← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριου Τρύφωνος κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 21707/14, 10/2/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριου Τρύφωνος κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 21707/14, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 21707/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον

  1. Μάριου Τρύφωνος
  2. Ευτύχιος Κυριάκου
  3. Γιώργου Τρύφωνος --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10.02.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον κατηγορούμενο 3: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος 3: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει στην παρούσα δύο κατηγορίες. Συγκεκριμένα για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 266(β), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και για κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 3 την 11η Οκτωβρίου 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησε μαζί με τους άλλους κατηγορούμενους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή από κατοικία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 3 την 11η Οκτωβρίου 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από την κατοικία της Μαρούλας Δημοσθένους, από τη Λεμεσό το χρηματικό ποσό των €5050 και 1000 Στερλίνες Αγγλίας, μια γυναικεία τσάντα, ένα μαύρο ρούχινο πορτοφόλι, το Κυπριακό Δελτίο Ταυτότητας με αρ. 370740, περιουσία της πιο πάνω Μαρούλας Δημοσθένους. Παρεμβάλλω εδώ για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι τις ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 3ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζαν και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 οι οποίοι σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας προέβησαν σε παραδοχή και τους επιβλήθηκε ποινή. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 3 προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οιουσδήποτε μάρτυρες για την υπεράσπιση του. Περαιτέρω, να σημειωθεί ότι οι δύο πλευρές έκαναν παραδεκτά γεγονότα ή και κατέθεσαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τις καταθέσεις Τεκμήρια 1 μέχρι 6, ενώ σημειώνεται ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου 3 κατατέθηκε ως προς το γεγονός της λήψης της, ότι δηλαδή είναι η κατάθεση που έδωσε στις 19.10.2012 στον Αστυφύλακα
  4. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Α/Αστυφύλακας 2097 Σταύρος Αντωνίου: Κατ΄αρχήν στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την κατάθεση που έχει δώσει για την υπόθεση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 8 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση του Ευτύχιου Κυριάκου, κατηγορούμενου 2 στην παρούσα υπόθεση, ημ. 14.10.2012 ως τεκμήριο 9, την γραπτή κατηγορία του Μάριου Τρύφωνος, κατηγορούμενου 1 στην παρούσα υπόθεση, ημερομηνίας 18.10.2012 ως τεκμήριο 10, την γραπτή κατηγορία του Ευτύχιου Κυριάκου, ημερομηνίας 18.10.2012 ως τεκμήριο 11 και την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου 3 ημερομηνίας 19.10.2012 ως τεκμήριο
  5. Στην κατάθεση του, τεκμήριο 8, αναφέρει ότι στις 11.10.2012 ενημερώθηκε για την καταγγελία της παραπονούμενης για το ότι είχε κλαπεί η τσάντα της την οποία είχε πάνω στο κρεβάτι της κατοικίας της. Η παραπονούμενη όταν διαπίστωσε την κλοπή βγήκε από το σπίτι της προς αναζήτηση των δραστών και ο γείτονας της Οδυσσέας Ανδρέου που διαμένει απέναντι από το σπίτι της της είπε ότι την ώρα περίπου που διαπίστωσε την κλοπή είδε κάποιο να φεύγει από τη γειτονιά με ένα άσπρο αυτοκίνητο με σβηστά τα φώτα. Ο αναφερόμενος Οδυσσέας Ανδρέου εντοπίστηκε και ανέφερε σε κατάθεση που έδωσε ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 18:30 ενώ επέστρεφε στο σπίτι του το οποίο είναι απέναντι από το σπίτι της παραπονούμενης είδε ένα άσπρο σαλούν αυτοκίνητο να βρίσκεται σταθμευμένο πλησίον της οικίας της παραπονούμενης και μόλις έγινε αντιληπτός το εν λόγω όχημα ξεκίνησε απότομα έχοντας τα φώτα του σβηστά και εγκατέλειψε το μέρος. Την ώρα που πέρασε από δίπλα του το όχημα αυτό είδε τον Μάριο