 και τον κορόιδευε για το διαμέρισμα και ακολούθως του έδωσε τα δύο καταστήματα και τον κορόιδευε άλλο έναν χρόνο, μετά από τη συμφωνία ότι θα εξοφλούνταν τα καταστήματα. Σε υποβολή δε ότι οι επιταγές δεν του δόθηκαν για να τις καταθέσει για εξόφληση αλλά για εξασφάλιση του, είπε βασικά ότι δεν του δόθηκαν για εξασφάλιση αλλά για να πάει να τις εξαργυρώσει και στις 10.6 να γίνει η μεταβίβαση των καταστημάτων. Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν λοιπόν αυτό που είπε στην κατάθεση του ότι τις πήρε για εξασφάλιση, δεν είναι αλήθεια, προφανώς αντιλαμβανόμενος την ασυνέπεια της θέσης του, προσπάθησε να προσαρμόσει αυτήν λέγοντας ότι τις έλαβε για εξασφάλιση ότι θα περνούσαν στις 10.6 και ακολούθως θα πήγαιναν στην τράπεζα να εξοφλούσαν το δάνειο και θα γινόταν η μεταβίβαση. Τέλος σε υποβολή ότι το παράπονο του στην Αστυνομία δεν ήταν για τις δύο επιταγές αλλά ότι ο κατηγορούμενος 2 τον εξαπάτησε και του πώλησε υποθηκευμένη περιουσία, απάντησε ότι το ένα ταυτίζεται με το άλλο, ότι τον ξεγέλασε και του πώλησε υποθηκευμένα καταστήματα και του έκδωσε τις επιταγές για να νιώθει μια ασφάλεια ότι στις 10.6 θα εξαργυρώνονταν. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν έτσι είχαν τα πράγματα τότε γιατί με την σύμφωνη γνώμη του, ως ανέφερε ο Μ.Κ.2, δεν προχώρησε η διερεύνηση της υπόθεσης για την απάτη κατά την πώληση περιουσίας. Σε σχέση δε με την όλη εκδοχή του Μ.Κ4 θα πρέπει να λεχθεί ότι υπάρχει και το παράδοξο ότι ενώ με βάση τα όσα είπε πλήρωσε για το διαμέρισμα €215.000, η συμφωνία για τα καταστήματα ήταν €180.000 και ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε σταδιακά €35.000, οι επιταγές ήταν συνολικά για €135.000 και σε κανένα σημείο ο μάρτυρας δεν ανέφερε ότι εξακολουθεί να του οφείλεται πέραν από το εν λόγω ποσό και κάποιο άλλο και συγκεκριμένα το ποσό των €45.000 που είναι το υπόλοιπο. Από την άλλη δεν μπορεί σε σχέση με αυτό να μην ληφθεί υπόψη και η θέση του κατηγορούμενου 2, ότι το δάνειο το οποίο υπήρχε για τα καταστήματα και συναφώς και η υποθήκη ήταν για ποσό περίπου €135.
- Ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της όλης θέσης του Μ.Κ.4 προκαλεί και το ότι ενώ ήταν προφανώς σημαντικό για αυτόν να του γίνει η μεταβίβαση των καταστημάτων, εξ ου και δέχθηκε να πάρει τις επίδικες επιταγές ώστε να εξασφαλίσει την εξόφληση του σχετικού δανείου και ενώ θυμόταν ότι ο κατηγορούμενος 2, του έδωσε τις επιταγές στο γραφείο του, δεν θυμόταν πότε έγινε αυτό αλλά ούτε καν πότε έμαθε ότι τα καταστήματα ήταν υποθηκευμένα. Θα πρέπει δε να λεχθεί εδώ ότι η θέση του κατηγορούμενου 2 είναι ότι οι επιταγές δόθηκαν στον Μ.Κ.4 την ημέρα υπογραφής της συμφωνία πώλησης των καταστημάτων (τεκμήριο 11) δηλ. στις 10.10.10 θέση που είναι συνυφασμένη με την άλλη θέση του ότι δηλ. ο Μ.Κ.4 γνώριζε εξ αρχής ότι τα καταστήματα ήταν υποθηκευμένα, η οποία ουσιαστικά θα διέψευδε την όλη θέση του Μ.Κ.4, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δέχθηκε ότι το συνολικό ποσό των επιταγών ισούται με το υπόλοιπο του δανείου. Στην εν λόγω συμφωνία αναφέρεται δε ως ημερομηνία μεταβίβασης των καταστημάτων η 10.6.11 δηλ. η ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες οι επιταγές, κάτι που δείχνει ότι αυτό δεν είναι τυχαίο. Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι ο Μ.Κ.4 δεν συνέδεσε την ημερομηνία πληρωμής των επιταγών με οτιδήποτε. Αντίθετα έδωσε την εντύπωση ότι η ημερομηνία που έφεραν ήταν τυχαία. Όσον δε αφορά την συμφωνία τεκμήριο 11 υποστήριξε ότι αυτό έγινε τυπικά για σκοπούς του κατηγορούμενου 2, ότι το σύνταξε ο τελευταίος με αυτό τον τρόπο και ότι ο ίδιος δεν το μελέτησε και δεν είδε τους όρους του εφόσον δεν ενδιαφερόταν για το περιεχόμενο του γιατί, ως είπε, δεν είχε να χάσει τίποτα εφόσον στην ουσία έπαιρνε τα καταστήματα για €180.000 και τις €35.000 του τις επέστρεφε σταδιακά. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι το εν λόγω συμβόλαιο (τεκμήριο 11) όχι μόνο δεν προνοεί τα πιο πάνω αλλά προνοεί ότι το τίμημα πώλησης των καταστημάτων ήταν €120.000 και ότι δόθηκαν €20.000 κατά την υπογραφή και το υπόλοιπο θα πληρωνόταν κατά την μεταβίβαση. Όταν ρωτήθηκε εάν υπήρχε λόγος να μην φανεί η πραγματική τιμή των καταστημάτων απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο 2 και εκείνος του είπε ότι έπρεπε να γίνει με τον συγκεκριμένο τρόπο για σκοπούς του κατηγορούμενου
- Όταν ρωτήθηκε εάν δηλ. συμφωνεί ότι υπέγραψε ένα αντίγραφο που έχει ψεύτικα ποσά πάνω, μετά από προειδοποίηση του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει καθότι ενδεχομένως η απάντηση του να είναι ενοχοποιητική σε σχέση με ποινικά αδικήματα, δεν απάντησε. Σε σχέση δε με αυτό θα πρέπει και πάλι να ληφθεί υπόψην η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι το τεκμήριο 11 έγινε για τα συγκεκριμένα ποσά ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον Μ.Κ.4 να εξασφαλίσει δάνειο ύψους 100.000 με το οποίο, συνυπολογιζομένου του ποσού των €35.000 που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος 2, θα εξοφλούσε το δάνειο των καταστημάτων ώστε να του μεταβιβασθούν και στην συνέχεια θα επιστρέφονταν οι επίδικες επιταγές στον κατηγορούμενο 2 και αυτός θα έκδιδε μηνιαίες επιταγές των €5.000 ώστε να εξοφλήσει τον Μ.Κ.
