← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. C.M.S. FROUTOPIA TRADING LTD κ.α., Υπόθεση Αρ. 8312/16, 24/2/2017

ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. C.M.S. FROUTOPIA TRADING LTD κ.α., Υπόθεση Αρ. 8312/16, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 8312/16 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ΕΝΑΝΤΙΟΝ

  1. C.M.S. FROUTOPIA TRADING LTD (HE 335004)
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Τιμοθέου με κ. Παυλίδη. Για κατηγορούμενους: κ. Α. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία για μετατροπή οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση προνοιών του Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος «Η κατηγορούμενη 1 ..προέβη και/ή ανέχθηκε και/ή επέτρεψε δια του διευθυντή της κατηγορούμενου 2, σε μετατροπή της οικοδομής..» Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη 2η κατηγορία για παροχή συνδρομής κατά τη διάπραξη του αδικήματος της μετατροπής οικοδομής χωρίς άδεια, κατά παράβαση προνοιών του Κεφ. 96 και του άρθρου 20 του Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος «Ο Κατηγορούμενος 2..υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1.παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, και/ή προέβη και/ή ανέχθηκε και/ή επέτρεψε την μετατροπή της οικοδομής.» Σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Δικαστήριο, αφού η κατηγορούσα αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Αν και σε αυτό το στάδιο η απόδειξη των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος δεν απαιτείται εις το επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, λαμβάνεται υπόψη ότι η υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή έχει ολοκληρωθεί με την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας της. Εξού και σύμφωνα με την πάγια νομολογία ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν τα κενά εις την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έχει ως αποτέλεσμα τη συμπλήρωση αυτών των κενών εις την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Αποτελεί επίσης πάγια αρχή της νομολογίας ότι ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσο εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων, τα οποία στοιχειοθετούν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Οι αρχές οι οποίες οριοθετούν το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο έχουν ανακεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016 , όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Η διαχρονική θέση της νομολογίας αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως κρίση, είναι η ακόλουθη: Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του
  1. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητικού λογικού δικαστηρίου..» Μοναδικός μάρτυρας από μέρους της κατηγορούσας αρχής παρουσιάστηκε ο Μάριος Αριστείδου, ΜΚ1, ο οποίος εργάζεται εις το Δήμο Λεμεσού στο τεχνικό τμήμα. Ανέφερε ότι μετά από οδηγίες που έλαβε από τον δημοτικό μηχανικό επισκέφθηκε στις 16.11.15 το κατάστημα το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' 187, το οποίο βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Έβγαλε φωτογραφίες της οικοδομής οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  2. Εξήγησε ότι εις τις φωτογραφίες απεικονίζεται η οικοδομή και η παρανομία που βρίσκεται στο σύνορο με το πεζοδρόμιο και τα κάθετα στοιχεία, όπως κολώνες που κλείνουν το χώρο με τέντα, που δεν είναι αδειούχα. Ανέφερε επίσης ότι ο χώρος περίπου 3 μέτρα από το πεζοδρόμιο μέχρι την οικοδομή έκλεισε και έγινε περίκλειστος. Κατέθεσε την άδεια οικοδομής η οποία εκδόθηκε το 1973 ως Τεκμήριο 4 και την άδεια οικοδομής για προσθηκομετατροπές των καταστημάτων 5 και 6 η οποία εκδόθηκε το 1999, ως Τεκμήριο
  3. Ανέφερε ότι εις την άδεια οικοδομής του 1999 δεν υπάρχει στον εξωτερικό χώρο του καταστήματος εξωτερική κατασκευή όπως είναι τώρα. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 13 πιστοποιητικό τελικής έγκρισης ημερ. 29.6.02 αναφορικά με τις εργασίες οι οποίες έγιναν με βάση την άδεια οικοδομής Τεκμήριο 9 αναφορικά με τις προσθηκομετατροπές εις τα καταστήματα 5 και
  4. Οι άδειες οικοδομής και το πιστοποιητικό έγκρισης εκδοθήκαν εις το όνομα της Έφης Χριστοφόρου, ιδιοκτήτριας του ακινήτου. Στάληκε όπως είπε προειδοποιητική επιστολή προς τους ενοικιαστές ημερ. 18.11.15, Τεκμήριο 14, ζητώντας τους να προβούν εντός 1 μηνός σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για άρση της παρανομίας, τόσο αναφορικά με την αλλαγή της χρήσης του υποστατικού από εστιατόριο σε φρουταρία όσο και για τις παράνομες προσθήκες. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 15 επιστολή ημερ. 25.1.16 η οποία στάληκε προς απάντηση της επιστολής του Δήμου, Τεκμήριο
