← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 3606/14, 22/2/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 3606/14, 22/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3606/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Μάριος Σάββα Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 22/2/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις συνολικά κατηγορίες. Η 1η προκύπτει από παράβαση του Νόμου Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί και αφορά το αδίκημα της άσκησης βίας στην εν διαστάσει σύζυγο του Τίνα Σάββα, η οποία και της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη (1η Κατηγ.). Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, και η 3η και 4η κατηγορία το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος στις 24/8/2013 άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του Τίνα Σάββα που της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη, την ίδια ημερομηνία διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Γιώργο Χατζησολωμού ενώ σε δημόσιο χώρο εξύβρισε τα δύο αυτά άτομα με τις φράσεις που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρες στο Δικαστήριο την Τίνα Σάββα, τον Γιώργο Χατζησολωμού και τον αστυφ. 1475 Χριστόδουλο Χαραλάμπους (Μ.Κ.1-3). Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως καλώντας επίσης ως μάρτυρα υπεράσπισης την Μαρία Ιωαννίδου (Μ.Υ.1). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Παραδεκτό επίσης δηλώθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 με μόνη εξαίρεση την φράση «αναφερόμενος ξυλοδαρμός» που καταγράφεται σε αυτό. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, προχωρώντας πολύ περιληπτικά να αναφέρω την εκδοχή της κάθε πλευράς. Η Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος είναι σύζυγοι και βρίσκονται σε διάσταση και από τον γάμο τους απόκτησαν ένα παιδί. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι το επεισόδιο έγινε στην οδό Αντιόπης όπου ο Μ.Κ.2 μετέφερε με το αυτοκίνητο του την Μ.Κ.1 για να παραλάβει το αυτοκίνητο της που ήταν εκεί σταθμευμένο και όταν στο μέρος προσήλθε ο κατηγορούμενος. Διαφοροποίηση όμως υπήρξε ως προς τα γεγονότα που εξελίχθηκαν αφού οι παραπονούμενοι (Μ.Κ.1 και 2) υποστήριξαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που εντελώς απρόκλητα τους επιτέθηκε και τους προκάλεσε σωματικές βλάβες, ενώ σε αντίθεση ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι οι Μ.Κ.1 και 2 ήταν αυτοί που του επιτέθηκαν όταν ο ίδιος πλησίασε στο μέρος που ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο της Μ.Κ.1, ρωτώντας την που βρίσκεται το παιδί τους. Οι Μ.Κ.1 και 2 υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας εξέτασης τους τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία (Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα) και στην συνέχεια αντεξετάσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν, παρατηρώντας το ύφος και την συμπεριφορά τους, σχημάτισα την άποψη ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και εξέθεσαν τα όσα εκτυλίχθηκαν κατά το επεισόδιο. Ιδιαίτερα καλή εντύπωση μου έκανε η Μ.Κ.1 η οποία περιέγραψε τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν την επίδικη ημερομηνία με καθαρότητα και σαφήνεια. Από την αρχή με τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία προέβαλαν τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο, κάτι που θεωρώ ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολο εάν η εκδοχή που προέβαλαν ήταν προκατασκευασμένη. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγουν κάποιες αδυναμίες που εντοπίζονται στη μαρτυρία τους, ειδικότερα του Μ.Κ.2, καθώς και στην μεταξύ τους προφορική μαρτυρία στην οποία εντοπίζονται κάποιες αντιφάσεις. Όπως για παράδειγμα στο εάν και οι δύο μαζί επισκέφθηκαν τον δικηγόρο τον κ. Παναούτα, εάν ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.2 έπεσαν κατά τη διάρκεια του καυγά στο έδαφος, κ.