Τρύφωνος, κατηγορούμενο 1, τον οποίο γνωρίζει αφού είναι συγχωριανός του, να κάθεται στη θέση του οδηγού. Όπως ανέφερε δε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μάριος Τρύφωνος είναι το δικό του. Επίσης ανέφερε ότι στο αυτοκίνητο με τον Μάριο Τρύφωνος υπήρχαν ακόμα δύο πρόσωπα ηλικίας περίπου 30 ετών. Μόλις στάθμευσε έξω από το σπίτι του είδε την παραπονούμενη να βγαίνει από το σπίτι της και να φωνάζει ότι την έκλεψαν. Την ίδια ημέρα, 11.10.2012, εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης του Μάριου Τρύφωνος ο οποίος συνελήφθηκε και όταν του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «Εντάξει». Στην κατοικία του κατόπιν έρευνας με βάση δικαστικό ένταλμα δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στη συνέχεια λήφθηκε κατάθεση από το εν λόγω πρόσωπο και καταγράφονται τα όσα ανέφερε και με βάση αυτά εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης του Ευτύχιου Κυριάκου και του κατηγορούμενου
  6. Στις 14.10.2012 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Ευτύχιο Κυριάκου στην οποία ανέφερε ότι από τα χρήματα της κλοπής έδωσε στον κατηγορούμενο 3 ποσό €250, ανέφερε ότι δεν θυμόταν που είχε πετάξει την τσάντα της παραπονούμενης και στο τέλος αρνήθηκε να υπογράψει τις απαντήσεις του χωρίς να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις. Ο Ευτύχιος Κυριάκου κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε όπως επίσης κατηγορήθηκαν γραπτώς οι Μάριος Τρύφωνος και ο κατηγορούμενος 3 οι οποίοι επίσης παραδέχτηκαν. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο γραφικός χαρακτήρας της λέξης παραδέχομαι στο τεκμήριο 10 είναι δικός του. Ο ίδιος επίσης έχει γράψει τη λέξη παραδέχομαι στα τεκμήρια 11 και
  7. Σε υποβολή ότι έβαλε τον κατηγορούμενο 3 να τοποθετήσει την υπογραφή του εκεί χωρίς να γνωρίζει ότι έχει βάλει το «παραδέχομαι» που δεν ήταν δική του έκφραση και θεληματική σκέψη, απάντησε ότι ετοίμασε τη γραπτή κατηγορία, του την ανέγνωσε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του απάντησε ο ίδιος «παραδέχομαι» και του είπε να υπογράψει ακριβώς δίπλα από την απάντηση που του έχει πει. Εάν δεν συμφωνούσε με την απάντηση θα μπορούσε να μην την υπογράψει. Σε ερώτηση εάν είχε ρωτήσει προηγουμένως τον κατηγορούμενο 3 εάν γνωρίζει να διαβάζει ή εάν αντιλαμβάνεται τι γράφει και εάν αντιλαμβάνεται την Ελληνική γραφή, απάντησε ότι ετοίμασε την κατηγορία, του την διάβασε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο χωρίς να του αναφέρει ότι δεν έχει αντιληφθεί την γραπτή κατηγορία, έδωσε μια απάντηση και ο ίδιος την κατέγραψε και του την διάβασε, του την έβαλε μπροστά του και εάν δεν μπορούσε να διαβάσει θα μπορούσε ο ίδιος να του το αναφέρει όμως δεν ανέφερε τέτοιο πράγμα και την υπόγραψε. Επίσης είπε ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν του είχε αναφέρει ότι είναι αναλφάβητος. Ακολούθως, είπε ότι δεν είναι ο ίδιος που έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 αλλά θα την διάβασε ως ανακριτής της υπόθεσης, χωρίς όμως να θυμάται τι λέει. Όσον αφορά συγκεκριμένους ισχυρισμούς που αναφέρει στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι ακριβώς πρόκειται για ισχυρισμούς του ενώ τι είχε αναφέρει ο Ευτύχιος Κυριάκου το έχει πει στην κατάθεση του. Στη συνέχεια είπε ότι δεν υπάρχει υπογραφή του Ευτύχιου Κυριάκου στην κατάθεση του, τεκμήριο 9, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει. Ο ίδιος έχει λάβει μια κατάθεση από τον Ευτύχιο Κυριάκου αυτή που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν γνωρίζει εάν έχει ληφθεί δεύτερη κατάθεση στις 12.10.
  8. Τέλος, σε ερώτηση εάν υπάρχει μαρτυρία που να στηρίζει την κατηγορία της συνωμοσίας ότι δηλαδή τα τρία πρόσωπα συνωμότησαν να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής από την οικία της παραπονούμενης απάντησε ότι ήταν όλοι μαζί πριν την διάπραξη του αδικήματος στην περιοχή που έγινε η κλοπή, ενώ είπε ότι οι απαντήσεις του Ευτύχιου Κυριάκου στην κατάθεση που έχει λάβει ο ίδιος, δηλαδή τεκμήριο 9 δεν υπήρχε λόγος να αμφισβητηθούν παρόλο που αρνήθηκε να τα υπογράψει. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο Α/Αστ. 2118 Ανδρέας Πόλιας: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τον Οκτώβριο του 2012 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λεμεσού και αναγνώρισε την κατάθεση που έχει δώσει για την παρούσα υπόθεση η οποία φέρει την υπογραφή του και η οποία έγινε τεκμήριο