- Όσον δε αφορά το ποιος παρουσίασε τις επιταγές για εξαργύρωση, στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.4 είπε ότι παρουσιάσθηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και ότι επιστράφηκαν με την ένδειξη «Ο λογαριασμός είναι στον ΚΑΠ». Ερωτώμενος εάν τις κατέθεσαν καθόλου στην Τράπεζα Κύπρου απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι τις κατέθεσαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Όταν δε ρωτήθηκε εάν γνωρίζει γιατί αυτές φέρουν σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου απάντησε αρνητικά. Στην συνέχεια όμως όταν του τέθηκε ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.3 αυτές κατατέθηκαν και στην Τράπεζα Κύπρου, είπε ότι ουσιαστικά ότι τις κατέθεσαν και εκεί αλλά δεν θυμόταν εάν αυτό το έκανε ο ίδιος ή ο γιος του. Αυτό όμως διαψεύδεται από τον Μ.Κ.6 που ανέφερε ότι η κατάθεση των επιταγών στην Τράπεζα Κύπρου έγινε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο κατόπιν οδηγιών του πελάτη τους. Τέλος σε σχέση με το τι έγινε όταν πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα προς εξαργύρωση των επιταγών ο Μ.Κ.4 είπε ότι τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 και εκείνος του υποσχέθηκε ότι θα περνούσε από την τράπεζα Societe Generale και θα διευθετούσε την εξόφληση του δανείου. Σε αμέσως επόμενη ερώτηση εάν του ανέφερε κάτι για τις επιταγές, ενώ αρχικά είπε ότι δεν του ανέφερε, στην συνέχεια πρόσθεσε ότι ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 γιατί του έκδωσε επιταγές ενώ γνώριζε ότι δεν είχε χρήματα και ήταν στο ΚΑΠ και εκείνος του είπε ότι θα τα κανόνιζε και ότι μάλιστα του ζήτησε να του δώσει τις επιταγές αλλά ο μάρτυρας του είπε ότι θα τους έδιδε όταν θα γινόταν η μεταβίβαση των καταστημάτων. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Κ.4 δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του στο μέτρο που έρχεται σε αντίθεση με τα όσα δέχθηκε ο κατηγορούμενος 2 (αναφορά θα γίνει αμέσως πιο κάτω) δεν γίνεται δεκτή. Εξετάζοντας την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι αυτός δέχθηκε ότι : · Έκαναν με τον Μ.Κ.4 αρχικά μια συμφωνία για να του πουλήσει ένα διαμέρισμα για €215.
- · Ο Μ.Κ.4 του εξόφλησε το τίμημα του διαμερίσματος. · Στην συνέχεια η συμφωνία για την αγορά του διαμερίσματος ακυρώθηκε και συμφώνησαν να πουλήσει στον Μ.Κ.4 δύο καταστήματα για το ποσό των €180.000 και το υπόλοιπο του τιμήματος του διαμερίσματος δηλ. €35.000 θα του το πλήρωνε ο κατηγορούμενος 2 σταδιακά όπως και έκανε. · Για την πώληση των καταστημάτων υπέγραψαν με τον Μ.Κ.4 το τεκμήριο
- · Είναι ο μόνος μέτοχος και διευθυντής της κατηγορούμενης 1 και το μόνο πρόσωπο που δικαιούται να υπογράφει για αυτήν. · Υπέγραψε και παρέδωσε στον Μ.Κ.4 τις επίδικες επιταγές. Όσον όμως αφορά τα υπόλοιπα οι θέσεις του ήταν ότι:
- Ο Μ.Κ.4 γνώριζε ότι τα καταστήματα ήταν υποθηκευμένα και μάλιστα το γνώριζε καθότι τον ενημέρωσε ο ίδιος αλλά και πήγαν μαζί στην τράπεζα, πριν γίνει η σχετική συμφωνία τεκμήριο
- Τις επίδικες επιταγές τις υπέγραψε και τις παρέδωσε στις 10.10.10 που υπέγραψαν το τεκμήριο
- Έδωσε τις επιταγές όχι για να εξαργυρωθούν αλλά ως εγγύηση με την προφορική συμφωνία να εξοφλούσε ο Μ.Κ.4 το χρέος του δανείου που υπήρχε για τα καταστήματα (ύψους €135.000 - €140.000), κάνοντας άλλο δάνειο στο όνομα του και στη συνέχεια θα μεταβίβαζε τα καταστήματα στον Μ.Κ.4 και εκείνος θα του επέστρεφε τις επιταγές και ο κατηγορούμενος 2 θα του έδιδε επιταγές των €5.000 μηνιαίως ώστε να τον εξοφλήσει.