λ.π.. Όμως οι πιο πάνω αδυναμίες δεν κρίνονται ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία τους. Και αυτό γιατί αυτές δεν αφορούσαν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης, ενώ η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα του επεισοδίου μέχρι την μέρα που μαρτύρησαν σίγουρα δυσχεραίνει την μνήμη. Ούτε και είναι δυνατόν από δύο πρόσωπα που είναι παρόντα στο ίδιο επεισόδιο να το περιγράφουν με πλήρη ακρίβεια μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος όπως και στην παρούσα περίπτωση με τον ίδιο τρόπο αφού η μνήμη είναι πολύ πιθανό να έχει ατονήσει έστω και σε κάποιο βαθμό. Ούτε και οι διαφορές που εντοπίζονται και με κάποιους ισχυρισμούς που εκτίθενται στο Τεκμήριο 6 που είναι η Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από τους παραπονούμενους σε αγωγή που καταχώρησε εναντίον τους ο κατηγορούμενος είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους. Τέτοιες διαφορές, παρατηρούνται για το χρονικό σημείο που η Μ.Κ.1 ζήτησε από τον Μ.K.2 να την βοηθήσει με το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με το αυτοκίνητο της, για το εάν ο κατηγορούμενος ζήτησε ή όχι από την Μ.Κ.1 να μάθει που βρισκόταν το παιδί που απόκτησαν από τον γάμο τους, ότι ο Μ.Κ.2 έπεσε στο έδαφος μετά από σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο. Το σημαντικό είναι ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης και ειδικότερα τον τρόπο που έγινε η επίθεση και για αυτό δεν κρίνονται τόσο σημαντικές έτσι ώστε να επηρεάσουν την αξιοπιστία τους και ειδικότερα αυτήν της Μ.Κ.1. Για αυτό και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Μ.Κ.3 είναι ο αστυφύλακας που εξέτασε την υπόθεση. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι μαρτύρησε με ειλικρίνεια τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι αντεξεταζόμενος δεν μπορούσε να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Το γεγονός όμως τούτο δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, γιατί εκτός από τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας αλλά και του ότι κρίνεται αναμενόμενο η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος να ατονεί την μνήμη, δεν διαφάνηκε να έχει κανένα απολύτως λόγο να αποκρύψει ή να αλλοιώσει την αλήθεια. Για αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Πλήρης βαρύτητα προσδίδεται επίσης στην εξ' ακοής μαρτυρία την οποία προσήγαγε λέγοντας ότι όπως πληροφορήθηκε από συνάδελφο του την ίδια μέρα και ώρα που οι παραπονούμενοι προέβαιναν σε καταγγελία και ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί σε άλλο αστυνομικό σταθμό καταγγέλλοντας και εκείνος τους δύο παραπονούμενους για επίθεση. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32

(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι θα πρέπει να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, πλήρης βαρύτητα. Και αυτό λόγω της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα, ο οποίος κατάθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα έπραξε και τα όσα του γνωστοποιήθηκαν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, γιατί έδωσε πλήρη στοιχεία για το πρόσωπο που του έδωσε τις πληροφορίες, αλλά κυρίως γιατί η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση . Όπως προαναφέρεται ο κατηγορούμενος επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως. Τον έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά την διάρκεια που έδιδε την μαρτυρία του, αλλά δεν έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του. Και αυτό γιατί κάποιοι ισχυρισμοί που προέβαλε δεν συνάδουν με την λογική, άλλοι δεν είναι καθόλου πειστικοί ενώ περαιτέρω δεν παρέμεινε σταθερός στη μαρτυρία του και σε πολλές περιπτώσεις απέφευγε επιμελώς να βλέπει προς το Δικαστήριο. Όλα αυτά δεν μου επέτρεψαν να σχηματίσω θετική εντύπωση για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Ισχυρισμός του που δεν συνάδει με την λογική είναι τα όσα προέβαλε σε σχέση με την συμπεριφορά της Μ.