  9. Παρεμβάλλω ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης του. Στη συνέχεια κατέθεσε την θεληματική κατάθεση του Ευτύχιου Κυριάκου, κατηγορούμενου 2 ως τεκμήριο
  10. Στην κατάθεση του τεκμήριο 13, αναφέρει ότι ανέκρινε τον Ευτύχιο Κυριάκου στις 12.10.2012 και αυτός εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση οπότε αμέσως του επέστησε στην προσοχή του στο νόμο. Στην κατάθεση του ο Κυριάκου παραδέχτηκε την κλοπή και συγκεκριμένα ανέφερε ότι στις 11.10.2012 με τους Μάριο Τρύφωνος και τον κατηγορούμενο 3 πήγαν με το αυτοκίνητο του Μάριου Τρύφωνος έξω από ένα σπίτι στην περιοχή του Τσιρείου, κατέβηκε ο ίδιος και μπήκε στο σπίτι αφού η πόρτα ήταν ανοικτή και πήρε την τσάντα από το κρεβάτι του υπνοδωματίου. Μέσα στο αυτοκίνητο άνοιξε την τσάντα με τους άλλους δύο και εντόπισαν €3000 και ξένα χαρτονομίσματα και από τα χρήματα αυτά ο ίδιος πήρε €1500 και 5 από τα ξένα χαρτονομίσματα. Ακολούθως αναφέρει ότι σε κάποιο σημείο ο Κυριάκου άρχισε να αντιδρά και η κατάθεση του διακόπηκε χωρίς να την υπογράψει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πέραν του ότι έλαβε μέρος στην ανάκριση του 2ου κατηγορούμενου δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σχετικά με την ανάκριση του Ευτύχιου Κυριάκου και ενημέρωσε τον ανακριτή Α/Αστ. 2097 Σταύρο Αντωνίου. Εξήγησε δε με περισσότερες λεπτομέρειες τον λόγο που δεν υπέγραψε ο Ευτύχιος Κυριάκου την κατάθεση του. Επίσης είπε ότι την ώρα εκείνη που εβρισκόταν το εν λόγω πρόσωπο στο ΤΑΕ ήταν κανονικά και δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα στην συμπεριφορά του. Τέλος, είπε ότι δεν γνωρίζει εάν ο Ευτύχιος Κυριάκου έδωσε και δεύτερη κατάθεση και εάν υπόγραψε εκείνη την κατάθεση ενώ αυτά που λέει ο ίδιος στην κατάθεση του, τεκμήριο 13, είναι αυτά που περιέγραψε ο Ευτύχιος Κυριάκου και τίποτε περισσότερο από δική του διερεύνηση. Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Ευτύχιος Κυριάκου: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι σήμερα βρίσκεται στις κεντρικές φυλακές για απόπειρα ληστείας. Στη συνέχεια δε του διαβάστηκε η κατάθεση του, τεκμήριο 14 και σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι συμφωνεί μ' αυτά που ανέφερε. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι από τα λεφτά που υπήρχαν στην τσάντα ο ίδιος έπιασε €1500 και ξένα χαρτονομίσματα και τα υπόλοιπα τα πήρε ο Μάριος Τρύφωνος. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο 3 με τον οποίο είναι μαζί στις φυλακές και ανέφερε ότι δεν του είπε τίποτε για τούτην την υπόθεση. Από την ανάγνωση της κατάθεσης θυμήθηκε την υπόθεση και ανέφερε ερωτώμενος εάν του έπιασαν και άλλη κατάθεση ότι νομίζει ότι αυτή είναι η κατάθεση και δεν θυμάται εάν υπάρχει άλλη. Όταν του διαβάστηκε δε η κατάθεση του, τεκμήριο 9, είπε ότι ο λόγος που δεν θυμάται ήταν γιατί ήταν πάνω στην επήρεια της χρήσης. Όταν ερωτήθηκε δε εάν μιλά για τότε απάντησε ότι για τούτη την υπόθεση καταδικάστηκε εννέα μήνες και νόμιζε ότι τελείωσε, δεν ήξερε ότι θα ερχόταν για να γίνει αυτή η υπόθεση. Ερωτώμενος ακόμη εάν ο κατηγορούμενος 3 έπιασε χρήματα από τη τσάντα ανέφερε ότι εκείνα που είπε είναι στη κατάθεση του και δεν μπορεί να θυμηθεί. Στην αντεξέταση του συμφώνησε κατ' αρχήν ότι στις 11.10.2012 έρχονταν με αυτοκίνητο τα αδέλφια Γιώργος και Μάριος Τρύφωνος και τον συνάντησαν στο roundabout του παλαιού λιμανιού, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και αυτός κάθισε πίσω. Αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα. Ο Μάριος Τρύφωνος ήταν ο οδηγός του οχήματος αλλά δεν είχε μέσα βενζίνη και ο ίδιος του είπε να πάνε σε μια περιοχή που έχει έναν ιερέα γνωστό να τους δώσει να βάλουν βενζίνη. Ενώ οδηγούσε ο Μάριος, ο Γιώργος καθόταν δίπλα του και ο ίδιος στο πίσω κάθισμα τους είπε κοντά στο φούρνο