  5. Η εν λόγω επιστολή φέρει την υπογραφή του Μιχάλη Στεφάνου ως Διευθυντή της κατηγορούμενης 1 εις την οποία αναφέρεται ότι η εταιρεία προχωρεί στην σχεδιασμό του καταστήματος και σύντομα θα υποβληθούν σχέδια για αλλαγή χρήσης του καταστήματος από εστιατόριο σε υπεραγορά. Στάληκε όπως είπε και δεύτερη επιστολή ημερ. 9.2.16, Τεκμήριο 16, από τους κατηγορούμενους με την οποία ζητείται χρόνος για να βρεθεί ο καλύτερος δυνατός τρόπος να αρθεί η παρανομία, στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται επίσης ότι η εταιρεία ενοικίασε το κατάστημα που λειτουργούσε ως καφετέρια και οι παρανομίες υπήρχαν χωρίς να το γνωρίζουν οι κατηγορούμενοι . Αντεξεταζόμενος δεν γνώριζε να αναφέρει κατά πόσο οι προσθήκες για τις οποίες κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι προϋπήρχαν της ενοικίασης του υποστατικού από την κατηγορούμενη
  6. Δεν γνώριζε επίσης να αναφέρει κατά πόσο οι κατηγορούμενοι ενοικίασαν το κατάστημα όπως είναι η σημερινή του κατάσταση και δεν γνωρίζει εάν οι παρανομίες υπήρχαν προηγουμένως. Δεν γνωρίζει εάν οι προσθήκες έγιναν από την ιδιοκτήτρια ή τον προηγούμενο ενοικιαστή. Δεν γνώριζε κατά πόσο οι προσθήκες έγιναν μετά την έκδοση της άδειας για χρήση του καταστήματος ως εστιατόριο. Τέλος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος έκανε τις προσθήκες. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο συνήγορος υπεράσπισης προέβηκε σε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων εφόσον αυτοί κατηγορούνται ότι μετέτρεψαν την οικοδομή ενώ δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι προέβηκαν και/ή ανέχθηκαν και/ή επέτρεψαν τις παράνομες μετατροπές κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(β) του Κεφ. 96. Υποστήριξε τέλος ότι οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβήτησαν τα τεκμήρια 15 και 16 όπου σύμφωνα με το περιεχόμενο τους παραδέχονται την ύπαρξη των παρανομιών. Όπως έχει προαναφερθεί στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας παρά μόνη εξετάζει αυτή στην όψη της. Εξέτασα εις τον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν σε συνάρτηση με τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι κατά την αγόρευση τους. Η 1η κατηγορούμενη σύμφωνα με την 1η κατηγορία η οποία καταγράφηκε πιο πάνω, κατηγορείται ότι προέβη και/ή ανέχθηκε και/ή επέτρεψε δια του διευθυντή της κατηγορούμενου 2 την μετατροπή της οικοδομής, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Το άρθρο 3
(1)(β) του Κεφ. 96 προβλέπει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- .......... (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή ............. χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή.» Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου και τα όσα απαιτούνται να στοιχειοθετηθούν με βάση αυτό, εξέτασα την προσκομισθείσα μαρτυρία και χωρίς να αξιολογώ αυτή, παρατηρώ ότι εις ότι αφορά την 1η κατηγορούμενη ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε η οποία να στοιχειοθετηθεί, ακόμα και εις το βαθμό που αναμένεται σε αυτό το στάδιο, ότι η 1η κατηγορούμενη είτε προέβηκε στις μετατροπές που αναφέρονται εις τις λεπτομέρειες αδικήματος, είτε ότι η 1η κατηγορούμενη ανέχθηκε ή επέτρεψε να γίνουν οι εν λόγω μετατροπές. Το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη κατέχει το κατάστημα εις το οποίο ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι έγιναν οι μετατροπές δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν το συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη, είτε ότι αυτή προέβηκε στις μετατροπές είτε ότι ανέχθηκε ή επέτρεψε αυτές να γίνουν. Όπως διεφάνηκε από τη μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία δεν αξιολογείται, δεν γνώριζε να αναφέρει οτιδήποτε εν σχέση με τα πιο πάνω ουσιαστικά και καίρια ζητήματα για την υπόθεση. Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της 2ης κατηγορίας η οποία αφορά τον 2ο κατηγορούμενο παρατηρώ ότι εις τις λεπτομέρειες αδικήματος, παρ' όλο όπου γίνεται αναφορά εις τον κατηγορούμενο 2 ότι ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε αυτή, προφανώς εις την μετατροπή της οικοδομής, κατηγορείται ταυτόχρονα σύμφωνα με την ίδια κατηγορία ότι προέβηκε και/ή ανέχθηκε και/ή επέτρεψε την μετατροπή της οικοδομής. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα ο κατηγορούμενος 2 δύναται να κατηγορηθεί ως συνεργός, όπου και κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1. Επομένως είναι άτοπο ο κατηγορούμενος 2 να κατηγορείται ταυτόχρονα στην ίδια κατηγορία για την συνέργεια του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εις την διάπραξη αδικήματος και ταυτόχρονα ότι ο ίδιος προέβηκε και/ή ανέχθηκε και/ή επέτρεψε την μετατροπή της οικοδομής. Πέραν των πιο πάνω, ο ΜΚ1 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αναφορά εις το πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 και ουδέποτε αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια του κατηγορούμενου 2 είτε για την συνέργεια του είτε για το ότι προέβηκε και/ή ανέχθηκε και/ή επέτρεψε την μετατροπή της οικοδομής. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία του ΜΚ1 και χωρίς η αξιολόγηση της να είναι αναγκαία, δεν προκύπτει ούτε από ποιον έγινε η μετατροπή της οικοδομής ούτε πότε αυτή έγινε. Αντιθέτως ο ΜΚ1 δεν γνώριζε να αναφέρει οτιδήποτε εν σχέση με τα πιο πάνω. Εις ότι αφορά και τις δυο κατηγορίες θα πρέπει να λεχθεί ότι εις ότι αφορά το αδίκημα της ανοχής ή επιτρέπειν την μετατροπή της οικοδομής σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β) αναφορά γίνεται σε διάπραξη αδικήματος από πρόσωπο που «.ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή.» Προκύπτει επομένως ότι η διάπραξη του αδικήματος συνδέεται με το χρόνο όπου γίνεται τέτοια μετατροπή. Από την στιγμή όπου δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία για τον χρόνο όπου έγιναν οι προσθήκες ή μετατροπές τότε δεν έχει στοιχειοθετηθεί αυτό το συστατικό στοιχείο των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 φαίνεται από την μαρτυρία ότι κατέχει το εν λόγω υποστατικό ως ενοικιάστρια δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει τη βάση για να κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Πέραν των πιο πάνω κενών εις τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, σημειώνεται ότι το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 96 εις την παρ. β προβλέπει την διάπραξη διαφόρων αδικημάτων από κάποιο πρόσωπο. Διακρίνεται επίσης από το πιο πάνω άρθρο η διάπραξη του αδικήματος της μετατροπής οποιασδήποτε υφιστάμενης οικοδομής από την διάπραξη του αδικήματος της ανοχής ή πρόσωπο να επιτρέπει να γίνει τέτοια μετατροπή. Οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες δεν αποτελούν ξεχωριστούς ή διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος, αλλά αποτελούν ξεχωριστά αδικήματα, όπως προκύπτει και από τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος όπου αυτά είναι ξεχωριστά όπως διαπιστώνεται από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(β). Παρ' όλα τα πιο πάνω, τα ξεχωριστά και διαφορετικά αυτά αδικήματα περιλαμβάνονται συνολικά εις την 1η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη και στην 2η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία δεν μπορεί ένα πρόσωπο να κατηγορείται γιατί προέβηκε σε ορισμένη αδικοπραγία, στην παρούσα υπόθεση μετατροπή υφιστάμενης οικοδομής και ταυτοχρόνως να κατηγορείται γιατί επέτρεψε και/ή γιατί ανέχθηκε την εκδήλωση της αδικοπραγίας αυτής (Ηροδότου ν. Δήμος Λευκωσίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 244, 248). Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και τα δυο αδικήματα με βάση το ίδιο κατηγορητήριο αλλά αντιμετωπίζουν αυτά με βάση την ίδια κατηγορία που τους αφορά. Η πλευρά της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι οι επιστολές Τεκμήρια 15 και 16, οι οποίες κατά τον ΜΚ1 σταλήκαν από την κατηγορούμενη 1, συνιστούν παραδοχή των κατηγορουμένων δυνάμενη να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Τα πιο πάνω τεκμήρια κατατέθηκαν με δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει ένσταση εις την κατάθεση τους με επιφύλαξη ως προς το αληθές του περιεχομένου τους και με τη δήλωση ότι αμφισβητείται η υπογραφή επί των εν λόγω τεκμηρίων. Προκύπτει από το νομολογία ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον αρμόδιου οργάνου (Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Solomou v. The Police
(1978)2 C.L.R. 117) ότι διέπραξε το αδίκημα για το οποίο διώκεται, εφ' όσον αυτή είναι σαφής κατά περιεχόμενον και εφ΄ όσον αυτή αποδειχθεί, δύναται αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του (Καυκαρής ν. Δημοκρατία
(1990)2 ΑΑΔ 203, 225). Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω κατ' αναλογία εις την παρούσα υπόθεση με τα περιστατικά αυτής, τα όσα αναφέρονται εις τα Τεκμήρια 15 και 16 δεν μπορούν να αποτελέσουν παραδοχή ή ομολογία των κατηγορουμένων. Από απλή ανάγνωση και μόνο του περιεχομένου των πιο πάνω τεκμηρίων, το οποίο επαναλαμβάνω δεν αξιολογείται, δεν διαπιστώνω μία σαφή κατά περιεχόμενον, ηθελημένη και διατυπωθείσα ενώπιον αρμοδίου οργάνου παραδοχή διάπραξης των αδικημάτων τα οποία εδώ τους αποδίδονται, κατά τρόπο που να δικαιολογείται η κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία στηριζόμενη μόνο επί των πιο πάνω τεκμηρίων, έχοντας παράλληλα υπόψη και τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Έτσι, η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής πώς οι εν λόγω επιστολές Τεκμήρια 15 και 16 αποτελούν παραδοχή και επομένως απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, απορρίπτεται. Ενόψει των όσων ανέφερα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει. Η υπόθεση απορρίπτεται και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. Ενόψει της δήλωσης του συνηγόρου υπεράσπισης, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. .......... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.