Κ.1, όταν σύμφωνα με την εκδοχή του ο Μ.Κ.2 του επιτέθηκε. Από την μια δηλαδή ισχυρίστηκε ότι όταν ο Μ.Κ.2 του επιτέθηκε, η Μ.Κ.1 του φώναζε να σταματήσει και μάλιστα προσπάθησε να τον εμποδίσει, αλλά όταν ο Μ.Κ.2 την έσπρωξε προς τα πίσω και συνέχισε να κτυπά τον κατηγορούμενο, τότε και η Μ.Κ.1 τον τράβηξε από τα μαλλιά και άρχισε να τον κτυπά στην πλάτη, πηγαίνοντας μάλιστα από πίσω του. Θεωρώ ότι δεν είναι λογικό ούτε και αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο ο οποίος προσπαθεί να εμποδίσει κάποιον από το να χτυπά άλλον καλώντας τον να σταματήσει επικαλούμενος μάλιστα και ασθένεια του προσώπου στο οποίο γίνεται η επίθεση, αμέσως μετά και χωρίς τίποτε άλλο να μεσολαβήσει να αλλάξει εντελώς συμπεριφορά και να επιτεθεί και ο ίδιος. Να συμπεριφερθεί δηλαδή ακριβώς με τον τρόπο που αμέσως προηγουμένως προσπάθησε να παρεμποδίσει. Όπως είπε, περίμενε από τις 0.1.00 μέχρι τις 9.15 π.μ. γιατί ανησυχούσε για το που βρισκόταν το παιδί του. Όμως ο λόγος αυτός που επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την παραμονή του μέσα στο αυτοκίνητο για 8 και πλέον ώρες μέσα στην νύχτα δεν είναι καθόλου πειστικός. Διότι αν πράγματι ανησυχούσε και αγωνιούσε για το παιδί θα έβρισκε άλλους τρόπους να διακριβώσει που βρίσκεται και δεν θα ανέμενε 8 και πλέον ώρες μέσα σε ένα αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της νύχτας την εν διαστάσει σύζυγο του και χωρίς στο μεταξύ να ξέρει που βρίσκεται το παιδί. Καμία δε λογική εξήγηση δεν έδωσε επίσης για ποιο λόγο στάθμευσε το αυτοκίνητο του αρκετή απόσταση από αυτό της Μ.Κ.1, 20 με 30 μέτρα όπως ο ίδιος είπε. Συγκεχυμένες και ασαφείς απαντήσεις έδωσε για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του ότι προέβη σε καταγγελία εναντίον των δύο παραπονούμενων στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδίων, ενώ όπως προκύπτει την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 3), αυτή δόθηκε στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη. Ο ισχυρισμός του μάλιστα αυτός ότι δηλαδή κατήγγειλε το περιστατικό στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδίων και ότι από εκεί παραπέμφθηκε για εξέταση στο νοσοκομείο καταρρίπτεται και από το Τεκμήριο 5, όπου ρητά καταγράφεται ότι παραπέμφθηκε για εξέταση από τον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι από την επίθεση που υπέστη έτρεχαν αίματα από το πρόσωπο του κανένας τέτοιος τραυματισμός δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο 5 που το περιεχόμενο του αποτέλεσε μάλιστα παραδεκτό γεγονός. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι από το 2011 δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και ότι λόγω των προβλημάτων αυτών μπορεί και οδηγεί μόνο μικρό αυτοκίνητο, κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι όχι μόνο συγκεκριμένη ημέρα αλλά όποτε χρειασθεί βοηθά στην οικογενειακή επιχείρηση, φορτώνοντας φορτία και οδηγώντας φορτηγό μέσα στο λιμάνι. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός μόνο από τα σημεία που αποτέλεσαν κοινό έδαφος. Μ.Υ.1 είναι η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που είχε στην κατοχή της και τον φάκελο της αγωγής αρ. 2307/14. Αυτή κατάθεσε τα όσα περιήλθαν σε γνώση της μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της και χωρίς η μαρτυρία της να αμφισβητηθεί ουσιαστικά από την κατηγορούσα αρχή για αυτό και γίνεται πλήρως αποδεκτή. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.1 κατά τις 24/8/2013 ήταν σύζυγοι και βρίσκονταν σε διάσταση. Από τον γάμο τους απόκτησαν ένα κοριτσάκι ηλικίας τότε 1½ χρόνου. Στις 24/8/2013 και περί ώρα 9.15 π.μ.. οι Μ.Κ.1 και 2 μετέβησαν μαζί με το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2 στην οδό Αντιόπης στη Λεμεσό όπου το αυτοκίνητο της πρώτης ήταν σταθμευμένο. Η Μ.Κ.1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2, άνοιξε το δικό της και ο κατηγορούμενος την πλησίασε με το αυτοκίνητο του. Σταμάτησε και κατέβηκε από αυτό. Πλησίασε την Μ.Κ.1 και άρχισε να της φωνάζει λέγοντας της «είσαι πουτάνα, μαλακισμένη, εννα δεις τι θα σου κάμω». Την έπιασε επίσης από τα χέρια και την τραβούσε. Αυτή, του ζητούσε να σταματήσει αλλά ο κατηγορούμενος συνέχισε να την βρίζει και να την τραβά. Ο Μ.Κ.2 που βρισκόταν μέχρι εκείνη την στιγμή στο αυτοκίνητο του κατέβηκε, τους πλησίασε και προσπάθησε να τραβήξει πίσω τον κατηγορούμενο. Τότε ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον Μ.Κ.2 λέγοντας του «μπάσταρδε, μαλακισμένε, εννα σε σηκώσω ήσσια πάνω» και τον κτύπησε στο πρόσωπο. Η Μ.Κ.1 προσπάθησε να σταματήσει τον κατηγορούμενο και ο Μ.Κ.2 τον έσπρωξε προς τα πίσω και μπήκε στο αυτοκίνητο του για να φύγει. Ο κατηγορούμενος πλησίασε το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2, το κουτούλησε και έδωσε και μια μπουνιά στην πίσω δεξιά πόρτα. Μετά κτύπησε ξανά τον Μ.Κ.2 από το παράθυρο του οδηγού που ήταν ανοικτό. Ο Μ.Κ.2 έφυγε από το μέρος και ο κατηγορούμενος γύρισε ξανά προς την Μ.Κ.1 στην οποία άρχισε να φωνάζει λέγοντας της μεταξύ άλλων «πουτάνα, μαλακισμένη». Η Μ.Κ.1 μπήκε στο αυτοκίνητο της και προσπάθησε να φύγει. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα αλλά δεν τα κατάφερε γιατί η Μ.Κ.1 είχε ήδη κλειδώσει . Έβαλε επίσης το χέρι του μέσα από το παράθυρο για να την κτυπήσει αλλά δεν τα κατάφερε γιατί το παράθυρο δεν ήταν πολύ ανοιχτό και η Μ.Κ.1 αναχώρησε από το μέρος. Οι παραπονούμενοι την ίδια μέρα κατήγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία και ο Μ.Κ.3 που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης τους έδωσε έντυπο ιατρικής εξέτασης. Αυτοί μετέβησαν στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι αυτοί έφεραν τα ακόλουθα τραύματα. Η Μ.Κ.1 μώλωπες στην έσω επιφάνεια του δεξιού βραχίωνα, μώλωπες στην έσω και έξω επιφάνεια του αριστερού βραχίωνα και ο Μ.Κ.2 ερυθρότητα στην αριστερή ζυγωματική περιοχή, μώλωπα περιοφθαλμικά αριστερά, εκδορά οπισθωτιαία δεξιά οίδημα άλγος δεξιού δείκτη χωρίς άλλες κακώσεις. Ο κατηγορούμενος κατήγγειλε επίσης στην αστυνομία ότι οι δύο παραπονούμενοι τον κτύπησαν και εξετάσθηκε επίσης από γιατρό του νοσοκομείου όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε εκδορές ρινός αριστεράς ζυγωματικής, ερύθυμα δέρματος τραχηλικής χώρας πρόσθιας επιφάνειας, εκδορές αιμάτωμα δεξιού γόνατος, ερύθημα δέρματος αριστερού αντιβραχιονίου έσσω πλάγια. Ανάφερε διπλωπία (Έχει ιστορικό με M.S.). Κρατήθηκε για παρακολούθηση στην χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Στις 28/8/2013 λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση αφού προηγουμένως του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο. Τόσο οι δύο παραπονούμενοι όσο και ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκαν γραπτώς από την αστυνομία. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κάθε κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το οποίο βέβαια βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18), ξεκινώντας από το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το οποίο προκύπτει από το άρθρο 3
(1)
(4)του Περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «3
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και την βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς την συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... ... ... ... ...