Ζορπά να μείνουν στο αυτοκίνητο και θα κατεβεί και θα επιστρέψει. Όταν επέστρεψε δε κρατούσε στα χέρια του μια γυναικεία τσάντα και είχε παραδεχθεί ότι ο ίδιος μπήκε στο σπίτι από την πόρτα που ήταν ανοικτή και βρήκε την τσάντα σε σημείο του υπνοδωματίου και την έκλεψε. Επίσης συμφώνησε ότι όταν μπήκε στο αυτοκίνητο ήταν βιαστικός και τους είπε να τον πάρουν εκεί στα φώτα του Αριέλ και να τον αφήσουν. Είπε ακόμη ότι όταν μπήκε στο αυτοκίνητο έδωσε του Μάριου Τρύφωνος €5 να βάλει βενζίνη και μετά ξεκίνησαν και αφήσαν τον στα φώτα του Αριέλ ακολούθως δε έφυγαν ενώ ο ίδιος προχώρησε μόνος του στο δρόμο. Όταν του υποβλήθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν έπιασε κανένα χρηματικό ποσό από την κλοπιμαία τσάντα είπε ότι δεν θέλει να απαντήσει. Στην προσπάθεια της συνηγόρου δε να κάνει αναφορά στις δύο καταθέσεις του της είπε απευθυνόμενος ονομαστικά προς την ίδια ότι έπρεπε να κάτσει προηγουμένως μαζί του για να μιλήσουν και ότι ήρθε εδώ και δεν ξέρει τι του γίνεται. Όταν δε η συνήγορος του ανέφερε ότι δεν επιτρέπεται να μιλήσουν της απάντησε ότι τον έφερε εδώ και φάσκει και αντιφάσκει και δεν ξέρει τι γίνεται. Τον ρωτά για τότε που έγινε αυτό αλλά ο ίδιος δεν θυμάται τι έφαγε εχτές. Όσον αφορά τις δύο καταθέσεις που έδωσε και την αναφορά της συνηγόρου ότι δεν τις υπέγραψε διερωτήθηκε ποιος τις υπέγραψε και ερωτώμενος περαιτέρω εάν αρνήθηκε να υπογράψει απάντησε ότι αφού τους καταπιέζει η Αστυνομία να τα υπογράψουν θέλουν δεν θέλουν. Όταν του υποβλήθηκε ακόμη ότι δεν υπόγραψε είπε ότι επέλλανε που ακούει αυτά που του λέει, δεν ξέρει τι του γίνεται και θα πελλάνει. Τέλος, όταν ερωτήθηκε για την υγεία του τότε και εάν ήταν καλά απάντησε ότι ήταν άρρωστοι. Και είπε επίσης ότι πρώτη φορά ακούει ότι γίνεται κάποιος Αστυνομικός να πιάνει κατάθεση και να μην υπογράφεται. Η λοιπή μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, επαναλαμβάνεται και εδώ, ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου δια των τεκμηρίων 1 - 6 τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Συγκεκριμένα: (α) Κατάθεση Μαρούλλας Δημοσθένους ημ. 11.10.2012 - Τεκμήριο 1: Πρόκειται για την παραπονούμενη η οποία κατέθεσε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκλάπη η τσάντα της την επίδικη ημερομηνία από το υπνοδωμάτιο της. (β) Κατάθεση Οδυσσέα Ανδρέου ημ. 11.10.2012 - Τεκμήριο 2: Την επίδικη μέρα ενώ επέστρεφε στο σπίτι του που βρίσκεται έναντι του σπιτιού της παραπονούμενης είδε ένα αυτοκίνητο saloon χρώματος άσπρου να βρίσκεται σταθμευμένο πλησίον του σπιτιού της παραπονούμενης και μόλις τον αντιλήφθηκε το εν λόγω όχημα εκκίνησε απότομα έχοντας σβηστά τα φώτα του και εγκατέλειψε το μέρος. Την ώρα που περνούσε από δίπλα του το αυτοκίνητο αυτό είδε και αναγνώρισε τον οδηγό του που ήταν ο Μάριος Τρύφωνος, τον οποίο γνωρίζει καθώς είναι χωριανός του. Το αυτοκίνητο είναι σίγουρος ότι είναι το δικό του. Μαζί του στο αυτοκίνητο βρίσκονταν ακόμα δύο άνδρες ηλικίας 30 ετών περίπου. Ακολούθως όταν στάθμευσε το αυτοκίνητο του είδε την παραπονούμενη να βγαίνει από το σπίτι της φωνάζοντας ότι την έκλεψαν. (γ) Κατάθεση του Α/Αστ. 1794 Α. Δημητρίου ημ. 12.10.2012 - Τεκμήριο 3: Στις 12.10.2012 συνέλαβε τον Ευτύχιο Κυριάκου σχετικά με την υπόθεση και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «εντάξει». Αναφέρεται δε στη συνέχεια στη μοτοσυκλέτα που εντοπίστηκε στην κατοχή του προσώπου αυτού την οποία όπως ανέφερε αγόρασε πριν λίγες ημέρες και ακολούθως οδήγησε το πρόσωπο αυτό και την μοτοσυκλέτα στα γραφεία του ΤΑΕ για τα περαιτέρω. (δ) Κατάθεση Δημήτρη Κουγκουρίγκου ημ. 14.10.2012 - Τεκμήριο 4: Αναφέρεται στην πώληση της μοτοσυκλέτας του προς τον Ευτύχιο Κυριάκου. (ε) Κατάθεση Αστ. 3936 Φ. Ανδρέου ημ. 10.3.2013 - Τεκμήριο 5: Στις 19.10.2012 συνέλαβε τον Γιώργο Τρύφωνος - κατηγορούμενο 3 και αφού του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε δεν παραδέχομαι. Στη συνέχεια έλαβε ανακριτική κατάθεση από το εν λόγω πρόσωπο και αναφέρεται στους ισχυρισμούς που προέβαλε στην κατάθεση του. (στ) Κατάθεση Αστ. 3357 Α. Σιαρρή ημ. 20.2.2013 - Τεκμήριο 6: Στις 11.10.2012 έλαβε την καταγγελία της παραπονούμενης και αναφέρεται με λεπτομέρειες στα όσα αυτή του ανέφερε για την κλοπή της τσάντας της. Ενημέρωσε την ίδια μέρα τον Α/Αστ.2097 Αντωνίου ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: " Είμαι αθώος. Δεν έκλεψα αλλά ούτε συνωμότησα να κλέψω την τσάντα με τα χρήματα από το σπίτι της γυναίκας. Την κλοπή της τσάντας την έκαμε ο Ευτύχιος, κανένα χρηματικό ποσό δεν μου έδωσε ο Ευτύχιος." Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost

(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Με αυτά υπόψη και έχοντας κατά νουν την δήλωση του κατηγορούμενου, αναφέρεται ότι αυτά αφορούν στην ουσία το επίδικο θέμα που θα αποφασιστεί κατωτέρω. Όμως πριν προχωρήσω περαιτέρω θα ήθελα να παρεμβάλω εδώ και τα εξής. Ο κατηγορούμενος 3 ως εκ της επιλογής του πιο πάνω, δεν υιοθέτησε ποτέ το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμ.7 και συνεπώς οι υποβολές που έγιναν προς τους μάρτυρες κατηγορίας και κυρίως προς τον ΜΚ3 για τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 3 για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα την επίδικη ημέρα με βάση την κατάθεση αυτή (σχετική είναι η αναφορά της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 στη σελ.12 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερ. 17/01/17), με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ3 αλλά και την μη ύπαρξη άλλης μαρτυρίας που να τις στηρίζει, παρέμειναν θεωρώ μετέωρες και έκθετες σε απόρριψη. Επιπλέον ουδεμία εξήγηση έχει δοθεί από τον κατηγορούμενο 3 αναφορικά με την δήλωση παραδοχής από μέρους του όταν κατηγορήθηκε με βάση το τεκμ.12, μεταγενέστερα της σύλληψης του σημειώνεται και της αρχικής του άρνησης στον Αστ.3936 Φ.Ανδρέου, αλλά ούτε και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπόγραψε δίπλα από την λέξη «παραδέχομαι» όταν κατηγορήθηκε, με ίδιο αποτέλεσμα συνεπώς θεωρώ όπως και πιο πάνω δηλαδή όλες οι υποβολές που έγιναν προς τον ΜΚ1 για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ετέθη η υπογραφή του κατηγορούμενου 3 και γενικότερα να παραμείνουν μετέωρες και έκθετες σε απόρριψη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η μαρτυρία των Μ.Κ. 1 και 2 γίνεται αποδεκτή. Οι μάρτυρες αυτοί μέσα από τις άμεσες και σαφείς απαντήσεις τους και γενικότερα τον τρόπο που κατέθεσαν, δεν άφησαν την παραμικρή αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και την αντικειμενικότητα τους. Σημειώνω δε ότι η αντεξέταση τους δεν δημιούργησε οποιαδήποτε ρωγμή στην μαρτυρία ή την αξιοπιστία τους, καθ'όλη τη διάρκεια της οποίας παρέμειναν σταθεροί. Εν πάση περιπτώσει έχοντας μελετήσει την μαρτυρία τους πολύ προσεκτικά θεωρώ πως δεν συντρέχει κανένας λόγος γιατί να μην την αποδεχθώ. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3 ευθέως αναφέρω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του. Ανεξάρτητα του ότι αρχικά ήταν συγκατηγορούμενος του κατηγορούμενου 3, ο μάρτυρας αυτός, τον οποίο παρακολούθησα με προσοχή ενώ κατέθετε, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση, ενώ περαιτέρω η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, σύγχυση, κενά και υπεκφυγές. Πιο συγκεκριμένα:
  1. Κατ' αρχήν στην κυρίως εξέταση του συμφώνησε με το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμ.14 και είπε περαιτέρω ότι εκ του ποσού που υπήρχε στη τσάντα αυτός έπιασε €1500.- και ξένα χαρτονομίσματα, ενώ τα υπόλοιπα τα πήρε ο Μάριος Τρύφωνος. Την θέση αυτή την αναίρεσε στην αντεξέταση του όπου ανέφερε ότι όταν μπήκε στο αυτοκίνητο έδωσε στον Μάριο Τρύφωνος μόνον €5 για να βάλει βενζίνη.
  2. Δεν θυμόταν αν έδωσε 2η κατάθεση, πέραν δηλαδή του τεκμηρίου
  3. Σε κάθε περίπτωση στην 2η κατάθεση που όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία πιο πάνω έχει δώσει δηλ. το τεκμ.9 ανέφερε ότι από τα χρήματα που υπήρχαν στην τσάντα ο κατηγορούμενος 3 έπιασε €250, ενώ σε σχετική ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση του αν ο κατηγορούμενος 3 έπιασε κάποιο χρηματικό ποσό απάντησε ότι δεν θυμάται. Στην ίδια ερώτηση δε κατά την αντεξέταση του είπε, υπεκφεύγοντας, ότι δεν θέλει να απαντήσει.