- Δεν γνώριζε ότι ο λογαριασμός επί του οποίου έκδοσε τις επιταγές δεν θα είχε επαρκή υπόλοιπα κατά την ημερομηνία πληρωμής που έφεραν οι επιταγές και ανέμενε ότι τότε θα εξαργυρώνονταν οι επιταγές. Οι υπ' αρ. 1, 2 και 3 θέσεις του κρίνονται πειστικές υπό το φως τόσον του τεκμηρίου 11 όσο και των όσων έχουν λεχθεί κατά την μαρτυρία του Μ.Κ.4 και εξηγώ: Φαίνεται ότι δεν ήταν τυχαίο που ο Μ.Κ.4 χρησιμοποιούσε πληθυντικό όσον αφορά την εξόφληση του δανείου, λέγοντας χαρακτηριστικά «θα εξοφλούσαμε». Αντίθετα δείχνει ότι υπήρξε κάποια συμφωνία για εξόφληση από τον Μ.Κ.4 του δανείου που υπήρχε για τα καταστήματα προς άρση της υποθήκης, κάτι που συνάδει με τις υπό εξέταση θέσεις του κατηγορούμενου
- Ως έχει προαναφερθεί, με βάση τα όσα ο Μ.Κ.4 είπε, το υπόλοιπο που του χρωστούσε ο κατηγορούμενος 2 από την εξόφληση του διαμερίσματος, μετά την αφαίρεση των €35.000 ήταν €180.000, συνολική αξία που θα έπρεπε να είχαν οι επίδικες επιταγές. Η συνολική αξία όμως αυτών ήταν μόνο €135.
- Από την άλλη το τελευταίο αυτό ποσό ήταν περίπου και το υπόλοιπο του προαναφερόμενου δανείου. Δεν μπορεί δε, ελλείψει άλλης εξήγησης, να είναι απλά τυχαίο το ότι το συνολικό ποσό των επιταγών ήταν €135.000 αλλά και πάλι συνάδει με τις προαναφερόμενες θέσεις του κατηγορούμενου
- Περαιτέρω φαίνεται ότι δεν είναι τυχαίο ούτε και το ότι οι επιταγές φέρουν ως ημερομηνία πληρωμής τις 10.6.
- Η εν λόγω ημερομηνία είναι αυτή που αναφέρεται στην συμφωνία τεκμήριο 11, ως ο χρόνος μεταβίβασης των καταστημάτων και συνεπώς και αυτό συνάδει με την θέση του κατηγορούμενου περί έκδοσης τους κατά τον χρόνο υπογραφής του εν λόγω συμβολαίου. Ο δε κατηγορούμενος 2 έδωσε, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.4, μια λογική εξήγηση σε σχέση με το γιατί το τεκμήριο 11 συντάχθηκε ως προς ποσά με τον συγκεκριμένο τρόπο. Είπε ουσιαστικά ότι ενόψει του ότι με βάση το συμβόλαιο αυτό φαινόταν ότι ο Μ.Κ.4 οφείλει το ποσό των €100.000, ο Μ.Κ.4 θα μπορούσε να εξασφαλίσει από την τράπεζα δάνειο για τέτοιο ποσό και με τις €35.000 που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος 2 θα μπορούσε να εξοφλήσει το δάνειο των καταστημάτων και κατ' επέκταση την υποθήκη ώστε να του μεταβιβασθούν τα καταστήματα. Αυτό συνάδει και με την θέση του ότι στην συνέχεια θα του επιστρέφονταν οι επίδικες επιταγές που είχε δώσει ως εγγύηση και θα έδιδε μηνιαίες επιταγές των €5.000 στον Μ.Κ.4 ώστε να τον εξοφλήσει για τα οφειλόμενα. Ως εκ των άνω οι υπ' αρ. 1-3 θέσεις του κατηγορούμενου 2 γίνονται δεκτές. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και για την τελευταία θέση του, που είναι ουσιαστικά ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών γνώριζε ότι θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον συγκεκριμένο λογαριασμό προς εξαργύρωση τους. Αυτό δεν γίνεται δεκτό για τους εξής λόγους: Όσον αφορά την επιστολή του τεκμηρίου 14, η οποία φέρει ημερομηνία 10.3.09 και με την οποία η Τράπεζα Κύπρου τερμάτιζε την λειτουργία του λογαριασμού, είπε ότι ουδέποτε την παρέλαβε. Για να πείσει ως προς αυτό είπε ότι από το 2007 διέμενε σε άλλην, από αυτήν που αναφέρεται στην επιστολή, διεύθυνση. Από την άλλη όμως είπε ότι στην εν λόγω οδό διέμενε η μητέρα του. Δεν είναι δε λογικό ενόψει του πιο πάνω και του ότι, ως είπε, είχε επικοινωνία με την μητέρα του, εκείνη να μην τον ενημέρωσε ποτέ για την λήψη αυτής της επιστολής που τον αφορούσε. Ήταν δε μη πειστική η θέση του ότι παρά το ότι είχε λογαριασμούς περίπου δέκα διαφορετικών εταιρειών, δεν γνωρίζει ακριβώς πώς η τράπεζα είχε την εν λόγω διεύθυνση. Περαιτέρω στην αντεξέταση του ανέφερε ότι σε σχέση με τους λογαριασμούς της κατηγορούμενης 1 επισκεπτόταν την τράπεζα και τον ενημέρωναν κάθε κάποιους μήνες (3 ή 6) και έλεγχε και τα statement τα οποία ζητούσε από την τράπεζα. Όταν δε ρωτήθηκε εάν ουδέποτε τον ενημέρωσε η τράπεζα ότι δεν είχε υπόλοιπα ο συγκεκριμένος λογαριασμός, υπεκφεύγοντας είπε ότι γνώριζε ότι είχε υπόλοιπα. Είπε μάλιστα ότι ο λογαριασμός δούλευε με όριο από το 2008 κατά 90% και μάλιστα ότι έκδιδε επιταγές για μεγάλα ποσά, η τράπεζα τις κάλυπτε κανονικά και μετά έκανε και καταθέσεις και έβλεπε τον λογαριασμό να αυξομειώνεται. Όσον δε αφορά το χρονικό διάστημα για το οποίο αναφερόταν, είπε ότι επισκεπτόταν την τράπεζα μέχρι το τέλος του 2010 και ότι μετά που προέκυψε η παρούσα υπόθεση έμαθε ότι ο λογαριασμός είχε τεθεί στο ΚΑΠ. Τα πιο πάνω όμως (ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι δεν ενημερώθηκε ποτέ για την προαναφερόμενη επιστολή) διαψεύδονται από τις καταστάσεις λογαριασμού που επίσης αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 14 και από τις οποίες φαίνεται ότι για το χρονικό διάστημα από 31.3.10 μέχρι 16.9.11 (δηλ. περιλαμβανομένου του χρόνου 10.10.10 που σύμφωνα με τον ίδιο έκδωσε τις επίδικες επιταγές), ο λογαριασμός δεν παρουσιάζει την κίνηση που ισχυρίζεται δηλ. αυξομείωση με πληρωμή επιταγών και καταθέσεις αλλά μόνο χρεωστικό υπόλοιπο και αύξηση αυτού από χρεώσεις της τράπεζας για ποσά από 2.400 μέχρι 3.100 με το υπόλοιπο στις 30.9.10 να είναι 123.580,
- Ενόψει των ανωτέρω οι θέσεις του κατηγορούμενου 2 με εξαίρεση την υπ' αρ. 4 ανωτέρω, γίνονται δεκτές. Νομική πτυχή Τα επίδικα αδικήματα εδράζονται στο άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή µετά την ηµεροµηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυµα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιµων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασµός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραµένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ηµερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να έκδωσε επιταγή.
- Η επιταγή να παρουσιάσθηκε στο πιστωτικό ίδρυµα επί του οποίου εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
- Η επιταγή να μην εξοφλήθηκε και αυτό να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής.