(3). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα :
  1. Ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία,
  2. εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του,
  3. και αυτή να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης. Ξεκινώντας από το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, διαπιστώνεται ότι η Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας, αφού ήταν σύζυγοι σε διάσταση και που είχαν τελέσει προηγουμένως πολιτικό γάμο, κάτι που αποτέλεσε αδιαμφησβήτητο γεγονός. Και τούτο αφού και όπως προκύπτει από το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, «μέλος της οικογένειας» συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο, ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Αναμφίβολα η συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της Μ.Κ.1 να της πιάσει τα χέρια και να την τραβά, αποτελεί πράξη άσκησης βίας που εμπίπτει εντός της έννοιας που καθορίζεται από το Νόμο. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι από τη βίαιη αυτή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, προκλήθηκαν στην Μ.Κ.1 οι σωματικές βλάβες που αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα και επομένως και ευρήματα του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον της παραπονούμενης, εν διαστάσει συζύγου του, βία η οποία προκάλεσε σε αυτήν σωματικές βλάβες. Συνεπώς το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Η 2η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον του παραπονούμενου πραγματική βία χωρίς τη συγκατάθεση του και με πρόθεση, αφού του επιτέθηκε, όταν προσπάθησε να τον τραβήξει πίσω όταν αυτός είχε ήδη επιτεθεί στην Μ.Κ.1. Τότε ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και στον Μ.Κ.2 και τον κτύπησε στο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος κτύπησε ξανά τον Μ.Κ.2 όταν ο τελευταίος μπήκε στο αυτοκίνητο του για να φύγει από το παράθυρο του οδηγού που ήταν ανοικτό. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο Μ.Κ.2, προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκμήριο 2), το οποίο εκδόθηκε από επαρχιακό ιατρικό λειτουργό και ο οποίος εξέτασε τον παραπονούμενο την ίδια μέρα μετά το επεισόδιο και το περιεχόμενο του οποίου αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και κατά συνέπεια και εύρημα του Δικαστηρίου. Τα τραύματα που υπέστη ο Μ.Κ.2 από την επίθεση συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της έννοιας του Νόμου. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ακόμα δύο κατηγορίες για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (3η και 4η Κατηγ.) κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα αλλά αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις που επικρατούν περί ηθικής και ευπρέπειας (βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε κάτω από συνθήκες αντιπαράθεσης, δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Στις λέξεις αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα και δεν χρειάζεται απόδειξη του στοιχείου της πραγματικής πρόκλησης οποιοδήποτε παρευρισκόμενου να επιτεθεί. Είναι αρκετό και μόνο το ενδεχόμενο όπως παρευρισκόμενο πρόσωπο αντιδράσει επιθετικά. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, κατά πόσο δηλαδή θα μπορούσε να προκληθεί ένας μέσος λογικός άνθρωπος (βλ. Γ.Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ. 403 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98). Η έννοια του δημόσιου χώρου, καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτήριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Χωρίς αμφιβολία ο χώρος όπου βρίσκονταν οι παραπονούμενοι και ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο αποτελεί δημόσιο χώρο. Ο δρόμος ήταν δημόσιος αφού σε αυτό είχαν πρόσβαση και κυκλοφορούσαν οχήματα, όπως και των δύο παραπονούμενων όσο και του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος εξύβρισε την Μ.Κ.1 με τις λέξεις «πουτάνα, μαλακισμένη» και τον Μ.Κ.2 με τις λέξεις «μπάσταρδε, μαλακισμένε». Τα όσα εκστόμισε ο κατηγορούμενος στον καθένα από τους παραπονούμενους τα άκουσαν και οι δύο. Οι λέξεις που ο κατηγορούμενος εξέφρασε, είναι αναμφίβολα υβριστικές, προσβλητικές αλλά και μειωτικές για την προσωπικότητα των δύο παραπονούμενων και τέτοιες που μπορούν να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Κρίνεται συνεπώς ότι και τα αδικήματα της 3ης και 4ης κατηγορίας έχουν αποδειχθεί. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής subject: criminal/final via stin ikogenia/ epithesi/dimosia exivrisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.