  4. Όταν του διαβάστηκε η κατάθεση τεκμ.9 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν θυμόταν ότι την έδωσε γιατί ήταν υπό την επήρεια της χρήσης. Σε κάποιο σημείο δε της αντεξέτασης του είπε ούτε λίγο ούτε πολύ στη συνήγορο υπεράσπισης ότι θα έπρεπε προηγουμένως να κάτσει να του μιλήσει και ότι ήρθε και δεν ξέρει τι του γίνεται, λέγοντας επίσης ότι επειδή ουσιαστικά δεν συνεννοήθηκαν φάσκει και αντιφάσκει. Ακόμη είπε σε άλλο σημείο ερωτώμενος για τον ουσιώδη χρόνο ότι δεν θυμάται τι έφαγε χθες και τέλος, είπε ερωτώμενος για τις καταθέσεις που έδωσε ότι τότε ήταν άρρωστος. Με βάση αυτά αλλά και την γενικότερη εικόνα που αποκόμισε για τον μάρτυρα το Δικαστήριο, η οποία θεωρώ συνάγεται και μέσα από μια απλή ανάγνωση των πρακτικών, θεωρώ πως το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να συζητήσει θέμα αποδοχής της μαρτυρίας του.
  5. Διαφάνηκε δε ξεκάθαρα θεωρώ μέσα από όσα ανέφερε και την όλη στάση του ότι δεν ήταν διατεθειμένος να καταθέσει την αλήθεια. Επαναλαμβάνεται δε και εδώ ότι σε κάποια στιγμή απευθυνόμενος ονομαστικά προς την συνήγορο υπεράσπισης ουσιαστικά της είπε ότι θα έπρεπε προηγουμένως να κάτσει να του μιλήσει γιατί ήρθε και δεν ξέρει τι του γίνεται, κάτι που προφανώς δείχνει αφενός την αναγνώριση από πλευράς του περί των κενών στην μαρτυρία του αλλά επίσης περαιτέρω την διάθεση του να συνεννοηθεί με την συνήγορο υπεράσπισης για να καταθέσει ανάλογα.
  6. Εν κατακλείδι το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί σε μια τέτοια μαρτυρία και την απορρίπτει. Βεβαίως η λοιπή μαρτυρία που ετέθη μέσω των τεκμηρίων 1-6 πιο πάνω γίνεται αποδεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και έχοντας κατά νουν το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, αλλά και θέσεις της Υπεράσπισης μέσα από τις υποβολές προς τους μάρτυρες κατηγορίας, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής: Στις 11.10.2012 εκλάπη από το σπίτι της παραπονούμενης η τσάντα της, την οποία είχε τοποθετημένη στο κρεβάτι του υπνοδωματίου της. Εντός αυτής υπήρχε ένα μαύρο ρούχινο πορτοφόλι, ένα δελτίο ταυτότητας, χρηματικό ποσό €5.050.- και 1000 στερλίνες Αγγλίας, και διάφορα άλλα αντικείμενα. Η παραπονούμενη όταν διαπίστωσε την κλοπή βγήκε από το σπίτι της προς αναζήτηση των δραστών και ο γείτονας της Οδυσσέας Ανδρέου που διαμένει απέναντι από το σπίτι της, της είπε ότι την ώρα περίπου που διαπίστωσε την κλοπή είδε κάποιο να φεύγει από τη γειτονιά με ένα άσπρο αυτοκίνητο με σβηστά τα φώτα. Συγκεκριμένα, ο Οδυσσέας Ανδρέου την επίδικη μέρα ενώ επέστρεφε στο σπίτι του που βρίσκεται έναντι του σπιτιού της παραπονούμενης είδε ένα αυτοκίνητο saloon χρώματος άσπρου να βρίσκεται σταθμευμένο πλησίον του σπιτιού της παραπονούμενης και μόλις τον αντιλήφθηκε το εν λόγω όχημα εκκίνησε απότομα έχοντας σβηστά τα φώτα του και εγκατέλειψε το μέρος. Την ώρα που περνούσε από δίπλα του το αυτοκίνητο αυτό είδε και αναγνώρισε τον οδηγό του που ήταν ο Μάριος Τρύφωνος, τον οποίο γνωρίζει καθώς είναι χωριανός του. Το αυτοκίνητο ανήκε στον Μάριο Τρύφωνος. Μαζί του στο αυτοκίνητο βρίσκονταν ακόμα δύο άνδρες ηλικίας 30 ετών περίπου. Την ίδια ημέρα, 11.10.2012, εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης του Μάριου Τρύφωνος ο οποίος συνελήφθηκε και όταν του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης του και του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο απάντησε «Εντάξει». Στην κατοικία του κατόπιν έρευνας με βάση δικαστικό ένταλμα δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στη συνέχεια λήφθηκε κατάθεση από το εν λόγω πρόσωπο και με βάση όσα ανέφερε εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον του Ευτύχιου Κυριάκου και του κατηγορούμενου
  7. O Ευτύχιος Κυριάκου κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε όπως επίσης κατηγορήθηκαν γραπτώς οι Μάριος Τρύφωνος και ο κατηγορούμενος 3 οι οποίοι επίσης παραδέχτηκαν. Ο κατηγορούμενος 3 σημειώνεται, συνοδηγός στο αυτοκίνητο του Μάριου Τρύφωνος πιο πάνω, προέβη σε παραδοχή κατόπιν που κατηγορήθηκε με βάση το τεκμήριο