- Η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυµα επί του οποίου εκδόθηκε. Η επιταγή στην οποία αναφέρεται ο Ποινικός Κώδικας είναι η επιταγή βάσει του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 δηλ. είναι αξιόγραφο νομικά προσδιορισμένο (βλ. Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387). Με τον Νόμο 164(Ι)/03, προστέθηκε στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ορισμός της επιταγής, ο οποίος περιλαμβάνει και την μεταχρονολογημένη επιταγή. Ως λέχθηκε στην L.C.D. DOMIKI LTD ν. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερ. 30.1.15, ο ορισμός αυτός της επιταγής στον Ποινικό Κώδικα δεν μπορεί να αποκλίνει από την έννοια της επιταγής στο Κεφ. 262, σύμφωνα με το οποίο πρόκειται για συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και όλες οι πρόνοιες του Νόμου αυτού, σε σχέση με συναλλαγματικές, εφαρμόζονται και στις επιταγές. Αναφορικά με το θέμα του νομιμοποιημένου κατόχου - κομιστή, στα πλαίσια εξέτασης του επίδικου αδικήματος, η οποιαδήποτε ασάφεια και σύγχυση υπήρχε στην σχετική νομολογία εξαλείφθηκε με την Δημοσθένους ν. Τύχωνος, Ποινική Έφεση 153/2011, ημερ. 16.1.13. Σύμφωνα με την εν λόγω υπόθεση η ασάφεια αυτή είχε δημιουργηθεί από τις πρόνοιες του ισχύοντος μέχρι το 2003 (καταργήθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 25(Ι)/2003) εδαφίου 3 του άρθρου 305Α σύμφωνα με το οποίο το εν λόγω άρθρο δεν εφαρμοζόταν «για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της». Λέχθηκε δε ότι οι ορθές αρχές της νομολογίας αντικατοπτρίζονται στα λεχθέντα στις υποθέσεις Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 ΑΑΔ 102 και Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108 δηλαδή: · Η επιταγή αντικείμενο της κατηγορίας πρέπει:
(1)να έχει τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα επιταγής, όπως γίνεται σ' αυτά αναφορά στο Κεφ. 262 και
(2)ο υποβάλλων το παράπονο να είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, πάλιν μέσα στην έννοια του πιο πάνω νόμου. · Η επιταγή είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Έτσι, σύμφωνα πάντα με την ίδια απόφαση, η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Είναι για αυτό το λόγο που κρίθηκε περαιτέρω ότι η ύπαρξη του καταργηθέντος εδαφίου
(3)δεν πρόσθεσε οτιδήποτε ουσιαστικό στην ήδη υφιστάμενη αναγκαιότητα, δυνάμει του δικαίου των συναλλαγματικών, να καταδειχθεί τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα αναγόμενο στην αρχική αντιπαροχή και η κατάργηση του εδαφίου
(3)δεν αφαίρεσε οτιδήποτε από το δικαίωμα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι εάν δεν αποδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής - κάτοχος της επιταγής εν την εννοία του Κεφ. 262, δεν στοιχειοθετείται το επίδικο αδίκημα. Ρόλος του κατηγορούμενου 2 Όσον δε αφορά τον κατηγορούμενο 2, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Επομένως εάν η περίπτωση εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες που προδιαγράφει το εν λόγω άρθρο, μπορεί να διατυπωθεί κατηγορία εναντίον ατόμου ως αυτουργού. Τέτοια δίωξη μπορεί μάλιστα να γίνει χωρίς απαραίτητα να γίνεται αναφορά του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στο κατηγορητήριο. Στην Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 παρατηρήθηκε πως είναι επιθυμητό όπου η κατηγορούσα αρχή γνωρίζει εξ αρχής ότι ο ρόλος ενός κατηγορουμένου είναι ρόλος συνεργού, να το εκθέτει αυτό το γεγονός με σκοπό την πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης, όμως αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η έλλειψη της εξειδίκευσης δεν αναιρεί την ετυμηγορία περί ενοχής, σε τέτοιες περιπτώσεις, επειδή ο Νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελάς ν. Πιρίκκη