  8. NOMIKH ΠTYXH Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 371, 266(β), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  9. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Όσον αφορά την 2η κατηγορία που αφορά κλοπή από κατοικία, αυτή στηρίζεται στα άρθρα 266(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Το άρθρο 255 του Κεφ.154 έχει ως εξής : " 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. " To άρθρο 266(β) δε προνοεί τα ακόλουθα: " 266. Αν διαπραχτεί κλοπή με οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιστάσεις δηλαδή- (α) ............... (β) αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοικία ................, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. " Η σχετική με το αδίκημα της κλοπής νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται με καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η θέση νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση R. v. Bernhard υιοθετήθηκε στην Savva v. The Police
(1973)2 C.L.R. 331, στα πλαίσια της υπεράσπισης του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, όπου προβλέπεται ότι αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώµατος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Όσον αφορά την 1η κατηγορία της συνωμοσίας αναφέρω κατ' αρχήν ότι κατά την κρίση μου αυτή αποδεικνύεται μέσα από την ίδια την ρητή παραδοχή του κατηγορούμενου 3 στο τεκμ.12 ότι πράγματι συνωμότησε με τα άλλα 2 πρόσωπα που συγκεκριμένα αναφέρονται για να διαπράξουν την κλοπή από την κατοικία. Παρεμβάλλω ότι προκύπτει με βάση την αποδεκτή μαρτυρία μια γνήσια, θεληματική και νόμιμη παραδοχή από πλευράς του κατηγορούμενου 3, ενώ αντίθετα δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο 3 που να αντιμάχεται τη διαπίστωση αυτή του Δικαστηρίου. Επίσης οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει διαπραχθεί το αδίκημα της κλοπής από κατοικία επιβεβαιώνουν κατά την κρίση μου αυτό που ο κατηγορούμενος 3 εν πάση περιπτώσει έχει ρητά παραδεχτεί. Το γεγονός δηλαδή ότι ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο του Μάριου Τρύφωνος, εις το οποίο ο ίδιος ήταν συνοδηγός, και μετέβησαν έξω από το σπίτι της παραπονούμενης, ο ρηθείς Ευτύχιος Κυριάκου κατέβηκε από το αυτοκίνητο, μπήκε στο σπίτι της παραπονούμενης και έκλεψε τη τσάντα της και ακολούθως μπήκε στο αυτοκίνητο, ενώ μόλις έγινε αντιληπτή η παρουσία του Οδυσσέα Αντρέου, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μάριος Τρύφωνος εκκίνησε απότομα έχοντας σβηστά τα φώτα του και εγκατέλειψε το μέρος, καταδεικνύει τι είχαν συμφωνήσει να κάνουν εκεί που πήγαν και ποιες ήταν οι προθέσεις τους. Παρεμβάλλω εδώ ότι είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 που τοποθετεί τον εαυτό του στο αυτοκίνητο του Μάριου Τρύφωνος και ακολούθως στην σκηνή του εγκλήματος (βλ. την κατάθεση του τεκμ.7). Την ίδια στιγμή όμως παρατηρώ ότι παραλείπει να αναφέρει και αποκρύβει από την κατάθεση του τεκμ.7 ότι το αυτοκίνητο στο οποίο ήταν συνοδηγός, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία άλλου αυτοκινήτου δηλαδή αυτού που οδηγούσε ο Οδυσσέας Αντρέου, εκκίνησε απότομα έχοντας σβηστά τα φώτα του και εγκατέλειψε το μέρος, κάτι που δείχνει σαφώς ότι η θέση του ως προκύπτει από την κατάθεση του, περί άγνοιας δηλαδή του ιδίου και του Μάριου Τρύφωνος για το τι συνέβη, δεν ευσταθεί. Έρχομαι στην 2η κατηγορία και ευθέως αναφέρω ότι κατά την κρίση μου δεν είναι μοιραίο για την κατηγορία αυτή το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι έκλεψε την τσάντα από την κατοικία, ενώ στην πραγματικότητα αυτός που μπήκε στο σπίτι και έκλεψε την τσάντα της παραπονούμενης δεν ήταν ο κατηγορούμενος 3 αλλά ο Ευτύχιος Κυριάκου και ο κατηγορούμενος 3 ευρίσκετο μαζί με τον Μάριο Τρύφωνος στο αυτοκίνητο και τον ανέμεναν. Διότι δεν πρέπει να διαφεύγει ότι η συνέργεια εξομοιώνεται με την αυτουργία και ένας συνεργός μπορεί να κατηγορηθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ.154 και άρθρο 42 του Κεφ. 155). Επίσης ως προς την παράλειψη αναφοράς στην έκθεση αδικήματος της 2ης κατηγορίας του άρθρου 20 του Κεφ.154 αναφέρονται τα εξής. Η έννοια του συναυτουργού ή αυτουργού στο άρθρο 20 πιο πάνω περιλαμβάνει όπως λέχθηκε στην Περικλέους v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34, 36 "συνεννόηση και συναπόφαση" όπως τον εκεί εφεσείοντα που ήταν συνοδηγός σε νυκτερινό ταξίδι μεταξύ άλλων και για τη φόνευση παρανόμως θηράματος. Το άρθρο 20 εξετάστηκε επίσης και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 στις σελ. 281-2, όπου λέχθηκε ότι εάν η περίπτωση εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες που προδιαγράφει το άρθρο 20, ορθά μπορεί να διατυπωθεί κατηγορία εναντίον ατόμου ως αυτουργού, παρόλο που ορθότερο είναι να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες του αδικήματος σε τέτοια περίπτωση με αναφορά στο συγκεκριμένο ρόλο του ατόμου εκείνου. Η εξειδίκευση αυτή παρά το ότι είναι επιθυμητή, εντούτοις δεν είναι και απαραίτητη και επομένως η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού (Maxwell v. DPP for Northern Ireland, 68 Cr. App. Rep. αρ. 128 (HL) και Ajini και άλλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Παρεμβάλλω εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά εξ' αρχής στην Υπεράσπιση και ότι ο κατηγορούμενος 3 ευρισκόταν στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε στην κλοπή, και κατ' επέκταση ότι κατηγορείτο ως συνεργός. Η μη αναφορά συνεπώς του άρθρου 20 του Κεφ.154 στην έκθεση αδικήματος της 2ης κατηγορίας θεωρώ ότι ουδόλως επηρέασε δυσμενώς τον κατηγορούμενο 3 κατά την προβολή της Υπεράσπισης του, ενώ έχει σημασία να αναφερθεί ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια εισήγηση από την Υπεράσπιση. Περαιτέρω αναφέρονται τα εξής. Εκείνοι που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν (accomplices) τον καθ' αυτό αυτουργό είναι σύμφωνα με τον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice - 2009 - σελ. 1886, παραγρ. 18-10, εκείνοι που είναι παρόντες στη διάπραξη του αδικήματος και είτε βοηθούν, είτε παρακινούν αυτή τη διάπραξη. Η παρουσία μπορεί να είναι είτε πραγματική, είτε εξυπακουόμενη και δεν χρειάζεται η παρουσία να λαμβάνει χώρα καθ' όλη τη διάπραξη του αδικήματος. Βεβαίως θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η απλή παρουσία στη σκηνή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί κάποιος ότι παρέχει βοήθεια και παρακίνηση και έτσι ακόμη και η μη τυχαία παρουσία π.χ. σε μια παράνομη θεατρική παράσταση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία υποβοήθησης και παρακίνησης. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1Q.B. 11 λέχθηκε από τον Δικαστή Slade ότι απλή παθητική παρουσία είναι ικανοποιητική μόνο όταν εκείνος που κατ' ισχυρισμό παρέχει βοήθεια και παρακινεί, έχει την εξουσία να ελέγξει τον εγκληματία και είναι πράγματι παρών κατά την διάπραξη του εγκλήματος. Η νομολογία λοιπόν υποδεικνύει ότι ενώ η απλή παρουσία δεν είναι από μόνη της αρκετή, εν τούτοις είναι θέμα πραγματικών γεγονότων όπως γίνονται αποδεκτά από τη μαρτυρία κατά πόσο υπάρχει συνέργεια πριν και κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με αναφορά σε γεγονότα που πιθανό να υποδεικνύουν κοινό σκοπό, προσχεδιασμό, υποκίνηση, υποβοήθηση κ.λ.π. (βλ. R. v. Clarkson and other
(1971)55 Cr. App. R. 445, R. v. Coney,
(1882)8 Q.B.D. 534, 557, R. v. Allan [1965] 1 Q.B. 130, 135, 138; 47 Cr. App. Rep. 243, 246, 249). Στην προκειμένη περίπτωση σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω αναφορικά με την 1η κατηγορία. Εν πάση όμως περιπτώσει να μην διαφεύγει ότι ένα ισχυρότατο στοιχείο που επιβεβαιώνει την γνώση και την συμμετοχή του κατηγορούμενου 3 στη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, έστω σημειώνεται δια της παρουσίας του ως συνοδηγού στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε για την κλοπή, πηγάζει από την ίδια την παραδοχή του. Ρητά κατηγορήθηκε για την κλοπή με λεπτομέρειες σημειώνεται όμοιες με αυτές που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας (βλ. τεκμ.12) και κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε ο ΜΚ1, και ο κατηγορούμενος 3 παραδέχτηκε ρητά τη διάπραξη του αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται πως η συμμετοχή του στην κλοπή της τσάντας της παραπονούμενης από την κατοικία της, υπό τις περιστάσεις και με τον δόλιο τρόπο που έγινε και με σαφή πρόθεση αποστέρησης από την παραπονούμενη της περιουσίας της, σε συνάρτηση με την αξία της κλαπείσας περιουσίας, κατά την κρίση μου οδηγεί στο συμπέρασμα πως όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας πληρούνται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι πέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος 3 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και κλοπή από κατοικία / άρθρα 20, 255, 266(β) και 371 του Κεφ.154. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.