(2001)2 ΑΑΔ 279). Στην Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Συνεπώς πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο ο συνεργός σε τέτοια αδικήματα γνώριζε κατά το χρόνο υπογραφής και παράδοσης των επιταγών ότι δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά την ημέρα που αυτές θα καθίσταντο πληρωτέες και κατά πόσο είχε πρόθεση ή γνώση παροχής βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση και στις δύο κατηγορίες, στην έκθεση αδικήματος αναγράφεται και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Ήταν επίσης από την αρχή της ακρόασης πρόδηλο με βάση τα γεγονότα τι ήταν εκείνο που στην πραγματικότητα αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος και δη ότι έδρασε ως συνεργός. Ήταν επομένως γνωστό σε αυτόν ευθύς εξ αρχής, ότι κατηγορείται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή για συνέργεια στη διάπραξη των αδικημάτων και συνεπώς δεν επηρεάστηκε με οποιονδήποτε τρόπο η υπεράσπιση του ή οποιοδήποτε δικαίωμα του, εκ του ότι δεν έγινε σχετική αναφορά στις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων. Ενόψει δε και των πιο πάνω δεν με βρίσκει δε σύμφωνο η θέση της υπεράσπισης που ουσιαστικά ήταν ότι θα έπρεπε να διατυπωθεί ξεχωριστή κατηγορία στα γεγονότα της οποίας να τίθεται ο συγκεκριμένος ρόλος του κατηγορούμενου ως συνεργού. Ευρήματα - Συμπεράσματα Με βάση την μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή καταλήγω ότι οι επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές (οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 10.6.11) εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία στις 10.10.10, δια της συμπλήρωσης και υπογραφής τους από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος ήταν ο μόνος μέτοχος και διευθυντής της και το μόνο πρόσωπο που δικαιούτο να υπογράφει για αυτήν. Οι επιταγές αυτές παραδόθηκαν την ίδια ημέρα στον Μ.Κ.
- Αυτές είχαν ως δικαιούχο των Μ.Κ.5, ο οποίος αφού του παρουσιάσθηκαν από τον Μ.Κ.4 τις οπισθογράφησε και τις παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Οι επιταγές κατατέθηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, η μια (τεκμήριο 3) στις 14.6.11 και η άλλη (τεκμήριο 2) στις 15.6.
- Στάληκαν στην Τράπεζα Κύπρου (τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν) και επιστράφηκαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, η μια στις 20.6.11 (με σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» ημερ. 17.6.11) και η άλλη στις 21.6.11 (με σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» ημερ. 18.6.11). Μετά έγιναν και οι δύο ξανά κατάθεση στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού στις 22.6.11 και στάληκαν στην Τράπεζα Κύπρου από την οποία επιστράφηκαν στις 28.6.11 (με τις ίδιες προαναφερόμενες σφραγίδες, ημερ. 27.6.11). Στην συνέχεια κατατέθηκαν εκ νέου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού στις 29.6.11 και στάληκαν στην Τράπεζα Κύπρου από την οποία επιστράφηκαν στις 5.7.11 (με τις ίδιες και πάλι σφραγίδες, ημερ. 4.7.11). Μέχρι σήμερα οι εν λόγω επιταγές δεν έχουν πληρωθεί. Σε σχέση με τον λόγο μη εξόφλησης των επιταγών, ως φαίνεται από τα πιο πάνω, οι σφραγίδες που υπάρχουν σε αυτές αναφέρουν ότι «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και όχι ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Για το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ως συνάγεται από την επιφύλαξη του εδαφίου 3 του άρθρου 305Α, όταν υπάρχει μόνο η σφραγίδα και δεν υπάρχει άλλη σχετική μαρτυρία η αλήθεια του περιεχομένου της σφραγίδας δηλ. της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής και του λόγου μη πληρωμής της τεκμαίρονται μαχητά και μόνο. Με άλλα λόγια σε τέτοια περίπτωση εάν δεν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση η σφραγίδα ή δεν κλονισθεί το μαχητό αυτό τεκμήριο, η σφραγίδα μπορεί να αποτελέσει από μόνη της απόδειξη των όσων αναφέρει. Ως προκύπτει όμως και από την Ιωάννου ν. Νanaimo Λίμιτεδ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, η ύπαρξη της πιο πάνω πρόνοιας δεν σημαίνει ότι η σχετική σφράγιση ή σημείωση στις επιταγές αποτελεί τον μόνο τρόπο απόδειξης, γιατί αυτές δεν τιμήθηκαν δηλαδή αν οφείλεται στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή στο κλείσιμο λογαριασμού. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να αποδειχθούν και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Απλώς το εδάφιο 3 διευκολύνει την απόδειξη ότι μια επιταγή δεν έχει τιμηθεί και τους λόγους γιατί δεν τιμήθηκε, χωρίς την ανάγκη να δοθεί προφορική μαρτυρία. Έτσι στην πιο πάνω υπόθεση παρά το ότι η σφραγίδα που είχε τεθεί ήταν όπως τις επίδικες στην παρούσα, τέθηκε μαρτυρία ότι η παγοποίηση του λογαριασμού οφειλόταν στο γεγονός ότι στο παρελθόν ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει επιταγή η οποία όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή, αυτό δεν μπορούσε να γίνει, λόγω του ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στον λογαριασμό. Στην παρούσα δεν τέθηκε μεν μαρτυρία υπό ποιες συνθήκες παγοποιήθηκε ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1. Τέθηκε όμως άλλη αποδεκτή μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε και συγκεκριμένα ότι η λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού είχε τερματισθεί από την Τράπεζα Κύπρου στις 10.3.09 καθώς και οι καταστάσεις του λογαριασμού στο τεκμήριο 14, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά τον χρόνο παρουσίασης των επιδίκων επιταγών στην εν λόγω τράπεζα δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό αλλά μόνο χρεωστικό υπόλοιπο. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι παρά το ότι στις ίδιες τις επιταγές δεν τέθηκε σφραγίδα ότι η μη πληρωμή τους οφειλόταν στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, ο λόγος για τον οποίο δεν τιμήθηκαν ήταν η έλλειψη τέτοιων κεφαλαίων. Η αλληλουχία των γεγονότων οδηγεί, αναπόφευκτα, στο συμπέρασμα ότι αιτία της μη πληρωμής τους ήταν η απουσία διαθέσιμων κεφαλαίων, τα οποία, όντως, δεν υπήρχαν. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η έκδοση των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1, με την συνέργεια του κατηγορούμενου 2, η παράδοση τους στον Μ.Κ.4, η οπισθογράφηση τους από τον Μ.Κ.5, η παρουσίαση τους στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, μετά που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, η μη εξόφλησης τους λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους καθώς και το ότι παρέμειναν απλήρωτες μετά και την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην εν λόγω τράπεζα. Παρά όμως τα πιο πάνω η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ. Αποτελεί κεντρική θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι επίδικες κατηγορίες γιατί ο Μ.Κ.4 δεν είναι νομιμοποιημένος κάτοχος-κομιστής των επιταγών, εφόσον δεν δόθηκε οποιαδήποτε αντιπαροχή - αξία για αυτές. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής, προβλέποντας ότι «Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία». Το τεκμήριο ενεργοποιείται εάν αποδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 262, το οποίο προβλέπει ότι «Κάτοχος» σημαίνει τον δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών» και «Κομιστής» «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Τα πιο πάνω αναφέρονται και στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ 916, όπου κρίθηκε πρωτόδικα ότι ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει ότι είναι «κάτοχος» της επιταγής και όσον αφορά την ύπαρξη αντιπαροχής, δεν επέλεξε να βασισθεί στο προαναφερόμενο μαχητό τεκμήριο αλλά σε δική του μαρτυρία, η οποία δεν έγινε δεκτή με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αθωωθεί. Ούτε στην παρούσα η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να στηριχθεί στο εν λόγω μαχητό τεκμήριο. Αντίθετα ο Μ.Κ.4 κατέθεσε σχετικά υποστηρίζοντας ότι δόθηκε αντιπαροχή στις επιταγές. Η θέση του όμως αυτή για τους λόγους που αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του δεν έγινε δεκτή. Ακόμη όμως και εάν η κατηγορούσα αρχή στηριζόταν στο πιο πάνω μαχητό τεκμήριο, κρίνω ότι αυτό ανατράπηκε με την αποδοχή της θέσης του κατηγορούμενου 2, ότι ουσιαστικά δεν δόθηκε αντιπαροχή για τις επίδικες επιταγές εφόσον αυτές δόθηκαν όχι για να εξαργυρωθούν αλλά στα πλαίσια συγκεκριμένης συμφωνίας που έγινε με τον Μ.Κ.4, η οποία δεν υλοποιήθηκε τελικά. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων και συναφώς οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο